Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ

Part 4

Chapter 40 wordsPublic domain

Λοιπόν, όταν η νυξ διέρχεται κατ' αυτόν τον τρόπον εκτός όλων των λεχθέντων, ημπορεί και να δώση ανδρείαν εις τας ψυχάς εκάστου πολίτου. Όταν δε επανέλθη η ημέρα και η αυγή, οι μεν παίδες πρέπει να βαδίζουν εις τα σχολεία, αλλά χωρίς ποιμένα δεν πρέπει να μένουν ούτε τα πρόβατα ούτε κανέν άλλο, επομένως ούτε οι παίδες χωρίς παιδονόμους, ούτε οι δούλοι χωρίς κυρίους. Ο παις όμως από όλα τα θηρία είναι το πλέον δυσκολομεταχείριστον. Διότι, ενόσω ακόμη η πηγή της φρονήσεώς του δεν είναι κατηρτισμένη, γίνεται επικίνδυνον και σφοδρόν και αγερωχότερον από όλα τα ζώα. Διά τούτο πρέπει να δεσμεύεται με πολλά δεσμά ως είδος χαλινών, πρώτην φοράν μεν όταν απελευθερώνεται από τας τροφούς και μητέρας του με τους παιδονόμους χάριν των παιγνιδιών και της ανηλικότητός του, έπειτα δε και με τους διδάσκοντας οτιδήποτε και με τα μαθήματα ως ελεύθερος. Εάν δε είναι δούλου παις, οποιοσδήποτε ελεύθερος ας τιμωρή και τον ίδιον τον παίδα και τον παιδονόμον του και τον διδάσκαλόν του, εάν κάμνη κανέν τοιούτον σφάλμα. Εάν δε πάλιν ευρεθή κανείς παρών και δεν τιμωρήση δικαίως, πρώτον μεν ας υπόκειται εις το μεγαλίτερον όνειδος, όποιος δε από τους νομοφύλακας προωρίσθη διά την επίβλεψιν των παίδων ας σημειώνη αυτόν που παρευρέθη και δεν ετιμώρησε, ενώ έπρεπε, ή ετιμώρησε, καθώς έπρεπε. Πρέπει δε να είναι διορατικός και να φροντίζη υπερβολικά διά την ανατροφήν των παίδων και να διορθώνη τας φύσεις αυτών, μετατρέπων πάντοτε προς το αγαθόν συμφώνως με τους νόμους.

Αλλά τόρα πάλιν πώς θα μορφώνη αυτόν επαρκώς ο νόμος μας; Διότι έως τόρα δεν είπε τίποτε σαφές ούτε αρκετόν, αλλά μερικά μεν είπε, μερικά δε όχι. Και όμως πρέπει όσον είναι δυνατόν τίποτε να μην παραλείψη και να εξηγή πάντα λόγον, διά να γίνεται αυτός εις τους άλλους εξηγητής και παιδαγωγός. Και λοιπόν τα μεν σχετικά με τον χορόν και με τα μέλη και τα χοροπηδήματα ελέχθησαν, με ποίον τύπον πρέπει να εκλεχθούν και να διορθωθούν και να καθιερωθούν, από όσα δεν είναι μεν τυπωμένα συγγράμματα, χωρίς μέτρα όμως, δεν είπαμεν ακόμη, καλέ μου διδάσκαλε των παίδων, ποία και με ποίον τρόπον πρέπει να μεταχειριζώμεθα. Και βεβαίως ως προς τον πόλεμον ποία πρέπει να μανθάνουν και να μελετούν αυτοί, τα έχεις μέσα εις τον λόγον. Ως προς τα γράμματα όμως πρώτον, και δεύτερον ως προς την λύραν και την λογιστικήν, τα οποία είπαμεν ότι χρειάζονται, και ως προς τα πολεμικά και την οικιακήν οικονομίαν και την διοίκησιν της πόλεως πώς πρέπει να λάβουν όλοι μέρος, και εκτός αυτών ακόμη όσα είναι χρήσιμα από τα ερευνώντα τας κινήσεις των επουρανίων και των άστρων και του ηλίου και της σελήνης εφ' όσον είναι ανάγκη να ενεργή ως προς αυτά όλη η πόλις. —

Αλλά ποία λοιπόν εννοούμεν; Την κατάταξιν των ημερών συμφώνως με το διάστημα των μηνών, και των μηνών συμφώνως με έκαστον έτος, εις τρόπον ώστε αι ώραι και αι θυσίαι και αι εορταί να λαμβάνουν την αρμόζουσαν τάξιν εις αυτάς διά της εκτελέσεως αυτών συμφώνως με την φύσιν, και να παρουσιάζουν την πόλιν ζωντανήν και άγρυπνον και τα οποία εις μεν τους θεούς αποδίδουν τας τιμάς, τους δε ανθρώπους ως προς αυτά τους κάμνουν περισσότερον νοήμονας. Όλα αυτά, φίλε μου, δεν ελέχθησαν καλώς εις σε από τον νομοθέτην. Λοιπόν πρόσεχε καλά εις όσα πρόκειται να ειπούμεν κατόπιν. Είπαμεν ότι πρώτον από τα γράμματα δεν έχεις αρκετάς γνώσεις, και ευρήκαμεν έλλειψιν εις τον λόγον, ότι δεν σου ώρισε ακόμη ακριβώς, αν άραγε πρέπει να προχωρήση εις την εντέλειαν αυτού του μαθήματος όστις μέλλει να γίνη πολίτης, ή όλως διόλου ούτε αρχήν να κάμη. Ομοίως δε και διά την λύραν. Τόρα όμως λέγομεν ότι πρέπει να αρχίση. Και διά μεν τα γράμματα απαιτούνται εις παίδα ηλικίας δέκα ετών τρία έτη, διά να αρχίση δε την λύραν, είναι κατάλληλος καιρός το δέκατον τρίτον έτος της ηλικίας, άλλα δε τρία διά να εξακολουθήση. Και ούτε περισσότερα από αυτά ούτε ολιγώτερα έτη να επιτρέπεται να σπουδάζη παρανόμως, έστω αν αυτός είτε ο πατήρ του αγαπά ή μισή τα μαθήματα. Όστις δε δεν υπακούει ας είναι στερημένος των τιμών των τέκνων του, τας οποίας θα ειπούμεν ολίγον κατωτέρω.

Αλλά εις αυτό το διάστημα τι πρέπει να μανθάνουν οι νέοι και τι να διδάσκουν οι διδάσκαλοι, αυτό πρώτον άκουσε. Λοιπόν, ως προς τα γράμματα (του αλφαβήτου), πρέπει να σπουδάση έως ότου να γίνη ικανός να γράφη και να αναγινώσκη. Το να γίνουν όμως μερικοί τέλειοι εις την ταχυγραφίαν και την καλλιγραφίαν, εάν η φύσις των δεν προχωρή εις τα ορισθέντα έτη, ας αφεθή κατά μέρος, όσον δε διά τα μη ψαλλόμενα με την λύραν διδάγματα των ποιητών, τα οποία υπάρχουν τυπωμένα ως συγγράμματα, άλλα μεν με μέτρον, άλλα δε χωρίς διαιρέσεις ρυθμικάς, τα οποία μάλιστα λέγονται απλώς πεζά συγγράμματα, στερούμενα ρυθμού και αρμονίας, μας διεσώθησαν επικίνδυνα έργα από πάρα πολλούς τοιούτους ανθρώπους. Και αυτά, λαμπροί μου φίλοι νομοφύλακες, τι θα τα κάμετε; Ή τι αν σας διατάξη να κάμετε εις αυτά ο νομοθέτης θα είναι ορθή η διαταγή του; Νομίζω ότι αυτός θα ευρεθή εις μεγάλην απορίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι είναι αυτή, καλέ Ξένε, η απορία, την οποίαν μόνος σου αποτείνεις εις τον εαυτόν σου;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Καλά με επρόλαβες, φίλε Κλεινία. Και λοιπόν εις εσάς, οι οποίοι μετέχετε εις την συζήτησιν των νόμων (!), είναι ανάγκη να εξηγήσω τι μου φαίνεται εύκολον και τι όχι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν; Ως προς αυτά τόρα, τι πάθημα σου συνέβη και τα λέγεις