Ιλιάδα

Part 11

Chapter 11101 wordsPublic domain

Κι' έσκουξε τότε ο Έχτορας με μια φωνή μεγάλη «Δαρδάνοι κονταρόπλιστοι και Τρώες και Λυκιώτες, σαν άντρες βάρτε τους, παιδιά, σαν άξια παλικάρια! Το βλέπω τώρα, γκαρδιακά απ' τα ουράνια ο Δίας 175 μου στέργει νίκη και τιμή, μα στους οχτρούς λαχτάρες. Τήρα οι μουρλοί τι δα τειχιά να σοφιστούνε πήγαν, σάπια και τιποτένια! Αφτά δε μου δειλιούν το μάτι· έφκολα τ' άτια το σκαφτό χαντάκι θα πηδήσουν. Μόνε σα φτάσω μια φορά ως στα γοργά καράβια, 180 το νου σας! έχετε έτοιμη φωτιά, κι' εγώ τους κάνω στάχτη τα πλοία, κι' όλους τους σα γίδια τους παστρέβω.» 182

Είπε, και στ' άλογα έσκουξε να τρέξουν και τους είπε 184 «Καιρός σας τώρα τους πολλούς να μου πλερώστε κόπους 185 πούχει συχνά για σας τ' Αητιού η κόρη, η Αντρομάχη, τι εσάς καρδόγλυκη ταγή σας βάζει πριν εμένα, 188 που ζηλεμένονε άντρα της με ξέρει ο κόσμος όλος. 190 Μόνε στα τέσσερα, κι' ομπρός! τρεχάτε καταπόδι. Αφτούς αν πιάσουμε τους διο, ολπίζω τους Αργίτες 196 αφτή τη νύχτα στα γοργά πως θαν τους κλείσω πλοία.»

Κι' αφτοί, όσο ο τράφος έκλεινε απ' το τειχί ως στα πλοία, 213 πεζούρα αντάμα γιόμισε κι' αμάξα, που εκεί μέσα στρυμώνουνταν, κι' ο Έχτορας τους στρύμωνε, παρόμιος 215 μ' Άρη γοργό, όταν τούδωκε τη νίκη ο γιος του Κρόνου. Κι' αν θες με φλογερή φωτιά θαν τάκαιγε τα πλοία, μόνε φωτίζει η δέσποινα τον Αγαμέμνο η Ήρα να τρέξει ο ίδιος σύντομα τους άντρες να θαρρύνει. Και τρέχει ομπρός απ' τη γραμμή των καλυβιών και πλοίων, 220 και με τη χέρα τη βαριά βαστούσε τη φλοκάτα, μεγάλη κοκκινόβαφη, και πήγε στάθη απάνου στο μελανό φαρδόσκαφο καράβι του Δυσσέα, πούταν στη μέση για ν' ακούν καλά απ' τα διο τα μέρη. 223 Χούγιαξε εκείθες, κι' η φωνή αχούσε απ' άκρη ως άκρη 227 «Ντροπής, κιοτήδες Αχαιοί, φανταχτεροί ζορμπάδες! Πού παν ρε οι παίνιες, πως εμείς είμαστε τάχα οι πρώτοι, που τότες ρητορέβατε στη Λήμνο σα νταήδες 230 χάφτοντας βόδια και κρασί ρουφώντας, πως καθείς μας Τρώες θ' αξίζαμε εκατό στον πόλεμο ή διακόσους; Πού τώρα! μήτε μ' έναν τους δεν είμαστε καν ίσοι. 234 Δία πατέρα, αχτύφλωσες ποτές με τέτια τύφλα 236 κι' έκανες άλλο βασιλιά παντού του κόσμου μπαίγνιο; Μα εδώ όταν μ' έφερνε η οργή, το ξέρεις με τα πλοία, ποτές μου εγώ μυριόμορφο δεν πέρασα βωμό σου, μα απάνου σ' όλους έκαψα βοδιών μεριά και πάχος 240 ποθώντας την καλόκαστρη να διαγουμίσω Τροία. Μα, Δία, αφτό μου τον καημό καν ξάκουσέ μου τώρα· δώσε καν να σωθούμε εμείς κι' απ' τα δεινά να βγούμε, μηδ' άφινε έτσι Δαναούς να σφάζουνται από Τρώες.»

Έτσι είπε δάκρια χύνοντας, και συγκινάει το Δία, 245 και τούστρεξε να μη χαθεί Μον να σωθεί τ' ασκέρι. Κι' εφτύς αητό ξαπόστειλε, τ' αληθινότατο όρνιο· ζαρκάδι νυχοσήκωνε, γοργής λαφίνας θρέμμα, που στον πανώριο τόρηξε σιμά βωμό του Δία, όπου θυσίαζε ο λαός στον παντομάντη αφέντη. 250 Κι' αφτοί απ' το Δία σημαδιά θωρώντας πως τους ήρθε, ρήχνουνται πάλι των οχτρών και ξαναβρίσκουν θάρρος.

