Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ

Part 7

Chapter 74 wordsPublic domain

Φαίνεται, καθώς το υπέθετα, ότι επέτυχα την επιδοκιμασίαν σου, καλέ μου φίλε. Τι όμως εννοεί ο ιδικός σας νόμος ως προς αυτά, δεν είναι ανάγκη να το εξετάσω εγώ, αλλά αρκεί να δεχθώ την επιδοκιμασίαν των λόγων μου. Τον δε Κλεινίαν και άλλην φοράν κατόπιν θα προσπαθήσω να τον ψάλλω και να τον καταπείσω δι' αυτά τα ίδια. Τόρα δε ας ακολουθήσω την ανατεθείσαν εις εμέ εντολήν σας και ας εξετάσωμεν εντελώς τους νόμους.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν έχω τόρα πάλιν μίαν εφεύρεσιν ως προς την θέσπισιν αυτού του νόμου, εν μέρει μεν εύκολον, εν μέρει όμως δυσκολωτάτην.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πώς δηλαδή εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Γνωρίζομεν βεβαίως ότι και σήμερον οι περισσότεροι άνθρωποι, αν και είναι παράνομοι, πολύ καλά και άγια αποτρέπονται από την συνεύρεσιν των ωραίων όχι ακουσίως, αλλά όσον ημπορείς να φαντασθής εκουσίως.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πότε εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όταν υπάρχη αδελφός ή αδελφή ωραία. Και περί υιού δε και θυγατρός ο ίδιος άγραφος νόμος υπάρχει, και όσον το δυνατόν ασφαλέστατα προφυλάττει να μη κοιμούνται μαζί, ούτε φανερά ούτε κρυφίως, ή με κανένα άλλον τρόπον να εγγίζουν ερωτικώς αυτούς. Ακόμη δε ουδέ επιθυμία της τοιαύτης συνευρέσεως εισέρχεται διόλου εις τον νουν των περισσοτέρων.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Λέγεις την αλήθειαν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν και μόνον μία λέξις δεν καταπαύει όλας αυτάς τας ηδονάς;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Ποία δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αν ειπούμεν ότι αυτά δεν είναι διόλου θεάρεστα, αλλά θεομίσητα και των αισχρών αίσχιστα. Και αιτία τούτου δεν είναι τάχα, ότι κανείς δεν τα λέγει διαφορετικά αυτά, αλλά εξ αρχής, μόλις γεννηθή έκαστος από ημάς, ακούει πάντοτε, και παντού να τα λέγουν αυτά, και πολλάκις τα βλέπει εις τας κωμωδίας και εις τας τραγωδίας, όταν παριστάνουν Θυέστας ή Οιδίποδας ή Μακαρέας συνευρεθέντας με τας αδελφάς των κρυφίως, και ανακαλυφθέντας και επιβάλοντας θάνατον εις τον εαυτόν των ως τιμωρίαν διά το αμάρτημά των;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ ορθά το λέγεις, αυτό τουλάχιστον, ότι δηλαδή η διάδοσις έχει μίαν θαυμασίαν δύναμιν, αφού κανείς δεν θα ημπορέση ούτε να αναπνεύση έξω από τον νόμον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν είναι ορθόν το λεχθέν προ ολίγου, ότι, αν ο νομοθέτης θέλη να δαμάση καμμίαν επιθυμίαν από εκείνας αι οποίαι υποδουλώνουν υπερβολικά τους ανθρώπους, είναι, εύκολον να εννοήση με ποίον τρόπον ημπορεί να τας υποδουλώση. Δηλαδή ότι πρέπει να καθιερώση την φήμην εις όλους τους δούλους και ελευθέρους παίδας και γυναίκας και όλην την πόλιν ομοίως, και ούτω πως θα εκτελεσθή το ασφαλέστερον πράγμα ως προς αυτόν τον νόμον.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ καλά. Αλλά πώς θα ημπορέσωμεν πάλιν να κάμωμεν όλους να θέλουν να διαδώσουν το τοιούτον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Καλά με επρόλαβες. Διότι αυτό εσήμαινε ο ιδικός μου λόγος, ότι εγώ έχω να μεταχειρισθώ μίαν μέθοδον χάριν αυτού του νόμου, την φυσικήν χρήσιν της συνουσίας προς τεκνοποίησιν, δηλαδή να απέχουν μεν από το άρρεν και να μη δολοφονούν το ανθρώπινον γένος εκ προμελέτης, ούτε να σπείρουν επάνω εις βράχους και εις πέτρας, όπου δεν είναι δυνατόν να ριζώση και να γονιμοποιηθή, να απέχουν δε από τον θηλυκόν αγρόν, εντός του οποίου δεν επιθυμεί κανείς να φυτρώση ο σπόρος του. Ο νόμος λοιπόν αυτός, αν μεν γίνη γενικός και κυριαρχήση, καθώς τόρα, υπερισχύει διά τας συνουσίας με τους γονείς, και εάν υπερισχύση, θα φέρη άπειρα αγαθά. Διότι πρώτον μεν υπάρχει συμφώνως με την φύσιν, και μας κάμνει να απέχωμεν από την ερωτικήν λύσσαν και μανίαν και όλας τας μοιχείας και από ποτά και τροφάς υπερμέτρους, και μας κάμνει να είμεθα με τας γυναίκας μας σχετικοί και φίλοι, και άλλα πολλά αγαθά ημπορούν να προκύψουν, εάν κανείς ημπορούσε να τον διατηρή.

Αλλά τόρα ίσως παρουσιασθή κανείς ορμητικός και νέος άνθρωπος, φορτωμένος από σπέρμα, και ακούων περί του θεσπιζομένου νόμου, μας κακολογήση ότι θεσπίζομεν ανοήτους και απραγματοποιήτους νόμους, και αρχίζει να φωνάζη. Αυτά λοιπόν έλαβα και εγώ υπ' όψιν μου και είπα αυτήν την λέξιν, ότι δηλαδή έχω κάποιαν μέθοδον, εν μέρει μεν ευκολωτέραν από όλας, εν μέρει δε δυσκολωτέραν, ώστε, αφού τεθή ο νόμος αυτός, να διατηρηθή. Διότι είναι ευκολώτατον να εννοήσωμεν ότι είναι δυνατόν τούτο και πώς. Δηλαδή φρονούμεν ότι, εάν καθιερωθή αυτός ο νόμος επαρκώς, θα δαμάση πάσαν ψυχήν και θα την κάμη να πείθεται με φόβον τελείως εις τους τεθέντας νόμους. Αλλά βεβαίως τόσον επροχώρησε τόρα το κακόν, ώστε φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή, καθώς διά την συνήθειαν των συσσιτίων δεν πιστεύεται ότι είναι δυνατόν ολόκληρος πόλις εις όλην της την ζωήν να διατηρή αυτά, και ενώ απεδείχθη και εμπράκτως εφηρμόσθη εις τον τόπον σας, πάλιν όμως διά τας γυναίκας ούτε εις τον τόπον σας δεν νομίζεται εκ φύσεως κατάλληλον να πραγματοποιηθή. Δι' αυτήν λοιπόν και εγώ την επιμονήν εις την απιστίαν είπα ότι είναι πολύ δύσκολον να διατηρηθούν συμφώνως με τον νόμον.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι δε δεν είναι ανώτερον από τας δυνάμεις του ανθρώπου, αλλά ημπορεί να πραγματοποιηθή, θέλετε να προσπαθήσω να σας διηγηθώ κάποιαν διήγησιν, η οποία είναι πειστική;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, άραγε ευκολώτερον ημπορεί κανείς να απέχη από τα αφροδισιακά και να εκτελή ορθώς τα οριζόμενα νομίμως ως προς αυτά, όταν έχη υγιές σώμα και όχι ατελές, ή όταν το έχη μηδαμινόν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πολύ περισσότερον δύσκολον είναι, όταν δεν το έχη ατελές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν δεν γνωρίζομεν τάχα εκ φήμης τον Ταραντίνον Ίκκον, ο οποίος ηγωνίσθη εις την Ολυμπίαν καθώς και τους άλλους ότι από φιλοτιμίαν