Part 3
Πας νέος βεβαίως, πολύ δε περισσότερον ο ηλικιωμένος, όταν ιδή ή και ακούση απλώς κανέν έκτροπον και όλως ασυνήθιστον, ποτέ δεν είναι δυνατόν να κατευνάση την αμφιβολίαν περί αυτού, τόσον αποτόμως σπεύδων, αλλά θα σταθή ωσάν να ευρίσκεται εις διασταύρωσιν οδών και να μη γνωρίζη καλά τον δρόμον, είτε τύχη μόνος του να βαδίζη είτε μαζί με άλλους, και θα ερωτήση τους άλλους διά την απορίαν του, και δεν θα ξεκινήση προηγουμένως, πριν να βεβαιωθή με την εξέτασιν της διευθύνσεως, πού άραγε θα τον οδηγήση. Και λοιπόν και ημείς τόρα το ίδιον πρέπει να κάμωμεν. Δηλαδή, αφού τόρα εις την συζήτησιν των νόμων μας έτυχε ένας παράδοξος λόγος, είναι ανάγκη να κάμωμεν όλην την εξέτασιν, και όχι τόσον ευκόλως να αποφανθώμεν διά τόσον σπουδαίον πράγμα, αφού έχομεν τόσον μεγάλην ηλικίαν, και να διισχυριζώμεθα ότι ημπορούμεν εις την στιγμήν να ειπούμεν κάτι τι σαφές.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εις αυτό μεν θα δώσωμεν καιρόν, θα το επικυρώσωμεν δε τότε, όταν το εξετάσωμεν επαρκώς. Αλλά τόρα, διά να μην εμποδισθώμεν ματαίως να τελειώσωμεν την συνέχειαν της διατάξεως των νόμων τούτων, ας προχωρήσωμεν προς το τέλος αυτών. Διότι είναι πολύ πιθανόν, αν θέλη ο θεός, και αυτή όλη η έρευνα εάν τελειώση ικανοποιητικώς, να μας εξηγήση και αυτήν την τορινήν μας απορίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά ομιλείς, καλέ Ξένε, και ας κάμωμεν καθώς είπες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, είπαμεν, ας δεχθώμεν αυτό το παράλογον, δηλαδή να γίνουν νόμοι αι ωδαί μας, καθώς έκαμαν οι παλαιοί ως προς την κιθαρωδίαν και τους ωνόμασαν νόμους διά παρόμοιον λόγον, καθώς φαίνεται. Ώστε πολύ πιθανόν ούτε εκείνοι να μη απεμακρύνοντο από αυτό που λέγομεν τόρα, αλλά να το εμάντευσε κανείς ωσάν εις τον ύπνον του ή και εις τον ξύπνον του. Και λοιπόν η απόφασις περί αυτού ας είναι η εξής. Έξω από τας δημοσίας μελωδίας και τα ιερά και όλους τους χορούς των νέων κανείς ας μη προφέρη τίποτε περισσότερον ή διαφορετικόν από τους νόμους ούτε μετακίνησιν να εκτελή. Και ο μεν τοιούτος ας απομακρύνεται ατιμώρητος, όστις δε δεν υπακούει, καθώς είπαμεν προ ολίγου, ας τον τιμωρούν οι νομοφύλακες και αι ιέρειαι και οι ιερείς. Αυτά δε τόρα ας είναι παραδεκτά εις την συζήτησίν μας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ας είναι παραδεκτά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά με ποίον τρόπον ημπορεί κανείς να νομοθετήση αυτά χωρίς να περιγελασθή; Λοιπόν ας εξετάσωμεν και το εξής ακόμη ως προς αυτά. Είναι ασφαλέστερον να κατασκευάσωμεν ως είδος εκμαγεία πρώτον με τον λόγον. Εννοώ δε έν μεν από αυτά τα εκμαγεία να είναι το εξής. Αφού γίνη θυσία και καούν τα σφάγια συμφώνως με τον νόμον, εάν κανείς, λέγομεν, ατομικώς παρουσιαζόμενος εις τους βωμούς και τα ιερά, είτε υιός είτε αδελφός, βλασφημή παντός είδους βλασφημίας, άραγε τότε δεν θα ειπούμεν ότι εμπνέει με τους λόγους του απογοήτευσιν και κακήν πρόρρησιν και μαντείαν διά τον πατέρα του και τους άλλους συγγενείς του;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εις τα ιδικά μας μέρη αυτό γίνεται, πάντοτε σχεδόν, διά να εκφρασθώ ούτω πως, εις όλας τας πόλεις. Δηλαδή, όταν καμμία αρχίση να εκτελέση δημοσίως καμμίαν θυσίαν, κατόπιν έρχεται όχι είς χορός, αλλά πλήθος χορών, και αφού σταθούν οι χορευταί όχι μακράν από τους βωμούς αλλά πλησίον αυτών, κάποτε ξεστομίζουν κάθε είδος βλασφημίας επάνω εις τα ιερά, με λέξεις και με ρυθμούς και με θρηνωδεστάτας μελωδίας συγκλονίζοντες τας ψυχάς των ακροατών, και όστις κατορθώση να κάμη την θυσιάζουσαν πόλιν να δακρύση αμέσως, αυτός αναγνωρίζεται νικητής. Αυτόν λοιπόν τον νόμον άραγε δεν τον καταργούμεν; Και αν τυχόν γίνη ανάγκη να ακούσουν οι πολίται τοιαύτας θρηνωδίας, όταν συμβούν όχι ημέραι φαιδραί αλλά αποφράδες, τότε θα ήτο καλόν μάλλον απ' έξω να έλθουν κάποιοι χοροί ωδικοί μισθωμένοι, καθώς είναι οι πληρωνόμενοι διά να συνοδεύουν τους νεκρούς με κάποιαν Καρικήν μούσαν. Ακριβώς αυτό έπρεπε να γίνεται και εις αυτάς τας ωδάς, και μάλιστα ως επίδειξις διά τας επικηδείους ωδάς δεν αρμόζουν οι στέφανοι ούτε οι χρυσοί στολισμοί, αλλά όλως το αντίθετον, διά να τελειώνω όσον το δυνατόν την ομιλίαν μου περί αυτών. Απλώς δε το εξής σας ερωτώ πάλιν περί αυτών, αν σας αρέσει αυτό ως πρώτον εκμαγείον με τας ωδάς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Η ευφημία. