Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note:The text has hardly any accents, therefore I have accented it myself. If you think that the rythm in the text is wrong, please accent the words differently. Line numbers are not always in the proper arithmetic order, e.g. 409, 618 and sometimes there are two line numbers in the same line e.g. 89-91. Obviously, the translator has sometimes changed the order of the original text. Rhapsody N (the battle near the ships) has not been translated.
Kazantzakis - Kakridis' translation has been dedicated to the memory of A. Pallis and in their prologue they write: "The greek public, the ones that cannot read the original Iliad, have read it in the translation of A. Pallis - Polylas translation, has a gentle text but is cold and rigid and did not help Greeks to know Homer. Palli's Iliad was published in 1904, and was one of the most significant works of that era; it still holds its glory. Pallis, adhering to theories of his time that considered many lines, scenes and whole rhapsodies spurious and that they were created by adapters and rhapsody makers later, has ommitted more than three thousand verses".
Σημείωση: Το κείμενο έχει γραφεί σχεδόν χωρίς καθόλου τόνους, οπότε ο τονισμός είναι δικός μου. Αν θεωρείτε ότι η μουσικότητα του κειμένου έχει βλαφθεί, παρακαλώ τονίστε το αλλού. Οι αριθμοί των γραμμών δεν είναι πάντοτε στη σωστή σειρά τους πχ. 409, 618, και μερικές φορές αναγράφονται 2 σε μια γραμμή π.χ. 89-91. Προφανώς ο μεταφραστής έχει ανακατατάξει τις γραμμές του πρωτοτύπου. Η Ραψωδία Ν (η μάχη στα πλοία) δεν έχει μεταφραστεί.
Η μεταγενέστερη μετάφραση των Καζαντζάκη - Κακριδή έχει αφιερωθεί στην μνήμη του Α. Πάλλη και στον πρόλογό τους αναγράφουν: «Το ελληνικό κοινό, αυτό που δεν μπορεί να χαρεί την Ιλιάδα στο πρωτότυπο, την έχει γνωρίσει από τη μετάφραση του Αλέξαντρου Πάλλη - η μετάφραση του Πολυλά, με πολλή ευγένεια στο λόγο, μα ψυχρή και αλύγιστη, έχει πολύ πιο λίγο βοηθήσει τους Έλληνες να γνωρίσουν τον Όμηρο. Του Πάλλη η Ιλιάδα εκδόθηκε στα 1904, και στάθηκε ένα από τα πιο σημαντικά έργα της εποχής· και σήμερα ακόμα κρατάει όλη της την αξία. . . . Ο Πάλλης, ακολουθώντας θεωρίες κυρίαρχες στον καιρό του, που νόθευαν πλήθος στίχους, σκηνές και ραψωδίες ολόκληρες της Ιλιάδας, τάχα πώς τις είχαν πλάσει υστερότεροι διασκευαστές και ραψωδοί, παράλειψε πάνω από τρεις χιλιάδες στίχους.»
ΑΛΕΞ. ΠΑΛΛΗ
ΜΑΛΛΙΑΡΟΥ
ΙΛΙΑΔΑ
ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΗ
ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ THE LIVERPOOL BOOKSELLERS CO., LTD 1917
ΤΟΥ
ΞΑΚΟΥΣΤΟΥ ΜΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ
ΨΥΧΑΡΗ
Ο ΛΟΓΟΣ Ο ΣΟΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙΝ
Α
Μούσα, τραγούδα το θυμό του ξακουστού Αχιλέα, τον έρμο! π' όλους πότισε τους Αχαιούς φαρμάκια, και πλήθος έστειλε ψυχές λεβέντικες στον Άδη οπλαρχηγώνε, κι' έθρεψε με τα κορμιά τους σκύλους κι' όλα τα όρνια (του Διός έτσι είχε η γνώμη ορίσει), 5 απ' την αρχή σαν πιάστηκε με το γοργό Αχιλλέα τ' Ατρέα ο πρωταφέντης γιος και χώρισαν οι διο τους.
Πιος τάχα λες τους έβαλε θεός να λογοφέρουν; Του Δία ο γιος και της Λητός, που με τον Αγαμέμνο θύμωσε κι' έρηξε κακή μες στο στρατό πανούκλα, 10 και κόσμος πέθαινε, γιατί στο λειτουργό το Χρύσα δε θέλησε τ' Ατρέα ο γιος λίγη σπλαχνιά να δείξει.
Γιατί ήρθε αφτός στα γλήγορα των Αχαιών καράβια να λευτερώσει θέλοντας την κόρη του, και πλούσια είχε μαζί του ξαγορά, και κράταε στα διο χέρια πάς στο χρυσόφτιαστο ραβδί, τ' Απόλλου τα στεφάνια, κι' όλους τους άλλους Αχαιούς θερμοπερικαλούσε, 15 μα τα πρωτάτα πιο πολύ, τους διο τους γιους τ' Ατρέα «Τ' Ατρέα οι γιοί κι' οι άλλοι εσείς χαλκοπλισμένοι Αργίτες, σ' εσάς να δώσουνε οι θεοί να μπείτε στου Πριάμου το κάστρο, και στα σπίτια σας με το καλό να σύρτε· όμως κι' εμένα δώστε μου την κόρη μου, και πάρτε 20 την ξαγορά της, έτσι ο γιος να σας βοηθάει του Δία!»
Τότες με σέβας φώναξαν οι άλλοι Αργίτες όλοι «πάρτε την ώρια ξαγορά, το γέρο σπλαχνιστείτε!» μα αφτή η βουλή δεν τ' άρεσε του βασιλιά Αγαμέμνου, μόνε τον έδιωξε άσκημα κι' είπε σφιχτό 'να λόγο 25 «Τήρα εγώ, γέρο, μη σε βρω τριγύρω στα καράβια για τώρα ν' αργοστέκεσαι για πίσω να κοπιάσεις, μη δε σε σώσει ούτε ραβδί ούτε θεού στεφάνι. Την κόρη δεν τη δίνω εγώ!... παρ' όταν πια γεράσει απ' την πατρίδα της μακριά, στο σπιτικό μου, στ' Άργος, 30 τη μέρα με τον αργαλιό, τη νύχτα στο πλεβρό μου... Μα σύρε! μη μ' ανάφτεις πια αν θες γερός να φύγεις!»
Είπε, κι' ο γέρος σκιάχτηκε κι' αγρίκησε το λόγο. Και πήρε με βαριά ψυχή την αμμουδιά άκρη άκρη του πολυτάραχου γιαλού, κι' έτσι όλο με κατάρες 35 της πυκνοπλέξουδης Λητός το γιο περικαλούσε «Άκου με, αργυροδόξαρε, εσύ που διαφεντέβεις την Κίλλα με το τόσο βιος και το νησί της Χρύσας, και που φυλάει την Τένεδο τ' ανίκητό σου χέρι. Σμιθέα! αν στόλισα κι' εγώ την όμορφη εκκλησά σου, αν σούκαψα καμιά βολά μεριά γιομάτα πάχος 40 αρνιών και τάβρων, ξάκουσ' τον τώρα μου αφτό τον πόθο· με σαϊτιές σου οι Δαναοί τα δάκρια ας μου πλερώσουν!»
Είπε, και την κατάρα εφτύς συνάκουσε ο Απόλλος. Και βράζοντας οχ του βουνού κατέβηκε τις ράχες, με το δοξάρι κρεμαστό και τη σαϊτοθήκη. 45 Βρόντηξαν, όταν με θυμό τινάχτηκε, οι σαΐτες στις πλάτες του. Και πάγαινε θολός σα μάβρη νύχτα, Έπειτα αλάργα κάθεται απ' το στρατό και ρήχνει, κι' άχησε ο κρότος σκιαχτερός οχ τ' αργυρό δοξάρι. Μουλάρια πρώτα θέριζε κι' ασπροτριχάτους σκύλους, 50 μα και τους άντρες έπειτα με τις πικρές σαΐτες βαρούσε· κι' όλο καίγανε πολλές φωτιές νεκρώνε.
Μέρες εννιά πυκνόπεφταν μες στο στρατό οι σαΐτες, μα αφτού στις δέκα συντυχιά κηρύχνει ο Αχιλέας, γιατί τον φώτισε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα, 55 τι θλίβουνταν τους Αχαιούς σα θώραε που πεθαίνουν. Κι' οι κράχτες σαν τους φώναξαν και μαζωχτήκαν όλοι, σηκώθηκε ο γοργόποδος γιος του Πηλιά κι' έτσι είπε «Τ' Ατρέα γιε, τώρα πια εμείς θαρρώ τη στράτα πάλι θα πάρουμε και πίσω ομπρός στα σπίτια μας θα πάμε, 60 πρώτα απ' το θάνατο αν σωθεί κανείς μας, αν είναι έτσι να μας θερίζει ο πόλεμος και να μας τρώει η πανούκλα. Μον έλα κάνας λειτουργός ας ρωτηθεί ή προφήτης, ή κι' ονειράτων ξηγητής — κι' αφτά τα στέλνει ο Δίας — που να ξηγήσει τι μαθές μας χόλιασε έτσι ο Φοίβος, μην τούλειψε εκατοβοδιά, μην τάμα ξεχασμένο, 65 αν θέλει μαλλιαρά απ' αρνιά και τάβρους ίσως τσίκνα να λάβει, κι' απ' το φοβερό χαμό να μας γλυτώσει.»
Έτσι είπε αφτός και κάθησε. Κι' απάνου τότε ο Κάρχας σηκώθη, ο πιο βαθύτερος απ' τους προφήτες όλους που κάτεχε όλα — τωρινά, στερνά, και περασμένα — 70 και με τη μαντοσύνη του, που ο γιος του Δία ο Φοίβος τον προίκισε, έδειξε της Τριάς το δρόμο στα καράβια. Αφτός με το σοφό του νου τους μίλησε έτσι κι' είπε «Γιε του Πηλέα, ας θες εγώ, του Δία αγαπημένε, να πω τ' Απόλλου το θυμό, του προφυλάχτη αφέντη, 75 καλά, στον λέω· όμως και συ ορκίσου μου και τάξε να με βοηθήσης πρόθυμα με λόγο και κοντάρι. Κάποιος θαρρώ θα πειραχτεί που τους Αργίτες όλους τους ξεπερνάει σε δύναμη κι' ο λόγος του αγρικιέται. Γιατί νικάει ο άρχοντας μ' αδύναμο αν μαλώσει, 80 και το θυμό του αν καταπιεί εκείνη εκεί την ώρα, όμως φυλάει μες στην καρδιά το πάθος του, ως να πάρει στερνά μια μέρα γδικιωμό. Μον τήρα αν θα με σώσεις.»
Και τότε ο φτερουγόποδος τ' απάντησε Αχιλέας «Άφοβα πες και θαρρετά τι προφητιά κατέχεις. 85 Τι να! μα το μυριάκριβο του Δία γιο, που, Κάρχα, περικαλιέσαι εσύ και λες της μοίρας τα γραμμένα, άντρας κανείς, εγώ όσο ζω κι' έχω ανοιχτά τα μάτια, στο τάζω, χέρι φονικό δε σου σηκώνει εσένα εδώ στον κάμπο, ουδέ κι' αφτόν αν πεις τον Αγαμέμνο 90 που απ' όλους πρώτος βασιλιάς παινιέται εδώ πως είναι.»
Τότες πια θάρρεψε ο βαθύς προφήτης και τους είπε «Δεν τούλειψε εκατοβοδιά, τάμα όχι ξεχασμένο, μόνη αφορμή 'ναι ο λειτουργός π' αδίκησε ο αφέντης, τι απόρριψε την ξαγορά και του βαστάει την κόρη. 95 Για τούτο ο Φοίβος συφορές μας έστειλε, κι' ακόμα θα στείλει· και τη φονικιά πανούκλα δε θα πάψει πριν πάλε του πατέρα της τη μαβρομάτα κόρη απλέρωτη αξαγόραστη την ξαναδώκει πίσω, πριν στείλουμε εκατοβοδιά και του θεού στη Χρύσα. 100 Τότ' ίσως μαλακώσει πια και ξανασάνουμ' όλοι.»
Είπε κι' αφτός και κάθησε. Και τότε ο Αγαμέμνος τ' Ατρέα ο γιος σηκώθηκε, ο δυνατός αφέντης, αφρίζοντας, κι' απ' το θυμό τα μάβρα σωθικά του φουσκώναν, κι' έχυνε φωτιές το μάτι του και σπίθες. Του Κάρχα πρώτα τούρηξε μια άγρια ματιά και τούπε 105 «Κακομηνήτη, πρόσχαρο ποτές δε μούπες λόγο! Πάντα αγαπάει δυσάρεστα να προφητέβει ο νους σου, κι' ένα καλό μήτ' έκανες, μήτ' είπες στη ζωή σου. Τώρα στ' ασκέρι πάλι ομπρός λαλείς και προφητέβεις πως τάχα τόσες συφορές για αφτό τους στέλνει ο Φοίβος, 110 τι εγώ στην πλούσια ξαγορά δεν έστερξα της κόρης, που κάλια αυτή τον πύργο μου να μου στολίζει θέλω. Ναι, κι' απ' τ' απάρθενό μου εγώ τήνε προκρίνω τέρι, την Κλυταιμήστρα, τι μαθές χειρότερη δεν είναι στα κάλλη, μήτε στο κορμί, στη γνώση, και στα χέρια. 115 Μα κι' έτσι πίσω πρόθυμα τη δίνω αν είναι ανάγκη· δε θέλω εγώ να χάνεται, μον να σωθεί ο στρατός μας. Κάνα άλλο εμένα όμως πρεσβιό κοιτάξτε να μου βρείτε, αμέσως τώρα! Τεριαστό δεν είναι εγώ μονάχα έτσι να μένω. Και θαρρώ αφτό το βλέπετ' όλοι, πως η δική μου τώρα η νια μισέβει σ' άλλα χέρια.» 120
Μα τότε ο φτερουγόποδος τ' απάντησε Αχιλέας «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, αχόρταγότερ' όλων, πώς άλλο να σου δώσουν θες πρεσβιό τα παληκάρια; Δεν ξέρω πουθενά πολύ αμοίραγό μας πράμα. Δοθήκανε όσα πήραμε πατώντας τόσες χώρες, 125 κι' είναι ντροπής απ' το λαό ξανά να μαζωχτούνε. Μον άσ' την τώρα εσύ τη νια στο Φοίβο, κι' οι Αργίτες διπλά θα σ'τα πλερώσουμε και τρίδιπλα αν ο Δίας φέρει έτσι και κουρσέψουμε κάνα άλλο πλούσιο κάστρο.»
Τότες του κάνει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος 130 «Μη δα εσύ πούσαι γνωστικός, θεόμορφε Αχιλέα, καμώνεσαι έτσι, κι' έφκολα δε με γελάς, δεν πείθεις. Ή τη δική σου τάχα νια για νάχεις στην καλύβα, με θες να κάθουμαι έτσι εγώ μ' εδώ αδιανά τα χέρια κι' αφτή μού λες στον τόπο της ναν τήνε στείλω πίσω; Καλά, αν μου δώσουν τα παιδιά καμιά άλλη ομορφοπούλα, 135 τέτια όπως μου ποθεί η καρδιά, ισάξια αφτής που χάνω· αλλιώς, μονάχος τότε εγώ πηγαίνω και του Αία ή τη δική σου παίρνω νιά, ή του Δυσσέα ακόμα θα πάω να πάρω... κι' έπειτα ας χολοσκάει που πάθει! Όμως αφτά κι' άλλη φορά τα ξαναμελετάμε· 140 τώρα ένα ελάτε ας ρήξουμε στη θάλασσα καράβι, κράξτε και νάφτες διαλεχτούς, βάλτε τα βόδια μέσα, βάλτε και την κρινόθωρη του Χρύσα θυγατέρα, και καπετάνιος ένας μας ας σύρει απ' τους αρχόντους, ο Αίας είτε ο Δομενιάς είτε ο σοφός Δυσσέας, 145 ή εσύ, τ' αψύτερο κορμί απ' όλους, Αχιλέα, για να μερώσεις το θεό με των σφαχτών την τσίκνα.»
Τότες τον χαμοκοίταξε και τούπε ο Αχιλέας «Ωχού μου αδιαντροπρόσωπε, κορμί με δίχως πίστη, πώς λες θ' ακούσει πρόθυμα το λόγο σου κανείς μας 150 κι' ή σ' ανοιχτό πια πόλεμο θα τρέξει ή σε καρτέρι; Τι εγώ δεν ήρθα απ' αφορμή των ασπιστάδων Τρώων να πολεμήσω εδώ, γιατί δε μούφταιξαν εμένα· μήτ' άλογα μου μ' άρπαξαν ποτές τους μήτε βόδια, μήτ' έκαψάν μου τα σπαρτά και τα βαθιά περβόλια 155 κάτου στη Φτιά, γιατί πολλά στη μέση μας χωρίζουν, θες κορφοβούνια απλόσκιωτα θες θάλασσα αφρισμένη· Μον για δικό σου διάφορο, ξαδιάντροπε, εγώ βγήκα μαζί σου, για να βρεις εσύ, κακόσουρτε, απ' τους Τρώες κι' ο αδερφός σου ξεζημιά. Αφτά δεν τα θυμάσαι, 160 Μον τ' αψηφάς! Και τώρα δα με φοβερίζεις κιόλας να πάρεις με το χέρι σου την κόρη, που για κείνη αίμα έφτυσα και που ο στρατός μούχει χαρίσει εμένα. Ίσο μ' εσένα μερτικό ποτές μου δεν κερδίζω κάθε που πάρουμε καμιά των Τρώων πλούσια χώρα· Μον όθενε αίμας και σπαθί, να! ετούτα εδώ τα χέρια 165 δουλέβουν πρώτα, μα αν γενεί και μοιρασά, εσύ παίρνεις τα πιο πολλά, με λίγο εγώ, χωρίς παράπονο όμως, πίσω γυρνάω, κι' ας έλιωσα τους Τρώες πολεμώντας. Και τώρα φέβγω! τι πολύ πιο βολετό να σύρω καλιά μου με τους λόχους μου, τι αψήφιστος νομίζω 170 εδώ πως δε θα μάσω βιος και θησαβρό μεγάλο.»
Τότες του λέει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος «Ώρα καλή σου αν σ' έπιασε πόθος να πας! Για μένα δε σου προσπέφτω, μη θαρρείς, να μείνεις· έχω κι' άλλους εδώ βοηθούς μου, μάλιστα το βαθυγνώστη Δία. 175 Απ' όλους πιο σε μάχουμαι τους αρχηγούς εσένα, τι πάντα θες λογοτριβές, θες φόνους και πολέμους. Τάχα μου αν είσαι δυνατός, αν παλικαροσύνη κάποιος θεός σ' την έδωκε, στη Φτιά, αν ορίζεις, σύρε μ' όλο σου το στρατό μαζί, και πρόσταζε όσο θέλεις τους Μυρμιδόνες· ειδέ εγώ δε νιάζουμαι αν θυμώνεις, 180 δεν τρέμω αν φέβγεις. Κι' άκουσε το λόγο που σου κραίνω· μιας πίσω και μου τη ζητάει τη Χρυσοπούλα ο Φοίβος, μ' αθρώπους και καράβι μου εγώ θαν του τη στείλω, μα στο καλύβι σου θαρθώ κι' ατός μου θα σου πάρω τη νια σου, τη ροδόσταχτη Βρισούλα, για να μάθεις 185 σαν πόσο εγώ σε ξεπερνώ, να τρέμει ακόμα κι' άλλος όμιος μου εμένα έτσι ανοιχτά να μου προβάλνει κι' ίσος.»
Είπε, κι' εκείνος άναψε ν' ακούσει τέτιο λόγο, και του διπλόφερε η καρδιά στα λογγωμένα στήθια, ή να τραβήξει απ' το μερί το κοφτερό λεπίδι, 190 να αναστατώσει τη βουλή, το βασιλιά να σφάξει, ή να σωπάσει την καρδιά και το θυμό να πνίξει. Μα εκεί π' αφτά τ' ανάδεβε μες στης καρδιάς τα βάθια κι' όξω απ' τη θήκη γύμνωνε τη σπάθα, να τη! φτάνει η Αθηνά οχ τον ουρανό, τι στάλθηκε απ' την Ήρα, 195 που συλλογή ίση και των διο τους είχε κι' ίση αγάπη. Και στέκει πίσω του, του αρπάει τα καστανά μαλλιά του, σ' αφτόν μονάχα φανερή, ανέφαντη στους άλλους. Σάστισε εκείνος και γυρνάει, κι' αναγνωρίζει αμέσως την Αθηνά που ξάστραφταν τα φοβερά της μάτια. 200 Και κράζοντάς την της λαλεί διο φτερωμένα λόγια «Κόρη του Δία σκιαχτερή, γιατί ήρθες τώρα πάλι; μη θες να δεις την αψηφιά του βασιλιά Αγαμέμνου; Εγώ 'να λόγο θα σου πω που ίσως τον δεις να γίνει· σα γλήγορα οι περφάνιες του στον Άδη θαν τον πάνε.» 205
Τότες τ' απάντησε η θεά, του Δία η θυγατέρα «Ήρθα οχ τον ουρανόνε εγώ να πάψω το θυμό σου, αν θες ν' ακούσεις, κι' η θεά μ' έχει σταλμένα η Ήρα, που συλλογή ίση και των διο σας έχει κι' ίση αγάπη. Μον έλα πάψε! κι' άσ' τη εκεί τη σπάθα στο φηκάρι. 210 Μα αν θες με λόγια, στόλισ' τον όσο ζητά η καρδιά σου, γιατί το λόγο που θα πω θαν τόνε δεις να γίνει· για αφτή την προσβολή διπλά και τρίδιπλα μια μέρα δώρα θα λάβεις· μοναχά βαστάξου κι' άκουσέ μας.»
