Part 6
Αλλά όσοι ζουν με ευτυχίαν πρέπει πρώτον να έχουν το προσόν να μη αδικούν άλλους ούτε να αδικώνται οι ίδιοι από άλλους. Από αυτά δε τα δύο το πρώτον δεν είναι πολύ δύσκολον, διά να μη αδικούνται όμως είναι πολύ δύσκολον να αποκτήσουν την απαιτουμένην δύναμιν και δεν είναι δυνατόν να αποκτήσουν αυτό, τελείως παρά εάν γίνουν τελείως αγαθοί. Αυτό λοιπόν το ίδιον είναι δυνατόν να υπάρχη και διά την πόλιν, δηλαδή, εάν μεν γίνη αγαθή, ο βίος της θα είναι ειρηνικός, αν όμως είναι κακή, θα είναι πολεμικός και εξωτερικώς και εσωτερικώς. Αφού δε αυτά είναι σχεδόν καθώς τα είπαμεν, δεν πρέπει έκαστος εν καιρώ πολέμου να γυμνάζεται διά τον πόλεμον, αλλά εν καιρώ ειρήνης. Λοιπόν η πόλις η οποία έχει νουν πρέπει έκαστον μήνα να επιστρατεύεται όχι ολιγώτερον από μίαν ημέραν, και περισσοτέρας δε, όταν εγκρίνουν και οι άρχοντες, χωρίς να φοβούνται τας κακοκαιρίας και τους καύσωνας, και οι ίδιοι και αι γυναίκες και οι παίδες, όταν εγκρίνουν οι άρχοντες να τους επιστρατεύουν πανδήμως, άλλοτε δε χωριστά έκαστον μέρος.
Και πρέπει να επινοούνται πάντοτε μερικά παιγνίδια μαζί με τας θυσίας, διά να γίνωνται μάχαι κάπως πανηγυρικαί, όσον το δυνατόν τελείως απομιμούμεναι τας πολεμικάς μάχας. Πρέπει δε να μοιράζωνται βραβεία και δώρα, και να λέγουν μεταξύ των με εγκώμια και με κατακρίσεις ποίους είδους ανεδείχθη έκαστος και εις τους αγώνας και εις όλας τας περιστάσεις του βίου και όστις αποδεικνύεται ο καλλίτερος να τον υπολήπτωνται, όστις δε όχι, να τον κατακρίνουν (7). Ποιητής δε διά τα τοιαύτα ας μη γίνεται παραδεκτός οποιοσδήποτε, αλλά όστις πρώτον μεν έχει ηλικίαν όχι κατωτέραν των πενήντα ετών, όχι όμως πάλιν από εκείνους οι οποίοι ποίησιν μεν και φιλομουσίαν απέκτησαν αρκετήν, καλόν όμως έργον και διάσημον δεν έκαμαν ποτέ κανέν. Αλλά μόνον όσοι και οι ίδιοι είναι αγαθοί και ευυπόληπτοι εις την πόλιν και συγχρόνως είναι εργάται καλών έργων (!), αυτών τα ποιήματα ας ψάλλωνται, και αν δεν είναι αριστουργήματα συνθέσεως.
Η δε κρίσις περί αυτών ας ανατεθή εις τον παιδαγωγόν και εις τους άλλους νομοφύλακας, και ας αποδώσουν τούτο μόνον το βραβείον εις αυτούς, δηλαδή εις αυτούς μόνον να υπάρχη άδεια μουσικής παραστάσεως, εις δε τους άλλους να μη δίδεται καμμία άδεια, ούτε να τολμά κανείς να ψάλη μουσικήν ανέγκριτον από τους νομοφύλακας, ούτε ακόμη και αν είναι γλυκυτέρα από τους ύμνους του Θαμύρου και του Ορφέως, μόνον δε όσα ποιήματα εθεωρήθησαν ιερά και αφιερώθησαν εις τους θεούς και όσα είναι έργα αγαθών ανδρών ως κατάκρισις ή έπαινος μερικών προσώπων και ενεκρίθησαν ως κατάλληλα, αυτά να έχουν αυτό το δικαίωμα. Αυτά τα ίδια δε και περί της εκστρατείας και περί της αδείας ποιημάτων λέγω ότι πρέπει να εφαρμόζωνται και εις τας γυναίκας καθώς εις τους άνδρας. Πρέπει δε να ερωτά ο ίδιος ο νομοθέτης τον εαυτόν του ενδομύχως: Ας προσέξω, τι είδους πολίτας ανατρέφω, αφού ίδρυσα ολόκληρον την πόλιν; Άραγε όχι αθλητάς των σπουδαιοτέρων αγώνων, εις τους οποίους υπάρχουν αμέτρητοι ανταγωνισταί;
— Βεβαιότατα, θα απαντήση κανείς, πολύ ορθώς ομιλών.
