Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ

Part 5

Chapter 53 wordsPublic domain

Και λοιπόν έλαβε τέλος το ζήτημα ποίου είδους πρέπει να είναι οι χοροί των ωραίων σωμάτων και των ευγενών ψυχών. Είναι όμως ανάγκη να εξετάσωμεν και να γνωρίζωμεν και των ασχήμων σωμάτων και σκέψεων και τας μιμήσεις τας περιστρεφομένας εις τας γελοίας κωμωδοποιήσεις, αι οποίαι εκτελούνται με τας λέξεις και με την ωδήν και με τον χορόν και με όλας αυτάς τας μιμήσεις. Διότι χωριστά από τα αξιογέλαστα δεν είναι διόλου δυνατόν να μάθη κανείς τα σπουδαία, καθώς και παν πράγμα, χωρίς το αντίθετον, εάν πρόκειται κανείς να γίνη φρόνιμος. Να τα εκτελέση όμως και τα δύο δεν είναι δυνατόν, και αν πρόκειται κανείς να έχη ολίγην δόσιν αρετής, αλλά ακριβώς διά τούτο πρέπει να τα γνωρίζη, δηλαδή μόνον και μόνον διά να μη κάμνη ή λέγη από άγνοιαν όσα είναι αξιογέλαστα, ενώ δεν πρέπει να τα κάμνη, αλλά εις δούλους και εις μισθωμένους ξένους να επιβάλλη να τα απομιμούνται, μελέτη όμως δι' αυτά ποτέ να μη γίνεται καμμία ούτε να φανή κανείς από τους ελευθέρους ότι μανθάνει αυτά, ούτε γυνή ούτε ανήρ, αλλά να φαίνεται πάντοτε πρωτόπειρος εις αυτάς τας μιμήσεις. Λοιπόν όσα παιγνίδια περιστρέφονται εις τον γέλωτα, τα οποία μάλιστα τα ονομάζομεν όλοι κωμωδίαν, ας έχουν αυτήν την διάταξιν εις τον νόμον και την συζήτησίν μας. Από δε τους σπουδαίους ποιητάς μας τους καταγινομένους εις την τραγωδίαν, εάν έλθη κανείς να μας ερωτήση τα εξής· Καλοί μου ξένοι, θέλετε άραγε να συχνάζωμεν εις την πόλιν και τον τόπον σας ή όχι, και την ποίησίν μας να την μεταφέρωμεν σωρηδόν, ή πώς εκρίνατε ορθόν να κάμετε ως προς αυτά; Λοιπόν τι είναι ορθόν να απαντήσωμεν δι' αυτά εις τους θείους αυτούς ανθρώπους; Δηλαδή εγώ μεν φρονώ τα εξής· Να ειπούμεν: Αγαπητοί φίλοι ξένοι, ημείς είμεθα οι ίδιοι (!) ποιηταί τραγωδίας όσον το δυνατόν ωραιοτάτης και συγχρόνως καλλίστης. Τουλάχιστον όλη η πολιτεία μας αποτελεί μίμησιν του ωραιοτέρου και καλλιτέρου βίου, και αυτό ακριβώς ημείς φρονούμεν ότι είναι η αληθεστέρα τραγωδία. Λοιπόν και σεις μεν είσθε ποιηταί, αλλά και ημείς ποιηταί είμεθα των ιδίων πραγμάτων, ομότεχνοι με σας και ανταγωνισταί του καλλιτέρου δράματος, το οποίον ακριβώς μόνον ο νόμος επλάσθη διά να το εκτελή, καθώς είναι η ιδική μας γνώμη. Λοιπόν μη σας περάση η ιδέα ότι ημείς θα σας αφήσωμεν τόσον εύκολα να στήσετε σκηνάς εις τον τόπον μας μέσα εις την αγοράν και παρουσιάζοντες καλλιφώνους ηθοποιούς φωνάζοντας δυνατώτερα από ημάς να σας επιτρέψωμεν να εκφωνήτε λόγους εμπρός εις τους παίδας και τας γυναίκας μας και όλον τον λαόν, και να λέγετε διά τα ίδια πράγματα όχι συμφώνους θεωρίας με τας ιδικάς μας, αλλά συνήθως μάλιστα πράγματα αντίθετα κατά το πλείστον. Διότι βεβαίως έπρεπε να ήμεθα παράφρονες και ημείς και όλη η πόλις, η οποία θα σας επέτρεπε να κάμετε αυτά που λέγομεν τόρα, πριν να τα εξελέγξουν αι αρχαί, αν είναι ορθά και κατάλληλα να λέγωνται δημοσίως όσα εσυνθέσατε ή όχι. Τόρα λοιπόν, καλά παιδιά, που είσθε απόγονοι των μαλθακών Μουσών, παρουσιάσατε πρώτον εις τους άρχοντας τας ιδικάς σας ωδάς πλησίον των ιδικών μας και, αν μεν φαίνωνται τα λεγόμενά σας τα ίδια ή και καλλίτερα από τα ιδικά μας, θα σας παραχωρήσωμεν χορόν, ειδεμή, δεν θα ημπορέσωμεν ποτέ, καλοί μας φίλοι. Αυτά λοιπόν τα έθιμα ας είναι θεσπισμένα με νόμους ως προς όλους τους χορούς και την μάθησιν αυτών, δηλαδή χωριστά μεν των δούλων, χωριστά δε των κυρίων, εάν συμφωνήτε.