Ιλιάδα

Part 13

Chapter 1393 wordsPublic domain

Είπε, κι' όλοι έμειναν ξεροί χωρίς να βγάλουν λέξη 430 σα σαστισμένοι· τι σφιχτά πολύ τους τόπε τ' όχι. Μα με καιρό είπε ο Φοίνικας ο γερο-αλογολάτης, σπώντας στα δάκρια, τι έτρεμε μην πάθουν τα καράβια «Στο νου πια αν τόβαλες να πας, λεβέντη μου Αχιλέα, και να βοηθήσεις μια σταλιά δε θέλεις τα καράβια 435 απ' τη φωτιά, σαν που θυμός σού πείσμωσε τα σπλάχνα, πώς τότες θέλεις πίσω σου, παιδί μου, εδώ να μείνω μόνος; Μ' εσένα μ' έστειλε ο γέρος σου πατέρας τότε όταν απ' τη Φτιά στο γιο τ' Ατριά σε προβοδούσε, αρχάρη ακόμα κι' άπραγο, ακάτεχο από μάχες 440 και συντυχές όπου αποχτούν φήμη και δόξα οι άντρες. Για τούτο μ' έστειλε, όλα αφτά να σ' τα μαθαίνω, κι' έτσι λόγων να γίνεις ρήτορας και δουλεφτής πολέμων. Έτσι, παιδί μου, ξέρε το, μακριά σου εγώ δε μένω, κι' ακόμα αν μούταζε ο θεός τα έρμα γερατιά μου 445 να ξύσει, και λεβέντη νιο σαν πρώτα να με κάνει, σαν όταν τη ροδότσουπρη Ελλάδα πρωταφήκα για ν' αποφύγω διαφορές με τον πατέρα Αμύντα. Αφτός μου καρδιοθύμωσε για μια πανώρια σκλάβα π' αγάπαε, και το πρώτο του καταφρονούσε τέρι, 450 τη μάννα μου. Κι' αφτή ήθελε τους διο ναν τα χαλάσουν, κι' όλο με ξόρκιζε τη νια να πάω και να πλακώσω. Την άκουσα και τόκανα. Κι' ο γέρος μου πατέρας εφτύς σαν πήρε μυρουδιά, με φοβερές κατάρες μ' άρχισε, κι' όλο δέουνταν στις άγριες Καταδιώχτρες ποτές να μην καθήσει γιος στο γόνα μου, βγαλμένος 455 από σπορά μου· κι' οι θεοί ξακούνε την κατάρα, ο Άδης κάτου στ' άνηλια της γης κι' η Περσεφόνη. Τότε έτσι μούρθε το σπαθί να πάρω ναν τον σφάξω, μα κάπιος με ξεχόλιασε θεός θυμίζοντάς μου την καταδίκη του λαού, του κόσμου τις βλαστήμιες, 460 α θε με λεν πατροφονιά παντού μες στην Ελλάδα· Μα ο γέρος να μου βαργομάει κι' εγώ στο σπίτι πάντα να σουρταφέρνω, πια η καρδιά δε βάσταε μου στα στήθια. Πόσα δε μούπαν όλοι τους, βλαμάκια και ξαδέρφοι, πόσα δεν έκαναν αφτού να με βαστάξουν σπίτι! 465 Τι πλούσια θέλεις πρόβατα, τι τραχηλάτα βόδια μούσφαζαν, τι καλόθρεφτα καψάλιζαν γουρούνια, π' αστράφτανε του πάχους τους στρωμένα μες τις φλόγες· πόσο κρασί δεν πιόθηκε απ' τα σταμνιά του γέρου! Νύχτες εννιά δε μ' άφιναν, μον πλάγιαζαν τριγύρω 470 φυλάγοντας με τη σειρά, δίχως στιγμή να λείψει φωτιά, μια κάτου απ' της αβλής τις αψηλές κολόνες, άλλη στο πρόσπιτο, μπροστά στου γιατακιού την πόρτα. Όμως σαν ήρθε η δέκατη συγνεφιασμένη νύχτα, τότες πια εγώ του γιατακιού τη στεριωμένη πόρτα 475 τη σπάω και βγαίνω, κι' έφκολα τη μάντρα της αβλής μας πηδάω χωρίς οι φύλακες να νιώσουν μήτε οι σκλάβες. Και πήρα δρόμο έτσι μακριά περνώντας της Ελλάδας τα φαρδοκάμπια, κι' έφτασα στην προβατογεννήτρα, στη Φτιά τη χονδροχώματη, στου βασιλιά Πηλέα. Κι' αφτός με καλοδέχτηκε, και μούδειξε μια αγάπη 480 σάμπως πατέρας π' αγαπάει παιδί του χαϊδεμένο, μοναχογιό