Part 12
Κι' ο γιος τ' Ατρέα μαζεφτούς τους πρώτους στην καλύβα τους πήγαινε όλους, και λαμπρό τους έβαζε τραπέζι. 90 Κι' εκείνοι σ' έτοιμα άπλωσαν λιγούδια, ομπρός στρωμένα. Κι' όταν πια τέλος χόρτασαν καλά με φαγοπότι, άρχισε ο γέρο-Νέστορας να γνωμοπλέχνει πρώτος, π' απ' όλων πιο καλή και πριν τούβγαινε πάντα η σκέψη. Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε 95 «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο, τέλος κι' αρχή από σένα εγώ θα κάνω, γιατί ορίζεις κόσμο πολύ, και σούβαλε του Κρόνου ο γιος στο χέρι ραβδί εξουσίας για να τηράς πώς νάναι εφτυχισμένοι. Πλείσα για αφτό εσύ πάει να δεις και κάθε χριά να κάνεις, 100 μα κι' άλλου γνώμη να δεχτείς που πιάσει να μιλήσει επί καλού· τι κέρδος σου, σα βγει καλό στη μέση. Μα εγώ ας σας πω τι πιο σωστό μου φαίνεται πως είναι. Άλλο κανείς καλύτερο δε θα σκεφτεί απ' τη σκέψη αφτή που εγώ στοχάζουμαι κι' από καιρό και τώρα, 105 ακόμα απ' όντας θύμωσες, θεόσπαρτε, και πήγες μες στ' Αχιλιά και τ' άρπαξες την κόρη Βρισοπούλα . . . όχι όμως και με γνώμη μας. Τι πόσα εγώ δε σούπα να σ' αμποδίσω! όμως εσύ απ' το θυμό αγριεμένος πείραξες άντρα ανότερο που κι' οι θεοί τιμάνε, 110 τι έχεις παρμένα του τη νιά. Όμως και τώρα ας δούμε, πώς σωτηριά θενάβρουμε φιλιώνοντάς τον πάλι με λόγια περικαλεστά με τιμημένα δώρα.»
Τότες του λέει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους «Γέρο, δεν τάπες ψέματα τα δύστυχά μου πάθια. 115 Έφταιξα, δεν τ' αρνιέμαι εγώ. Ναι, με στρατό μεγάλο είν' ίσος όπιον πάρει ο γιος από καλό του Κρόνου, σαν τώρα αφτόν που τίμησε κι' αφάνισε τ' ασκέρι. Μιας κι' έφταιξα όμως το στρεβλό κεφάλι μου αγρικώντας, πρόστιμο δίνω κι' έτοιμος ξανά 'μαι να φιλιώσω, 120 κι' ομπρός σας σ' όλους ξακουστά θα νοματίσω δώρα. Εφτά τριπόδια απύρωτα, δέκα χρυσού κομάτια, λεβέτια ως είκοσι λαμπρά, γερά άτια βραβεμένα δώδεκα π' όλα κέρδισαν στο τρέξιμο βραβεία. Φτωχός δε θάναι ο άνθρωπος που θε του πάνε τόσα, 125 άδιο δε θάναι από χρυσό και βιος τ' αρχοντικό του αν έχει όσα μού κέρδισαν τ' αλόγατά μου πλούτη. Και νιές εφτά π' αμίμητα δουλέβουν θαν του δώσω Λέσβισσες, που σαν κούρσεψε την πλούσια Λέσβο ατός του, τις πήρα εγώ, που τέρι τους δεν είχανε στα κάλλη. 130 Αφτές του δίνω, και μαζί τη νια που πριν του πήρα, τη Βρισοπούλα, κι' όρκονε θαν τ' ορκιστώ μεγάλο, ποτές πως δεν την άγγιξα, στο στρώμα της δε μπήκα, π' όλοι στον κόσμο σύστημα γυναίκες τόχουν κι' άντρες. Αφτά όλα θαν τα λάβει εφτύς. Μα αν των θεώνε πάλι 185 μας δώκει η χάρη το καστρί να πάρουμε των Τρώων, ας μπει και πλοίο με χαλκό και μάλαμα ας φορτώσει γιομάτα, σα μοιράζουμε το πράμα, και γυναίκες όπιες τ' αρέσουν Τρώισσες ως είκοσι ας διαλέξει, απ' τη Λενιό ύστερα τις πιο λαχταριστές στα κάλλη. 