Τότες απ' το Διομήδη πριν κανείς, κιας είταν τόσοι, δεν είπε ομπρός πως τράβηξε με τ' άφταστα άλογά του, πως το χαντάκι διάβηκε κι' αρχίνησε πελέκι, 255 Μον Τρώα αφτός πολύ πιο πριν σκοτώνει, τον Αγέλα, το γιο του Φράδμου. Τ' άλογα γυρνούσε αφτός να φύγει· σαν έστριψε όμως, τούμπηξε ανάμεσα στους διο ώμους — στην πλάτη — τ' όπλο, κι' αντικρύ τού τόβγαλε ως τα στήθια. Και πέφτει, κι' η αρματωσά βροντάει απάνωθές του. 260

Κατόπι παν τ' Ατρέα οι γιοί, Μενέλας κι' Αγαμέμνος, κατόπι οι Αίιδες οι διο, γιομάτοι αντριά και θάρρος, κατόπι ο άξιος Δομενιάς μαζί με το Μηριόνη το σύντροφό του, ισότιμο του θνητοφάγου τ' Άρη· Βρύπυγλος κατόπι, γιος καμαρωτός του Βαίμου. 265 Έννατος πήγε, λυγιστό τεντώνοντας δοξάρι, ο Τέφκρος, και σταμάτησε πισάσπιδα του Αία. Κι' άρχισε αμέσως σαϊτιές. Ο Αίας την ασπίδα παραμερούσε· τότε αφτός τηρώντας μόλις χτύπαε κάναν οχτρό, τον άφινε νεκρό εκειπά, και γύρναε 270 πίσω απ' τον Αία να κρυφτεί, σαν πίσω από μητέρα παιδί· κι' αφτός τον σκέπαζε με τη λαμπρή του ασπίδα.

Τότες πιον πρώτο σκότωσε ο παινεμένος Τέφκρος; Τον Αμοπά σαΐτεψε, γιο του Πολιαίμου, πρώτα, τον Άρμενο κι' Ορσίλοχο κι' ισόθεο Οφελέστη, 275 το Δαίτορα, Μελάνιππο, Χρομιό, και Λυκοφόντη· όλους σωρό τους έστρωσε στη γης την καρποδότρα. Και σαν τον είδε, χάρηκε ο πρωταφέντης τ' Άργους που Τρώων λόχους λιάνιζε απ' τ' άσπαστο δοξάρι, και πάει κοντά του στέκεται και του λαλεί διο λόγια 280 «Τέφκρο μου, γιά στο χέρι σου, του Τελαμώνα θρέμα, ρήχνε έτσι, μπας και δει ο στρατός φως μέρας κι' ο γονιός σου ο Τελαμώνας, που μικρό σ' ανάθρεψε και πάντα στον πύργο του σε φρόντιζε, κιας είσουν νοθοπαίδι· μακριά' ναι αφτός, μα δόξασ' του στον κόσμο τ' όνομά του. 285 Κι' άκου το τι σου τάζω εγώ, που θαν το δεις να γίνει· μια μέρα αν δώσει η Αθηνά κι' ο Ελυμπήσος Δίας ναν την κουρσέψουμε την Τριά, τη μυριοπλούσια χώρα, πρεσβιό στερνά από μένα εσύ θα λάβεις πρώτα πρώτα, καν άμαξα διπλάλογη, καν τρίποδο λεβέτι, 290 καν κόρη νια που δίπλα σου τη νύχτα να πλαγιάζει.»

Τότες ο Τέφκος απαντάει, ο γιος του Τελαμώνα «Τ' Ατρέα δοξασμένε γιε, τι με κεντάς να ρήχνω; Τί, δεν το θέλω εγώ; Όσο καν πηγαίνει η δύναμή μου, δεν πάβω, μόνε απ' τη στιγμή που τσάκισαν και φέβγουν, 295 όλο φιλέβω σαϊτιές και τους οχτρούς σκοτώνω. Ως τώρα οχτώ τους έρηξα τριπλόδοντες σαΐτες, κι' όλες σε σάρκες μπήχτηκαν παλικαράδων Τρώων, μα αφτόν ν' αγγίξω δε μπορώ, το λυσσασμένο σκύλο.»

Έτσι είπε, κι' άλλη απ' τη χορδή του τίναξε σαΐτα 300 κατάγναντά του, κι' η καρδιά του ζήταε ναν τον σφάξει· μα δεν τον βρήκε, μον χτυπάει το Γοργοθιό στο στήθος, λεβέντη του Πριάμου γιο, που η μάνα του απ' τ' Αησύμι νύφη ήρθε και τον γέννησε, η ροδοσταλαγμένη Καστιάνειρα, πούχε θεάς κι' όχι γυναίκας κάλλη. 305 Και δίπλα ο νιος την κεφαλή γυρνάει, σαν παπαρούνα π' άνοιξης άθια και καρπό σε κήπο φορτωμένη λυγάει, σαν πιάσει δυνατός νοτιάς και τη φυσήσει· έτσι έγυρε την κεφαλή που βάραινε απ' το κράνος.

Ξανά άλλη ο Τέφκρος τίναξε οχ τη χορδή σαΐτα ίσια μπροστά στον Έχτορα, ζητώντας ναν τον σφάξει. 310 Μα αστόχησε κι' αφτό, γιατί τη στραβοπήγε ο Φοίβος, μόνε τον Αρχεπόλεμο χτυπάει, τον αντριωμένο του Έχτορα αλογοδηγό, ενώ στη μάχη ορμούσε. κι' ομπρόστηθα, εκεί στου βυζιού τα μέρη, τον καρφώνει· κι' όξω απ' τ' αμάξι κύλησε — πήραν και δρόμο πίσω τα γλήγορα άτια — κι' έμεινε νεκρός αφτού στον τόπο. 315

Μάτωσε τότες η καρδιά του Έχτορα απ' τη λύπη· όμως εκεί τον άφισε, κι' ας έκλαιγε το βλάμη, και τον Κεβριόνη φώναξε τα γκέμια ναν του πιάσει, τον αδερφό του εκεί κοντά· κι' αφτός ακούει και τρέχει. Τότε όξω ο ίδιος πήδησε απ' το πανώριο αμάξι 320 σκούζοντας σα θεριό, κι' αρπάει στο χέρι μια κοτρώνα κι' ίσια στον Τέφκρο χοίμησε, ναν τόνε φάει ζητώντας. Αφτός τότε έβγαλε πικρή σαΐτα οχ τη φαρέτρα και στη χορδή τη ζύγωσε· μα ενώ τραβούσε πίσω, στον ώμο ο Έχτορας σιμά, όπου χωρίζει η κλείδα λαιμό και στήθια κι' η πληγή είναι βαριά, εκεί πέρα 325 ενώ τον σκόπεβε, τ' αδρύ τού κάθισε κοτρώνι, κι' έσπασε ο χτύπος τη χορδή. Και του μουδιάζει η χέρα στη ρίζα, και στα γόνατα γκρεμίζεται και μένει, κι' όξω απ' το χέρι τούπεσε το λυγιστό δοξάρι. Μα ο Αίας δεν τον ξέχασε σαν έπεσε, μον τρέχει, 330 στέκει από πάνου του, κι' ομπρός του στήνει την ασπίδα. Τότε από κάτου μπαίνοντας διο του πιστοί συντρόφοι, ο Μηκιστιάς, του Έχιου ο γιος, κι' ο θεϊκός Αλάστρος, στα πλοία τον επάγαιναν ενώ βαριά βογγούσε.

Πάλε του Κρόνου ο γιος καρδιά ξανάβαλε στους Τρώες 335 κι' ίσια αμπώξαν τους Αχαιούς ως στο βαθύ χαντάκι, κι' έτρεχε ο Έχτορας φωτιά γιομάτος με τους πρώτους. Σα σκύλος π' άγριου γουρουνιού ή ζαρκαδιού δαγκάνει καπούλια πίσω και μεριά, με πείσμα κυνηγώντας, και το μπερδέβει ενώ ζητάει τριγύρω να ξεφύγει· 340 έτσι ο λεβέντης Έχτορας τους κόλλησε, και πίσω έσφαζε πάντα το στερνό· κι' εκείνοι δρόμο πάντα, όπως μια μέρα γράφτηκε να φύγουν τα παιδιά τους. Μα τέλος πια σα διάβηκαν χαντάκι και παλούκια τρεχάτοι, κι' έπεσαν πολλοί απ' των οχτρών τα χέρια, στάθηκαν τότες κι' έμεναν εκεί κοντά στα πλοία 345 σκούζοντας ένας τ' αλλουνού, και μ' απλωτά όλοι χέρια τον κάθε φώναζαν θεό μ' αντάρα και περκάλια· κι' ο Έχτορας τ' ωριότριχο ζεβγάρι απάνου κάτου γύρναε, λες πλάκωσε Γοργό ή θνητοφάγος Άρης.

Μα σαν τους είδε, πόνεσε η μαρμαρόλαιμη Ήρα 350 κι' αμέσως λέει της Αθήνας διο φτερωμένα λόγια «Ωχού μου, κόρη του Διός, Τι, πια δε θα νιαστούμε μια ακόμα καν στερνή φορά τους Αχαιούς που σβύνουν; Θάχουν θαρρώ άσκημα στερνά, και θαν τους συνεπάρει ανεμοζάλη ενός αντρός· μα αφτός πάρα λυσσάζει, 355 ο Έχτορας, γιατί έκανε έργο πολύ και θρήνος.»

Τότε είπε κι' η θεά Αθηνά, του Δία η θυγατέρα «Ναί, που ναν του κοπεί η ζωή και ναν του σβύσει η νιότη εδώ μες στην πατρίδα του απ' Αχαιού κοντάρι! Μα να! ο πατέρας πείσμωσε και γνώση πια δεν ξέρει, 360 ο έρμος! πάντα ανάποδος και ποθοχαλαστής μου. :Και τα ξεχνάει πόσες φορές του γλύτωσα το γιο του, τότε ο Βρυστιάς που μ' αγγαριές συχνά τον τυραγνούσε; Εκείνος τότε κλαίγουνταν προς τους θεούς, κι' εμένα ναν τον βοηθήσω μ' έστελνε οχ τα ουράνια ο Δίας. 365 Μα εγώ ας τα γνώριζα όλα αφτά, και τ' ανηλιού όταν τ' Άδη το σκύλο κάτου στάλθηκε να φέρει οχ τη θολούρα, δε γλύτωνε απ' την άπατη της Στύγας καταβόθρα. Μα τώρα εμένα με μισεί, και πήγε και της Θέτης 370 το θέλημα τής τόκανε, π' ομπρός του, με το χέρι κρατώντας το πηγούνι του, τα γόνατα φιλώντας, του πρόσπεσε το γιόκα της ναν της καλοκαρδίσει. Μα ας είναι, θα ξανάρθει αβγή να πει καλή μου κόρη. Τώρα έλα εσύ συγύρισε τα γλήγορα φαριά μας, όσο στου Δία εγώ να μπω το θεϊκό παλάτι 375 και του πολέμου τ' άρματα να βάλω, για να δούμε αν με τα μας ο Έχτορας θ' αναγαλλιάσει τάχα όταν στα διάβατα άξαφνα φανούμε του πολέμου, για και θα θρέψει με ψαχνό και πάχος κάνας Τρώας όρνια και σκύλους, πέφτοντας εκεί κοντά στα πλοία.» 380

Έτσι είπε, και την άκουσε η κρουσταλλόκορφη Ήρα, και πάει ευτύς και συγυρνάει τα χρυσοστέφανα άτια, η Ήρα η αρχιθέαινα, του Κρόνου η θυγατέρα. Και μες στου Δία η Αθηνά το γονικό παλάτι χάμου αμολάει στο πάτωμα τ' αφράτο φόρεμά της, 385 ξομπλιό σκουτί, που κέντησε μονάχη μ' επιστήμη, και τα τσαπράζα βάζοντας του Συγνεφοσυνάχτη φορούσε τ' άρματα να βγει στη δακροδότρα μάχη. Κι' ανέβηκε στο φλογωπό τ' αμάξι, και στα χέρια άδραξε το βασταγερό βαρύ τρανό κοντάρι, 390 που όταν το σείνει παραλεί των μαχητών τους λόχους, όσους η κόρη οχτρέβεται τ' ανίκητου πατέρα. Κι' η Ήρα με το καμοτσί γοργά βαράει τα ζώα. Και τ' ουρανού αφτοθέλητη βροντάει κι' ανοίγει η πύλη, που τη φυλάνε οι Εποχές, που κι' έχουν τη φροντίδα του Έλυμπου και τ' Ουρανού, κι' αφτές απάνου βάζουν 395 το πυκνωμένο σύγνεφο για το τραβούνε πίσω· μέσα από κει αστραπότρεχα τραβούσαν τ' άλογά τους.

Πήρε φωτιά οχ την Ίδα ο γιος του Κρόνου σαν τις είδε, και τη χρυσόφτερη Ίριδα ναν τους μιλήσει στέλνει «Τρέχα, ανεμόποδη Ίριδα, και στείλ' τες πίσω· ενάντια ας μη μου παν, γιατί άσκημα θα σμίξουμε στη μάχη. 400 Γιατί ένα λόγο θαν τους πω, που θ' αληθέψει κιόλας· θα σακατέψω τ' άτια τους αφτού μες στα λουριά τους, θάν τις γκρεμίσω κάτου αφτές, θα σπάσω και τ' αμάξι — μηδέ σε δέκα ολοκλήρους που κυκλοφέρνουν χρόνους δεν έχουνε γιατριά οι πληγές π' ανοίγει ο κεραβνός μου — 405 για ναν το δει η κυρά Αθηνά σαν πώς με πολεμούνε. Ειδέ την Ήρα, αδιαφορώ, τι κάνει δε θυμώνω· σύστημα τόχει ότι κι' αν πω να βάζει πάντα αμπόδια.»

Είπε, και κάτου η Ίριδα κινάει οχ τις ραχούλες της Ίδας, και στον Έλυμπο ναν τους το πει ανεβαίνει. 410 Κι' εκεί στου μυριολόγγωτου βουνού τα πρωτοπόρτια τις βρήκε και τις σταματάει, και λέει το τι είπε ο Δίας «Πού τρέχετε; σαν τι λωλιά σας μπήκε στο κεφάλι; Μην τύχει, λέει του Κρόνου ο γιος, και Δαναό βοηθήστε. Γιατί ετσιδά φοβέρισε, που θαν το κάνει κιόλας· 415 Θα σακατέψει τ' άτια σας αφτού μες στα λουριά τους, θα σας γκρεμίσει κάτου εσάς, τ' αμάξι θα σας σπάσει — μηδέ σε δέκα ολόκληρους που κυκλοφέρνουν χρόνους δεν έχουνε γιατριά οι πληγές π' ανοίγει ο κεραβνός του — για ναν το δεις, κυρά Αθήνα, σαν πώς τον πολεμούνε. 420 Ειδέ την Ήρα, αδιαφορεί, τι κάνει δε θυμώνει· σύστημα τόχει ότι κι αν πει να βάζει πάντα αμπόδια. Μα εσύ, σκυλίτσα αδιάντροπη, θυμώδισσα, αν τολμήσεις με τα σωστά σου αγνάντια του κοντάρι να σηκώσεις.»

Έτσι είπε η ανεμόποδη θεά και φέβγει πάλι. 425 Τότες γυρνάει την Αθηνά και συντυχαίνει η Ήρα «Ωχού μου, αμάλαγη θεά, τώρα άσε ας μη ζητάμε για αθρώπους να πιανόμαστε με των θεών τον πρώτο· άλλοι από δάφτους θεν ας ζουν, θεν άλλοι ας παν στον Άδη, έτσι όπιοι λάχουνε. Ειδέ αφτός, τον ορισμό του ας κάνει· 430 δουλιά του Τρώες κι' Αχαιούς να κυβερνά όπως κρίνει.»

Είπε, και πίσω γύρισε τ' ωριότριχο ζεβγάρι. Κι' οι Εποχές τούς ξέζεψαν τ' αψηλοπίλαλα άτια και τάδεσαν στ' αθάνατο παχνί τους, και τ' αμάξι τόγυραν πας στα γιαλιστά απ' όξω μπροστοτοίχια. 435 Κι' οι διο τους στα χρυσά σκαμνιά καθίζουν μες στων άλλων θεών τον κύκλο, κι' είχανε τα σπλάχνα μαραμένα.

Τότε οχ την Ίδα των θεών κι' αθρώπωνε ο πατέρας κινάει να πάει στον Έλυμπο, και σε λιγάκι φτάνει με την καλόροδη άμαξα στα θεϊκά λημέρια. Εκεί του λύνει ο Ποσειδός τα ζώα, και σεντόνι 440 απλώνει απάς στην άμαξα και στα στασιά τη βάζει. Κι' αφτός σ' ολόχρυσο θρονί, ο βροντολάλος Δίας, να κάτσει πάει, κι' ο βούναρος καθώς πατούσε σιούνταν. Χώρια του εκεί καθήσανε οι διο θεές μονάχες δίχως μια λέξη ναν του πουν ή ναν τον χαιρετήσουν. 445 Μα αφτός στο νου του τόνιωσε το τι είχαν και τους είπε «Γιατί, Ήρα, τόσο, κι' Αθήνα, γιατί είστε μουδιασμένες; Μα Τι, αποστάσατε μαθές στη δοξοδότρα μάχη σφάζοντας Τρώες, π' άσβυστη κι' οι διο τους έχετε έχτρα; Λαχτάρα σας! με την αντριά και δύναμη μου πούχω, 450 δε με γυρνούσαν όσοι εδώ θεοί είναι στα ουράνια· μα εσάς τ' αφράτα στήθια σας πριν τάπιασε τρεμούλα, πριν δείτε καν τον πόλεμο και τα φριχτά του πάθια. Μα ακούστε τώρα τι θα πω, το τι σας καρτερούσε· μιας και σας βάραε ο κεραβνός, σας λέω, με τ' άτια πίσω 455 πια δε θα βλέπατε Έλυμπο και θεϊκά λημέρια.»