του και πολλών χτημάτων κληρονόμο· και μούδωκε πολλά χωριά, με πλούτισε, και πέρα στα σύνορα έκατσα της Φτιας, αφέντης των Δολόπων. Εγώ έτσι σε μεγάλωσα, θεόμορφε Αχιλέα, 485 και σ' αγαπούσα ολόψυχα, τι μήτε σε παιχνίδι μ' άλλον να πας δεν ήθελες μήτε να φας στο σπίτι, παρά να σε χορταίνω εγώ στα γόνατα μου απάνου, κριάς κόβοντάς σου και κρασί βαστώντας σου στα χείλια. Πολλές φορές μου λέκιασες το ρούχο απάς στα στήθια 490 με το κρασί, όταν τόβγαζες χωρίς να καλονιώθεις. Έτσι πολύ εγώ κόπιασα, πολλά 'παθα για σένα, μ' αφτά στο νου, πως άκληρο μ' άφισε εμένα ο Δίας· μονάχα εσένα σ' έκανα, θεόμορφε Αχιλέα, παιδί μου, νάχω κάπιονε στα γερατιά προστάτη. 495 Όμως, παιδί μου, μέρωσ' τα τ' ανήμερά σου σπλάχνα, δεν πρέπει σου άσπλαχνη καρδιά· τι κι' οι θεοί οι μεγάλοι λυγούν, κιας έχουν πιο τιμή πιο δύναμη πιο αξία· κι' αφτούς με τα θυμιάματα και με σταλιές και τσίκνες και καλοπιάστρες προσεφκές τους μαλακώνει ο κόσμος 500 περικαλώντας, αν τυχόν τους φταίξεις κι' αμαρτήσεις. Τι του μεγάλου 'ναι Διός κι' οι Περικάλιες κόρες, κουτσές, με μάτια αλλίθωρα, με μούτρα ζαρωμένα, που κούτσα κούτσα τρέχουνε της Φρένιας καταπόδι· κι' αφτή είναι στέρια ακούραστη, για αφτό πολύ ξετρέχει 505 όλες τους, και παντού της γης προκάνει πριν και βλάφτει κάθε θνητό, κι' οι άλλες τους κατόπι τους γιατρέβουν. Μα του Διός αν σεβαστείς τις κόρες σα ζυγώνουν, τότες σ' ακούν τη δέηση, μεγάλα σ' ωφελούνε· μα χάρη όπιος τους αρνηθεί κι' όχι τους λέει με πείσμα, 510 παν τότες και περικαλούν το γιο του Κρόνου Δία να σμίξει με τη Φρένια αφτός, για να βλαφτεί και πάθει. Μον τίμα, αγόρι μου, κι' εσύ τις κόρες του μεγάλου Διός, που λύγισαν πολλών νου φρόνιμο στον κόσμο. Τι δώρα αν δε μετρούσε ο γιος τώρα τ' Ατριά, αν κατόπι 515 κι' άλλα αν δεν έταζε, άσειστα βαστώντας πάθος πάντα, θάλεγα εγώ πως το θυμό μην παραιτάς, μην τρέχεις ναν τους βοηθήσεις, κι' άφισ' τους μες στα στενά να ρέψουν. Μα αφτός και δίνει εφτύς πολλά, κι' απέ έταξε πολλά άλλα, κι' άντρες τους πρώτους διάλεξε μες στο στρατό και στέλνει 520 να σου προσπέσουν, που κι' εσύ τους έχεις κάλια απ' όλους και που μη θες ο λόγος τους να ντροπιαστεί κι' οι κόποι· πριν όμως το πως θύμωσες δεν έχει κατηγόρια. Έτσι τους έχουμε ακουστά και των παλιών αρχόντων τους μύθους, σαν τους έπιαναν θυμοί πεισματωμένοι· 525 με λόγια τους μαλάκωνες, τους γύρναες με περκάλια. Θυμάμαι μια ιστορία εγώ — πολύ παλιά, όχι τώρα — πώς έγινε, και θα την πω να δείτε, αδρέφια, εδώ όλοι. Οι Αιτωλοί είχαν πόλεμο κι' οι άφοβοι Κουρήτες γύρω στη χώρα Κάλυδο, και σφάζουνταν με πάθος, 530 τ' όμορφο κάστρο οι Αιτωλοί ζητώντας να γλυτώσουν, κι' οι άλλοι τους με το σπαθί διψούσαν ναν το πάρουν. Τι συφορά τους έστειλε η Άρτεμη από φούρκα, που δεν της πρόσφερε ο Βοινιάς καρπούς μες στα δροσάτα περβόλια, ενώ πολλά