Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ

Part 9

Chapter 916 wordsPublic domain

Γελοία, καλέ Ξένε, είναι η προβαλλομένη εκλογή μας, και κυριολεκτικώς θα εγινόμεθα όμοιοι προς νομοθέτας, τους οποίους εκυρίευσε κάποια υπερβολική μανία πλέον διά να τελειώσουν την νομοθεσίαν, ως να μην είναι δυνατόν να την αναβάλλουν διά την αύριον. Και όμως ημείς δόξα τω θεώ έχομεν καιρόν καθώς οι λιθολόγοι (πετράδες) ή όσοι αρχίζουν κάποιαν άλλην συλλογήν ύλης, να ξεφορτώσωμεν άφθονα υλικά, και από αυτά να εκλέξωμεν τα κατάλληλα διά το σύστημα το οποίον πρόκειται να κατασκευάσωμεν, και μάλιστα να εκλέξωμεν με την ησυχίαν μας. Λοιπόν τόρα ας θεωρήσωμεν τον εαυτόν μας ότι είμεθα όχι υποχρεωτικώς οικοδόμοι, αλλά με την ησυχίαν μας ακόμη άλλα μεν ξεχωρίζομεν, άλλα δε τακτοποιούμεν. Ώστε είναι ορθόν πλέον διά τους νόμους μας να ειπούμεν ότι άλλους μεν ορίζομεν, άλλους δε ξεχωρίζομεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως, φίλε Κλεινία, τουλάχιστον θα γίνη φυσικωτέρα η συζήτησίς μας περί των νόμων. Δηλαδή ας εξετάσωμεν, δι' όνομα των θεών, το εξής περί των νομοθετών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Γράμματα βεβαίως, είναι και οι συγγεγραμμένοι λόγοι άλλων πολλών συγγραφέων εις τας διαφόρους πόλεις, αλλά γράμματα είναι και οι λόγοι του νομοθέτου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δεν είναι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν άρα γε εις μεν τα συγγράμματα των ποιητών και όλων εν γένει όσοι χωρίς μέτρα ή με μέτρα συνέγραψαν τας αναμνήσεις και τας απεταμίευσαν ως συμβουλάς διά τον βίον πρέπει να προσέχωμεν, εις δε τα συγγράμματα των νομοθετών να μη προσέχωμεν; Ή πολύ περισσότερον εις αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τάχα δεν αρμόζει αποκλειστικώς μάλιστα εις τον νομοθέτην από όλους τους γράφοντας να διδάσκη συμβουλευτικώς περί καλών και αγαθών και δικαίων, ποία είναι και πώς πρέπει να τα εκτελούν όσοι θέλουν να γίνουν ευτυχείς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τότε βεβαίως δεν είναι εντροπή ο Όμηρος και ο Τυρταίος και οι άλλοι ποιηταί να θεσπίζουν εκτενέστερον τον τρόπον της ζωής και των ασχολιών, οι οποίοι τα έγραψαν κακώς, ο δε Λυκούργος και ο Σόλων και όσοι εν γένει ανεδείχθησαν νομοθέται και έγραψαν γραπτούς νόμους να τα θεσπίσουν συντομώτερον; Ή μήπως από όλα τα συγγράμματα εις μίαν πόλιν οι νόμοι πρέπει να αναπτύσσωνται εκτενέστερον καλώς και εξόχως, τα δε συγγράμματα των άλλων να ακολουθούν εκείνους, ειδεμή να είναι καταγέλαστα; Θέλεις να φρονούμεν ούτω πως περί του τρόπου της συγγραφής των νόμων εις τας πόλεις, δηλαδή ως άλλοι πατέρες και μητέρες αγαπώντες αυτούς και νοήμονες να φαίνωνται οι γραπτοί νόμοι, και όχι ωσάν τύραννοι και σατράπαι, δίδοντες διαταγάς και απειλάς, και αφού τους γράψουν εις τους τοίχους να απαλλάσσωνται; Λοιπόν και ημείς τόρα ας σκεφθώμεν αν άραγε κατ' αυτόν τον τρόπον πρέπει να αποφασίσωμεν να ομιλήσωμεν περί των νόμων, είτε έχομεν την ικανότητα είτε όχι, αλλά τουλάχιστον φαινόμενοι πρόθυμοι. Και όταν βαδίσωμεν με αυτόν τον δρόμον, αν γίνη ανάγκη να πάθωμεν και τίποτε, ας το πάθωμεν. Αλλά είθε να είναι αγαθόν, και, αν θέλη ο θεός, είθε να γίνη κατ' αυτόν τον τρόπον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά το είπες, και ας κάμωμεν καθώς λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν πρώτον καθώς αρχίσαμεν, με ακρίβειαν περί των ιεροσύλων και περί πάσης κλοπής και όλων των αδίκων αποκτημάτων, και δεν πρέπει να δυστροπήσωμεν, εάν εις την σειράν της νομοθεσίας μας άλλα μεν τα εθεσπίσαμεν, άλλα δε τα συζητούμεν ακόμη. Διότι ημείς τόρα γινόμεθα νομοθέται, και δεν είμεθα ακόμη, ίσως όμως να γίνωμεν γρήγορα. Εάν λοιπόν συμφωνήτε δι' όσα είπα να εξετάσωμεν, καθώς είπα, ας τα εξετάσωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είμεθα εντελώς σύμφωνοι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν περί των καλών και των δικαίων, και όλων εν γένει ας προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν καλά το εξής, δηλαδή πόσον συμφωνούμεν τόρα και πόσον διαφωνούμεν και ημείς μεταξύ μας, οι οποίοι μάλιστα διισχυριζόμεθα, αν όχι άλλο τίποτε, τουλάχιστον ότι διαφέρομεν από τους περισσοτέρους, καθώς και οι περισσότεροι πάλιν μεταξύ των.