Είπε, κι' αφτές βαριόμησαν, η Αθήνα κι' η Ήρα. Οι διο τους κάθουνταν, η μια κοντά κοντά στην άλλη, και για τους Τρώες συφορές στο νου τους μελετούσαν. Κι' η Αθηνά δεν έβγαλε μια λέξη, μον σωπούσε, κι' άγρια ας την έπιανε ο θυμός σκασμένη με το Δία· 460 μα απ' το θυμό ξεχείλισε η Ήρα και του κάνει «Τι είναι που κάθεσαι και λες, γιε φοβερέ του Κρόνου; Καλά το ξέρουμε κι' εμείς, αντριά αχαμνή δεν έχεις· όμως μας καιν τα σπλάχνα μας των Αχαιών τα πάθια, που θάχουν σαν κακά στερνά κι' ίσως χαθούν στα ξένα.» 465

Τότες γυρίζει κι' απαντάει ο Συγνεφοσυντάκτης 469 «Με το πουρνό και πιο πολύ, κυρά γελαδομάτα, 470 θα δεις τον παντοδύναμο του Κρόνου γιο, αν το θέλεις, που θ' αφανίζει τον πυκνό των Αχαιώνε ασκέρι. Τι δε θα πάψει ο Έχτορας τ' αλύπητο πελέκι πριν του Πηλέα ο γιος ξανά προβάλει απ' το καράβι. 474 Γιατί έτσι η Μοίρα τόγραψε. Κι εγώ, αν εσύ θυμώνεις, 477 δε χολοσκάνω, μηδέ αν πας πέρα ως την άκρη άκρη της γης και του πελάγου, εκεί που ο Γιαπετός κι' ο Κρόνος κάθουνται, κι' ούτε χαίρουνται δροσαχνισμένα αγέρια 480 ούτ' ήλιο, κι' είναι ολόγυρα τα βάθια του Ταρτάρου· αν καταντήσεις κι' ως εκεί, εγώ τα πείσματά σου δεν τα ψηφάω, γιατί όμιο σου θεριό δε βρίσκεται άλλο.»

Είπε, μα δεν τ' απάντησε μηδέ μια λέξη η Ήρα.

Βούτηξε τότες στο γιαλό τ' όμορφο φως του ήλιου, 485 σκοτάδι απάνου σέρνοντας στη γης την καρποδότρα. Κι' έδυσε ο ήλιος άθελα των Τρώων, μα οι Αργίτες με πόθο μ' αναγάλλιαση τη σκοτεινή είδαν νύχτα.

Τότε ο λεβέντης Έχτορας με το στρατό απ' τα πλοία τραβάει, και κάνει συντυχιά κοντά στο χόχλιο ρέμα, 490 σε λόφο απ' όθες φαίνονταν ως πέρα ο κάμπος όλος. Και χάμου αφτοί ξεπέζεψαν ν' ακουρμαστούν το λόγο που τους μιλούσε ο Έχτορας, στα χέρια του κρατώντας κοντάρι ως έντεκα πηχών, με το χαλκένιο στόκο πούλαμπε ομπρός κι' ολόχρυσο τον έσφιγγε ζουνάρι. 495 Σ' αφτό ακουμπώντας έπιασε ναν τους μιλήσει κι' είπε «Ακούστε, Τρώες και βοηθοί, κι' ακούστε με, Δαρδάνοι! Εγώ 'πα, πριν πως κάθε οχτρό και πλοίο θα χαλάσω, και τότες πίσω στ' αψηλό πως θα γυρίσω κάστρο· μα κρίμας πριν που βράδιασε, τι η νύχτα πρώτα πρώτα 500 γλύτωσε πλοία κι' Αχαιούς κοντά στο γυρογιάλι. Μα τώρα ας την ακούσουμε τη μαβροφόρα Νύχτα, κι' ελάτε δείπνο ας στρώσουμε. Και τ' άλογα oχ τ' αμάξια ξεζέψτε τα και βάλτε τους λίγη ταγή να φάνε, κι' έπειτα πλούσια πρόβατα απ' το καστρί και βόδια 505 αμέσως φέρτε, και ψωμί κρασί απ' τα σπιτικά σας. Και σύρτε μάστε στα λογγά όσα μπορείτε ξύλα, π' ολονυχτύς πολλές φωτιές ως να χαράξει η μέρα να καίμε, και μεσούρανα να φτερουγίζει η λάμψη, μήπως οι άκουροι Αχαιοί βαρθούν και νύχτα ακόμα 510 πας στα πλατιά της θάλασσας να μας ξεκόψουν στήθια. Δίχως καν αίμα κι' ήσυχοι ας μη μπαρκαριστούνε, μόνε ας αρπάξουν κι' ένα διο πληγές — κι' ας τις γλεντάνε στ' Άργος εκεί — από μυτερό κοντάρι ή από σαΐτα, ενώ πηδάν στα πλοία τους, που να μη βιάζεται άλλος 515 να καταπιάνεται άχαρους πολέμους με τους Τρώες.»