οι θεοί τρώγανε βόδια οι άλλοι, 535 κι' άφισε μόνη του Διός τη δοξασμένη κόρη· ή ξέχασε ή δεν τούκοψε, μά 'ταν βαρύ το κρίμας. Θύμωσε αφτή — το θεϊκό το σπέρμα, η σαϊτέφτρα — κι' αρσενικό άγριο ασπρόδοντο τους έστειλε γουρούνι, που του Βοινιά τού ρήμαζε τ' αμπέλια νύχτα μέρα, 540 κι' έρηξε σύγκορμα πολλά δεντρά μεγάλα χάμου μαζί με ρίζες και μαζί και με των μήλων τ' άθια. Μα μιαν αβγή ο Μελέαγρος το σκότωσε, ένας γιος του, τι έμασε κυνηγούς πολλούς από 'να πλήθος χώρες και σκύλους· τι άντρες λιγοστοί πού ναν το κάνουν ζάφτι! 545 τέτιο θεριό 'ταν, κι' έστειλε πολλές ψυχές στον τάφο. Βάζει για αφτό τότε η θεά διχόνια αναμπουμπούλα, για του θεριού την κεφαλή και το τριχάτο δέρμα, κι' εφτύς Κουρήτες κι' Αιτωλοί σ' αρχίζουν το κοντάρι. Μα όσο ο γερός ο Μελέαγρος πολέμαε, οι Κουρήτες 550 πάντα άσκημα τα πήγαιναν, μηδέ ποτές μπορούσαν ν' αντέξουν όξω απ' το καστρί κιας είταν τόσο πλήθος· στερνά όμως σαν τον έπιασε θυμός που τόσου κόσμου με νου και κρίση την καρδιά φουσκώνει μες στα στήθια, τότες αφτός, σα χόλιασε, αργός μακρυά από μάχες 555 κάθουνταν με το τέρι του, την ώρια Κλεοπάτρα, της σφιχτοστήθως Μάρπησσας την κόρη και του Νίδα. Μα άξαφνα αντάρα ακούστηκε κι' αχός στο καστροπόρτι 573 που τους χτυπούσαν τα πυργιά. Και τότες οι γερόντοι του στέλνουν πρωτολειτουργούς θεών και τον ξορκίζουν 575 να βγει να διαφεντέψει τους, και τούταζαν μεγάλο χάρισμα· οπούταν πιο παχύ της Κάλυδος το χώμα, εκεί πανώριο τούλεγαν μετόχι να χωρίσει, πενήντα στρέματα, μισό στον κάμπο αμπελοτόπι, τ' άλλο μισό έτσι αφύτεφτο χωράφι να διαλέξει. 580 Πόσα δεν τούλεγε ο Βοινιάς, ο γερο-αλογολάτης, πας στο κατώφλι στέκοντας, και σούσε με τα χέρια τα κολλητά πορτόφυλλα ξορκίζοντας το γιο του· πόσα και μάννα κι' αδερφές δεν τούπαν περικάλια — μα πια πολύ πεισμάτωνε — και πόσα ακόμα οι φίλοι 585 οι πιο στενοί στην Κάλυδο και τιμημένοι πούχε. Μα κι' έτσι μέσα την καρδιά δεν τούπειθαν στα στήθια, ως που πια οι πόρτες έπεσαν, και τα πυργιά οι Κουρήτες πατούσαν, κι' έβαζαν φωτιά παντού στη χώρα γύρω. Τότες με θρήνους μ' οδυρμούς το λατρεφτό του τέρι 590 τούπεσε πια στα πόδια του, κι' όλες μια μια τις πίκρες τ' αράδιασε των δύστυχων που τους παρθεί το κάστρο· σφάζουνται οι άντρες, η φωτιά τα σπίτια τούς ρημάζει, οχτροί τούς παίρνουν τα παιδιά, οχτροί και τις γυναίκες. Κι' εκείνου τούβραζε η καρδιά π' αγρίκαε τέτια πάθια, 595 κι' ορμά να πάει, και φόρεσε τ' αστραφτερά άρματά του. Τότε έτσι αφτός τους έσωσε απ' το χαμό, ξεχνώντας τα περασμένα. Όμως αφτοί δεν τούδωκαν πια δώρα, τόσα που τούπαν κι' όμορφα· τους έσωσε όμως κι' έτσι. Μα τώρα εσύ — μη γένοιτο! — μη βάλεις μες στο νου σου, 600 παιδί μου, τέτια απόφαση· τι τάχα θα φελέσει, όταν τα πλοία καίγουνται αν βγεις ναν τα βοηθήσεις; Μον σύρε, κι' όλοι σα θεό θα σε τιμούν κατόπι.» 603

Τότε ο γοργός τ' απάντησε γιος του Πηλιά και τούπε 606 «Φοίνικα, γέρο μου νουνέ, τιμές εγώ δε θέλω· τιμή θαρρώ πως μούδωκε, όση μου πρέπει, η Μοίρα. Μον άλλο λόγο θα σου πω, και πρόσεχε ν' ακούσεις. 611 Με γκρίνιες και με στεναγμούς μη μου χαλνάς τα σκώτια, για ναν του κάνες δούλεψη. Και τήρα καμιάν ώρα, αγάπη αν τούχεις, μη γενεί αποστροφή η δική μου. Κάλια μαζί μου να μισείς όπιον μισεί κι' εμένα. 615 Το τι είπα οι φίλοι εδώ ας του πουν· και κάλια εσύ να μείνεις 617 μ' εμάς εδώ να κοιμηθείς, κι' η χαραβγή σα φέξει, τα λέμε, εδώ αν θα μείνουμε ή πρέπει να τραβάμε.»

Έτσι είπε, κι' έγνεψε άφωνα στον Πάτροκλο να στρώσει 620 του γέρου στρώμα αφρόμαλλο, για να σκεφτούνε οι άλλοι να παν μιαν ώρα αρχύτερα οχ την καλύβα πίσω. Μα τότε ο Αίας άνοιξε το στόμα να μιλήσει «Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα, πάμε! τι ουσία τίποτα, το βλέπω, εδώ δε βγαίνει. 625 Και χριά το λόγο πέρα εφτύς να πάμε, ας είναι ότι είναι, τι ανήσυχοι θ' ακαρτερούν. Ως τόσο ο Αχιλέας στα στήθια ανήμερη έκανε την αντρική καρδιά του, ο έρμος! και ξεχάνει πια των φίλων την αγάπη, 630 που εμείς στα πλοία τούχαμε απ' όλους χώρια πάντα. Άσπλαχνε! εδώ κι' αν αδερφό σου σφάξουν κι' αν παιδί σου, όχι δε λες αν βγει ο φονιάς και θέλει να πλερώσει· και μένει αφτού στον τόπο του πολλά ο φονιάς μετρώντας, και του παθού η βαριά καρδιά ξεγράφει πια το μίσος 635 σα λάβει δίκια πληρωμή. Μα εσένα σούχουν βάλει κακό άσβυστο οι θεοί θυμό στα στήθια για μια κόρη, μία και ξερή· μα τώρα εμείς εφτά τις πιο ομορφούλες μ' άλλα πολλά σου δίνουμε. Μα ας νιώσει πια η ψυχή σου μια στάλα πόνο και σπλαχνιά. Σεβάσου την καλύβα 640 που να μας σώσεις ήρθαμε στη στέγη σου από κάτου, εμείς π' απ' όλους είμαστε πιο φίλοι σου κι' αδρέφια.»

Τότε ο γοργός τ' απάντησε γιος του Πηλιά και τούπε «Αία, θεόσπαρτε αρχηγέ, του Τελαμώνα θρέμμα, ως μέσα η κάθε λέξη σου στα σωθικά μου μπήκε· 645 μα πάει η ψυχή μου απ' το θυμό να σπάσει, όταν στο νου μου μούρθουν εκείνα, ως αφτός με ποδοκύλησε, έτσι σαν κάνα ασήμαντο ραγιά σ' όλους μπροστά τ' ασκέρι. Μα σύρτε τώρα πέστε του πως όχι! δε σαλέβω. Ναί, πριν σκοπό δεν τόχω εγώ ν' αγγίξω πια κοντάρι, 650 πριν ο λεβέντης Έχτορας τους κάψει τα καράβια και πάρει ομπρός το στράτεμα εδώ ως στα σύνορά μου. Ειδέ όσο από καλύβα μου κι' από δικό μου πλοίο, πίσω θαρρώ θα βασταχτεί κιας λαχταράει πολέμους.» 655

Είπε, κι' εκείνοι παίρνοντας διπλόγουβα ποτήρια, ένα ο καθένας, στάλαξαν, και στο καραβοστάσι γύριζαν πάλι, και μπροστά περπάταε ο Δυσσέας.

Κι' ο Πάτροκλος τους παραγιούς προστάζει και τις σκλάβες γοργά να στρώσουν μαλακό του Φοίνικα στρωσίδι· κι' αφτές την προσταγή τ' ακούν και του βολέβουν στρώμα — 660 προβιά, αντρομίδα, και λινό λεφτόφαντο σεντόνι. Εκεί πεσμένος πρόσμενε ο γέρος την αβγούλα. Κι' ο Αχιλέας πλάγιασε στης στερεής καλύβας το βάθος, κι' η ροδόθωρη Διομήδα στο πλεβρό του, του Φόρβα η κόρη, πούφερε οχ το νησί της Λέσβος. 665 Στην άλλη κόχη πλάγιασε κι' ο Πάτροκλος, και δίπλα είχε κι' αφτός την Ίφισσα τη μυριοστολισμένη, που του Πηλέα ο άξιος γιος του χάρισε σαν πήρε την πολιτεία του Ενιά, τη βραχωμένη Σκύρο.

Κι' οι άλλοι μόλις έφτασαν στου βασιλιά Αγαμέμνου, όλοι τους όρθιοι με χρυσά ποτήρια τους κερνούσαν 670 οι πρόκριτοι άλλος απ' αλλού και γύρεβαν να μάθουν. Και πρώτος ο αφέντης γιος τους αρωτάει τ' Ατρέα «Έλα, Δυσσέα ξακουστέ, των Αχαιώνε αθέρα, πες μου, Τι, θέλει απ' τη φωτιά να σώσει τα καράβια, ή όχι κι' η περήφανη καρδιά του βράζει πάντα;» 675

Τότε απαντά ο πολύπειρος και θεϊκός Δυσσέας «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο, όχι, δε θέλει το θυμό να σβύσει, μον πιο ακόμα αφρίζει και περιφρονάει τα δώρα σου κι' εσένα. Μόνος σου — χαιρετίσματα σου στέλνει — να κοιτάξεις 680 πώς να γλυτώσεις το στρατό και τα γοργά καράβια, και φοβερίζει πως αφτός στη θάλασσα, άμα φέξει, θα ρήξει τα καλόθρονα καράβια και θα φύγει. Και τους λοιπούς μας μάλιστα, μας είπε, συβουλέβει όλοι να φέβγουμε, τι πια εδώ άκρη δε θα βρούμε 685 της Τριάς, γιατί μ' απόφαση το χέρι του από πάνου της έβαλε του Κρόνου ο γιος και θάρρεψαν οι Τρώες. Έτσι είπε· να, ας τα πουν κι' αφτοί που τάλεγε μπροστά τους, ο Αίας κι' οι διο κράχτες μας, κι' οι διο με νου και κρίση. Μα ο γερο-Φοίνικας εκεί κοιμήθηκε, όπως τούπε, 690 κι' έτσι θα πάει κι' αφτός μαζί στην ποθητή πατρίδα άβριο, αν το θέλει· στανικά δε θέλει ναν τον πάρει.»

Έτσι είπε, κι' όλοι απόμειναν σαν αποσβολωμένοι, δίχως να κραίνουν· τι πολύ σφιχτά τους τόπε τ' όχι. Ώρα πολλή είταν άλαλοι με σπλάχνα μαραμένα, 695 μα με καιρό τους μίλησε ο θαρρετός Διομήδης «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμένο, κρίμας και που του πρόσπεσες ποτές σου και χιλιάδες τούταξες δώρα, γιατί αφτός περφανοφέρνει κι' έτσι, μα τώρα πιότερο πολύ τον φούσκωσες περφάνιες. 700 Άσ' τον κι' ας κάθεται ήσυχος, είτε μισέψει ή μείνει· όσο για μάχη, αδιάφορο! ας βγει σα θέλει ατός του, σαν τον φωτίσουν οι θεοί και τ' ορεχτεί η καρδιά του. Μον όλοι ελάτε ας κάνουμε σαν που θα πω σας τώρα. Σύρτε πλαγιάστε, μα καλά με φαγοπότι πρώτα 705 χορτάστε την κοιλιά — τι αφτό δίνει ζωή και θάρρος — και σα χαράξει η όμορφη ροδοδαχτύλω αβγούλα, καιρό μη χάνεις, το στρατό — πεζούς κι' αμαξωμένους — παράταξ' τους εδώ μπροστά κι' οδήγα τους στη μάχη· μαζί μας, γιε τ' Ατριά, κι' εσύ πολέμα με τους πρώτους.»

Έτσι είπε, κι' όλοι παίνεσαν το λόγο οι βασιλιάδες, 710 και τον αλογομερωτή καμάρωσαν Διομήδη. Και τότες στάζουν και σκορπούν τριγύρω στα καλύβια, κι' εκεί πλαγιάζουν, μια σταλιά τον ύπνο να χαρούνε.