αυτά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα θα σου το ειπώ. Δηλαδή πολλάκις δεν είναι εύκολον να ομιλή κανείς τα αντίθετα από άπειρα άλλα στόματα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και πώς; Τάχα ολίγον αντίθετα προς τους πολλούς σου φαίνονται ότι είναι όσα είπαμεν προηγουμένως περί νόμων;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτό που λέγεις τόρα είναι πολύ αληθές. Δηλαδή, καθώς μου φαίνεται, με προτρέπεις με τον ίδιον δρόμον, ο οποίος εις πολλούς έγινε μισητός — ίσως όμως και αγαπητός εις άλλους όχι ολιγωτέρους, και, αν ολιγωτέρους, όχι όμως χειροτέρους τουλάχιστον — , με αυτούς με παρακινείς να ριψοκινδυνεύω και να τολμώ να βαδίζω τον δρόμον, τον οποίον ανοίξαμεν με την νομοθεσίαν της συζητήσεώς μας, χωρίς να υποχωρώ διόλου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν υποχωρώ. Λέγω λοιπόν ότι υπάρχουν και πάρα πολλοί ποιηταί εξαμέτρων στίχων και τριμέτρων και όλων εν γένει των μέτρων, άλλοι μεν επιδιώκοντες το σοβαρόν, άλλοι δε το αστείον, με τα οποία λέγουν αυτοί οι αριθμούμενοι εις πολλάς χιλιάδας ότι πρέπει να ανατρέφουν τους ορθώς εκπαιδευομένους και να τους κάμνουν εντριβείς, καθιστώντες αυτούς πολύ προσεκτικούς ακροατάς εις τας αναγνώσεις και πολυμαθείς και μανθάνοντας απ' έξω ολοκλήρους ποιητάς. Άλλοι δε εκλέγουν από όλους μερικά κεφάλαια και απανθίζουν μερικά πλήρη ρητά, και λέγουν ότι πρέπει να τα μάθη απ' έξω όστις θέλει να γίνη αγαθός και σοφός από πολυγνωσίαν και πολυμάθειαν. Δι' αυτούς λοιπόν με προτρέπεις συ να ειπώ με θάρρος, τι λέγουν ορθώς και τι όχι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τι λοιπόν άραγε πρέπει να ειπώ με μίαν εξήγησιν δι' όλα αυτά, διά να απαντήσω ικανοποιητικώς; Νομίζω σχεδόν το εξής, το οποίον και ο καθείς θα μου το συγχωρήση, ότι δηλαδή έκαστος από αυτούς πολλά μεν έχει ειπεί καλώς, πολλά όμως και αντιθέτως. Αφού δε αυτό συμβαίνει ούτω πως, νομίζω ότι φέρει κίνδυνον εις τους παίδας η πολυμάθεια.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς λοιπόν και τι συμβουλεύεις εις τον νομοφύλακα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ως προς τι εννοείς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι παράδειγμα θα έχη υπ' όψει του, ώστε άλλα μεν να επιτρέπη να τα μανθάνουν όλοι οι νέοι, άλλα δε να τα εμποδίζη; Λέγε και μη διστάζεις διόλου.