και τέχνην και διότι, καθώς λέγουν, είχε εις την ψυχήν του την σώφρονα ανδρείαν, ούτε καμμίαν γυναίκα ήγγισε ποτέ του ούτε παιδί, εις όλην την διάρκειαν των γυμνασίων του; Και ακριβώς και διά τον Κρίσωνα και τον Αστύλον και τον Διόπομπον και άλλους πάρα πολλούς δεν υπάρχει η ιδία διάδοσις; Και όμως από τους ιδικούς μου και από τους ιδικούς σου συμπολίτας, φίλε Κλεινία, βεβαίως ήσαν πολύ χειρότερα μορφωμένοι ως προς τας ψυχάς, ως προς δε τα σώματα ήσαν πολύ περισσότερον σφριγηλοί.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτά είναι αληθή, δηλαδή πολύ διέδιδαν οι παλαιοί περί αυτών των αθλητών ότι συνέβησαν αυτά πραγματικώς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν; Εκείνοι μεν χωρίς αμφιβολίαν χάριν της πάλης και των δρόμων και των τοιούτων κατώρθωσαν να αποφύγουν πράγμα το οποίον οι περισσότεροι το θεωρούν ευτυχίαν, οι δε ιδικοί μας παίδες δεν θα ημπορέσουν να καρτερήσουν διά πολύ ωραιοτέραν νίκην, την οποίαν ημείς παριστάνοντες ωραιοτάτην από την μικράν των ηλικίαν εις τους μύθους και εις τας φράσεις μας και εις τα άσματα που ψάλλομεν θα την επιβάλωμεν μαγευτικώς εις αυτούς, καθώς είναι επόμενον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίαν νίκην;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Το να είναι εγκρατείς των ηδονών, διά να ζουν με ευτυχίαν, ενώ, εάν νικώνται, θα συμβή όλως το αντίθετον. Εκτός δε τούτου ο φόβος, ότι αυτό δεν είναι ποτέ με κανένα τρόπον όσιον, δεν θα μας δώση την δύναμιν να νικήσωμεν όσα ενίκησαν άλλοι, ενώ είναι χειρότεροι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό φαίνεται πιθανόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αφού λοιπόν ευρισκόμεθα εις αυτό το σημείον ως προς αυτόν τον νόμον, από την κακίαν όμως των περισσοτέρων ευρέθημεν εις στενοχωρίαν, φρονώ ότι ο μεν ιδικός μας νόμος πρέπει κυριολεκτικώς να περιοδεύη και να ομιλή περί αυτών, ότι δεν πρέπει να είναι οι συμπολίται μας χειρότεροι από τα όρνεα και από άλλα πολλά ζώα, τα οποία γεννώνται εις μεγάλας αγέλας και έως ότου να τεκνοποιήσουν μένουν παρθένα και αμίαντα και αγνά από γάμους, όταν δε έλθουν εις αυτήν την ηλικίαν, συνδυάζεται προθύμως το άρρεν με το θήλυ και το θήλυ με το άρρεν και ζουν εις το υπόλοιπον της ζωής των ευσεβώς και νομίμως, εμμένοντα ασφαλώς εις τας πρώτας συνθήκας της φιλίας. Και πρέπει από τα ζώα αυτοί να είναι καλλίτεροι. Εάν όμως διαφθείρωνται από την πλειονοψηφίαν των άλλων Ελλήνων και βαρβάρων, διότι ακούουν ότι έχει μεγάλην ισχύν μεταξύ αυτών η λεγομένη άτακτος Αφροδίτη, και ούτω πως δεν είναι ικανοί να συγκρατούνται, τότε πρέπει να εφεύρωμεν δεύτερον νόμον δι' αυτούς οι νομοφύλακες και να γίνουν αυτοί νομοθέται.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον νόμον λοιπόν συμβουλεύεις εις αυτούς να νομοθετούμεν, εάν τους διαφύγη αυτός που νομοθετούμεν τόρα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Προφανώς τον ερχόμενον δεύτερον κατόπιν από αυτόν, φίλε Κλεινία.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Να αφήνουν όσον το δυνατόν αγύμναστον την ορμήν των ηδονών, μετατοπίζοντες εις άλλα μέρη του σώματος τον χυμόν και την τροφήν αυτής της ορμής. Τούτο δε ημπορεί να συμβή, εάν δεν επιτρέπεται αναίδεια εις την χρήσιν των αφροδισίων. Δηλαδή, όταν πάλιν εκτελούν αυτά σπανίως από εντροπήν, θα την έχουν εις την ράχιν των αδυνατώτερον κυρίαρχον. Και λοιπόν ας υπάρχη ως συνήθεια και άγραφος νόμος δι' αυτά να θεωρήται καλόν το να μένουν μυστικά, το δε να μη μένουν μυστικά αισχρόν, όχι όμως πάλιν και να μη τα εκτελούν διόλου. Κατ' αυτόν τον τρόπον θα ορισθή εις τους νόμους ως κατά δεύτερον λόγον καλόν και αισχρόν το τοιούτον, έχον δευτερεύουσαν ορθότητα, και τους διεφθαρμένους εις τας φυσικάς κλίσεις, όσους ονομάζομεν ακρατείς, θα συμπεριλάβωμεν εις έν γένος και θα επιβάλωμεν να μη παρανομούν εις αυτά τα τρία είδη.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία δηλαδή είναι τα δύο άλλα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρώτον το ευσεβές και αξιοπρεπές και έπειτα εκείνο το οποίον επιθυμεί όχι τα σώματα αλλά τους καλούς τρόπους της ψυχής. Αυτά λοιπόν είναι τόρα ωσάν ευχαί και ως παρηγορίαι, θα ήσαν όμως πολύ καλλίτερα, εάν επραγματοποιούντο εις τας πόλεις. Ίσως όμως ακόμη ως προς τον έρωτα επιβάλωμεν έν από τα δύο, ή κανείς να μη τολμά να χειρονομή εις κανένα από τους ευγενείς και ελευθέρους εκτός της νομίμου συζύγου του, και να μη σπείρη χωρίς ευλογίαν τέκνα παλλακίδων ούτε άγονον σποράν αρρένων παρά φύσιν, ή άλλως διά μεν τα άρρενα θα το εξαλείψωμεν τελείως, διά δε τας γυναίκας, εάν συνευρεθή κανείς με καμμίαν εκτός εκείνων που ήλθαν εις την οικίαν του με την ευλογίαν των θεών και με ιερούς γάμους, δηλαδή με αγορασμένας ή με κάποιον άλλον τρόπον κατακτηθείσας, χωρίς να αποκρυφθή από όλους τους άνδρας και τας γυναίκας (9), ίσως είναι ορθόν να θεωρήσωμεν αυτόν εις την νομοθεσίαν μας στερημένον των δικαιωμάτων του πολίτου ωσάν κάποιον ξενότροπον. Αυτός λοιπόν ο νόμος είτε τον θεωρήσωμεν ένα είτε δύο, ας υπάρχη διά τα αφροδίσια και όλα τα ερωτικά, όσα εκτελούμεν συναναστρεφόμενοι ο είς τον άλλον με τοιαύτας επιθυμίας είτε ορθώς είτε όχι ορθώς.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Και λοιπόν, φίλε Ξένε, εγώ μεν, σε βεβαιώ, πάρα πολύ θα εδεχόμην αυτόν τον νόμον, ο δε Κλεινίας τόρα ας ειπή μόνος του, τι φρονεί δι' αυτά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό θα γίνη, φίλε Μέγιλλε, όταν νομίσω κατάλληλον την στιγμήν. Τόρα όμως ας αφήσωμεν τον Ξένον να προχωρήση εις τους νόμους.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τόρα βεβαίως ευρισκόμεθα εις το σημείον της ιδρύσεως συσσιτίων, τα οποία φρονούμεν ότι εις άλλον μεν τόπον είναι δύσκολον να ιδρυθούν, εις την Κρήτην όμως ουδείς θα εναντιωθή ότι πρέπει να γίνη αλλέως. Ως προς τον τρόπον όμως, αν δηλαδή θα γίνουν καθώς εδώ ή καθώς εις την Λακεδαίμονα, ή αν είναι έξω από αυτά τα δύο καλλίτερον τρίτον είδος συσσιτίων, αυτό δεν μου φαίνεται δύσκολον να το εύρωμεν, ούτε ημπορεί να φέρη κανέν μέγα αγαθόν, εάν εφαρμοσθή. Διότι και τόρα είναι αρμονικώς τακτοποιημένα.

Τόρα έρχεται εις την σειράν η προμήθεια των εφοδίων της ζωής κατά ποίον τρόπον θα γίνεται. Αλλά η προμήθεια εις μεν τας άλλας πόλεις ίσως είναι ποικίλη και από πολλά μέρη και μάλιστα από διπλάσια μέρη παρά εις αυτήν εδώ. Διότι και από την γην και από την θάλασσαν προμηθεύονται τα τρόφιμα οι περισσότεροι των Ελλήνων, ενώ αυτοί εδώ μόνον από την γην. Διά τον νομοθέτην λοιπόν τούτο είναι ευκολώτερον. Διότι χρειάζονται όχι πλέον οι μισοί νόμοι (10), αλλά πολύ ολιγότεροι, και εκτός τούτου περισσότερον αρμόζοντες εις ελευθέρους ανθρώπους. Δηλαδή από τα εμποροπλοιαρχικά και εμπορικά και καπηλικά και ξενοδοχικά και τελωνιακά και μεταλλειακά και δανειστικά και τα σχετικά με τα επιτόκια των τόκων πράγματα και άπειρα άλλα είναι ελευθερωμένος κατά το πλείστον και τα άφησε κατά μέρος ο νομοθέτης αυτής της πόλεως, απλώς δε διά γεωργούς και ποιμένας και μελισσοκόμους και διά τας αποθηκεύσεις αυτών και διά τους κατασκευαστάς των εργαλείων των θα νομοθετήση, αφού πλέον ενομοθέτησε τα σπουδαιότερα διά τους γάμους και τας γεννήσεις παίδων και ανατροφάς, ακόμη δε και διά την εκπαίδευσιν και διά την εγκατάστασιν των αρχών της πόλεως. Τόρα δε είναι ανάγκη να προχωρήση εις τους παραγωγείς της τροφής και τους βοηθούς αυτών.

Και πρώτον λοιπόν ας έχουν αυτοί οι νόμοι το όνομα γεωργικοί. Και πρώτον ο νόμος του συνοριακού Διός ας ορισθή ούτω πως. Ας μη μετακινή κανείς τα σύνορα μήτε του ιδικού του συμπολίτου γείτονος μήτε του συνορεύοντος εις τα μεθόρια ξένου γείτονος, φρονών ότι αυτό είναι κυριολεκτικώς το να κινή τα ακίνητα. Ας προτιμήση δε έκαστος και τον μεγαλίτερον βράχον να μετακινήση παρά τον μικρόν λίθον, ο οποίος ορίζει την φιλίαν και την έχθραν με ένορκον εγγύησιν των θεών. Δηλαδή το έν μεν εγγυάται ο ομόφυλος Ζευς, το δε άλλο ο Ξένιος, αυτοί δε οργιζόμενοι επιφέρουν πολέμους αμειλίκτους. Και όστις μεν υπακούση εις τον νόμον δεν θα δοκιμάση τας βλάβας της παραβάσεως αυτού, όστις όμως τον περιφρονήση ας είναι ένοχος εις διπλάς τιμωρίας, μίαν μεν και πρώτην από τους θεούς, δευτέραν δε από τον νόμον. Δηλαδή κανείς ας μη μετακινή αυθαιρέτως τα σύνορα των γειτόνων. Αν δε κανείς τα μετακινήση, ας τον καταγγέλλη όστις θέλει εις τους ιδιοκτήτας, αυτοί δε ας τον προσκαλέσουν εις το δικαστήριον. Εάν δε κανείς χάση τοιαύτην δίκην, ας θεωρήση το δικαστήριον ότι προσπαθεί κρυφίως και βιαίως να κάμη αναδασμόν της γης ο καταδικασθείς και ας του επιβάλη ό,τι είναι ορθόν να πάθη ή να πληρώση.

Κατά δεύτερον δε λόγον συμβαίνουν πολλαί και μικραί βλάβαι των γειτόνων, διότι συχνά συναντώνται και μεγαλώνουν την εχθροπάθειαν και κάμνουν την γειτονίαν δύσκολον και πολύ πικράν. Διά τούτο πρέπει να προσέχη πολύ ο γείτων να μη κάμνη εις τον γείτονα τίποτε το έκτροπον, και ως προς τα άλλα και προ πάντων να προσέχη πολύ από πάσαν επέκτασιν της καλλιεργείας του.

Διότι το να βλάψη κανείς δεν είναι δύσκολον, αλλά το κάμνει ο καθείς, το να ωφελήση όμως δεν ημπορεί να το κάμνη ο καθείς. Όστις δε καλλιεργεί έδαφος του γείτονος υπερπηδών τα σύνορα, την μεν βλάβην ας την πληρώνη, διά να θεραπευθή δε από την αναίδειάν του και την φιλαργυρίαν του ας πληρώση και το διπλάσιον της ζημίας εις τον παθόντα. Δι' αυτά δε και όλα τα παρόμοια ας διορισθούν πραγματογνώμονες και δικασταί και εκτιμηταί οι αγρονόμοι, και εις μεν τα μεγαλίτερα, καθώς είπαμεν προηγουμένως, όλη η τάξις του δωδεκατημορίου, εις δε τα μικρότερα μόνον οι φρούραρχοι. Και αν κανείς βόσκη ποίμνια εντός ξένων κτημάτων, ας παρατηρήσουν τας βλάβας και ας κρίνουν και ας ορίσουν την ποινήν, και εάν κανείς οικειοποιήται μελίσσια ξένα ευρίσκων τέρψιν εις αυτά και προσελκύων αυτά με την χαλκοκρουσίαν, ας πληρώνη την ζημίαν. Και εάν καίων ξυλείαν δεν προφυλάξη την γειτονικήν, ας τιμωρηθή με το πρόστιμον το οποίον θα αποφασίσουν οι άρχοντες. Επίσης δε και εάν φυτεύων δεν αφήνη ανάλογον απόστασιν από τα χωράφια του γείτονος, καθώς και πολλοί νομοθέται είπαν λεπτομερώς, των οποίων τους νόμους πρέπει να τους χρησιμοποιούμεν συμπληρωματικώς και να μην έχωμεν απαίτησιν όλα και τα πολύπλοκα και τα μικρά ζητήματα, τα οποία εθέσπισε και ο τυχών νομοθέτης, να τα νομοθετήση όλα ο νομοθέτης της πόλεως.

Λόγου χάριν, υπάρχουν περί των υδάτων εις τους γεωργούς παλαιοί και καλοί νόμοι, τους οποίους δεν πρέπει να μετακινήσωμεν εις την συζήτησίν μας, αλλ' όστις θελήση να φέρη νερόν εις τον ιδικόν του τόπον, ας αρχίση να το μετακομίζη από τα κοινά ρεύματα χωρίς να αποκόπτη πηγάς γνωστάς κανενός ιδιώτου, ας τα διοχετεύη δε από όποιον μέρος θέλει εκτός των οικιών και των διαφόρων ιερών και των μνημείων, χωρίς να σκάπτη άλλο μέρος εκτός των αυλάκων. Εάν δε εις μερικά μέρη είναι φυσική έλλειψις νερού, από μέσα από την γην η οποία καταπίνει τα βρόχινα νερά και δεν έχει τας απαραιτήτους πηγάς, ας ανοίξη πηγάδι εις το χωράφι του έως εις το στρώμα της αργίλου, και αν εις αυτό το βάθος δεν επιτύχη διόλου νερόν, ας λαμβάνη νερόν από τους γείτονας, όσον είναι απαραίτητον διά τους εργάτας. Εάν δε και οι γείτονες το έχουν μετρημένον με ακρίβειαν, ας ζητήση από τους αγρονόμους να προσδιορίσουν ωρισμένην σειράν της ημέρας και τότε ας πηγαίνη καθ' ημέραν να λαμβάνη νερόν από τους γείτονας.