Κ

Κι' οι άλλοι στρατηγοί κοντά στα πλοία, καρωμένοι από βαθύ ύπνο μαλακό, ολονυχτύς κοιμούνταν· μα πού τ' Ατρέα ο άξιος γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους, να κλείσει μάτι που πολλές τον μαρτυρέβανε έγνιες! Πώς ρήχνει αστραπομπούμπουνα ο βροντολάλος άντρας 5 της Ήρας, φτιάνοντας βροχή και δυνατό χαλάζι, ή χιόνι όταν οι εξοχές τριγύρω ασπρολογάνε, ή κάπου στόμα αρπαχτικό φαρμακερού πολέμου· Ετσι πυκνά του στέναζαν τα στήθια απ' της καρδιάς του το βάθος, και τα σπλάχνα εντός του θέριζε η τρομάρα. 10 Το μάτι εκεί σαν έρηχνε στους Τρωικούς τους κάμπους, σάστιζε πόσες έκαιγαν φωτιές ομπρός στο κάστρο, τι αβλοί π' αχούσαν κι' όργανα, τι λαλητός αθρώπων· μα πάλε όταν τα πλοία του θωρούσε και τ' ασκέρι, τρίχες και τρίχες σύριζα τραβούσε οχ το κεφάλι 15 προς τα ουράνια κι' έκλαιγε βαριά η πικρή ψυχή του. Κι' αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του· πρώτα να πάει στο Νέστορα πριν άλλους κράξει αρχόντους, μην κατεβάσει ωφέλιμη καμιά βουλή μαζί του π' ολόκληρο απ' τη συφορά τα' ασκέρι ναν του σώσει. 20 Κι' εφτύς σηκώνεται, φοράει το ρούχο στο κορμί του κι' ώρια αμποδένει σάνταλα στα παχουλά ποδάρια, έπειτα βάζει παρδαλή προβιά — μακριά ως στα πόδια — ξανθού μεγάλου λιονταριού, και παίρνει το κοντάρι.

Μα κι' ο Μενέλας έτρεμε το ίδιο — γιατί ο ύπνος 25 και τα δικά του βλέφαρα δεν τάγγιζε — μην πάθουν οι Δαναοί, που χάρη του πολύ γιαλό περνώντας ήρθαν στην Τρία, πρόθυμοι το αίμα τους να χύσουν. Πρώτα στην πλάτη τη φαρδιά παρδαλακιό με βούλες ρήχνει, και στο κεφάλι του σηκώνει το χαλκένιο 30 γερό του κράνος και φοράει, και παίρνει το κοντάρι στη σταλωμένη χέρα του. Κι' έτσι ήβγε να ξυπνήσει τον αδερφό του, π' όλους τους στην εξουσία περνούσε τους Αχαιούς, και σα θεό τον λάτρεβε το πλήθος. Κι' εκεί τον βρήκε, στ' ακρινό καράβι του από δίπλα, 35 πούβαζε τ' άρματα· κι' αφτός χαρούμενος τον είδε.

Κι' έπιασε πρώτα ο θαρρετός Μενέλας να μιλήσει «Τι έτσι αρματώνεσαι, αδερφέ; ή κάπιο μας να στείλεις των Τρώων θες κατάσκοπο; Όμως πολύ φοβούμαι, δε θ' αναλάβει σου κανείς τέτια δουλιά, να σύρει μονάχος πέρα ως στους οχτρούς και να κατασκοπέψει 40 μες στο σκοτάδι. Σαν πολύ θάχει καρδιά αντριωμένη.»

Τότες του κάνει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος «Ανάγκη εγώ κι' εσύ, αδερφέ, καμιά βουλή να βρούμε ωφέλιμη, π' απ' τα δεινά να βγάλει και να σώσει στρατό και πλοία, τι άλλαξε ο γιος του Κρόνου γνώμη. 45 Του Έχτορα ίσως πιο πολύ λογιάζει τα σφαχτάρια. Δεν είδα εγώ, δεν άκουσα να πουν πως ένας άντρας σκέφτηκε ως τώρα συφορές μες σε μια μέρα τόσες, όσα μας έκανε δεινά ο Έχτορας, που ωστόσο θεού να πεις ή θέϊσσας δεν είναι ακριβοπαίδι. 50 Τόση είναι η βλάβη, που θαρρώ καιρό ο στρατός και χρόνια θάν τη θυμάται· έτσι βαριά μάς έχει αφανισμένους. Μον έλα τρέχα γλήγορα και φώναξε τον Αία, κράξε το Δομενιά, κι' εγώ στου Νέστορα θα τρέξω και θαν του πω να σηκωθεί, μήπως να σύρει θέλει 55 όξω ως στο τάγμα των φρουρών και διαταγές να δώκει. Τι αφτόν θ' ακούσουν πιο καλά· τι ο γιος του των φρουρώνε είναι αρχηγός κι' ο σύντροφος του Δομενιά ο Μηριόνης· τι αφτούς πιο πρώτα τάξαμε στις πόρτες να φυλάξουν.»