— Και λοιπόν, εάν επροετοιμάζαμεν πυγμάχους ή παγκρατιαστάς ή αθλητάς διά κανέν παρόμοιον αγώνισμα, άραγε κατ' ευθείαν θα επηγαίναμεν εις τον αγώνα χωρίς προηγουμένως να γυμνασθώμεν καμμίαν ημέραν; Ή μήπως ως πύκται βεβαίως έπρεπε πάρα πολλάς ημέρας προ του αγώνος να διδαχθώμεν το αγώνισμα και να ασκηθώμεν, απομιμούμενοι όλας εκείνας τας κινήσεις, τας οποίας θα ημπορούσαμεν να χρησιμοποιήσωμεν τότε αγωνιζόμενοι διά την νίκην; Και, διά να πλησιάσωμεν περισσότερον εις την πραγματικότητα, δεν θα εθέταμεν εις τας πυγμάς αντί ιμάντων πιλήματα, ώστε τα κτυπήματα και ο τρόπος της αποφυγής των κτυπημάτων να μελετηθούν όσον το δυνατόν επαρκώς; Ακόμη δε, εάν ετύχαινε έλλειψις περισσοτέρα συγγυμναστών, τάχα θα εφοβούμεθα μήπως μας περιγελάσουν οι ανόητοι και δεν θα ετολμούσαμεν να κρεμάσωμεν άψυχον ανδρείκελον και να αγωνιζώμεθα εναντίον αυτού; Ακόμη περισσότερον δε, εάν λάβωμεν έλλειψιν όλων απολύτως, και των εμψύχων και των αψύχων, και μη έχοντες συγγυμναστάς τάχα δεν θα ετολμούσαμεν να σκιαμαχήσωμεν κυριολεκτικώς με τον εαυτόν μας; Ή τότε πώς άλλως πρέπει να θαυμάση κανείς την γύμνασιν εις τας χειρονομίας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν, Ξένε μου, τίποτε άλλο δεν θα εκάμναμεν παρά αυτό που είπες τόρα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε οι μάχιμοι της πόλεώς μας πρέπει να προγυμνασθούν χειρότερα από αυτούς τους αγωνιστάς, διά να παρουσιασθούν εις τον σπουδαιότερον από όλους τους αγώνας, δηλαδή διά να πολεμήσουν υπέρ της σωτηρίας της ιδικής των ψυχής και των παίδων και των χρημάτων των και ολοκλήρου της πόλεως; Και τάχα θα φοβηθή ο νομοθέτης μήπως φανούν γελοία αυτά τα μεταξύ των γυμνάσια και δεν θα νομοθετήση να επιστρατεύωνται κυρίως μεν εκάστην ημέραν τουλάχιστον οι μικροί χωρίς όπλα, και δεν θα ενισχύση εις αυτά συγχρόνως τους χορούς και ολόκληρον την γυμναστικήν; Τα δε κάπως εις μεγαλιτέραν κλίμακα γυμνάσια θα διατάξη να γίνονται όχι ολιγώτερα από μίαν φοράν τον μήνα και να διαγωνίζωνται μεταξύ των εις όλην την χώραν, γυμναζόμενοι εις κατάληψιν οχυρωμάτων και εις ενέδρας, και μιμούμενοι ολόκληρον την πολεμικήν τέχνην να σφαιρομαχούν και να εκτελούν κτυπήματα ομοιότατα προς τα αληθινά με επικίνδυνους βολάς, διά να μην είναι εντελώς άφοβον αυτό το μεταξύ των παιγνίδιον, αλλά να προξενή φόβους και με κάποιον τρόπον να φανερώνη και τον θαρραλέον και τον δειλόν και εις εκείνον μεν να αποδίδη τιμάς, εις αυτόν δε προσβολάς, διά να καθιστά χρήσιμον όλην την πόλιν εις τον αληθινόν αγώνα ισοβίως. Και ωρισμένως, αν αποθάνη και κανείς με αυτόν τον τρόπον, να θεωρηθή ο φόνος ότι έγινε ακουσίως, και να γίνη παραδεκτόν ο φονεύς να καθαρθή συμφώνως με τους νόμους και να είναι αμόλυντος εις τας χείρας, με την σκέψιν ότι, όταν αποθάνουν όχι πολλοί άνθρωποι, θα γεννηθούν πάλιν άλλοι όχι κατώτεροι, όταν όμως αποθάνη ο ίδιος ο φόβος, διά να ειπώ ούτω πως, εις όλα αυτά, δεν θα ευρεθή έλεγχος των καλλιτέρων και των χειροτέρων, το οποίον δεν είναι διά την πόλιν ολίγον μεγαλίτερον κακόν από εκείνο.