Εάν δε εις τα βρόχινα νερά ο υψηλότερον καλλιεργών ή και ο ομότοιχος ζημιώνει τους χαμηλοτέρους, διότι δεν επιτρέπει την εκροήν, ή αντιθέτως ο υψηλότερα ευρισκόμενος αφήνη όπως τύχη τα ρεύματα και βλάπτη τον κάτω, και ως προς αυτά δεν δέχωνται να συνεννοηθούν μεταξύ των, εις μεν την πόλιν ας προσκαλέση όστις θέλει τον αστυνόμον, εις δε τον αγρόν τον αγρονόμον και ας ορίση αυτός τι πρέπει να κάμη ο καθείς από τους δύο. Όστις δε δεν τηρεί την τάξιν ας υποστή τιμωρίαν φθονεράς ψυχής και συγχρόνως κακεντρεχούς, και, αν καταδικασθή, ας πληρώση διπλασίως την ζημίαν εις τον παθόντα, εάν δεν θελήση να υπακούση εις τους άρχοντας.

Των δε οπωρικών πρέπει να κάμνουν χρήσιν όλοι ως εξής. Δύο ειδών δώρα μας χαρίζει η θεά της γεωργίας· το έν είναι ο αθησαύριστος καρπός του Διονύσου, το δε άλλο ο κατάλληλος εκ φύσεως διά να αποθηκευθή. Λοιπόν ας υπάρχη διά τα οπωρικά ο εξής νόμος. Όστις γευθή άωρα οπωρικά, είτε σταφύλια είτε σύκα, πριν να φθάση ο καιρός του τρύγου, ο οποίος συμπίπτει με τον Αρκτούρον, είτε εις τα ιδικά του χωράφια είτε εις ξένα, ας πληρώνη ιερόν πρόστιμον εις τον Διόνυσον πενήντα δραχμάς, όταν κόπτη από τα ιδικά του, όταν δε κόπτη από τα γειτονικά, μίαν μναν, εάν δε από άλλα χωράφια, δύο τρίτα της μνας. Όστις δε θελήση να δοκιμάση το σταφύλι το οποίον εσχάτως ήρχισαν να το ονομάζουν γενναίον (11) και τα γενναία σύκα, εάν μεν δρέπη από τα ιδικά του, ας τα απολαμβάνη όπως θέλει και όταν θέλη, εάν όμως από κτήματα άλλου χωρίς να τον πείση συμφώνως με τον νόμον (12) ότι δεν πρέπει να σηκώνη ό,τι δεν ετοποθέτησε, ας τιμωρήται. Εάν δε δούλος χωρίς να πείση τον ιδιοκτήτην δρέπη κανέν από αυτά, εις κάθε ράγα σταφυλίου και εις κάθε σύκον της συκής ας τρώγη ισαρίθμους ξυλιές. Ο δε μέτοικος ας αγοράζη τα ώριμα οπωρικά, αν του αρέσουν να τρώγη τοιαύτα. Εάν δε κανείς ξένος νεοφερμένος επιθυμήση να φάγη οπωρικά, όταν περνά από τον δρόμον, τα μεν γενναία ας τα δρέπη, εάν θέλη, ο ίδιος και είς υπηρέτης του χωρίς πληρωμήν απολαμβάνων φιλοξενίαν, από τα άωρα όμως και τα παρόμοια ας εμποδίζη ο νόμος τους ξένους να δρέπουν. Εάν όμως από αμάθειαν εγγίση, κανείς ή ο δούλος του, ο μεν δούλος να τιμωρήται με ξύλον, ο δε ελεύθερος να εκδιώκεται με συμβουλάς και ας οδηγήται να δρέπη, τα άλλα οπωρικά, τα οποία δεν χρησιμεύουν ως αποθηκευμένη σταφίς και ως οίνος και ως ξηρά σύκα. Όσον δε διά τα απίδια και τα μήλα και τα ρώδια και όλα τα παρόμοια, ας μην είναι εντροπή να δρέπη κρυφίως κάτι, αλλά όστις συλληφθή, εάν είναι ηλικίας κάτω των τριάντα ετών, ας κτυπάται και ας αποκρούη τα κτυπήματα χωρίς τραύματα, δίκη όμως να μην υπάρχη δι' αυτά εις τον ελεύθερον. Εις δε τον ξένον καθώς εις τα οπωρικά ας επιτραπή και από αυτά να δρέπη. Εάν δε κανείς γεροντότερος δρέπη από αυτά, όταν το φάγη επιτοπίως και δεν μετακομίζη τίποτε, καθώς ο ξένος ας μετέχη όλων αυτών, εάν όμως δεν υπακούη εις τον νόμον, ας κινδυνεύη να αποκλεισθή από τον αγώνα της αρετής, εάν έως τότε υπενθυμίση κανείς αυτά εις τους τότε κριτάς.