Και τότε ο γοργοπόδαρος της απαντά Αχιλέας 215 «Ας γίνει ο λόγος σας, θεά! κιας είμαι έτσι πνιγμένος απ' το θυμό κατάκαρδα, τι πιο καλά να γίνει· αν τους θεούς ακούς, κι' αφτοί σού συχνακούν τον πόθο.»
Έτσι είπε, και σταμάτησε τη σταλωμένη χούφτα πας στ' αργυρό σπαθόχερο και μέσα στο φηκάρι έσπρωξε πάλι το σπαθί, με δίχως ν' απιθήσει 220 στον ορισμό της Αθηνάς. Και του Διός η κόρη πίσω πετάει στον Έλυμπο, στου Δία τα παλάτια, εκεί να σμίξει τους θεούς και τις θεές τις άλλες.
Κι' εκείνος τότες ξαναρχής γυρνάει στον Αγαμέμνο με τις βλαστήμιες, κι' ο θυμός δεν τόνε παραιτούσε «Α κρασοζάλιστο κορμί που σκύλας έχεις μάτια, 225 μα τ' αλαφιού καρδιά! ποτές δε σου βαστάει εσένα να βγεις μαζί με το στρατό τους Τρώες να χτυπήσεις, ή μετά μάς τους αρχηγούς σαν πάμε σε καρτέρι· χάρος αφτό σου φαίνεται στο νου σου και λαχτάρα. Α ναί, πολύ καλύτερα ν' αρπάζεις τις γυναίκες μες στο πλατύ στρατόπεδο, κανείς σα σε πειράξει. 230 Ναί! λαοφάγος βασιλιάς, γιατί δειλούς ορίζεις· αλλιώς, αφτή σου η αρπαγή θα σούταν κι' η στερνή σου. Μα άκου το λόγο που θα πω, τον όρκο που θ' αμώσω. Μα ετούτο τα ραβδί που πια ποτές κλωνιά και φύλλα δε βγάζει μιας και κόπηκε απ' τον κορμό στο λόγγο, 235 μήτ' άθια, γιατί τούφαγε τη φλούδα και τα φύλλα τριγύρω ο κοφτερός χαλκός, και τώρα το κρατάνε στα χέρια οι δημογέροντες και στ' όνομα του Δία δικάζουν το λαό, κι' αφτόν βαρύ τον έχουν όρκο, ναι θάρθει μέρα οι Δαναοί ν' αποθυμήσουν όλοι 240 τον Αχιλέα· τότε εσύ και μ' όλο σου τον πόνο δε θα μπορείς, σ' το λέω, καμμιά βοήθια ναν τους δώκεις, σαν πέφτουνε απ' του Έχτορα το χέρι σκωτομένοι, και μες στα στήθια σου η καρδιά θα λαχταράει, θα λιώνει που ντρόπιασες το πιο γερό των Αχαιών κοντάρι.»
Είπε, και χάμου το ραβδί αγριόθυμος τινάζει 245 με χρυσοκάρφια κεντητό, κι' έπειτα πάει καθίζει. Κι' εκείθε ο άλλος φρένιαζε. Τότες πετιέται ολόρθος ο χρυσολάλος Νέστορας με τη γλυκιά τη γλώσσα, που κι' από μέλι τούχυνε φωνή πιο ζαχαρένια. Είχε ιδομένες διο γενιές ως τότες να περάσουν 250 στην Πύλο, που γεννήθηκαν πριν στα δικά του χρόνια και μεγαλώσαν, κι' όριζε τότες γενιά των τρίτων.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε «Ω τι κακό που πλάκωσε μεγάλο την πατρίδα! Πώς θα πετάξει απ' τη χαρά ο Πρίαμος κι' οι γιοί του, 255 και πόσο κάθε Τρωϊκή ψυχή θ' αναγαλλιάσει, να θε τα μάθουν όλα αφτά, πως τρώγεστε έτσι οι διο σας, εσείς που πρώτοι στο σπαθί και στη βουλή είστε πρώτοι! Μα να μ' ακούστε· και τους διο σάς ξεπερνάω στα χρόνια. Γιατί στη νιότη μου έσμιξα εγώ με θεριομάχους 260 καλύτερούς σας, μα ποτές αφτοί δε μ' αψηφούσαν. Γιατί σαν τέτιους ήρωες δεν είδα ακόμα, μήτε θα δω σαν ένα βασιλιά Καινιά, σαν ένα Δρύα, σαν το δεινό Πολύφημο, τον Ξάδη, τον Περίθο, σαν το Θησιά λες πούμιαζε θεός απ' τα ουράνια. 