Τότες του λέει ο άφοβος πολεμιστής Μενέλας 60 «Και πιά 'ναι, ξήγα μου, έπειτα η προσταγή σου; Θέλεις να μείνω εκεί προσμένοντας μαζί τους ως να φτάσεις, για θες να τρέξω πίσω εδώ σαν τους τα πω τα πάντα;»

Τότες του λέει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους «Εκεί καρτέρα, μην τυχόν στο δρόμο χάσει ο ένας 65 τον άλλονε, τι είναι πολλές μέσα απ' τον κάμπο οι στράτες. Κι' όθες διαβαίνεις, φώναζε περκάλα ν' αγρυπνάνε, και κάθε αντρός νομάτιζε τη φύτρα τον πατέρα, τιμώντας όλους. Ξέχανε πια τώρα τις περφάνιες, κι' έλα ας δουλέβουμε κι' εμείς, τι εμάς θαρρώ έτσι ο Δίας 70 πίκρες μας έγραψε βαριές σα μας γεννούσε η μάννα.»

Έτσι είπε, και τον έστειλε καλοξηγώντας τα όλα· απέ κινάει το Νέστορα να βρει, το γέρο αφέντη. Και στην καλύβα του κοντά τον ήβρε και στο πλοίο σε στρώμα απάνου μαλακό, κι' ήταν σιμά του χάμου 75 η πλουμιστή του αρματωσά — ασπίδα, διο κοντάρια, περκεφαλαία αστραφτερή — σιμά 'τανε κι' η ζώνη, όλη στολίδια, πούζωνε ο γέρος σα φορούσε τα χάλκινα άρματα να βγει στον πόλεμο, οδηγώντας τους λόχους, τι από γερατιά δεν ίδρωνε τ' αφτί του. Τότε ύψωσε την κεφαλή, στο γέρικο του αγκώνα 80 ακουμπιστός, και ρώτησε το γιο τ' Ατρέα κι' είπε «Πιος είσαι εσύ που περπατάς στα πλοία ομπρός μονάχος μέσα στης νύχτας την καρδιά, π' όλοι οι θνητοί κοιμούνται; Μην κάνα σύντροφο ζητάς; μην έχασες μουλάρι; Μίλα — άφωνος μην προχωράς — και πες μου, τι γυρέβεις;» 85

Τότε απαντάει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους «Ω γέρο, του Νηλέα γιε, των Αχαιών καμάρι, τον Αγαμέμνο εδώ θωράς, π' απ' όλους πέρα ως πέρα πιότερο ο Δίας μ' έψησε και θα με ψήσει ακόμα, όσο μου μένει ανασασμός και στέκουμαι στα πόδια. 90 Γυρνώ έτσι, τι στα μάτια μου γλυκός δεν κάθεται ύπνος, που ο πόλεμος μ' ανησυχεί και του στρατού τα πάθια. Το τι θα γίνουν λαχταρώ, κεφάλι πια δεν έχω, λες παραζάλη μ' έπιασε, κι' όξω η καρδιά οχ τα στήθια πηδάει, και κάτου μου λυγούν τα γόνατα και τρέμουν. 95 Μα αν να βοηθήσεις θες, αφού και συ δεν έχεις ύπνο, έλα και κάτου στους φρουρούς ας πάμε, για να δούμε μήπως αυτοί απ' την κούραση και νύστα αφανισμένοι ολότελα αποκοιμηθούν και τη φρουρά ξεχάσουν· τι στέκουν δες! κοντά οι οχτροί, μήτε κανείς κατέχει, 100 και νύχτα αν δεν τους συνεμπεί ν' ανοίξουνε κοντάρι.»

Τότε απαντάει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο, μη δα θαρρείς του Έχτορα ο βαθυγνώστης Δίας θα κάνει του κάθε σκοπό που ίσως ολπίζει τώρα, 105 Μον φίδι και χειρότερο ίσως τον φάει, αν βγάλει απ' την καρδιά τ' ανήμερο το πείσμα ο Αχιλέας. Μα το να πάω μαζί σου εγώ, μετά χαράς πηγαίνω· μα κι' άλλους ας σηκώσουμε, το μαχητή Διομήδη με το Δυσσέα, του Οϊλιά τον Αία, και το Μέγη. 110 Μα ας τρέξει, αν έχεις άθρωπο, κι' αφτούς να κράξει ακόμα, τον άρχοντα το Δομενιά, τον Αία του Τελαμώνα· τι αφτών στην άκρη βρίσκουνται μηδέ σιμά τα πλοία. Μα το Μενέλα, όσο αρχηγός κι' αν μούνε κι' όσο βλάμης, συμπάθα με, όμως ξάστερα θαν τον μαλώσω, που έτσι 115 κοιμάται αφτός κι' αδιαφορεί εσύ αν δουλέβεις μόνος.