140 Κι' αν τ' Άργος, τον αφρό της γης, δούμε ξανά, τον κάνω γαμπρό μου· την αγάπη μου σαν τον Ορέστη θάχει, τ' αγόρι που μες στ' αγαθά μ' αντρώνεται και χάδια. Κι' έχω μες στ' ομορφόχτιστο παλάτι μου τρεις κόρες, τη Λαοδίκη, Ιφιάνασσα, και τη Χρυσόθεμή μου, 145 κι' όπια τους θέλει, ανέδωρη την παίρνει στου Πηλέα τον πύργο· εγώ όμως και προικιά πολλά θα την προικίσω, τόσα που ως τώρα κόρης του κανείς δεν έδωκε άλλος. Τι εφτά καλοκατοίκητες θαν του χαρίσω χώρες, τη χορταροστρωμένη Ιρή, την Καρδάμυλα, Ενόπη, 150 την όμορφη Έπια, τη Φηρά, την Άνθια πούχει τόσες βαθιές βοσκές, την Πήδασο με τα πολλά τ' αμπέλια, όλες στη θάλασσα κοντά, στα σύνορα της Πύλος. Πλούσιος τις κατοικάει λαός με πρόβατα και βόδια, που σα θεό θαν τον τιμούν με δώρα, και μπροστά του 155 θα τρέχουν τις πολύκερδες ναν τους δικάζει δίκες. Αφτά του δίνω αν τους θυμούς ξεχάσει πια. Ας μερώσει! Ένας, ο Άδης, μέρωση δεν ξέρει ή περικάλια, για αφτό κι' απ' όλους τους θεούς πια τον μισούν στον κόσμο. Κι' ας μη μου κάνει αντίσταση, τι εγώ πιο βασιλιάς του, 160 πιο — ξέρει — γεροντότερος εγώ 'μαι και στα χρόνια.»
Τότες του λέει ο Νέστορας ο γερο-αλογολάτης «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο, τώρα άξια δώρα και καλά προσφέρνεις τ' Αχιλέα. Μον έλα προεστούς διο τρεις ας στείλουμε, π' αμέσως 165 να παν ως στην καλύβα του κι' εκεί ναν τον συντύχουν. Μα στάσου, εγώ θα πω σας πιούς, κι' αφτοί όχι ας μη μας πούνε. Πρώτος ο γερο-Φοίνικας ομπρός ας οδηγέβει, Επειτα του Λαέρτη ο γιος κι' ο Αίας ο μεγάλος· και κράχτες, διο ας ακολουθούν, ο Νόδιος κι' ο Βρυβάτης. 170 Και τώρα φέρτε μας νερό να νίψουμε τα χέρια κι' όλους διατάξτε να σταθούν με σέβας, τι του Δία θα κάνουμε μια δέηση, ανίσως μας πονέσει.»
Είπε, κι' εκείνοι τ' άκουσαν με προθυμιά το λόγο. Εφτύς νερό τους έχυσαν οι κράχτες να νιφτούνε, κι' οι νιοί κροντήρια με πιοτό γιομίσανε ως τα χείλια, 175 κι' όλους κερνούνε, απ' τους θεούς με τα καφκιά αρχινώντας Και στάξοντας, σαν ήπιανε όσο η καρδιά ζητούσε, σηκώνουνται απ' του βασιλιά να πάνε την καλύβα, ενώ πολλές τους έδινε ο Μέστορας ορμήνιες, όλα λεφτολογώντας τους, μα του Δυσσέα πρώτα 180 τούλεγε και του σύσταινε ότι μπορεί να κάνει και του Πηλιά τον άξιο γιο να φέρει στα νερά τους.