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τόρα πλέον (!) πώς δεν συμφωνούμεν βεβαίως;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ακόμη λοιπόν υπάρχουν τρία μαθήματα διά τους ελευθέρους, πρώτον οι λογαριασμοί και τα σχετικά με τους αριθμούς, δεύτερον πάλιν η καταμέτρησις του μήκους και της επιφανείας και του βάθους, τρίτον δε ποία είναι εκ φύσεως η περίοδος των ουρανίων σωμάτων. Όλα δε αυτά δεν πρέπει να τα εκτελούν με μεγάλην ακρίβειαν οι περισσότεροι άνθρωποι αλλά πολύ ολίγοι μόνον. Ποίοι όμως, θα το ειπούμεν όταν πλησιάσωμεν προς το τέλος (5). Διότι τότε ίσως είναι πρέπον. Πόσα δε από αυτά είναι αναγκαία εις τον λαόν και πώς είναι ορθόν να λέγωνται, να μη το γνωρίζουν μεν οι περισσότεροι είναι εντροπή, να ζητούν όμως όλα με τας λεπτομερείας, δεν είναι εύκολον ούτε εντελώς δυνατόν. Ό,τι όμως είναι αναγκαίον από αυτά δεν ημπορούμεν να το αποδιώξωμεν, αλλά φαίνεται ότι όστις εφήρμοσε την παροιμίαν της ανάγκης και εις τους θεούς, ότι δηλαδή ούτε ο θεός είναι δυνατόν να πολεμήση την ανάγκην, είχε αυτά υπ' όψει του, εφ' όσον βέβαια, νομίζω, υπάρχουν ανάγκαι των θεών. Άλλως τε ως προς τας ανθρωπίνους ανάγκας τας οποίας έχουν υπ' όψει των οι περισσότεροι, όταν λέγουν αυτήν την παροιμίαν, αυτός ο λόγος είναι ο ανοητότερος από όλους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τότε λοιπόν, καλέ Ξένε, αι ανάγκαι των μαθημάτων, αν δεν είναι τοιαύται αλλά θείαι, ποίου είδους είναι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φρονώ τοιαύται, ώστε, εάν κανείς δεν εκτελέση αυτάς ούτε τας μάθη, διόλου δεν είναι δυνατόν να γίνη θεός μεταξύ των ανθρώπων, ούτε δαίμων ούτε ήρως, ώστε να ημπορή να φροντίζη σοβαρώς διά τους ανθρώπους. Πολύ δε μακράν είναι του να γίνη θείος άνθρωπος, εάν δεν ημπορή να γνωρίζη ούτε το έν ούτε τα δύο ούτε τα τρία ούτε γενικώς τα άρτια και τα περιττά, ούτε εντελώς να αριθμή, ούτε να ημπορή να μετρή τας ώρας της νυκτός και της ημέρας, και να είναι αμαθής της τροχιάς της σελήνης και του ηλίου και των άλλων άστρων. Όλα αυτά λοιπόν ότι μεν δεν είναι αναγκαία μαθήματα εις εκείνον όστις θέλει να μάθη και το ελάχιστον από τα ωραιότερα μαθήματα, θα ήτο πολλή μωρία και να το σκεφθούμεν. Ποίον όμως είναι το καθέν από αυτά και πόσα και πότε πρέπει να τα μάθη κανείς και ποίον είναι μαζί με ποίον, και ποίον χωριστά από τα άλλα και όλην την σύνδεσιν αυτών, αυτά πρώτον πρέπει κανείς να μάθη ορθώς, διά να εννοήση τα άλλα τα οποία εξάγονται από αυτά τα μαθήματα. Διότι τοιαύτην ανάγκην μας επιβάλλει η φύσις, εις την οποίαν φρονούμεν ότι ούτε κανείς θεός τόρα ημπορεί να αντισταθή ούτε εις το μέλλον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως, φίλε Ξένε, τόρα που τα είπες έτσι, φαίνεται ότι είναι ορθά και συμφώνως με την φύσιν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μάλιστα έτσι είναι, φίλε Κλεινία, είναι όμως δύσκολον να τα θέσωμεν εμπρός και να τα νομοθετήσωμεν με αυτόν τον τρόπον. Λοιπόν, εάν εγκρίνετε, ας αναβάλωμεν να τα νομοθετήσωμεν λεπτομερέστερον άλλην φοράν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μου φαίνεσαι, Ξένε μου, ότι φοβείσαι την ιδικήν μας αμάθειαν εις αυτά. Λοιπόν δεν έχεις δίκαιον να φοβήσαι. Επομένως όσον δι' αυτά προσπάθησε να ειπής χωρίς να κρύψης