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίας διαφοράς μας σκέπτεσαι λέγων αυτά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εγώ θα προσπαθήσω να σου τας εξηγήσω. Εν γένει ως προς την δικαιοσύνην και τους δικαίους, είτε ανθρώπους είτε πράγματα και πράξεις, όλοι κάπως συμφωνούμεν ότι όλα αυτά είναι καλά, εις τρόπον ώστε διά τους δικαίους ανθρώπους και αν τύχη να είναι σωματικώς άσχημοι, εάν διισχυρίζετο κανείς ως προς το δίκαιον ήθος των τουλάχιστον ότι είναι ωραιότατοι, σχεδόν δεν είναι δυνατόν να φανή ότι ομιλεί δυσαρμονικώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τότε λοιπόν ορθώς ομιλεί;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ίσως. Ας ιδούμεν όμως, αφού είναι καλά όλα όσα σχετίζονται με την δικαιοσύνην, αν όλων αυτών και τα παθητικά αποτελέσματα είναι ίσα προς τα ενεργητικά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Η ενέργεια, όταν είναι δικαία, σχεδόν καθ' όσον μετέχει της δικαιοσύνης, τόσον μετέχει και του καλού.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν και το πάθος, όταν μετέχη του δικαίου, εάν δεχθώμεν ότι γίνεται αναλόγως καλόν, δεν θα είναι σύμφωνος η απάντησίς μας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως παραδεχώμεθα έν πάθημα ότι είναι δίκαιον, αλλά συγχρόνως και ότι είναι άσχημον, δεν θα διαφωνήσουν το δίκαιον και το καλόν, αφού έγιναν δεκτά τα δίκαια ως ασχημότατα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το είπες αυτό;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν είναι δύσκολον να το εννοήσης. Δηλαδή οι ολίγον προηγουμένως θεσπισθέντες από ημάς νόμοι ημπορούν να νομισθούν ότι συμβουλεύουν όλως διόλου τα αντίθετα από όσα λέγομεν τόρα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είπαμεν νομίζω ότι ο ιερόσυλος είναι δίκαιον να θανατωθή, ομοίως δε ο εχθρός των καλώς θεσπισμένων νόμων, και ακριβώς ενώ επρόκειτο να θέσωμεν πολλούς τοιούτους νόμους εσταματήσαμεν, διότι είδαμεν ότι αυτά είναι αμέτρητα παθήματα διαφόρου μεγέθους, είναι όμως και δικαιότερα από όλα τα παθήματα, αλλά και ασχημότερα συγχρόνως. Μήπως τυχόν δεν φανούν κατ' αυτόν τον τρόπον τα δίκαια με τα καλά άλλοτε μεν ως το ίδιον πράγμα, άλλοτε δε ως δύο αντίθετα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Σχεδόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν οι μεν περισσότεροι με τοιαύτην ασυμφωνίαν χαρακτηρίζουν απροσέκτως τα καλά και τα δίκαια.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό φαίνεται τουλάχιστον, Ξένε μου.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν την ιδικήν μας γνώμην, καλέ Κλεινία, ας εξετάσωμεν πάλιν τι φρονεί περί της συμφωνίας αυτών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίας συμφωνίας και από ποίαν γνώμην;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νομίζω ότι εις τας προηγουμένας μας συζητήσεις εγώ το είπα ρητώς, αλλά, και αν δεν το είπα προηγουμένως, ειπέτε ότι το λέγω τόρα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι όλοι οι κακοί εις όλα είναι ακουσίως κακοί. Αφού δε τούτο είναι ούτως πως, έπεται λογικώς το εξής συμπέρασμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι ο μεν άδικος είναι βεβαίως κακός, αλλά ο κακός είναι ακουσίως τοιούτος. Αλλά το εκούσιον δεν είναι δυνατόν να εκτελήται ακουσίως. Επομένως δι' εκείνον ο οποίος θεωρεί την αδικίαν ακούσιον, θα φανή ότι ακουσίως αδικεί ο αδικών. Και ακριβώς τόρα πρέπει να συμφωνήσετε μαζί μου. Δηλαδή εγώ λέγω συμφώνως με σας ότι όλοι αδικούν ακουσίως. Και αν δε κανείς χάριν φιλονικίας ή επιμονής λέγει ότι είναι ακουσίως άδικοι, αλλά εκουσίως αδικούν οι περισσότεροι, ο ιδικός μου διισχυρισμός παραδέχεται το πρώτον, όχι όμως το δεύτερον. Τότε λοιπόν με ποίον τρόπον εγώ θα είμαι σύμφωνος με τους λόγους μου, εάν σεις, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, με ερωτήσετε: Αφού λοιπόν, Ξένε μου, αυτά είναι ούτω πως, τι μας συμβουλεύεις διά την νομοθεσίαν της πόλεως των Μαγνήτων; Να νομοθετήσωμεν ή όχι; — Πώς όχι; θα ειπώ εγώ. Λοιπόν θα χωρίσης δι' αυτούς τα ακούσια και τα εκούσια αδικήματα, και των μεν εκουσίων πραγμάτων και αδικημάτων θα ορίσωμεν μεγαλιτέρας τας τιμωρίας, των δε άλλων μικροτέρας; Ή δι' όλα εξ ίσου, ως να μην υπάρχουν διόλου αδικήματα εκούσια;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς πραγματικώς, Ξένε μου. Και ακριβώς τι θα κάμωμεν δι' αυτά