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αγαπητέ μου Κλεινία, πλησιάζω να είμαι ευτυχής με κάποιον καλόν τρόπον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ως προς τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ως προς το να μη ευρίσκωμαι εις πλήρη απορίαν παραδείγματος. Διότι τόρα έρριψα βλέμμα εις τους λόγους, τους οποίους εσυζητήσαμεν ημείς από την αυγήν έως εδώ, όχι χωρίς κάποιαν έμπνευσιν, μου φαίνεται, των θεών, και οπωσδήποτε μου εφάνησαν ότι ομοιάζουν εντελώς με κάποιαν ποίησιν. Και ίσως δεν είναι διόλου παράδοξον αυτό το πάθημα που μου συνέβη, δηλαδή να ρίψω βλέμμα εις ιδικούς μας λόγους τόσον πολλούς μαζί και να ευχαριστηθώ υπερβολικά. Το κυριώτερον όμως είναι ότι από τους περισσοτέρους λόγους, τους οποίους έμαθα και ήκουσα εις στίχους ή κατ' αυτόν τον τρόπον πεζούς, αυτοί εδώ από όλους μου εφάνησαν πρακτικώτεροι και περισσότερον κατάλληλοι διά να τους ακούουν οι νέοι. Και λοιπόν εις τον νομοφύλακα και εις τον παιδαγωγόν δεν έχω, καθώς νομίζω, να ειπώ άλλο καλλίτερον παράδειγμα παρά να προτρέψουν τους διδασκάλους αυτά να διδάσκουν εις τους παίδας και τα σχετικά και όμοια με αυτά. Δηλαδή, αν ο ίδιος αναγινώσκη έργα ποιητών ή πεζά συγγράμματα ή παρευρίσκεται εις συζήτησιν χωρίς γραπτά και εύρη παρόμοια προς όσα λέγομεν τόρα, να μη τα αμελή διόλου, αλλά να τα γράφη αμέσως. Και πρώτον μεν να αναγκάζη τους ιδίους τους διδασκάλους να τα μανθάνουν και να τα επαινούν, εις όσους δε διδασκάλους δεν αρέσουν αυτά να μη τους έχη συνεργάτας, αλλά μόνον όσοι είναι ομόψηφοι εις τους επαίνους, αυτούς να χρησιμοποιή και εις αυτούς να παραδίδη τους νέους, διά να τους διδάσκουν και να τους εκπαιδεύουν. Αυτός είναι ο λόγος μου εδώ και ούτω πως ας τελειώνη, εφαρμοζόμενος εις τους γραμματοδιδασκάλους συγχρόνως και εις τα γράμματα του αλφαβήτου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ως προς τον σκοπόν μας, φίλε Ξένε, μου φαίνεται ότι δεν παρεκβαίνομεν από το σχέδιον της συζητήσεώς μας. Αν όμως εις το σύνολον επιτυγχάνωμεν ή όχι ίσως αυτό είναι δύσκολον να το διισχυριζώμεθα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως, φίλε Κλεινία, διότι τούτο τότε μόνον θα εννοηθή καλλίτερα, καθώς είναι επόμενον, όταν, καθώς έχομεν ειπεί πολλάκις, φθάσωμεν εις το τέλος της συζητήσεώς μας περί νόμων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν δεν πρέπει άραγε κατόπιν από τον γραμματοδιδάσκαλον να ομιλήσωμεν διά τον κιθαριστήν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν νομίζω ότι ημείς ενθυμούμενοι τους προηγουμένους λόγους θα αποδώσωμεν εις τους κιθαριστάς το αρμόζον μέρος και από την διδασκαλίαν και από όλην την σχετικήν με αυτά εκπαίδευσιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίους λόγους λοιπόν εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είπαμεν, νομίζω, ότι οι ψάλται του Διονύσου οι εξήντα ετών πρέπει να είναι υπερβολικά καλαίσθητοι διά τους ρυθμούς και τας συνθέσεις των αρμονιών, ώστε από την καλήν και την κακήν μίμησιν των μελωδιών, αι οποίαι μιμούνται τα πάθη, όσα συμβαίνουν εις την ψυχήν, να ημπορούν να εκλέγουν τας απομιμήσεις της αγαθής και της αντιθέτου, και αυτά μεν