265 Είταν εκείνοι οι πιο γεροί της γης παλικαράδες· γεροί είτανε και με γερούς χτυπιούνταν, με βουνήσα θεριά, κι' ο κόσμος σάστισε το πώς τα ξεπαστρέψαν. Μ' αφτούς τότε έσμιξα κι' εγώ σαν έφτασα οχ την Πύλο, πέρα από τόπο μακρινό, τι μ' έκραξαν μονάχοι. 270 Και πολεμούσα τότε εγώ στο μέρος τα δικό μου· όμως δε θρέφει τώρα η γης θνητό που θα μπορούσε να βγει μ' εκείνα τα θεριά. Τέτιοι ήρωες εμένα στις συβουλές μου πρόσεχαν, τα λόγια μου αγρικούσαν. Μα λέω ακούστε με κι' εσείς και δε θα μετανιώστε. Κι' εσύ μην παίρνεις, άκου με, κι' ας δύνεσαι, την κόρη, 275 μον άσ' την μιας και δόθηκε στον Αχιλιά απ' τα' ασκέρι· πάλε όμως με το βασιλιά κι' εσύ να λογοφέρνεις μη θέλεις του Πηλιά γιε, κι' ενάντια να παγαίνεις. Ίσοι δεν είμαστε όλοι μας του βασιλιά που ο Δίας τον δόξασε και κυβερνάει βαστώντας το ραβδί του. Αν είσαι παλικάρι εσύ, θέϊσσα αν έχεις μάννα, 280 μα σούναι αφτός ανότερος, τι πιο πολλούς ορίζει. Μα έλα, Αγαμέμνο, πάψε εσύ! Ναι, χάρη σ' το γυρέβω, μη το θυμό του, ας άναψε, συνεριστείς, που πάντα σαν κάστρο αυτός ασάλεφτο μας στέκει στους πολέμους.»
Τότες του λέει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος 285 «Ναι, γέροντα, όλα γνωστικά τα μίλησες και δίκια. Μα αφτός εδώ να πάντα του πρωτιά γυρέβει απ' όλους. σ' όλους μας θέλει κεφαλή, να γίνεται κι' αφέντης, σ' όλους να δίνει προσταγές, και πιος θαν τα σηκώσει; Κι' αν οι αθάνατοι θεοί τον κάνανε αντριωμένο, 290 για αφτό του πρέπει προσβολές να χύνει κι' απ' τη γλώσσα;»
Μα τότες τον αντίσκοψε και τούπε ο Αχιλέας «Άναντρο αλήθια θάμουνα κορμί και τιποτένιο, αν πάντα ναι σου φώναζα, το στόμα σαν ανοίγεις· σ' άλλους παράγγελνέ τα αφτά, δεν είναι αφτά για μένα! 295 Μα ετούτο ακόμα θα σου πω κι' εσύ στο νου σου βάλ' το. 297 Τ' άρματα δε θα πάρω εγώ να χτυπηθώ μαζί σου, μ' εσένα εδώ είτε κι' άλλο σας. κανένα, για την κόρη, τι εσείς τη δώκατε κι' εσείς την παίρνετέ μου πίσω· μα απ' τ' άλλα πούχω στο γοργό και μάβρο μου καράβι 300 δε θα μ' αγγίξεις τίποτα χωρίς τη θέλησή μου. Ειδέ έλα, αν θες, δοκίμασε, για ναν να το δουν κι' εδώ όλοι... το μάβρο σου αίμα γλήγορα θα βάψει το κοντάρι.»
Έτσι σα μάλωσαν οι διο με θυμωμένα λόγια, σηκώθηκαν, κι' η συντυχιά χωρίζει στα καράβια. 305 Κι' ο Αχιλέας πάγαινε των καλυβιών το δρόμο αντάμα με τον Πάτροκλο και τους δικούς του αθρώπους· κι' ο Αγαμέμνος έρηξε στη θάλασσα 'να πλοίο, και λαμνοκόπους διάλεξε ως είκοσι ανομάτους, κι' έμπασε μέσα τα σφαχτά του Φοίβου, και κατόπι έφερε μέσα κι' έκατσε την ώρια Χρυσοπούλα· 310 και μέσα τέλος αρχηγός μπήκε ο σοφός Δυσσέας.
Μπήκαν λοιπόν κι' αρμένιζαν αφτοί στο κύμα απάνου. κι' ο γιός ' Ατρέα πρόσταξε να παστεφτεί τ' ασκέρι κι' αφτοί καλοπαστρέβουνταν και στο γιαλό πετούσαν τις λέρες, κι' έσφαζαν σωστά βοϊδότραγα του Φοίβου 315 κοντά στην πολυτάραχη ακρογιαλιά· κι' η τσίκνα στριφοκλωθούσε, στον καπνό τριγύρω, ως στα ουράνια.