Αφτοί έτσι τότες παίρνουνε την αμμουδιά άκρη άκρη του πολυτάραχου γιαλού, πολλά περικαλώντας της γης το σείστη Ποσειδό το θάμα του να κάνει και την περήφανη ψυχή να πείσουν τ' Αχιλέα. Και στα γοργά σαν έφτασαν των Μυρμιδόνων πλοία, 185 τον ήβραν που διασκέδαζε μ' ωριόφωνο λαγούτο, ομορφοπλούμιο, κι' αργυρό είχε ζυγό από πάνου, που διάλεξε απ' τ' Αητιού το βιος σαν πήρε το καστρί του· μ' αφτό γλεντούσε, αρματωλών παλικαριές λαλώντας, κι' αντίκρυ είταν ο Πάτροκλος μονάχος καθισμένος 190 ήσυχος, πότε το σκοπό θα πάψει καρτερώντας. Κι' αφτοί προχώρησαν, μπροστά ο θεϊκός Δυσσέας, κι' ομπρός του στάθηκαν. Κι' αφτός πετιέται ξαφνισμένος — απ' το σκαμνί που κάθουνταν — με το λαγούτο κι' όλα· όρθιος μαζί κι' ο Πάτροκλος σηκώθη σαν τους είδε. 195 Κι' έκραξε του Πηλέα ο γιος καλοσορίζοντάς τους «Γιά σας, καλό σ' μας ήρθατε ... (ά κάπια σφίγγει ανάγκη!)... αδρέφια μούστε πάντα εσείς, κιας θύμωσα των άλλων.»
Έτσι είπε, και τους έφερε πιο μέσα στην καλύβα και στα σκαμνιά τους κάθισε και τ' άλικά του πέφκια, 200 κι' εφτύς γυρνάει κι' εκεί κοντά φωνάζει του Πατρόκλου «Βάλε εδώ ομπρός μας, Πάτροκλε, κροντήρι πιο μεγάλο, άσ 'το έτσι το κρασί πιο αγνό, δώσε ολωνών ποτήρια· φίλους ξενίζει η στέγη μου τους πιο λαχταρισμένους.»
Είπε, κι' ακούει ο Πάτροκλος τα λόγια του συντρόφου. 205 Και στρώνει αμέσως τάβλαρο με της φωτιάς τη λάμψη, κι' απάνου αρνιού καλόθρεφτου και τράγου βάζει πλάτη, βάζει και γουρουνόραχη γιαλιστερή του πάχους· που ενώ του τις βαστούσε ο γιος του Δάρη, ο Αφτομέδος, με το μαχαίρι ο θεϊκός τις έκοβε Αχιλέας, και σαν τις καλολιάνισε, τις πέρασε στις σούγλες. 210 Κι' έκαψε ο Πάτροκλος καλή φωτιά, ο λεβέντης άντρας. Κι' η φλόγα αφού ξεθύμανε και χώνεψαν τα ξύλα, στρώνει τη θράκα, τα σουγλιά μ' αλάτι πασπαλίζει, τ' απλώνει απάνου απ' τη φωτιά, ακουμπιστά στις φούρκες. Κι' αφού πια τα καλόψησε και κένωσε σε δίσκους, 215 πήρε μες σ' ώρια κάνιστρα ψωμί, και στο τραπέζι τόβαλε απάνου. Μοίρασε το κριάς κι' ο Αχιλέας, κι' έπειτα κάθισε αντικρύ του θεϊκού Δυσσέα, έτσι απ' τον άλλο τοίχο εκεί, και του Πατρόκλου τούπε πρώτα το μέρος των θεών να πάρει και να κόψει. 220 Κι' έρηξε αφτός τις προσφορές μες στης φωτιάς τις φλόγες Τότε όλοι σ' έτοιμα άπλωσαν φαγιά στρωμένα ομπρός τους.
Και πια σα χόρτασαν καλά γερό με φαγοπότι, γνέφει του γερο-Φοίνικα ο Αίας· και θωρώντας αφτό ο Δυσέας, ξέχειλο γιομίζει το ποτήρι με το κρασί, και χαιρετάει το θεϊκό Αχιλέα «Για σου, Αχιλέα! Αρχοντικό τραπέζι δε μας λείπει 225 και στην καλύβα κάτου εκεί του βασιλιά Αγαμέμνου, τώρα κι' εδώ· τι έχει πολλά να φάμε όπως ποθούμε. Μα ο νους μας σε ξεφάντωμα και σε χαρές δεν είναι, Μον βλέποντας βαρύ κακό φοβούμαστε, αρχηγέ μου, και τρέμουμε· τι είναι άγνωστο: θα μας σωθούν τα πλοία, 230 ή θα χαθούνε, εξόν εσύ κοντάρι αν ξαναπιάσεις. Τι ομπρός στο κάστρο πέζεψαν και στο καραβοστάσι οι Τρώες οι λιοντόψυχοι κι' οι ξακουστοί σύμμαχοι και μες στον κάμπο καιν πολλές φωτιές, και λεν πια τώρα πως σβάρνα ως μες στα φτερωτά καράβια θα μας πάρουν. 235 Κι' όλο του Κρόνου ο γιος δεξά σημάδια δείχνοντάς τους αστράφτει· κάτου ο Έχτορας φωτιά γιομάτος άγρια, παντού χειμάει ορπίζοντας στο Δία, ούτε λογιάζει θεούς κι' αθρώπους, μον φριχτή τον συνεπήρε φρένια. Και πότε νάβγει η ρόδινη περικαλιέται αβγούλα, 240 τι τάζει, τ' ακροφίγουρα των καραβιών θα κόψει, κι' αφτά θα κάψει μ' άσβυστη φωτιά, και τους Αργίτες θα πελεκήσει εκεί κοντά μες στου καπνού τη ζάλη. Τα τρέμω αφτά κατάκαρδα, μην του τη βγάλουν πέρα την παινεσιά οι θεοί, κι' εμάς μην είναι εδώ γραφτό μας 245 να πέσουμε όλοι δίχως πια να ξαναδούμε τ' Άργος. Μα σήκω! αν τ' Αργιτόπουλα σε μέλει καν και τώρα να σώσεις απ' τα βάσανα κι' απ' των οχτρών τους χτύπους. Εσύ ύστερα θα λαχταρείς, μα τρόπο πια δε θάχει να βρεις γιατριά, μιας το κακό και γίνει· μόνε σκέψου 250 πώς θα μας σώσεις πριν πολύ απ' την κακή την ώρα. Μα, αδρέφι, σ' τόπε διο και τρεις ο γέρος σου πατέρας στη Φτία, την ώρα που στο γιο τ' Ατριά σε προβοδούσε Παιδί μου, νίκη η Αθηνά κι' η Ήρα, αν θεν, θα δώσουν, 255 μα εσύ τη μεγαλόψυχη καρδιά σου μες στα στήθια να περιορίζεις· πιο καλά συφέρνει η πραοσύνη. Παραίτα πια τη δύστροπη λογοτριβή, και τότες περσότερο όλοι, γέροι νιοι, θα σ' έχουν τιμημένο.' Να! τι σ' αρμήνεβε, μα εσύ ξεχνάς· όμως και τώρα 260 πάψε, ορέ αδρέφι, κι' άφισε το σπλαχνοφάγο πείσμα, κι' αξίας δώρα ο βασιλιάς σου δίνει αν ξεχολιάσεις. Μον έλα τώρα πρόσεχε, κι' εγώ όλα εδώ ένα ένα θα πω όσα δώρα σούταζε μπροστά μας στο καλύβι. Εφτά τριπόδια απύρωτα, δέκα χρυσού κομάτια, λεβέτια ως είκοσι λαμπρά, γερά άτια βραβεμένα 265 δώδεκα, π' όλα κέρδισαν στο τρέξιμο βραβεία. Φτωχός δε θάναι ο άθρωπος που θε του πάνε τόσα, άδιο δε θάναι από χρυσό και βιος τ' αρχοντικό του αν έχει όσα του κέρδισαν τ' αλόγατά του πλούτη. Και νιες εφτά π' αμίμητα δουλέβουν θα σου δώσει 270 Λέσβισσες, που σαν κούρσεψες την πλούσια Λέσβο ατός σου, τις πήρε αφτός, που τέρι τους δεν είχανε στα κάλλη· αφτές σου δίνει, και μαζί τη νια που πριν σου πήρε, τη Βρισοπούλα, κι' όρκονε θα σ' ορκιστεί μεγάλο ποτές πως δεν την άγγιξε, στο στρώμα της δε μπήκε, 275 π' άντρες γυναίκες, αργηγέ, συνήθια τόχουν όλοι. Αφτά όλα θα σ' τα δώσει εφτύς. Μα αν των θεώνε πάλι μας δώκει η χάρη το καστρί να πάρουμε των Τρώων, μπαίνεις και πλοίο με χαλκό και μάλαμα φορτώνεις ξέχειλο, σα μοιράζουμε το πράμα, και γυναίκες 280 όπιες σ' αρέσουν Τρώισες ως είκοσι διαλέγεις, απ' τη Λενιό ύστερα τις πιο λαχταριστές στα κάλλη. Κι' αν τ' Άργος, τον αφρό της γης, δούμε ξανά, να γίνεις γαμπρός του· την αγάπη του σαν τον Ορέστη θάχεις, τ' αγόρι που τ' αντρώνεται μες στ' αγαθά και χάδια. 285 Κι' έχει μες στ' ομορφόχτιστο παλάτι του τρεις κόρες, τη Λαοδίκη, Ιφιάνασσα, και τη Χρυσόθεμή του, κι' όπια τους θες, ανέδωρη στο γονικό σου πύργο την πας· μα αφτός και με προικιά πολλά θαν την προικίσει, τόσα που ως τώρα κόρης του κανείς δεν έδωκε άλλος. 290 Τι εφτά καλοκατοίκητες θα σου χαρίσει χώρες, τη χορταροστρωμένη Ιρή, την Καρδαμύλα, Ενόπη, την όμορφη Έπια, τη Φηρά, την Άνθια πούχει τόσες βαθιές βοσκές, την Πήδασο με τα πολλά τ' αμπέλια. όλες στη θάλασσα κοντά, στα σύνορα της Πύλος. 295 Πλούσιος τις κατοικάει λαός με πρόβατα και βόδια που σα θεό θα σε τιμούν με δώρα, και μπροστά σου θα τρέχουν τις πολύκερδες ναν τους δικάζεις δίκες. Αφτά σου δίνει αν το θυμό του στέρξεις πια ν' αφίσεις. Μα αν πάρα σούναι μισητός τ' Ατρέα ο γιος, κι' εκείνος 300 κι' αφτά τα δώρα του, μα εμάς λυπήσου καν τους άλλους π' όλους μάς έσφιξε ο οχτρός, κι' εμείς θα σε τιμούμε σάμπως θεό· τι σ' ολωνών θ' ανυψωθείς τα μάτια — σ' το τάζω — τώρα σφάζοντας τον Έχτορα, γιατί ήρθε κοντά πολύ, σαν πούναι τος γιομάτος άγρια λύσσα, 305 τι λέει, κανένας ίσος του δεν είναι απ' τους Αργίτες, όσοι κι' αν ήρθανε ως εδώ με την αρμάδα οχ τ' Άργος.»
Τότε ο γοργός τ' απάντησε γιος του Πηλέα κι' είπε «Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα, πρέπει το λόγο ορθά κοφτά μια να σας πω για πάντα, το τι έχω ασάλεφτο σκοπό να κάνω, τι δε θέλω 310 να μούρχεται άλλος απ' αλλού κι' εδώ να τριζειμύζει· τι άλλα όπιος κρύβει στην καρδιά κι' άλλα του λεν τα χείλια τόνε μισώ όσο μισητή μούναι η μπασιά και τ' Άδη. 313 Μήτε τ' Ατρέα λέω ο γιος δε θα με πείσει εμένα 315 μήτε άλλος σας κανείς, γιατί σπολλάτη δα δε μούπαν που δίχως πάντα ανασασμό τους Τρώες πολεμούσα. Και τι μου μένει πούσυρα τόσα πολλά μαρτύρια 321 μ' αιώνιες μάχες, τη ζωή σαν τίποτα αψηφώντας; Πώς πάει η κλώσσα το σπυρί στ' αφτέρωτα πουλιά της σα βρει κανένα, κ' έπειτα ψοφά απ' την πείνα ατή της, έτσι κι' εγώ πολλές νυχτιές περνούσα ξαγρυπνώντας, 325 και μέρες μες στα αίματα