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Συμφωνούμεν ημείς, Ξένε μου, ότι πρέπει όλη η πόλις και να νομοθετήση και να εκτελή τα τοιαύτα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' άραγε γνωρίζομεν διά ποίαν αιτίαν τόρα σχεδόν εις καμμίαν πόλιν δεν υπάρχει αυτού του είδους ο χορός και οι αγώνες, εκτός πολύ ολίγων εξαιρέσεων; Ή να ειπούμεν ότι αιτία είναι η αμάθεια του λαού και των νομοθετών αυτού;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ πιθανόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Διόλου δεν είναι αυτή, αξιομακάριστε Κλεινία. Αλλά πρέπει να δεχθώμεν δύο αιτίας αυτών και πολύ μάλιστα, δικαιολογημένας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίας;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Η μία είναι ότι η μανία προς τον πλούτον δεν τους αφήνει καιρόν διά να ασχοληθούν εις άλλα εκτός των κτημάτων των. Όταν δε ολόκληρος η ψυχή όλων των πολιτών είναι κρεμασμένη από αυτά, δεν είναι δυνατόν να λάβη φροντίδα δι' άλλα εκτός του καθημερινού κέρδους. Και παν μάθημα ή ασχολίαν, η οποία οδηγεί εις τούτο — αυτά είναι έκαστος έτοιμος ιδιαιτέρως να τα μάθη και να ασκηθή, όλα δε τα άλλα τα περιγελά. Και αυτό μεν πρέπει να ειπούμεν ότι είναι έν και μία αιτία διά να μη θέλη η πόλις να επιδιώκη ούτε τούτο ούτε κανέν άλλο καλόν έργον, αλλά από απληστίαν διά τον χρυσόν και τον άργυρον είναι πρόθυμος έκαστος άνθρωπος να ανέχεται πάσαν τέχνην και εφεύρεσιν είτε έντιμον είτε άτιμον, εάν πρόκειται να γίνη πλούσιος, και να εκτελή πάσαν πράξιν είτε ευσεβή είτε ασεβή και όλως αισχράν, χωρίς να στενοχωρήται διόλου, αρκεί μόνον να έχη τα μέσα καθώς το ζώον διά να φάγη πολλών ειδών φαγητά και να πίη επίσης και να απολαύση όλας τας ηδονάς των αφροδισίων.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας δεχθώμεν ότι αυτή που είπα είναι μία από τας αιτίας που εμποδίζει τας πόλεις και τας κάμνει να μη γυμνάζωνται ούτε εις κανέν άλλο καλόν ούτε εις τα πολεμικά, αλλά κάμνει εμπόρους και εμποροπλοιάρχους και υπηρέτας εντελώς τους εκ φύσεως αξιοπρεπείς ανθρώπους, τους δε ανδρείους, τους κάμνει ληστάς και διαρρήκτας και ιεροσύλους και φιλοπολέμους και τυραννικούς, ενώ πολλάκις δεν είναι διόλου αδικημένοι από την φύσιν, αλλά μόνον από την κακήν των τύχην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το εννοείς αυτό;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς ημπορώ βεβαίως εγώ να μη θεωρήσω εντελώς δυστυχείς εκείνους, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να περάσουν όλην των την ζωήν με πειναλέαν ψυχήν;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Τότε λοιπόν αυτή είναι μία αιτία. Αλλά δευτέραν αιτίαν ποίαν θεωρείς, καλέ Ξένε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά μου ενθύμισες.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγεις λοιπόν συ ότι αυτή μεν είναι μία ακόρεστος δίψα εις όλην την ζωήν, η οποία κάμνει έκαστον πολυάσχολον και εμποδίζει έκαστον να μη γυμνάζεται καλώς εις τα πολεμικά. Έστω. Τόρα λοιπόν ειπέ μας την δευτέραν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μήπως λοιπόν φρονείτε ότι δεν ομιλώ, αλλά αργοπορώ από στενοχωρίαν;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Όχι, αλλά μας φαίνεσαι ως να τιμωρής από μίσος αυτήν την συνήθειαν περισσότερον από όσον πρέπει μέσα εις την τυχαίαν σειράν της συζητήσεως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ ωραία, καλοί μου ξένοι, μου εκάματε παρατηρήσεις. Και δι' αυτό θα ακούσετε, καθώς φαίνεται, τόρα την συνέχειαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε και μη σε μέλει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ φρονώ ότι πταίουν τα ανάξια πολιτεύματα, τα οποία ανέφερα εις τας προηγουμένας συζητήσεις, δηλαδή η οχλοκρατία και η ολιγαρχία και η τυραννίς. Διότι από αυτά κανέν δεν είναι πολίτευμα, αλλά έκαστον είναι ορθόν να λέγεται φατρίευμα. Δηλαδή κανέν από αυτά δεν κυριαρχεί εκουσίως εις εκουσίους, αλλά ακουσίως εις ακουσίους πάντοτε με κάποιον εκβιασμόν. Όταν δε φοβήται ο άρχων τον αρχόμενον, δεν θα τον αφήση ποτέ να γίνη ούτε καλός ούτε πλούσιος ούτε ισχυρός ούτε ανδρείος ούτε απολύτως πολεμικός. Αυτά τα δύο λοιπόν είναι σχεδόν πρωτίστη αιτία όλων των κακών, κυρίως όμως αυτών εδώ είναι η κυριωτέρα αιτία. Αλλά η πολιτεία, την οποίαν νομοθετούμεν τόρα με την συζήτησίν μας, απέφυγε και τα δύο αυτά. Διότι και σχόλην έχει όσον το δυνατόν περισσοτέραν, και οι πολίται είναι ανεξάρτητοι μεταξύ των, και έπειτα πολύ ολίγοι, νομίζω, ημπορούν να γίνουν φιλάργυροι με αυτούς τους νόμους. Ώστε πρεπόντως και λογικώς μόνον η εγκατάστασις τοιούτου πολιτεύματος από όλα τα σημερινά θα δεχθή το είδος των παιγνιδίων και της εκπαιδεύσεως, τα οποία εξετάσαμεν τελείως εις την συζήτησιν μας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν δεν είναι συνέχεια με αυτά να ενθυμηθώμεν τέλος πάντων όλους τους γυμνικούς αγώνας, ότι δηλαδή όσα μεν αγωνίσματα χρησιμεύουν διά τον πόλεμον αυτά πρέπει να συνηθίζωμεν και να ορίζωμεν βραβεία της νίκης, όσα δε δεν χρησιμεύουν να τα αφήσωμεν κατά μέρος; Ποία δε είναι αυτά, είναι καλόν να λεχθούν από την αρχήν και να νομοθετηθούν. Και πρώτον δεν πρέπει άραγε να νομοθετήσωμεν τα περιστρεφόμενα εις το τρέξιμον και εν γένει εις την ταχύτητα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πρέπει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τουλάχιστον είναι βέβαιον ότι το καταλληλότερον από όλα διά τον πόλεμον είναι ευκινησία του σώματος, εν μέρει μεν των ποδών, εν μέρει δε των χειρών. Διά την φυγήν μεν και την σύλληψιν η ευκινησία των ποδών, διά την συμπλοκήν όμως και την μάχην εκ του συστάδην είναι ανάγκη της δυνάμεως και ρωμαλεότητος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι άλλο;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως καμμία από τας δύο χωρίς όπλα δεν αποκτά την μεγαλιτέραν χρησιμοποίησιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εις την ιδικήν μας πολιτείαν πρώτον διά τον δρόμον ενός σταδίου προσκαλεί εις τους αγώνας ο κήρυξ, ο δε αγωνιστής εισέρχεται κρατών τα όπλα. Δι' άοπλον δε αγωνιστήν δεν θα ορίσωμεν αγωνίσματα. Πρώτος δε εισέρχεται όστις θα αγωνισθή εις το στάδιον με τα όπλα, δεύτερος ο αγωνιστής του διαύλου, τρίτος του ιππικού διαύλου και μάλιστα τέταρτος του δολίχου και πέμπτος ο τελείως ωπλισμένος διά μήκος εξήντα σταδίων έως εις κάποιον ναόν του Άρεως, και κατόπιν άλλος βαρύτερον ωπλισμένος, ο οποίος θα αγωνισθή εις ομαλώτερον δρόμον, ο δε τελευταίος θα είναι τοξότης φορών όλην την τοξικήν στολήν, θα διατρέξη δε εκατόν στάδια έως εις τον ναόν του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος, διά μέσου βουνών και ανωμάλου εδάφους. Και, αφού κηρύξωμεν την έναρξιν του αγώνος, θα περιμένωμεν αυτούς έως ότου να έλθουν, και εις τον νικητήν θα δώσωμεν έν έκαστον από τα βραβεία.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα ας τα φαντασθώμεν τριών ειδών αυτά τα αγωνίσματα, έν μεν είδος των παίδων, έν δε των αγενείων νέων, και έν των ανδρών. Και διά μεν τους αγενείους θα ορίσωμεν τα δύο τρίτα του μήκους του δρόμου, διά δε τους παίδας τα μισά, είτε με τόξα είτε με όπλα αγωνίζονται. Διά δε τας γυναίκας και τα κοράσια τα ανήλικα να αγωνίζωνται γυμνά, εις το στάδιον και τον δίαυλον και τον ιππικόν δίαυλον και τον δόλιχον, εις το ίδιον τρέξιμον ανταγωνιζόμεναι. Αι δε έχουσαι ηλικίαν δεκατριών ετών μέχρι του γάμου των, ο οποίος δεν αναβάλλεται ούτε περισσότερον του εικοστού ούτε ολιγώτερον του δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας των, πρέπει να καταβαίνουν εις τον ανταγωνισμόν αυτού του δρόμου με ευπρεπή στολήν.
Και τα μεν σχετικά με τους δρόμους των ανδρών και των γυναικών ας είναι αυτά. Εις δε τα σχετικά με την σωματικήν δύναμιν αντί μεν της πάλης και όλων των ομοίων όσα είναι βαρέα, να ανταγωνίζωνται εις την ένοπλον μάχην εις προς ένα και δύο προς δύο και ομάδες έως δέκα προς δέκα μεταξύ των. Όσον δε διά το ζήτημα ποίας νίκας πρέπει να κερδίση όστις απέκρουσε ή προσέβαλε, καθώς τόρα διά την πάλην εθέσπισαν οι ειδικοί εις την πάλην, ποίον κατόρθωμα χαρακτηρίζει τον καλόν παλαιστήν και ποίον τον αδέξιον, κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπον και εδώ πρέπει να προσκαλέσωμεν τους τελειοτάτους εις την οπλομαχίαν και να τους αναθέσωμεν να νομοθετήσουν μαζί όλοι, ποίος πρέπει να θεωρήται νικητής εις αυτάς τας μάχας, δηλαδή τι αν αποκρούση ή πώς αν προσβάλη, και τον νικημένον ομοίως ποία τάξις τον διακρίνει. Τα ίδια δε ας είναι νομοθετημένα και διά τα θήλεα μέχρι του γάμου των. Έπειτα πρέπει ολόκληρον την πελταστικήν να την αντικαταστήσωμεν εις την θέσιν του παγκρατίου, διά να αγωνίζωνται εις τα τόξα και εις τας πέλτας και εις τα ακόντια και εις το ρίψιμον λίθων με τας χείρας και με τας σφενδόνας ορίζοντες πάλιν δι' αυτά νόμους, ώστε να αποδίδωνται τα βραβεία και αι νίκαι εις τους εκτελούντας καλλίτερον όσα λέγει ο νόμος ως προς αυτά.
Κατόπιν είναι η σειρά να τεθούν νόμοι περί ιππικών αγώνων. Λοιπόν εδώ εις την Κρήτην (8) βεβαίως δεν χρησιμοποιούνται πολλοί ίπποι ούτε τόσον συχνά. Επομένως είναι ανάγκη και αι μελέται αυτών να γίνωνται ολιγώτεραι ως προς την ανατροφήν και την άσκησιν.
Δι' άρμα λοιπόν ούτε υπάρχει απολύτως εις ημάς συντηρητής, ούτε μεγάλη αφοσίωσις από κανενός εις αυτά, επομένως δεν είναι κατάλληλον διά τον τόπον να θέσωμεν αγωνίσματα δι' αυτό και να μην έχωμεν νουν ούτε να φαινώμεθα ότι έχομεν. Εις ίππους δε μόνον ορίζοντες βραβεία και εις πωλάρια θηλάζοντα και μεσαία και εντελή θα εγκαταστήσωμεν παιγνίδια σύμφωνα προς την φύσιν της χώρας. Και λοιπόν μεταξύ όλων αυτών ας υπάρχη ανταγωνισμός και φιλοδοξία, εις δε τους φυλάρχους και ιππάρχους ας ανατεθή κοινώς η κρίσις όλων, δηλαδή και των δρόμων και των αγωνιζομένων ενόπλως. Εις τους στερουμένους δε όπλα ούτε εις τους γυμνικούς αγώνας ούτε εδώ είναι ορθόν να νομοθετήσωμεν αγωνίσματα. Τοξότης δε έφιππος Κρης δεν είναι άχρηστος, ούτε ακοντιστής, ώστε ας υπάρχη χάριν διασκεδάσεως και μεταξύ αυτών άμιλλα και ανταγωνισμός. Διά τα θήλεα δε δεν είναι ανάγκη με νόμους και διατάξεις να ορίσωμεν υποχρεωτικώς την συμμετοχήν εις αυτά. Εάν όμως από την προηγουμένην των μόρφωσιν συνηθίσουν, και αν επιδέχεται η φύσις των και δεν δυσκολεύωνται τα κοράσια και αι παρθένοι να λαμβάνουν μέρος, να το επιτρέπωμεν και να μην κατακρίνωμεν αυτάς.
Λοιπόν τόρα πλέον η αγωνιστική και η μάθησις της γυμναστικής, δηλαδή και όσα μελετούμεν εις τους αγώνας και όσα κάθε ημέραν εις τα σχολεία, έλαβαν τέλος. Και μάλιστα και της μουσικής τα μεν περισσότερα εξετάσθησαν, τα δε περιστρεφόμενα εις τους ραψωδούς και τα σχετικά με αυτούς, και πόσοι διαγωνισμοί χορών πρέπει να γίνωνται εις τας πανηγύρεις, όταν διά τους θεούς και τους κατόπιν των θεών ερχομένους ορισθούν οι μήνες και αι ημέραι και τα έτη, τότε θα τακτοποιηθούν, είτε κάθε τρία έτη είτε κάθε πέντε είτε αλλέως όπως μας φωτίσουν οι θεοί ως προς την διάταξιν των ημερών. Και τότε πλέον θα περιμένωμεν να γίνουν αγώνες και της μουσικής τακτοποιούμενοι εις τας λεπτομερείας από τους αθλοθέτας και τον παιδαγωγόν των νέων και τους νομοφύλακας, αφού συνεδριάσουν όλοι μαζί δι' αυτούς και οι ίδιοι γίνουν νομοθέται, περί του πότε και ποίος και με ποίους θα αγωνίζωνται εις όλους τους χορούς. Οποίον δε πρέπει να είναι έκαστον από αυτά ως προς τας λέξεις και τους στίχους και τας αρμονίας μαζί με τους ρυθμούς και τα χοροπηδήματα, πολλάκις τα είπε ο πρώτος νομοθέτης και συμφώνως με αυτά πρέπει οι κατόπιν του να νομοθετούν και αφού κατατάξουν τους αγώνας, καθώς πρέπει εις κατάλληλον καιρόν δι' εκάστην εορτήν, ας αφήσουν την πόλιν να πανηγυρίζη εις αυτάς.
Αυτά λοιπόν και άλλα παρόμοια δεν είναι δύσκολον να κρίνη κανείς με ποίον τρόπον πρέπει να λάβουν νόμιμον διάταξιν, ούτε πάλιν αν μετακινηθούν εδώ ή εκεί ημπορούν να φέρουν μέγα κέρδος ή ζημίαν εις την πόλιν. Όσα όμως δεν έχουν μικράν διαφοράν και δεν είναι εύκολον να επιβάλη κανείς την γνώμην του ως προς αυτά, κυρίως μεν είναι έργον του θεού, εάν υπήρχε τρόπος να έλθουν αυτά ως εντολαί από εκείνον, τόρα όμως σχεδόν απαιτείται κάποιος τολμηρός άνθρωπος, ο οποίος εκτιμά υπερβολικά την ελευθεροστομίαν και θα ειπή όσα του φαίνονται ως καλλίτερα διά την πόλιν και τους πολίτας, επιβάλλων εις διεφθαρμένας ψυχάς το πρέπον και σύμφωνον εις έκαστον πολίτευμα, ομιλών δε πολεμικώς εναντίον των μεγαλιτέρων επιθυμιών και μη έχων κανένα άνθρωπον βοηθόν, και μόνον αυτός ακολουθών τον ορθόν λόγον (!).