Τέτιες αφτοί είχανε δουλιές μες στον πλατύ τον κάμπο. Και την αμάχη ο βασιλιάς δεν ξέχανε απ' την ώρα που στη βουλή φοβέρισε τον ξακουστό Αχιλέα, μον τον Ταρθύβη φώναξε και το γοργό Βρυβάδη, 320 που κράχτες του και παραγιούς τους είχε μπιστεμένους «Αμέτε στ' Αχιλέα οι διο, και μέσα απ' την καλύβα πάρτε απ' το χέρι τ' όμορφο και φέρτε μου κορίτσι. Μα αν δεν τη δώσει, ξεκινώ με πιο πολλούς, κι' ατός μου την παίρνω εγώ. Σαν πιο βαρύ θαν τούρθει αφτό νομίζω...» 325
Έτσι είπε και τους έστειλε με θυμωμένα λόγια. Κι' άθελα οι κράχτες τράβηξαν σιμά σιμά την άκρη του στειροτρύγητου γιαλού, και στο καραβοστάσι των Μυρμιδόνων φτάσανε κι' ως τις καλύβες πέρα. Κι ήβραν αφτόν που κάθουνταν κοντά σ' ένα καλύβι και πλοίο του, ουδέ χάρηκε μπροστά του σαν τους είδε. 330 Μα εκείνοι ομπρός στον αρχηγό με δείλια και με σέβας σταθήκανε, ουδέ τούκραιναν κι' ουδέ τον χαιρετούσαν. Μα αφτός στο νου του τόνιωσε γιατί ήρθαν και τους είπε «Καλό στους κράχτες, των θεών κι' αντρών μαντατοφόρους! Σιμώστε... δε μου φταίτε εσείς, μου φταίει ο Αγαμέμνος 335 που για την κρινομάγουλη σάς στέλνει βρυσοπούλα. Μον έλα, θεογέννητε Πάτροκλε, βγάλ' την κόρη και δώσ' τη τους να τήνε παν. Κι' ας είναι αφτοί μαρτύροι μπρος στους αθάνατους θεούς και στους θνητούς αθρώπους και στο σκληρό το βασιλιά, αν καμιά μέρα πάλι 340 μ' έχουν ανάγκη απ' άσκημη λαχτάρα να γλιτώσω τα' ασκέρι. Τι ζαβώθηκε και πήρε δρόμο εκείνος, μηδέ κατέχει μια σταλιά να δει κι' ομπρός και πίσω, πώς θαν του πολεμά άβλαβο τα' ασκέρι στα καράβια.»
Είπε, κι' ακούει ο Πάτροκλος τα λόγια του συντρόφου, 345 και βγάζει τη ροδόθωρη κοπέλα απ' το καλύβι και τους τη δίνει ναν την παν. Κι' αφτοί γυρνούσαν πίσω στον κάμπο, κι' άθελα μαζί κι' η κόρη περπατούσε.
Κι' ο Αχιλέας τότε ομπρός καθίζει στ' ακρογιάλι παράμερα, κι' έκλαιγε εκεί, απ' τους συντρόφους χώρια, 350 αλάργα προς τα πέλαγα θωρώντας. Και τα χέρια άπλωσε και τη μάννα του συχνοπερικαλούσε «Μάννα μου, αφού με γέννησες και λιγοχρονισμένο, ας είταν καν του Κρόνου ο γιος, ο βροντορήχτης Δίας, να με τιμούσε· μόνε αφτός σταλιά δε με λογιάζει. Γιατί τ' Ατρέα τώρα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους, 355 μεγάλο μούκανε άδικο· γιατί με βιά μού πήρε κι' έχει τη νια μου που πρεσβιό μούχε ο στρατός χαρίσει.»
Είπε θρηνώντας, κι' άκουσε τα λόγια η κυρά μάννα, πούταν στα βάθια του γιαλού στου γέρου της πατέρα, και βγήκε σαν αντάρα εφτύς απ' το ψαρύ το κύμα και στο πλεβρό του κάθησε. Κι' ενώ δακρολογούσε, 360 τον χάιδεψε έτσι τρυφερά και τούπε αγαπημένα «Τι κλαις, παιδί μου; τι κακό σου πίκρανε τα σπλάχνα; Πες το, να ξέρουμε κι' οι διο, και μυστικό μην τόχεις.»