να τα αποβάλλουν, εκείνα δε να τα παρουσιάζουν εις το μέσον και να τα εξυμνούν και να μαγεύουν τας ψυχάς των νέων, προτρέποντες έκαστον να τους ακολουθήση εις την απόκτησιν της αρετής διά των μιμήσεων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν χάριν αυτών πρέπει να μεταχειρίζωνται τους φθόγγους της λύρας και ο κιθαριστής και ο εκπαιδευόμενος διότι αι χορδαί έχουν καθαρούς φθόγγους, και να αποδίδουν συμφώνως με τας χορδάς τους φθόγγους της φωνής των. Την δε υπόκρουσιν και την ποικιλίαν της λύρας, όταν άλλας μεν μελωδίας αποδίδουν αι χορδαί, άλλας δε ο συνθέτης της μελωδίας και μάλιστα ως προς την δύναμιν και την ηρεμίαν, ή την ταχύτητα και την αργοπορίαν και την οξυφωνίαν και βαρυφωνίαν, διά να την αποδίδουν αρμονικώς με τας αντιθέσεις, παρομοίως δε τας διαφόρους ποικιλίας των ρυθμών τας προσαρμοζομένας προς τους φθόγγους της λύρας, όλα αυτά δεν πρέπει να τα διδάξωμεν εις αυτούς οι οποίοι πρόκειται εντός τριών ετών να αποκτήσουν ταχέως ό,τι είναι χρήσιμον από την μουσικήν. Διότι τα αντίθετα συγκρούονται μεταξύ των και μανθάνονται δυσκόλως. Και όμως πρέπει οι νέοι να μανθάνουν όσον το δυνατόν ευκόλως. Διότι τα υποχρεωτικά μαθήματά των δεν είναι ολίγα, θα τα υποδείξη δε όσον προχωρεί η συζήτησις μαζί με τον καιρόν. Αλλά όσον διά την μουσικήν ας φροντίζη ούτω πως ο παιδαγωγός. Όσον δε διά τας μελωδίας καθ' εαυτάς και τας λέξεις τας οποίας πρέπει να διδάξουν οι χοροδιδάσκαλοι (διδάσκαλοι της χωρωδίας) και όλα αυτά ελέχθησαν εις τα προηγούμενα λεπτομερώς, τα οποία μάλιστα είπαμεν ότι πρέπει να καθιερωθούν, και να είναι αρμόδια δι' εκάστην εορτήν, διά να δίδουν δόκιμον ηδονήν εις τας πόλεις και να τας ωφελούν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αληθή είναι και αυτά που ελεπτολόγησες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν είναι πολύ ορθόν να παραλάβη και αυτά ο εκλεχθείς από ημάς άρχων εις την μουσικήν και να επιμελήται με καλήν τύχην, ημείς δε ας ομιλήσωμεν περί χορού και περί της γενικής γυμναστικής του σώματος εκτός εκείνων τα οποία είπαμεν προηγουμένως. Δηλαδή καθώς διά την μουσικήν προσεθέσαμεν το διδακτικόν μέρος το οποίον υπελείπετο, ομοίως ας κάμωμεν και περί της γυμναστικής. Διότι οι παίδες και αι κόραι πρέπει να μανθάνουν να χορεύουν και να γυμνάζωνται. Δεν είναι έτσι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Διά τους παίδας λοιπόν οι χορευταί, διά δε τας κόρας αι χορεύτριαι θα είναι επιτήδειοι να τους γυμνάζουν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ας είναι έτσι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας προσκαλέσωμεν πάλιν αυτόν που θα έχη τας μεγαλιτέρας δυσκολίας, δηλαδή τον επιμελητήν των παίδων, ο οποίος δεν θα έχη πολλήν σχόλην διά να φροντίζη και διά την μουσικήν