που λέγεις τόρα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Καλά με ερώτησες. Λοιπόν πρώτον ας κάμωμεν το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας ενθυμηθώμεν ότι προηγουμένως μόλις τόρα δα ελέγαμεν ορθώς ότι ως προς τα δίκαια επικρατεί μεταξύ μας μεγάλη ταραχή και ασυμφωνία. Αφού δε σκεφθώμεν αυτό, ας ερωτήσωμεν πάλιν τον εαυτόν μας. Άραγε χωρίς να εύρωμεν ούτε να ορίσωμεν ποίαν διαφοράν έχουν αυτά μεταξύ των, τα οποία ωρισμένως εις όλας τας πόλεις από όλους τους ανέκαθεν διαπρέψαντας νομοθέτας θεωρούνται ως δύο είδη αδικημάτων, δηλαδή εκούσια και ακούσια και συμφώνως με αυτά κανονίζονται οι νόμοι, ημείς εδώ θα αποφανθώμεν ως εμπνευσμένοι από θεόν με ολίγας λέξεις και θα ελευθερωθώμεν, χωρίς να δώσωμεν καμμίαν εξήγησιν, ότι ορθώς έγινε η οριστική τρόπον τινά νομοθεσία; Αυτό δεν είναι δυνατόν, αλλ' είναι ανάγκη προ της νομοθεσίας να εξηγήσωμεν ότι είναι δύο και την διαφοράν μεταξύ των, ώστε, όταν κανείς εφαρμόζη την δικαιοσύνην εις έκαστον από τους δύο, να ακολουθή τα λεγόμενα και να είναι ικανός να κρίνη κάπως και το ορθώς νομοθετημένον και το όχι ορθώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μας φαίνεσαι ότι ομιλείς ορθώς, καλέ Ξένε. Δηλαδή ημείς έν από τα δύο πρέπει να κάμωμεν, ή να μη λέγωμεν ότι όλα αυτά τα αδικήματα είναι ακούσια, ή πρώτον να εξηγήσωμεν ότι αυτό ελέχθη ορθώς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από αυτά τα δύο λοιπόν το πρώτον δεν είναι δυνατόν εντελώς να γίνη από εμέ, δηλαδή να λέγω ότι δεν έχει ούτω πως, ενώ φρονώ ότι κατέχω την αλήθειαν. Διότι αυτό δεν θα ήτο ούτε νόμιμον ούτε όσιον. Λοιπόν κατά ποίον τρόπον είναι δύο αυτά, εάν δεν διαφέρουν μεταξύ των ως προς το ακούσιον και εκούσιον, αλλά κατ' άλλον τρόπον, αυτό πρέπει να εξηγήσωμεν κάπως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα, καλέ Ξένε, αυτό τουλάχιστον δεν ημπορούμεν ημείς να το φαντασθώμεν αλλέως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτό θα γίνη. Λοιπόν, καθώς φαίνεται, βλάβαι εις τας σχέσεις και συναναστροφάς των πολιτών συμβαίνουν πολλαί, και εις αυτά βεβαίως το εκούσιον και τα ακούσιον παίζει σπουδαίον μέρος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας μη θεωρήση κανείς όλας τας βλάβας ως αδικίας, και ας μη νομίζη ούτω πως διπλάσια τα άδικα τα συμβαίνοντα δι' αυτών, και άλλα μεν ότι είναι εκούσια, άλλα δε ακούσια. Διότι εις όλα τα πράγματα αι ακούσιαι βλάβαι δεν είναι κατώτεραι των εκουσίων ούτε εις το μέγεθος ούτε εις τον αριθμόν. Προσέξετε δε να ίδητε αν λέγω τίποτε σπουδαίον εις όσα πρόκειται να ειπώ, ή όλως διόλου τίποτε. Δηλαδή εγώ, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, εάν κανείς αδική κάποιον χωρίς να θέλη και ακουσίως, δεν παραδέχομαι ότι τον αδικεί μεν, αλλά ότι ακουσίως τον αδικεί, και επομένως να νομοθετήσω εις την νομοθεσίαν ότι τούτο είναι ακούσιον αδίκημα, αλλά όλως διόλου ούτε ως αδικίαν θα θεωρήσω την τοιαύτην βλάβην, εάν συμβή εις κανένα είτε μεγαλιτέρα είτε μικροτέρα. Πολλάκις μάλιστα, εάν συμβή ωφέλεια όχι αρμοδία, θα θεωρήσωμεν ότι είναι άδικος ο αίτιος της ωφελείας, εάν βεβαίως υπερισχύση η ιδική μου ψήφος. Διότι σχεδόν, φίλοι μου, ούτε εάν κανείς δίδη κάτι εις κάποιον από τα υπάρχοντά του, ούτε εάν αντιθέτως του αφαιρή κάτι, δεν πρέπει να θεωρήσωμεν ως απολύτως δίκαιον ή άδικον το τοιούτον, αλλά μόνον αν με δίκαιον ήθος και τρόπον ωφελεί κανείς κάποιον ή βλάπτει, αυτά μόνον πρέπει να λάβη υπ' όψιν του ο νομοθέτης και να προσέχη εις αυτά τα δύο, εις την αδικίαν και την βλάβην, και όσον μεν είναι δυνατόν να επανορθώνη με τους νόμους του την βλάβην, σώζων το καταστραφέν και σηκώνων επάνω το ριφθέν κάτω από κάποιον και επαναφέρων εις την υγείαν το δολοφονηθέν ή πληγωθέν, τέλος δε διά δώρων να εξιλεώση εμπρός εις τους δράστας και τους παθόντας εκάστην βλάβην και από εχθρούς να προσπαθήση να τους κάμη φίλους με τους νόμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά είναι αυτά τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν από τας αδίκους βλάβας και τα άδικα κέρδη, όταν λόγου χάριν κανείς με αδικίας κάμνη να κερδίση κάποιος, όσα μεν είναι ευκολοθεράπευτα, ως να είναι ασθένεια της ψυχής, πρέπει να τα θεραπεύη. Η δε θεραπεία της αδικίας φρονούμεν ότι πρέπει να τείνη εις το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ

Πού;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δηλαδή οτιδήποτε άδικον και αν κάμη κανείς, είτε μέγα είτε μικρόν, ο νόμος θα τον διδάξη και θα τον αναγκάση γενικώς άλλην φοράν το τοιούτον ή να μη τολμήση ποτέ εκουσίως να το κάμη ή πάρα πολύ ολιγώτερον, έξω από την πληρωμήν της βλάβης. Δι' αυτό είτε με έργα ή λόγους, είτε με ηδονάς ή λύπας, είτε με τιμάς ή ατιμίας, είτε με χρηματικά πρόστιμα ή δώρα, είτε γενικώς με οποιονδήποτε τρόπον θα κατορθώση κανείς να τον κάμη να μισήση την αδικίαν και να αγαπά ή να μη μισή την φύσιν του δικαίου, αυτό ακριβώς είναι το καθήκον των καλλιτέρων νόμων. Όποιον δε αντιληφή ως αθεράπευτον ως προς αυτό ο νομοθέτης, θα ορίση τιμωρίαν και νόμον διά τους τοιούτους, επειδή γνωρίζει βεβαίως ότι δι' όλους αυτούς και οι ίδιοι δεν είναι προτιμότερον να ζουν, και τους άλλους διπλασίως θα ωφελήσουν, αν απαλλαχθούν από την ζωήν, γινόμενοι παράδειγμα εις τους άλλους διά να μη αδικούν, κάμνοντες δε έρημον την πόλιν από κακούς άνδρας. Και λοιπόν διά τα τοιαύτα ο νομοθέτης πρέπει να αποδίδη θάνατον προς τιμωρίαν των εγκλημάτων, αλλέως όμως όχι ποτέ.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Οι λόγοι σου φαίνονται πάρα πολύ ορθοί, αλλά θα ήτο πλέον ευχάριστον να ακούσωμεν να μας αναπτύξης σαφέστερον την διαφοράν μεταξύ αδικίας και βλάβης και ποίαν τροποποίησιν λαμβάνουν εις αυτάς τα εκούσια και τα ακούσια.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Νόμοι και Επινομίς Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια, διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία πολιτεύματα, το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα συναντήσουμε περιγραφές χαρακτήρων και επεισόδια, κάθε συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν εκπρόσωπος μιας ωρισμένης θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η ώριμη φιλοσοφική αντίληψη του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα, επιδεχτικό εφαρμογής. Η «Επινομίς», αποτελώντας συνέχεια των «Νόμων» είναι ταυτόχρονα και μια επεξήγησή τους συχνά. Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι τέσσερις.