Είπε, και ζητωκράβγασαν οι Τρώες, και ξεζέβουν 542 οχ το ζυγό όλα τ' άλογα δρωμένα, και τα δένουν με τα λουριά ο καθένας τους στ' αμάξι του από δίπλα. Έπειτα πλούσια πρόβατα απ' το καστρί και βόδια 545 φέρνουν αμέσως, και ψωμί κρασί απ' τα σπιτικά τους, και παν μαζέβουν στα λογγά όσα μπορούσαν ξύλα.

Έτσι όλη νύχτα κάθουνταν στις στράτες του πολέμου 553 περήφανοι όλοι, κι' έκαιγαν πολλές φωτιές τριγύρω. Πώς τ' άστρα απάνου ολόλαμπρα, με το λεφκό φεγγάρι 555 στη μέση τους, φωτοβολούν σαν τύχει καλοσύνη, κι' όλες οι ράχες φαίνουνται, και χαίρεται ο τσοπάνης· 559 τόσες των πλοίων μεταξύ και των νερών του Ξάνθου 560 φωτιές θαρρούσες π' άναψαν μπροστά στο κάστρο οι Τρώες. Χίλιες στον κάμπο καίγανε φωτιές, κι' από πενήντα κοντά σε κάθε κάθουνταν νυχτοφωτίστρα φλόγα· και τ' άτια, βίκο τρώγοντας κι' ασπρόγλυκο κριθάρι, την ώρια πρόσμεναν αβγή όρθια κοντά στα πλοία. 565

Ι

Σαν έτσι οι Τρώες φύλαγαν· μα τους Αργίτες μάβρη τρομάρα θέριζε, φυγής συντρόφισσα ατιμάστρας, και πλήγωνε βαρύς καημός κάθε αρχηγού τα σπλάχνα. Πώς ψαροθρόφα θάλασσα διο άνεμοι αντάμα δέρνουν, ο ζέφυρος με το βοριά, άμα άξαφνα πλακώσουν 5 μέσα απ' τη Θράκη, και με μιας το μελανό της κύμα θεριέβει κι' όξω απ' το γιαλό πετάει σωρό τα φύκια· να πώς παράδερνε η ψυχή στων Αχαιών τα στήθια.

Κι' ο γιος τ' Ατριά από τα δεινά κατάκαρδα θλιμένος γύρναε παντού και πρόσταζε τους βροντολάλους κράχτες 10 χώρια έναν ένα σε βουλή τους στρατηγούς να κράξουν δίχως φωνές· και δούλεβε κι' ατός του με τους πρώτους. Κι' άκαρδοι παν και στη βουλή καθίζουν. Τότε εκείνος σηκώθη δάκρυα χύνοντας, σα βρύση βουρκωμένη που χύνει απ' αψηλό γκρεμό τα θολωπά νερά της· 15 έτσι δακριοστενάζοντας ναν τους μιλάει αρχίζει «Αδρέφια, πρώτοι οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι, ο Δίας μ' έχωσε βαθιά μες σε ζημιά μεγάλη, ο έρμος! πριν που μούταξε κουνώντας το κεφάλι, πως πριν μισέψω εγώ από δω, την Τριά θα την κουρσέψω, 20 και τώρα γέλασμα κακό βουλήθηκε στο νου του, και στ' Άργος πίσω μού μηνάει να φύγω ντροπιασμένος κιάς έχασα τόσο λαό... μα φαίνεται πως έτσι το θέλει ο παντοδύναμος του Κρόνου γιος, που ως τώρα πολλών χωρώνε γκρέμισε, κι' ακόμα θα γκρεμίσει, τα κάστρα· τι στο χέρι του να κάνει ότι τ' αρέσει. 25 Μον όλοι ελάτε! ας κάνουμε όπως εγώ προστάζω· ας φύγουμε με τα γοργά καράβια στην πατρίδα, τι πια δεν το κουρσέβουμε το ξακουσμένο κάστρο.»