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον λόγον εννοούμεν (!) τόρα πάλιν, καλέ Ξένε; Διότι ακόμη ημείς δεν το εννοούμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ φυσικά. Και λοιπόν εγώ θα προσπαθήσω να σας εξηγηθώ σαφέστερον. Δηλαδή, όταν έφθασα εις το ζήτημα της εκπαιδεύσεως, είδα με την φαντασίαν μου νέους και νέας να σχετίζωνται μεταξύ των φιλικώς. Μου επήλθε δε, καθώς, είναι επόμενον, να φοβηθώ συλλογισθείς τι να την κάμη κανείς μίαν τοιαύτην πόλιν, εις την οποίαν οι νέοι και αι νέαι είναι καλοζωιμένοι, ευτραφείς και ελευθερωμένοι από κοπώσεις υπερβολικάς και δουλοπρεπείς, αι οποίαι πάρα πολύ καταπνίγουν την υπερηφά[νειαν] και όλοι σκέπτονται διά θυσίας και εορτάς και χορούς εις όλην των την ζωήν. Με ποίον λοιπόν τρόπον μέσα εις αυτήν την πόλιν θα απέχουν από τας επιθυμίας, αι οποίαι τόσον πολλούς και πολλάς ώθησαν εις τα έσχατα, τας οποίας ήθελε διατάξει ο λόγος να αποφεύγουν, προσπαθών να επιβληθή ως νόμος; Και τας μεν άλλας επιθυμίας δεν είναι παράδοξον να νικούν οι προηγούμενοι νόμοι. Δηλαδή η απαγόρευσις του πλουτισμού, η οποία είναι υπερόχως αγαθή και συντελεί μεγάλως εις την σωφροσύνην, και ολόκληρος η μόρφωσις απέκτησε ως προς αυτά καλούς νόμους, εκτός δε τούτων το βλέμμα των αρχόντων υπεχρεώθη να μη βλέπη αλλού, αλλά να προσέχη πάντοτε τους νέους. Λοιπόν ως προς τας άλλας επιθυμίας, όσον είναι δυνατόν εις ανθρώπους, ετέθησαν ορθώς οι νόμοι. Τόρα όμως ακριβώς διά τους έρωτας προς παίδας άρρενας και θήλεις, και των γυναικών προς τους άνδρας και των ανδρών προς τας γυναίκας, από τους οποίους ωρισμένως αμέτρητα δυστυχήματα συνέβησαν και ιδιωτικώς εις τους ανθρώπους και εις ολοκλήρους πόλεις, πώς ημπορεί κανείς να λάβη τα μέτρα του, και ποίον φάρμακον πρέπει να εύρη δι' όλους αυτούς, διά να αποφύγουν τον τοιούτον κίνδυνον;
Βεβαίως δεν είναι εύκολον, Κλεινία μου. Διότι, και αν εις πολλά άλλα όλη η Κρήτη και η Λακεδαίμων δεν μας δίδουν μικράν βοήθειαν τόρα που νομοθετούμεν νόμους διαφορετικούς από τας συνηθείας των περισσοτέρων, όμως περί των ερώτων, καθώς το γνωρίζομεν και οι ίδιοι, είναι εντελώς αντίθετοι. Διότι, εάν κανείς ακολουθήση την φύσιν και θέση τον προ του Λαΐου νόμον, λέγων ότι είναι ορθόν να μη συνευρίσκωνται με άρρενας και νέους αφροδισιακώς καθώς με τα θήλεα, και φέρων ως μάρτυρα την φύσιν των ζώων και αποδεικνύων ως προς αυτά ότι δεν εγγίζει ο άρρην το άρρεν, διότι τούτο δεν είναι φυσικόν, θα έλεγε ίσως παραδεκτόν διισχυρισμόν, αλλά συγχρόνως δεν θα ήτο σύμφωνος με τας ιδικάς σας πόλεις. Εκτός τούτου όμως εκείνο το οποίον είπαμεν ότι πρέπει πάντοτε να προσέχη ο νομοθέτης, τούτο δεν συμβιβάζεται με αυτά. Δηλαδή πάντοτε ημείς ερευνώμεν ποίον πράγμα συντελεί εις την αρετήν των δεχομένων τους νόμους και ποίον όχι. Λοιπόν, εάν το παραδεχθώμεν αυτό ως καλόν ή όχι αισχρόν, διά να νομοθετηθή τόρα, ας εξετάσωμεν κατά πόσον θα συντελέση εις την αρετήν. Άραγε εις την ψυχήν του παραδιδομένου θα