τίποτε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φοβούμαι μεν και αυτά που λέγεις τόρα, περισσότερον όμως τρομάζω εκείνους που ήρχισαν αυτά τα μαθήματα, αλλά τα ήρχισαν κακώς. Διότι η αμάθεια όλων των πραγμάτων, ποτέ δεν είναι φοβερόν και βαρύ ούτε το μεγαλίτερον κακόν, αλλά η πολυπειρία και πολυμάθεια με την κακήν ανατροφήν είναι πολύ μεγαλιτέρα ζημία από αυτάς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγεις την αλήθειαν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν πρέπει να παραδεχθώμεν ότι τόσα μόνον πρέπει να μανθάνουν οι ελεύθεροι, όσα και πλήθος πολύ λαού εις την Αίγυπτον μανθάνει μαζί με τα γράμματα. Και πρώτον μεν διά τους λογαριασμούς κυριολεκτικώς σχεδόν διά τους παίδας ευρήκαν μέθοδον με παιγνίδια και με ηδονήν να τους μανθάνουν, και τοιαύτα είναι τα μοιράσματα μήλων και στεφάνων τα οποία εφαρμόζονται και εις περισσοτέρους και εις ολιγωτέρους συγχρόνως, ενώ είναι ο ίδιος αριθμός, έπειτα με τους εφέδρους, των πυκτών και των παλαιστών και με τον συνδυασμόν των διά κλήρου και χωριστά και κατά σειράν, καθώς γίνονται εις το πρα [...]

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά μας προτρέπεις, και τόρα ας αποκριθώμεν ότι αυτά είναι αληθή.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ακόμη όμως και το εξής. Άραγε όλοι οι άνθρωποι ομοίως ευχαριστούμεθα με όλους τους χορούς, ή πολύ απέχομεν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ολότελα μάλιστα απέχομεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ποίον ημπορούμεν να δεχθώμεν ότι είναι αυτό που μας απατά; Άραγε δεν είναι τα ίδια πράγματα ωραία δι' όλους μας, ή είναι μεν, αλλά δεν φαίνονται ότι είναι τα ίδια; Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν να ειπή κανείς ποτέ ότι οι χοροί της κακίας είναι καλλίτεροι παρά της αρετής, ούτε ότι αυτός μεν ευχαριστείται με τα σχήματα της μοχθηρίας, οι άλλοι όμως με κάποιαν αντίθετον Μούσαν προς αυτά. Και βεβαίως οι περισσότεροι νομίζουν ότι ορθότης της μουσικής είναι η δύναμις η οποία προξενεί εις τας ψυχάς ηδονήν. Αλλ' αυτό μεν δεν είναι ούτε υποφερτόν ούτε απολύτως όσιον να το λέγη κανείς, αλλά το εξής είναι περισσότερον πιθανόν να μας πλανά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή όσα συμβαίνουν εις τους χορούς είναι μιμήσεις των χαρακτήρων και γίνονται με πολυειδείς πράξεις και τύχας και ηθοποιίας και μιμήσεις, τας οποίας εκτελεί έκαστον πρόσωπον, δι' όσους μεν είναι σύμφωνα με τον χαρακτήρα των όσα εψάλησαν ή και οπωσδήποτε αλλέως εχορεύθησαν ή εκ φύσεως ή από συνήθειαν ή και από τα δύο, αυτοί μεν είναι λογικόν να ευχαριστούνται με αυτά και να τα επαινούν και να τα ονομάζουν καλά, δι' όσους όμως είναι έξω από το φυσικόν των ή τον χαρακτήρα των ή από κάποιαν συνήθειάν των, αυτοί δεν είναι δυνατόν ούτε να ευχαριστούνται, ούτε να τα επαινούν, τα ονομάζουν δε άσχημα. Εις όσους δε αι μεν φυσικαί ιδιότητες είναι ορθαί, αι δε συνήθειαι αντίθετοι, ή αι μεν συνήθειαι ορθαί, αι δε φυσικαί ιδιότητες αντίθετοι, αυτοί πάλιν αποδίδουν επαίνους αντιθέτως από τας ηδονάς. Δηλαδή λέγουν ότι το καθέν από αυτά είναι ηδονικόν, αλλά και πονηρόν, και εμπρός εις άλλους, τους οποίους θεωρούν φρονίμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως μερικά πράγματα δεν επιδέχωνται ούτε άκραν σφοδρότητα ούτε ηρεμίαν, αλλά μόνον μερικά επιδέχονται, όχι όμως και τα άλλα, συ δε όλα τα θεωρείς τοιαύτα, πώς νομίζεις ότι ευρίσκεσαι ως προς αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως άσχημα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά πάλιν; Διά το μήκος και το πλάτος προς το βάθος, ή διά το πλάτος και μήκος μεταξύ των, τάχα όλοι οι Έλληνες δεν φρονούμεν το ίδιον, ότι δηλαδή είναι δυνατόν να καταμετρηθούν το έν με το άλλο κατά τινα τρόπον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως πάλιν δεν είναι δυνατόν με κανένα τρόπον απολύτως να καταμετρηθούν μεταξύ των, όλοι όμως, καθώς είπα, οι Έλληνες τα θεωρούμεν δυνατά, τάχα δεν αξίζει να εντραπώμεν διά λογαριασμόν όλων και να ειπούμεν εις αυτούς: Αγαπητοί Έλληνες, ιδού αυτό είναι έν από εκείνα διά τα οποία είπαμεν ότι είναι εντροπή να μην τα γνωρίζωμεν, και ότι το να γνωρίζη κανείς τα αναγκαιούντα δεν είναι τόσον ένδοξον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εκτός όμως αυτών υπάρχουν και άλλα συγγενή με αυτά, εις τα οποία μας συμβαίνουν λάθη όμοια με εκείνα τα λάθη.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τα συμμετρικώς μετρητά μεταξύ των και τα ασύμμετρα, πώς επλάσθησαν εκ φύσεως. Διότι αυτά όστις τα εξετάζει πρέπει να τα εννοήση τελείως, ειδεμή θα είναι ολότελα μηδαμινός, και πρέπει πάντοτε να τα προτείνη εις τον κύκλον των φίλων, και να περνά την ώραν του γεροντικά με πολύ περισσοτέραν ευχαρίστησιν από τους κύβους και να συζητή εις τοιαύτα άξια του κόπου διαλείμματα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ίσως. Τουλάχιστον φαίνεται ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των κύβων και αυτών των μαθημάτων.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτά λοιπόν εγώ μεν, φίλε Κλεινία, φρονώ ότι πρέπει να τα μανθάνουν οι νέοι. Διότι δεν είναι ούτε βλαβερά ούτε δύσκολα, επειδή δε εξ άλλου μανθάνονται ως παιγνίδια, θα ωφελήσουν, αλλά δεν θα βλάψουν διόλου την πόλιν. Εάν όμως κανείς φρονή αλλέως, πρέπει να τον ακούσωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και βεβαίως, εάν αποδειχθούν τοιαύτα, είναι φανερόν ότι θα τα εγκρίνωμεν, εάν όμως δεν αποδειχθούν, θα τα αποκηρύξωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως είναι φανερόν. Αμέ τι; Λοιπόν, Ξένε μου, ας δεχθώμεν ότι αυτά είναι από τα αναγκαιούντα μαθήματα, διά να μη αφήνωμεν χάσματα μεταξύ των νόμων μας.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας είναι δεκτά ωσάν ενέχυρα, τα οποία θα τα ελευθερώση το υπόλοιπον πολίτευμα, εάν δεν αρέσουν διόλου ή εις εμέ τον νομοθετήσαντα ή εις σας τους δεχθέντας αυτά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Δίκαιος είναι ο τρόπος της νομοθετήσεως, τον οποίον προτείνεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν λοιπόν από αυτά σκέψου την μάθησιν των άστρων διά τους νέους, αν σας αρέσει καθώς θα την ειπώ ή όχι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγε και μη σε μέλει.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως ως προς αυτά υπάρχει ένα πολύ παράδοξον πράγμα, το οποίον δεν πρέπει να το υποφέρωμεν με κανένα τρόπον απολύτως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τον μέγιστον θεόν και ολόκληρον το σύμπαν νομίζομεν ότι δεν πρέπει ούτε να τον εξετάζωμεν, ούτε να σκοτιζώμεθα ερευνώντες τας αιτίας του. Διότι δεν είναι ούτε ευσεβές. Και όμως φαίνεται ότι όλως διόλου το αντίθετον αν γίνη, θα είναι ορθόν. (6)

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είναι παράδοξον αυτό που λέγω και ίσως νομίση κανείς ότι δεν αρμόζει αυτό εις γέροντας. Αλλά όταν κανείς νομίση ότι ένα μάθημα είναι καλόν και αληθές και συμφέρον εις την πόλιν και όλως αγαπητόν εις τον θεόν, τότε πλέον δεν υπάρχει κανείς τρόπος διά να ημπορέση να μη το ειπή.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ομιλείς πολύ λογικά. Αλλά διά τα άστρα ποίον μάθημα θα εύρωμεν να είναι τοιούτον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αγαπητοί μου, ημπορώ να ειπώ ότι οικτρώς απατώμεθα όλοι οι Έλληνες διά τους μεγάλους θεούς, δηλαδή τον ήλιον και την σελήνην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία είναι η απάτη;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νομίζομεν ότι αυτά ποτέ δεν διαγράφουν τον ίδιον δρόμον, καθώς και μερικά άλλα άστρα, τα οποία ονομάζομεν πλανήτας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μα τον Δία, Ξένε μου, αυτό που λέγεις είναι αληθές. Διότι εις όλην μου την ζωήν και εγώ ο ίδιος είδα πολλάκις και τον αυγερινόν και τον έσπερον και μερικούς άλλους αστέρας να μη διαγράφουν ποτέ τον ίδιον δρόμον, αλλά να περιπλανώνται εντελώς. Τον ήλιον όμως βεβαίως και την σελήνην γνωρίζομεν όλοι ότι κάμνουν πάντοτε τον ίδιον δρόμον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτά λοιπόν, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, φρονούμεν ότι πρέπει να μάθουν περί όλων των ουρανίων θεών οι πολίται και οι νέοι ημών έως εις το σημείον να μη λέγουν βλασφημίας ως προς αυτά, αλλά να ευφημούν όταν κάμνουν θυσίας και να προσεύχωνται ευσεβώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι ορθόν, εάν βεβαίως πρώτον είναι δυνατόν αυτό που λέγεις, έπειτα, και αν τόρα δεν λέγωμεν κανέν από αυτά ορθώς, αφού όμως το μάθωμεν, θα το λέγωμεν, και συμφωνώ και εγώ ότι πρέπει αυτό που είναι τόσον σπουδαίον να το μάθωμεν. Αυτά λοιπόν ως να είναι καθώς τα λέγεις, προσπάθησε και συ να τα εξηγήσης τελείως και ημείς θα προσπαθήσωμεν να σε παρακολουθήσωμεν μανθάνοντες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν είναι εύκολον βεβαίως να μάθη κανείς αυτό που λέγω, ούτε και εντελώς δύσκολον, ούτε και απαιτεί παρά πολύν καιρόν. Απόδειξις δε είναι το εξής: Εγώ περί αυτών δεν είχα ακούσει, ούτε όταν ήμην νέος, ούτε προ πολλών ετών, και εν τούτοις θα ημπορούσα να σας τα εξηγήσω όχι εις πολύν καιρόν. Και όμως, αν ήσαν δύσκολα, βεβαίως δεν θα ημπορούσα να σας τα εξηγήσω, αφού είμαι τόσον γέρων και είσθε και σεις τόσον γέροντες.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγεις την αλήθειαν. Αλλά ποίον να είναι αυτό το μάθημα, το οποίον θεωρείς θαυμάσιον, αλλά πάλιν αρμόδιον διά να το μάθουν οι νέοι, και τo οποίον ημείς δεν το γνωρίζομεν; Προσπάθησε να μας εξηγηθής ως προς τούτο τουλάχιστον καθαρά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας προσπαθήσω. Δηλαδή, αγαπητοί μου φίλοι, δεν είναι ορθή η επικρατούσα εδώ γνώμη περί της σελήνης και του ηλίου και των άλλων αστέρων, ότι τάχα περιπλανώνται, αλλά όλως το αντίθετον από αυτό. Διότι έκαστον από αυτά διατρέχει την ιδίαν τροχιάν και όχι πολλάς αλλά μίαν πάντοτε κυκλικώς, φαίνεται δε απλώς ότι διαγράφει πολλάς. Επίσης το ταχύτερον από αυτά ουχί ορθώς θεωρείται ως το βραδύτερον, και το αντίθετον αντιθέτως. Αυτά