Σ' όλους τώρα 'ταν χρέος του τους αρχηγούς να τρέχει ξορκίζοντάς τους· τι πολύ βαριά μας ζώνει ανάγκη.» Τότες του κάνει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος «Πάππου, και χάρη άλλη φορά θα σ' τόχω αν του τα ψέλνεις, 120 τι αναμελάει πολλές φορές και προθυμιά δε δείχνει, όχι από νου ασυλλογισά ή βαρεμό, μον βλέπει τι εγώ θα πω κι' ακαρτερεί το σύνθημα να δώκω. Μα τώρα πριν σηκώθηκε και να με βρει ήρθε πρώτος, κι' εγώ ίσα ίσα αφτούς που λες τον έστειλα να κράξει. 125 Μον πάμε, κι' όλους στα πορτιά θα σμίξουμε τους άλλους με τους φρουρούς μαζί, τι εκεί να συναχτούν τους είπα.»

Τότες του λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης «Έτσι δε θα στραβοθωράει κανείς μας μες στ' ασκέρι, όχι δε θαν του λέει κανείς σα βγαίνει και προστάζει.» 130

Είπε, και φόρεσε γοργά στα στήθια το σκουτί του, κι' ώρια σαντάλια αμπόδεσε στα παχουλά του πόδια, και τη φλοκάτα στο κορμί θηλύκωσε, ποδήσα διπλή άλικη, και κατσαρά μαλλιά 'ταν φορτωμένη. Και πήρε το πολεμικό κοντάρι, μυτωμένο 135 με κοφτερό χαλκό, κι' εφτύς κινάει ομπρός στα πλοία.

Πρώτονε πήγε ο γέροντας και σήκωσε απ' τον ύπνο τον άξιο του Λαέρτη γιο, το θεϊκό Δυσσέα, με μια φωνή. Τότ' άξαφνα πήγε στ' αφτιά του ο ήχος, κι' απ' την καλύβα βγαίνει εφτύς και τους μιλάει διο λόγια 140 «Τί, ορέ, έτσι μέσα στο στρατό γυρνάτε, ομπρός στα πλοία, με τα βαθιά μεσάνυχτα; πια ανάγκη σφίγγει τόσο;»

Τότες του κραίνει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης «Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα, συμπάθα, τι όλους μας βαρύ κακό μας συνεπήρε. 145 Μα έλα μαζί να κράξουμε και τους λοιπούς πρωτάρχους.»

Είπε, κι' εκείνος τρέχοντας μες στην καλύβα, ρήχνει 148 στην πλάτη ασπίδα πλουμιστή και πάει τους ξανασμίγει.

Πάν τότες του Τυδιά το γιο να βρουν, κι' απ' την καλύβα 150 όξω τον ήβραν παρακεί με τ' άρματα, κι' οι φίλοι γύρω κοιμούνταν έχοντας ασπίδες προσκεφάλια. Όρθια τα όπλα τους μ' ουρές στη γη είτανε μπηγμένες, αλάργα αντίφεγγε ο χαλκός σαν αστραπή του Δία. Κι' ο αρχηγός κοιμότανε με κάτω του στρωμένο 155 δέρμα βοδιού, κι' ολόλαμπρο χαλί είχε προσκεφάλι. Κι' ο γέρος ζύγωσε κοντά και τον ξυπνάει κλωτσώντας με το ποδάρι, κι' ανοιχτά τον μάλωσε έτσι κι' είπε «Ξύπνα! τι οργή ψοφολογάς, γιε του Τυδιά, όλη νύχτα; Ή δεν ακούς που κάθουνται σιμά οι οχτροί στα πλοία, 160 μόλις πια λίγα βήματα, στο καμποβούνι απάνου;»

Είπε, κι' εκιός σαν αστραπή σηκώθηκε οχ τον ύπνο, και κράζοντάς τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια «Γέρο, δεν τρώγεσαι, ήσυχα πώς κάθουνται δεν ξέρεις. Μα κι' άλλοι τάχατε Αχαιοί δε βρίσκουνται πιο νιοι σου 165 παντού, να τρέξουν κι' όλους μας να κράξουν έναν ένα τους αρχηγούς; Μα, γέρο, εσύ περιορισμό δεν έχεις.»

Τότες του λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης «Παιδί μου, ναι όλα αφτά σωστά τα μίλησες και δίκια. Εγώ 'χω αθρώπους και πολλούς — εγώ 'χω ναι και γιους μου 170 παράξιους — που μπορούν να παν το μήνυμα να δώκουν. Μα το στρατό πολύ βαριά τον πλάκωσε φουρτούνα, τι από 'να ράμα κρέμεται η τύχη μας πια τώρα, :τάχα θα ζήσουμε ή γραφτό το ρέμα να μας πάρει. Μον άμε του Φυλιά το γιο και το γοργό τον Αία 175 σήκωσ' τους τώρα, αν με πονάς, γιατί είσαι εσύ πιο νιος μου.»

Είπε, κι' εκείνος φόρεσε προβιά — μακριά ως στα πόδια — ξανθού μεγάλου λιονταριού, και πήρε το κοντάρι. Και πήγε και τους σήκωσε κι' εκεί τους έφερε όλους.