και διά την γυμναστικήν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς λοιπόν θα είναι εις θέσιν, αφού είναι γεροντότερος, να έχη τόσας φροντίδας;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εύκολα, φίλε μου. Διότι ο νόμος του επιτρέπει και θα επιτρέψη να προσλαμβάνη εις αυτήν την εργασίαν όσους θέλει άνδρας και γυναίκας από τους πολίτας. Θα γνωρίση δε ποίους πρέπει να εκλέξη και θα θελήση να μη σφάλλη εις αυτά έχων την φρόνιμον εντροπήν, και γνωρίζων την σπουδαιότητα του αξιώματός του, και σκεπτόμενος καλώς, ότι, εάν μεν ανατραφούν καλώς οι νέοι, όλα μας πηγαίνουν καλά, όταν δε όχι καλώς, τότε ούτε πρέπει να το ειπούμεν ούτε ημείς το λέγομεν, απομακρύνοντες από την νεόκτιστον πόλιν τους υπερβολικά φιλομάντεις. Λοιπόν είπαμεν πολλά και δι' αυτά, δηλαδή διά τους χορούς και όλας τας κινήσεις της γυμναστικής. Δηλαδή ως γυμναστικήν θεωρούμεν και όλας τας κοπώσεις των σωμάτων εις τον πόλεμον και με την τοξικήν και εν γένει με την ακροβολιστικήν, και με την πελταστικήν και με όλην την οπλομαχίαν και των τακτικών μετακινήσεων και όλων των στρατιωτικών πορειών και στρατοπεδεύσεων και με όσα μαθήματα συντείνουν εις την ιππικήν. Δηλαδή όλων αυτών πρέπει να υπάρχουν κοινοί διδάσκαλοι, λαμβάνοντες μισθόν από την πόλιν και μαθηταί αυτών οι παίδες της πόλεως και οι άνδρες και αι κόραι και αι γυναίκες να γίνουν επιστήμονες όλων αυτών. Και ενόσω μεν είναι κόραι αι γυναίκες να γυμνασθούν εις όλους τους ενόπλους χορούς και τας μάχας, αι δε γυναίκες εις τας μετακινήσεις και εις τας τάξεις και εις την κατάθεσιν και άρσιν των όπλων γυμνασμέναι, αν όχι δι' άλλο τίποτε, τουλάχιστον αν γίνη κάποτε ανάγκη να εγκαταλείψουν πανδήμως με όλας τας δυνάμεις των την πόλιν και να στρατοπεδεύσουν έξω, να είναι ικανοί όσοι θα φυλάξουν τους παίδας και την άλλην πόλιν δι' αυτό το διάστημα, ή και αντιθέτως (διότι τίποτε δεν πρέπει κανείς να βεβαιώνη με όρκον, εάν απ' έξω επιπέσουν οι εχθροί με κάποιαν μεγάλην ρωμαλεότητα και δύναμιν, είτε βάρβαροι είτε Έλληνες, ώστε να γίνη ανάγκη να εκτελεσθή η μάχη χάριν αυτής της πόλεως. Τότε βεβαίως θα είναι μεγάλη έλλειψις της πολιτείας, αι γυναίκες να είναι τόσον αισχρώς αναθρεμμέναι, ώστε ούτε ως όρνεα πολεμούσαι διά τα τέκνα των εναντίον οποιουδήποτε ισχυροτάτου ζώου να μη είναι πρόθυμοι να αποθνήσκουν και να υφίστανται όλους τους κινδύνους, αλλά αμέσως να τρέχουν εις τα ιερά και να πλημμυρίζουν και βωμούς και ναούς και να αποκτήσουν φήμην διά το γένος των ανθρώπων, ότι εκ φύσεως είναι το δειλότερον από όλα τα ζώα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μα τον Δία, φίλε Ξένε, δεν θα ήτο διόλου ευπρεπές, οπουδήποτε συμβή τούτο εις μίαν πόλιν, χωριστά από την δυστυχίαν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν να θέσωμεν αυτόν τον νόμον, δηλαδή έως εις αυτόν τον βαθμόν ότι δεν πρέπει αι γυναίκες να αμελούν τα πολεμικά, αλλά όλοι οι πολίται και αι πολίτιδες να γυμνάζωνται;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Εγώ τουλάχιστον συμφωνώ.