λοιπόν, εάν μεν επλάσθησαν ούτω πως, ημείς όμως δεν φρονούμεν ούτω πως, είναι ωσάν να σκεπτώμεθα ομοίως διά τους ίππους τους τρέχοντας εις την Ολυμπίαν ή τους άνδρας τους διανύοντας τον δόλιχον και τον ταχύτερον να τον χαρακτηρίζωμεν ως βραδύτερον, τον δε βραδύτερον ως τον ταχύτερον από όλους, και συνθέτοντες εγκώμια να ψάλλωμεν τον νικημένον ως νικητήν, το οποίον, νομίζω, δεν είναι ούτε ορθός ούτε ευχάριστος τρόπος διά να αποδίδωμεν τα εγκώμια εις τους αγωνιστάς, όσον και αν είναι άνθρωποι. Αλλά τόρα, αφού εις τους ιδίους τους θεούς τα ίδια σφάλματα κάμνομεν, τάχα φρονούμεν ότι εκείνο που είναι γελοίον εκεί και απρεπές, τόρα εδώ, και εμπρός εις αυτούς δεν είναι διόλου γελοίον ουδέ θεάρεστον μάλιστα όταν ημείς εγκωμιάζωμεν περί θεών ψευδείς δοξασίας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές, εάν αυτά είναι ούτω πως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, εάν μεν αποδείξωμεν ότι αυτά είναι ούτω πως, δεν πρέπει να μανθάνωμεν έως εις αυτό το σημείον τουλάχιστον, εάν δε δεν τα αποδείξωμεν, να τα αφήσωμεν; Συμφωνήτε να τα παραδεχθώμεν και αυτά ούτω πως;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν πρέπει να ειπούμεν ότι ετελείωσαν οι νόμοι ως προς την εκπαίδευσιν. Πρέπει δε το ίδιον να σκεφθώμεν και διά το κυνήγιον και δι' όλα τα παρόμοια. Διότι βεβαίως σχεδόν ο νομοθέτης έχει ανώτερον καθήκον παρά απλώς να θέση τους νόμους και να απαλλαχθή, και υπάρχει και κάτι άλλο εκτός των νόμων, το οποίον είναι μεταξύ συμβουλής και νομοθεσίας, το οποίον μάλιστα πολλάκις συνέπεσε να το αναφέρωμεν εις την συζήτησίν μας, καθώς διά την ανατροφήν των πολύ μικρών παιδιών. Δηλαδή δεν θέλομεν να τα αφήσωμεν ανεξήγητα, αλλά πάλιν να νομίζωμεν ότι τα θέτομεν ως νόμους θα ήτο μεγάλη ανοησία. Αφού όμως καταγραφούν κατ' αυτόν τον τρόπον οι νόμοι και ολόκληρος η πολιτεία, δεν είναι τέλειος ο έπαινος του υπερτερούντος πολίτου διά την αρετήν, όταν ειπή κανείς ότι αγαθός πολίτης είναι όστις υπηρετεί καλλίτερον εις τους γραπτούς νόμους και υπακούει εις αυτούς. Καλλίτερον είναι να λέγεται ως εξής, ότι δηλαδή αγαθός είναι όστις συμμορφώνεται με την νομοθεσίαν του νομοθέτου και ως προς τους επαίνους και τας αποδοκιμασίας και ζη τέλειον βίον. Αυτός ο λόγος είναι ορθότατος προς έπαινον του πολίτου, και ο νομοθέτης οφείλει όχι μόνον να γράφη νόμους, αλλά εκτός των νόμων να παρενείρη μεταξύ των νόμων και όσα του φαίνονται καλά και όσα άσχημα, ο δε τέλειος πολίτης όχι ολιγώτερον αυτά να φυλάττη, παρά όσα προλαμβάνονται από τους νόμους με τιμωρίας, ως μαρτυρίαν δε φέρομεν αυτό το ζήτημά μας. Και πραγματικώς αυτό καλλίτερα εκφράζει εκείνο το οποίον θέλομεν να ειπούμεν. Δηλαδή το κυνήγιον είναι ένα ζήτημα πολύπλοκον, αλλά περιλαμβάνεται τόρα σχεδόν εις μίαν λέξιν. Διότι πολλών ειδών είναι το κυνήγιον των ενύδρων και πολλών ειδών των πτηνών, περισσοτέρων δε ακόμη και το κυνήγιον της ξηράς, και δεν πρέπει να εννοούμεν μόνον το κυνήγιον των ζώων, αλλά και των ανθρώπων και το γινόμενον εις τον πόλεμον, αλλά και το φιλικόν, το οποίον άλλοτε είναι αξιέπαινον και άλλοτε αξιοκατάκριτον. Ακόμη δε και αι κλοπαί και καταδιώξεις των ληστών και των στρατοπέδων είναι κυνήγια. Όταν δε ο νομοθέτης νομοθετή περί κυνηγίου, ούτε να μη ορίση όλα αυτά είναι δυνατόν, ούτε πάλιν να θέση εις όλα διατάξεις και πρόστιμα και να κάμνη νόμους απειλητικούς.