βουτούσα και στους φόνους, και με στρατούς χτυπιόμουνα για τα δικά τους τέρια. Δώδεκα ως τώρα κούρσεψα με τα καράβια χώρες· πεζός, ως έντεκα θαρρώ στης Τριάς τους κάμπους γύρω· κι' απ' όλες πήρα 'να σωρό πολύτιμα μ' αξία, 330 και πάγαινα του βασιλιά και τάδινα Αγαμέμνου. Κι' εκείνος, πίσω μένοντας μες στο καραβοστάσι, τάπαιρνε, λίγα μοίραζε, πολλά κρατούσε ο ίδιος, και τ' άλλα τάδινε πρεσβιά στων Αχαιών τους πρώτους. Αφτών δεν τ' άγγιξε κανείς· και μοναχά από μένα 335 μου πήρε και κρατάει τη νια που λαχταρούσα· τώρα στο στρώμα ας μου τη χαίρεται! Όμως γιατί των Τρώων να κάνουν πόλεμο έπρεπε οι Δαναοί; Πια ανάγκη τόσο λαό τ' Ατρέα ο γιος να μάσει, κι' εδωπέρα να φέρει; ή όχι απ' αφορμή της λυγερής Ελένης; Τι, μόνοι τις γυναίκες τους τις αγαπούν στον κόσμο 340 τ' Ατρέα οι γιοί; Όπιος έχει νου και γνώση, τη δική του τη θέλει και την αγαπάει, καθώς αφτή κι' ατός μου μ' όλη αγαπούσα την καρδιά κιας τήνε πήρα σκλάβα. Μα αφού με γέλασε, κι' αφτή την πήρε μου απ' τα χέρια, να με δολώσει ας μη ζητάει . . . τον ξέρω, δε με πιάνει. 345 Μόνε, Δυσσέα, μ' εσένα πια και τους λοιπούς αρχόντους ας δει να σώσει οχ της φωτιάς τις φλόγες τα καράβια. Να! μάλιστα έφτιασε πολλές δουλιές χωρίς εμένα, έχτισε ακόμα και τειχί, κοντά άνοιξε χαντάκι πλατύ μεγάλο, κι' έμπηξε παλούκια απάς στο λάκκο. 350 Μα κι' έτσι τον αντροφονιά γιο του Πριάμου πίσω ναν τον βαστάξει δε μπορεί· μα εγώ όσο πολεμούσα, πού να τολμήσει απ' το καστρί μακριά να ξεμυτίσει! Μον τόσο, ως στη Ζερβόπορτα και στην οξά, κοτούσε. Εκεί με πρόσμενε μια αβγή, λίγο η στερνή του νάναι ... 355 Και τώρα αφού τον Έχτορα δε θέλω να βαρέσω, άβριο του Δία κάνοντας θυσία και των άλλων θεών — γιομίζοντας καλά τα πλοία αφού τα ρήξω στη θάλασσα — θα δεις, αν θες κι' αποθυμάς, να σκίζουν πρωΐ πρωΐ τα πλοία μου το ψαροθρόφο κύμα, 360 και μέσα νάφτες πρόθυμους με το κουπί στα χέρια. Κι' αν πρύμο αγέρι ο σαλεφτής της γης μου προβοδήσει, την τρίτη αβγή στην όμορφη πατρίδα μου θ' αράξω. Εκεί άπειρα έχω π' άφισα για δω σαν πήρα δρόμο· μα κι' άλλο βιο, όσο μούλαχε, εδώ απ' την Τριά θα πάρω, 365 χαλκό και σίδερο ψαρύ και λυγερές γυναίκες, χρυσό θα πάρω . . . μα τη νια αφτός που μούχε δώσει πίσω την πήρε αγέρωχα, ο βασιλιά Αγαμέμνος. Έτσι όλα μολογήστε τα καθώς τα παραγγέλνω, ορθάνοιχτα, που πια κανείς το φέρσιμό του Αργίτης 370 να μη σηκώνει, αν κι' άλλους σας σκοπό 'χει να γελάσει, σαν που ψυχή δε ντρέπεται ... μα εμένα όσο κι' αν είναι ξαδιάντροπος, θα δείλιαζε και να με δει στα μάτια. Μαζί του εγώ πια σε βουλή δε συντροφιάζω ή μάχη· τι μ' έβλαψε με γέλασε, και πια με λόγια πάλι 375 δε με τσακώνει — σώνει του — μον ήσυχος ας βγάζει τα μάτια