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν διά την πάλην μερικά μεν τα είπαμεν, το σπουδαιότερον όμως, καθώς εγώ φρονώ, δεν το είπαμεν, ούτε είναι εύκολον να κρίνωμεν αυτό, χωρίς να το αποδεικνύωμεν με το σώμα, ενώ το εξηγούμεν διά του λόγου. Αυτό λοιπόν τότε μόνον θα το κρίνωμεν, όταν ο λόγος παρακολουθήσας την εκτέλεσιν μας πληροφορήση τίποτε σαφές και δι' όλα τα άλλα όσα είπε και ότι με την πολεμικήν σύγκρουσιν όλων των κινήσεων πάρα πολύ συγγενής είναι η τοιαύτη πάλη, και μάλιστα ότι αυτήν πρέπει να την συνηθίζωμεν χάριν εκείνης, όχι όμως εκείνην χάριν αυτής να μανθάνωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά ωμίλησες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Προς το παρόν λοιπόν ας σταθούμεν έως εδώ εις το ζήτημα της παλαιστικής ικανότητος. Διά την άλλην όμως κίνησιν του σώματος ολοκλήρου, της οποίας το περισσότερον μέρος θα ήτο ορθόν να το ονομάση κανείς χορόν, πρέπει να δεχθώμεν ότι υπάρχουν δύο είδη αυτού, το έν το οποίον μιμείται σοβαρώς την κίνησιν των ωραιοτέρων σωμάτων, και το άλλο το οποίον μιμείται την κίνησιν των ασχημοτέρων προς εξευτελισμόν, και έπειτα πάλιν δύο είδη του μηδαμινού και άλλα δύο του σοβαρού. Και λοιπόν του σοβαρού το μεν έν είναι εν καιρώ πολέμου και με βιαίας κοπώσεις συμπλοκή των ωραίων σωμάτων και της ανδρικής ψυχής, το δε άλλο όταν ευρίσκεται εις ευδοκίμησιν η σώφρων ψυχή και εις μετριασμένας ηδονάς, το οποίον πολύ φυσικά ημπορεί κανείς να το ονομάση ειρηνικόν χορόν. Λοιπόν από αυτούς τους δύο τον πολεμικόν, ο οποίος διαφέρει από τον ειρηνικόν, είναι ορθόν να τον ονομάση κανείς πυρρίχιον, ο οποίος μιμείται και την προσεκτικήν αποφυγήν όλων των επιθέσεων με παρακάμψεις και υποχωρήσεις διαφόρους και με υπερπήδησιν εις τα ύψη και με χαμηλώσεις, και τας αντιθέτους από αυτάς κινήσεις, δηλαδή όσαι προσπαθούν να μιμηθούν τας επιθέσεις με δραστήρια σχήματα και την ώραν της ρίψεως των τόξων και των ακοντίων και όλων των κτυπημάτων. Εις αυτά το ορθόν και το τονισμένον το οποίον μιμείται τα αγαθά σώματα και τας ψυχάς συνίσταται συνήθως εις την ευθυγραμμίαν των μελών του σώματος, το δε αντίθετον από αυτά δεν είναι ορθόν. Τον δε ειρηνικόν χορόν πάλιν εις εκάστην λεπτομέρειαν πρέπει να τον εξετάσωμεν ως εξής, διά να ιδούμεν αν κανείς ορθώς ή όχι εκτελεί τον ωραίον χορόν κατά φύσιν και αν συγκαταλέγεται εις τους χορευτάς των ευνομουμένων εθνών. Πρέπει λοιπόν πρώτον να αναλύσωμεν τον φιλονικούμενον χορόν προηγουμένως χωριστά από τον αδιαφιλονίκητον.