εμπνευσθή το ήθος της ανδροπρεπείας (!), ή εις την ψυχήν του παιδεραστού θα γεννηθή το ιδεώδες της σωφροσύνης; Ή μήπως αυτά μεν δεν είναι δυνατόν να παραδεχθή κανείς ποτέ, μάλλον δε όλως το αντίθετον, εις τον υποχωρούντα εις τας ηδονάς και μη δυνάμενον να αντέχη θα κατακρίνη κανείς την μαλθακότητα; Αλλά τότε εις τον προσπαθούντα να μιμηθή τας γυναίκας τάχα δεν θα κατακρίνη την αντιγραφήν του γυναικείου προτύπου; Λοιπόν ποίος άνθρωπος θα θεσπίση τούτο ως νόμον, αφού είναι τοιούτον; Σχεδόν κανείς, όταν βεβαίως κρατή εις τον νουν του αληθινόν νόμον. Πώς λοιπόν θα αποδείξωμεν ότι αυτό είναι αληθές; Είναι ανάγκη να ερευνήσωμεν την φύσιν της φιλίας και της επιθυμίας και των λεγομένων ερώτων, εάν θέλωμεν να τα εννοήσωμεν αυτά καλώς. Δηλαδή αυτά είναι δύο, και από τα δύο ομού σχηματίζεται τρίτον είδος με ιδιαίτερον όνομα και προξενεί όλην την δυσκολίαν και το σκότος εις το ζήτημα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φίλον βεβαίως ονομάζομεν το όμοιον με το όμοιον κατά την αρετήν και το ίσον με το ίσον, επίσης δε φίλον και το έχον ανάγκην του πλουσίου, το οποίον είναι το αντίθετον ως προς το γένος (πτωχόν). Όταν όμως το καθέν από τα δύο αυτά γίνεται ορμητικόν, το ονομάζομεν έρωτα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν η μεν φιλία των αντιθέτων είναι φοβερά και αγρία και σπανίως είναι αμοιβαία, η δε των ομοίων είναι ήμερος και αμοιβαία εις όλην την ζωήν. Ανάμικτος δε από αυτάς τας δύο εάν γίνη, πρώτον μεν δεν είναι εύκολον να γνωρισθή τι άραγε επιδιώκει να κερδίση όστις έχει τον τρίτον τούτον έρωτα· έπειτα, επειδή σύρεται από τους δύο αντιθέτως, ευρίσκεται εις απορίαν, διότι ο μεν είς τον παρορμά να δοκιμάση το κάλλος, ο δε άλλος του το απαγορεύει. Δηλαδή εκείνος μεν ερωτεύεται το σώμα και την ακμήν της ωραιότητος ως να νοστιμεύεται κανέν οπωρικόν και παρακινεί τον εαυτόν του να το απολαύση, χωρίς να δίδη καμμίαν εκτίμησιν εις την ψυχήν του αγαπωμένου. Αυτός δε θεωρεί πάρεργον την σωματικήν επιθυμίαν και μάλλον με την ψυχήν οραματιζόμενος αυτόν παρά ερωτευόμενος, εκτιμών δε την ψυχήν όσον πρέπει θεωρεί προσβολήν την σωματικήν απόλαυσιν από το σώμα εκείνου, εντρεπόμενος δε και σεβόμενος την σωφροσύνην και ανδρείαν και μεγαλοπρέπειαν και φρόνησιν θέλει να μένη αγνός πάντοτε με αγνόν αγαπητόν. Αυτός δε είναι ο μικτός εκ των δύο ειδών τρίτος έρως, τον οποίον είπαμεν τόρα. Αφού δε τόσων ειδών είναι αυτοί, άραγε όλους πρέπει να τους απαγορεύη ο νόμος, εμποδίζων να υπάρχουν εις τον τόπον μας, ή είναι προφανές ότι τον μεν έρωτα της αρετής, ο οποίος επιθυμεί να γίνη ο νέος όσον το δυνατόν καλλίτερος, θα τον επιτρέψωμεν να υφίσταται εις την πόλιν, τους δε άλλους δύο, εάν είναι τούτο δυνατόν, θα τους απαγορεύσωμεν; Ή πώς αλλέως να ειπούμεν, φίλε Μέγιλλε;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Βεβαίως εντελώς ορθά ωμίλησες αυτήν την φοράν (!) περί αυτών, Ξένε μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.