Τι πρέπει λοιπόν να κάμνη ως προς αυτά; Ο μεν νομοθέτης οφείλει να επαινέση και να κατακρίνη τα κυνηγετικά εν σχέσει προς τας κοπώσεις και τας ασχολίας των νέων, ο δε νέος πάλιν, αφού τα ακούση, να υπακούη, και ούτε η ηδονή ούτε ο κόπος να τον παραπλανά, από όσα δε επεβλήθησαν απειλητικώς με πρόστιμα εις την νομοθεσίαν ώστε να προτιμά τα λεχθέντα και επιβληθέντα επαινετικώς και να τα εκτελή. Αφού λοιπόν είπαμεν αυτά ως προοίμιον, τόρα ίσως γίνη κατάλληλος ο έπαινος και η κατάκρισις του κυνηγίου, εάν επαινή εκείνο το οποίον κάμνει καλλιτέρας τας ψυχάς των νέων και κατακρίνη εκείνο που τας κάμνει χειροτέρας. Λοιπόν ας ειπούμεν την συνέχειαν προσφωνούντες τους νέους με μίαν ευχήν: Αγαπητοί φίλοι, είθε ποτέ να μη σας κυριεύση ούτε επιθυμία ούτε μανία του θαλασσινού κυνηγίου, ούτε του αγκίστρου ούτε γενικώς των ενύδρων ζώων, ούτε άγρυπνοι ούτε κοιμώμενοι να εκτελήτε με καλαμωτήν αργόν κυνήγιον. Ούτε πάλιν προς σύλληψιν ανθρώπων εις την θάλασσαν και προς ληστείαν να σας κυριεύση πόθος και να σας κάμη κυνηγούς σκληρούς και παρανόμους. Κλοπάς δε εις τους αγρούς και εις την πόλιν ας μη αξιωθή να φαντασθή ούτε ο τελευταίος. Μήτε πάλιν των πτηνών ο αγαπητός πόθος ο όχι πολύ φιλελεύθερος να καταλάβη κανένα από τους νέους. Τότε λοιπόν μόνον των πεζών το κυνήγιον και η παγίδευσις μένει εις τους αθλητάς, μεταξύ υμών, από τα οποία πάλιν το κυνήγιον των μεν κοιμωμένων επιτοπίως, το οποίον ωνομάσθη νυκτέρι, και είναι έργον των αργών ανθρώπων, δεν είναι άξιον επαίνου, ούτε εκείνο που έχει διαλείμματα των κοπώσεων, και γίνεται με δόκανα και με παγίδας και όχι ενώ νικάται με την φιλόπονον ψυχήν η αγρία ρωμαλεότης των θηρίων. Επομένως υπολείπεται μόνον ως καλλίτερον από όλα το κυνήγιον των τετραπόδων, με ίππους και με σκύλλους και με τα ιδικά των σώματα, τα οποία όλα τα νικούν με το τρέξιμον και με κτυπήματα και με βολάς και με τα χέρια των οι κυνηγοί, όσοι φροντίζουν διά την θείαν ανδρείαν.