Ποίος λοιπόν είναι αυτός και πώς πρέπει να αναλύσωμεν το καθέν είδος; Όσον μέρος του χορού θεωρείται ως βακχεία και είναι μίμησις των μεθυσμένων ακολούθων του Βάκχου, οι οποίοι λέγονται Νύμφαι και Πάνες και Σειληνοί και Σάτυροι, και αι οποίαι εκτελούνται εις μερικούς καθαρμούς και εις τελετάς, ολόκληρον αυτό το είδος του χορού δεν είναι εύκολον να το χαρακτηρίσωμεν ούτε ως ειρηνικόν ούτε ως πολεμικόν ούτε ό,τι άλλο θελήση κανείς. Νομίζω όμως ότι ημπορούμεν να το χωρίσωμεν κατά τον εξής τρόπον, δηλαδή να το θέσωμεν έξω από το πολεμικόν και το ειρηνικόν είδος και να το ονομάσωμεν όχι πολιτικόν αυτό το είδος του χορού, αφού δε το αφήσωμεν εις αυτόν τον τίτλον να επιστρέψωμεν τόρα εις το πολεμικόν και ειρηνικόν συγχρόνως, διότι αυτό ακριβώς υπάγεται εις το θέμα μας. Λοιπόν το μη πολεμικόν είδος της μούσης, το οποίον με χορούς τιμά και τους θεούς και τους παίδας των θεών ημπορεί να αποτελέση έν γένος, όταν γίνεται καλώς, τούτο δε ημπορούμεν να το διαιρέσωμεν εις δύο, το έν μεν είδος αυτού είναι όταν φεύγωμεν τας κοπώσεις και τους κινδύνους και φθάνωμεν εις τα αγαθά, το οποίον έχει μεγαλιτέρας ηδονάς, το δε άλλο όταν τα προηγούμενα αγαθά διατηρούνται και αυξάνουν, το οποίον έχει μετριωτέρας ηδονάς από εκείνα. Εις αυτά λοιπόν τα είδη πας άνθρωπος, όταν μεν αι ηδοναί είναι μεγαλίτεραι, κάμνει κινήσεις του σώματος μεγαλιτέρας, όταν δε μικρότεραι, μικροτέρας, και πάλιν, όταν μεν είναι αξιοπρεπέστερος και περισσότερον συνηθισμένος εις την εξάσκησιν της ανδρείας, κάμνει μικροτέρας κινήσεις, όταν δε είναι δειλός και αγύμναστος εις την σωφροσύνην, κάμνει μεγαλιτέρας και ορμητικωτέρας μεταβολάς της κινήσεως. Και εν γένει δε, όταν φωνάζη είτε ψάλλων είτε ομιλών, δεν κρατεί διόλου εις ακινησίαν ολόκληρον το σώμα του. Διά τούτο η μίμησις των λεγομένων εκτελουμένη με σχήματα αποτελεί όλα τα είδη της χορευτικής τέχνης. Άλλος λοιπόν από ημάς κινείται εις όλα αυτά ορθώς, άλλος δε εσφαλμένως. Και βεβαίως και άλλας πολλάς από τας αρχαίας ονομασίας πρέπει να επαινούμεν ότι ετέθησαν καλώς, και συμφώνως με την φύσιν, μία δε από αυτάς είναι και οι χοροί των ευτυχούντων, οι οποίοι είναι μετριασμένοι ως προς τας ηδονάς, πόσον πραγματικώς ορθώς και μουσικώς τους ωνόμασε οποιοσδήποτε και αν ήτο και πολύ λογικά έθεσε εις αυτούς κοινόν όνομα και τους ωνόμασε όλους εμμελείας, και κατ' αυτόν τον τρόπον δύο είδη του καλού χορού καθιέρωσε, τον πολεμικόν πυρρίχιον, και την ειρηνικήν εμμέλειαν, εις έκαστον από τους δύο αποδώσας το πρέπον και αρμόδιον όνομα. Δι' αυτά λοιπόν ο νομοθέτης οφείλει να περιγράψη τους τύπους των, ο δε νομοφύλαξ να τα εξετάση και να τα ερευνήση και μαζί με την άλλην μουσικήν να συνθέση τους χορούς και να μοιράση εις εκάστην πανήγυριν διά τας θυσίας το κατάλληλον είδος, και, αφού καθιερώση με τοιαύτην τάξιν όλα αυτά, εις το εξής να μη μετακινή κανέν ούτε σχετικόν με τον χορόν ούτε με την ωδήν, και με τας ιδίας ηδονάς πάντοτε να διάγη η ιδία πόλις και οι πολίται, και να μένουν όσον το δυνατόν όμοιοι και να ζουν καλά και με ευτυχίαν.