Έτσι είπε, κι' όλοι κόμπιασαν και σα βουβοί σωπούσαν. Ώρα πολλή είταν ήσυχοι με σπλάχνα μαραμένα, 30 μα με καιρό τους μίλησε ο θαρρετός Διομήδης «Τ' Ατρέα γιε, παραλαλείς, και θ' αντικρούσω εσένα πρώτα — με λόγο, έτσι σωστά — κι' αφέντη, μη θυμώσεις. Το θάρρος πρώτα μούβρισες σ' όλους μπροστά, και μούπες είμαι κιοτής κι' απόλεμος· μα αν είμαι, εδώ οι Αργίτες 35 το ξέρουν όλοι, γέροι νιοι. Όμως εσένα τόνα σου χάρισε μονάχα ο γιος του Κρόνου ο λοξογνώμας· σούδωκε αρχή και πιο πολύ απ' όλους μας ορίζεις, όμως αντριά δε σούδωκε πούχει την πρώτη αξία. Καλότυχε, τέτια που λες, λοιπόν θαρρείς αλήθια 40 έτσι είναι τ' Άργους τα παιδιά απόλεμοι κιοτήδες; Μα εσένα αν σ' έπιασε όρεξη να σηκωθείς να φύγεις, σύρε! να δρόμος ανοιχτός, να πλοία στ' ακρογιάλι! 43 Όμως οι άλλοι οι Δαναοί με τις θρεμένες χήτες 45 θα μείνουν ως να πάρουμε το κάστρο. Ειδέ ας τραβάνε, κι' αφτοί κι' οι στόλοι τους μαζί, στην ποθητή πατρίδα· τι εμείς, εγώ κι' ο Στένελος, δεν πάβουμε ως να βρούμε άκρη της Τριάς· γιατί θεός μας έχει εδώ φερμένους.»

Είπε, και ζητωκραύγασαν με μια φωνή οι Αργίτες, 50 τι με καμάρι τ' άκουσαν τα λόγια του Διομήδη.

Τότες ο γερο-Νέστορας σηκώθηκε όρθιος κι' είπε «Διομήδη, και στη μάχη εσύ είσαι γερός περίσσα, και στη βουλή όλους ξεπερνάς τους συνομήλικούς σου. Όσοι Αχαιοί, το λόγο σου κανείς δε θ' αψηφήσει, 55 δε θ' αντιπεί· μα στης δουλιας δεν πήγες κι' ως στο βάθος. Είσαι μαθές και νιος — και γιο θα σ' είχα εγώ στα χρόνια, τον πιο μικρό — μα γνωστικά τα κουβεντιάζεις όμως. 58 Μον έλα εγώ, πούμαι θαρρώ πια γέρος, όλα ως πέρα 60 ας τα ξηγήσω κι' ας τα πω· κι' ας μην καταφρονέσει κανείς το λόγο μου, ουδ' αφτός ο βασιλιά Αγαμέμνος. Αγριάθρωπος — δίχως πατριά και κοινωνιά — 'ναι εκείνος που αίμας γυρέβει αδερφικό, κατάρατες διχόνιες. Όχι! διχόνιες η θολή δε θέλει τώρα νύχτα, 65 θέλει φρουρά. Και λέω ας παν κι' όξω απ' το κάστρο βάρδιες κοντά ας πλαγιάσουν στο σκαφτό εδώ κι' εκεί χαντάκι. Στους νιους να τι είχα ναν τους πω. Κατόπι εσύ, Αγαμέμνο, άρχισε, πούσαι κεφαλή των βασιλιάδων όλων, και στρώσε τους των προεστών τραπέζι. Σου τεριάζει, 70 δε σούναι ατέριαστο· κρασί γιομάτες σου οι καλύβες, που πάσα μέρα οι Δαναοί σού κουβαλούν με πλοία απάνου στον πλατύ γιαλό απ' αντικρύ οχ τη Θράκη. Έχεις του κόσμου τ' αγαθά, τι τόσο ορίζεις πλήθος. Κι' όταν συντύχουν όλοι εκεί, ακούς αφτόν που γνώμη προβάλει πιο καλύτερη, και χρειαζόμαστε όλοι 75 μια άξια πολύ και φρόνιμη, τι καιν κοντά στα πλοία άπειρες οι οχτροί φωτιές... που πιον δε σφάζει η πίκρα; Ναι, το στρατό ή θα φάει αφτή η νύχτα ή θαν τον σώσει.»

Είπε, κι' εκείνοι πείστηκαν κι' όχι κανείς δεν είπε. Και να φυλάξουν βγήκανε νομάτοι αρματωμένοι 80 με λοχαγούς του Νέστορα το γιο το Θρασυμήδη, τους αδελφούς Ασκάλαφο και Γιάλμενο, γιους τ' Άρη, το Δήπυρο, τον Αφαριά, τον άφοβο Μηριόνη, και με το Λυκομήδη, γιο του Κρέοντα αντριωμένο. Εφτά 'χαν οι φρουροί αρχηγούς, και νιοί εκατό ακλουθούσαν 85 κάθε αρχηγό, έχοντας μακριά στα χέρια τους κοντάρια. Και πήγαν έκατσαν τειχιού ανάμεσα και τάρφου· εκεί φωτιά άναψε ο καθείς κι' ετοίμασαν να φάνε.