Λοιπόν δι' όλα αυτά έπαινος και κατάκρισις είναι ο λεπτολογημένος λόγος μας, νόμος δε είναι ο εξής. Αυτούς τους πραγματικώς ιερούς κυνηγούς ας μη τους εμποδίζη κανείς, οπουδήποτε και οπωσδήποτε θέλουν να κυνηγούν. Τον δε ξενύχτην, ο οποίος βασίζεται εις τα δόκανα και εις τα καλάθια, ποτέ να μη τον αφήση κανείς να κυνηγήση εις κανέν μέρος. Τον δε κυνηγόν των πτηνών εις μεν τα ακαλλιέργητα μέρη και εις τα βουνά ας μη τον εμποδίζη· εις τα καλλιεργημένα όμως και εξοχικά προσκυνήματα ας τον εμποδίζη όστις τον συναντά. Ο δε ψαράς, εκτός των λιμένων και των ιερών ποταμών και των τελμάτων και των λιμνών, εις όλα τα άλλα ας επιτρέπεται να ψαρεύη, αρκεί να μη μεταχειρίζεται φράξεις των οπών. Τόρα λοιπόν πρέπει να θεωρήσωμεν ότι έλαβαν τέλος όλοι οι νόμοι περί εκπαιδεύσεως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ίσως ομιλείς πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Συνέχεια λοιπόν με αυτά είναι να τακτοποιήσωμεν και να νομοθετήσωμεν τας εορτάς μαζί με τας μαντείας των Δελφών, ποίαι θυσίαι και εις ποίους θεούς είναι καλόν και ωφέλιμον να γίνωνται από την πόλιν. Πότε δε να γίνωνται και πόσαι ως προς τον αριθμόν, σχεδόν ίσως είναι ιδικόν μας έργον να νομοθετήσωμεν μερικά από αυτά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ως προς τον αριθμόν (!) πολύ πιθανόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τον αριθμόν ας λέγωμεν πρώτον. Δηλαδή, ας μην είναι διόλου ολιγώτεραι από τριακοσίας εξήντα πέντε, ούτως ώστε μία τουλάχιστον αρχή να κάμνη θυσίαν κάθε ημέραν εις ένα θεόν ή δαίμονα υπέρ της πόλεως και των πολιτών και των κτημάτων των. Δι' αυτά δε ας συνέλθουν εις συνέλευσιν οι ερμηνευταί και οι ιερείς και αι ιέρειαι και οι μάντεις μαζί με τους νομοφύλακας και ας τακτοποιήσουν όσα είναι επόμενον να παραλείψη ο νομοθέτης. Μάλιστα δε αυτοί οι ίδιοι πρέπει να είναι οι τελεσίδικοι αρμόδιοι και δι' αυτά τα παραλειπόμενα. Δηλαδή ο μεν νόμος θα ορίση δώδεκα εορτάς διά τους δώδεκα θεούς, όσοι εδώκαν το όνομα εις εκάστην από τας φυλάς, διά να θυσιάζουν εις αυτούς μηνιαίας θυσίας και να εκτελούν χορούς και αγώνας μουσικούς και αθλητικούς, διαμοιράζοντες αυτάς καθώς αρμόζει και εις αυτούς τους θεούς και εις εκάστην ώραν του έτους, και ορίζοντες και γυναικείας εορτάς, όσαι πρέπει να εορτάζωνται χωρίς άνδρας και όσαι όχι. Ακόμη δε και να μη συγχέωνται οι υποχθόνιοι θεοί με τους θεούς, τους οποίους πρέπει να ονομάσουν επουρανίους, και με τους ακολούθους αυτών, αλλά να τους αποχωρίσουν εις τον μήνα του Πλούτωνος τον δωδέκατον συμφώνως με τον νόμον και δεν πρέπει να δυσαρεστήσουν τον θεόν αυτόν, αφού είναι πολιτικοί άνθρωποι, διότι αυτός είναι πάντοτε ο καλλίτερος διά το ανθρώπινον γένος. Διότι, καθώς εγώ ημπορώ να ειπώ σοβαρώς, η σύνδεσις της ψυχής με το σώμα δεν είναι με κανένα τρόπον ανωτέρα της διαλύσεως αυτών. Εκτός δε τούτου όσοι θέλουν να ορίσουν αυτά τελείως πρέπει να σκεφθούν ότι η πόλις μας αυτή όσον καμμία άλλη από τας σημερικάς έχει μεγάλην σχόλην και αφθονίαν των απολύτως αναγκαίων, και πρέπει να ζη καλά ως ενιαίον άτομον.