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

***

1) Σήμερον ένεκα της εξελίξεως της ανθρωπότητος εις τα παιδία των πόλεων το διάστημα αυτό δεν είναι ανώτερον των δύο ετών.

2) Οι ιερείς της Ρέας, όμοιοι προς τους Κορύβαντας. Ούτοι εκτός των ενόπλων χορών των εμιμούντο διά του χορού και τας πανουργίας, τας οποίας μετεχειρίσθη η Ρέα, διά να δώση τον υιόν της τον Δία, τον εθνικόν θεόν των Κρητών, από τον τεκνοφάγον Κρόνον. (Ησιόδ. Θεογ. 617).

3) Ομ. Οδυσσείας Γ. 26.

4) Ομοία σύγκρισις υπάρχει και εις τον «μείζονα Ιππίαν»

5) Εις την Επινομίδα.

6) Σαφέστατα εδώ επικρίνεται ο Σωκράτης, όστις δεν εφρόντιζε διά τα ουράνια σώματα καθώς το δηλοί εις την Απολογίαν.

7) Ως εις την Σπάρτην, όπου αι κόραι εις τον χορόν εγκωμίαζαν τους ανδρείους νέους και επερίπαιζαν τους δειλούς.

8) Ασφαλής απόδειξις ότι οι νόμοι δεν είναι θεωρία γενική αλλά αποβλέπει εις την πραγματικότητα.

9) Εις τας γραμμάς αυτάς υποδηλούται η και αλλαχού διατυπωθείσα γνώμη του Πλάτωνος περί ιδιωτικού βίου.

10) Άλλη καλλιτέρα απόδειξις ότι δεν πρόκειται περί γενικής και θεωρητικής νομοθεσίας, αλλά ειδικής και εφηρμοσμένης.

11) Η λέξις γενναίος εις την εποχήν αυτήν έλαβε πιθανώς νεοτερίζουσαν χρήσιν διά τους ωρίμους καρπούς, καθώς περίπου σήμερον εις το τρώγη — γενναία. Τούτο δεικνύει ότι ο Πλάτων ηκολούθει την εξέλιξιν της γλώσσης του λαού.

12) Νόμος του Σόλωνος.

13) Λαός της Κρήτης αποτελών την νομοθετουμένην υπό του Πλάτωνος αποικίαν ιδέ αρχήν, βιβλίον Δ.