Το δε νερόν είναι δι' όλα τα κηπουρικά η απαραίτητος τροφή, αλλά ευκόλως νοθεύεται. Δηλαδή ούτε η γη ούτε ο ήλιος ούτε οι άνεμοι, οι οποίοι με το νερόν ζωογονούν τα προϊόντα της γης, δεν είναι εύκολον να νοθευθούν με δηλητήρια ή με μετακινήσεις ή κλοπάς, εις την φύσιν όμως του νερού όλα αυτά είναι δυνατόν να γίνουν. Διά τούτο βεβαίως απαιτείται υπερασπιστής νόμος. Λοιπόν ας υπάρχη ο εξής νόμος περί αυτού. Αν κανείς νοθεύη εκ προαιρέσεως ξένον νερόν είτε της πηγής είτε και αποθηκευμένον με φάρμακα ή με σκαψίματα ή με κλοπάς, τότε όστις ζημιώνεται ας τον εγκαλή εμπρός εις τους αστυνόμους, και ας ορίζη την αξίαν της βλάβης· εάν δε κανείς καταδικασθή ότι βλάπτει κάποιον με δηλητηριάσεις, εκτός του προστίμου, ας καθαρίση τας πηγάς ή το αγγείον του νερού, όπως ορίζουν οι νόμοι των ερμηνευτών ότι πρέπει να γίνεται η κάθαρσις από τον καθένα.

Όσον δε διά την συγκομιδήν όλων των προϊόντων, ας επιτρέπεται εις τον επιθυμούντα να μετακομίζη διά παντός τόπου τα ιδικά του, όταν ή διόλου δεν ζημιώνη κανένα, ή κερδίζη ο ίδιος τριπλάσιον κέρδος από την ζημίαν του γείτονος. Εις αυτά δε πραγματογνώμονες να είναι οι άρχοντες και δι' όλα τα άλλα όσα κανείς εκ προθέσεως βλάπτει άλλον άνευ της αδείας του διά της βίας ή κρυφίως ή τον ίδιον ή κάτι τι ιδικόν του με τα ιδικά του κτήματα. Όλα τα παρόμοια αφού τα αποδείξη εις τους άρχοντας, ας τον τιμωρήση, αν η βλάβη είναι έως τρεις μνας. Εάν όμως υπάρχη καμμία μεγαλιτέρα καταγγελία του ενός κατά του άλλου, ας παρουσιάση την δίκην εμπρός εις τα κοινά δικαστήρια και ας τιμωρήση τον αδικούντα. Εάν δε κανείς από τους άρχοντας φανή ότι με άδικον γνώμην αποφασίζει τας τιμωρίας, ας είναι υπόδικος του ζημιωθέντος διά τα διπλάσια. Τα δε αδικήματα των αρχόντων εις εκάστην δίκην όστις θέλει ας τα εφεσιβάλλη εις τα κοινά δικαστήρια. Επειδή δε είναι χιλιάδες των χιλιάδων και μικροί οι νόμοι, συμφώνως με τους οποίους πρέπει να γίνωνται αι τιμωρίαι, και ως προς την έναρξιν της δίκης και ως προς τας προσκλήσεις και τους κλητήρας, είτε με δύο είτε με οσουσδήποτε είναι ανάγκη να προσκληθούν, και ως προς όλα τα παρόμοια, ούτε ανομοθέτητα είναι δυνατόν να μείνουν, ούτε όμως άξια γέροντος νομοθέτου είναι αυτά, αλλά οι νέοι ας νομοθετήσουν αυτά συμφώνως με τα προηγούμενα νομοθετήματα, μιμούμενοι με τα μικρά τα μεγάλα και γνωρίζοντες την υποχρεωτικήν αυτών ανάγκην έως ότου να φανούν ότι είναι αρκετοί οι νόμοι. Τότε δε πλέον ας τους καταστήσουν αμετακινήτους και ας ζουν πλέον έχοντες αυτούς ως μέτρον.