του, γιατί το νου τού πήρε ο γιος του Κρόνου. Τα δώρα του εγώ τα κλωτσάω και σα σκουπίδια τάχω. Μήτε κι' αν δέκα κι' είκοσι φορές μου δώκει τόσα, όσα έχει τώρα, κι' απ' αλλού αν ήθε λάβει ακόμα, 380 μήτε όσα στον Ορχομενό, κι' όσα στη Θήβα μπαίνουν του Μισιριού όπου βρίσκεται πιο απ' όλους βιος στον κόσμο — κι' αφτή είναι ως εκατόπορτη, κι' όξω από κάθε πόρτα διακόσοι βγαίνουν μ' άλογα κι' αμάξια μαχητάδες — μηδέ κι' αν τόσα μούδινε όσα τα φύλλα ή τα άνθια, 385 μήτε έτσι δε μου πείθει πια τη γνώμη, δε μ' αλλάζει, ως που όλη την καρδόπνιγη βρισιά να μου ξεράσει. Μήτε με κόρη του παντριές δε θέλω, κι' αν ακόμα παράβγαινε με τη χρυσή στην ομορφιά Αφροδίτη και σε δουλιές κι' αργόχερα θεά Παλλάδα αν είταν, 390 μήτε έτσι δεν την παίρνω εγώ, μον άλλονε ας γυρέψει, όπιος του πάει κι' είναι άρχοντας καλύτερος μου εμένα. Τι δα αν με σώσουν οι θεοί και φτάσω ως στην πατρίδα, ας είναι ο γέρος μου καλά κι' αφτός μου βρίσκει νύφη. Να, αρχοντοπούλες βρίσκουνται στη Φτιά και στην Ελλάδα 395 πολλές, γεννήματα αρχηγών π' ορίζουν πολιτείες, κι' όπια τους θέλω, τέρι εγώ την κάνω αγαπημένο. Εκεί όλο μ' έβιαζε συχνά πόθος βαθύς να σύρω, και κόρη αφού στεφανωθώ, νυφούλα ταιριασμένη, μ' αφτή το βιος να χαίρουμαι που σώριασε ο Πηλέας. 400 Τι δε μ' αξίζουν την ψυχή εμένα μήτε κι' όσους πλούσια χώρα θησαβρούς λεν είχε του Πριάμου πριν έρθουν τ' Άργους τα παιδιά, στα χρόνια της ειρήνης, μήτε όσα στη βραχότοπη Πυθό λεν μέσα κλείνει τ' Απόλλου του προφυλαχτή το μαρμαροκατώφλι. 405 Γιατί τ' αρπάς τα πρόβατα και τραχηλάτα βόδια, τριπόδια ακάπνιστα αποχτάς και ξανθοκέφαλα άτια, μα αθρώπου πίσω την ψυχή μήτε αρπαγή τη φέρνει μήτε και χρήμα, αν μια φορά διαβεί τον δοντοφράχτη· Τι η μάννα μου η λεφκόποδη θεά μού λέει, η Θέτη, 410 πως τύχες διο λογιών με παν στο τέλος του θανάτου· ανίσως μένω γύρω εδώ και πολεμάω το κάστρο, πάει δε θα δω πια γυρισμό, μα αιώνια θάχω δόξα· μα αν ξαναπάω στο σπίτι μου, στη λατρεφτή πατρίδα, μούναι χαμένη η δόξα μου, μα μακρινή η ζωή μου. 415 Μάλιστα συβουλέβω εγώ και τους λοιπούς σας, πρύμη 417 να βάλτε για τον τόπο σας, τι πια άκρη δε θα βρείτε της Τριάς· γιατί μ' απόφαση το χέρι του από πάνου της έβαλε του Κρόνου ο γιος, και θάρρεψε ο λαός της. 420 Μον σύρτε οι διο σας τ' όχι μου στους αρχηγούς να πείτε, Δυσσέα κι' Αία, τι είναι αφτό των προεστών το χρέος, ξανά για να συλλογιστούν, κι' άλλη να βρούνε τέχνη που ναν τους σώσει οχ του φιδιού το στόμα τα καράβια και το στρατό, τι τώρα αφτή δε γίνεται, ας το ξέρουν. 425 Μα ο Φοίνικας ας μείνει εδώ να κοιμηθεί μαζί μας, 427 κι' αντάμα πιάνουμε κουπί για τη γλυκιά πατρίδα άβριο... αν το θέλει· στανικά δε θέλω ναν τον πάρω.»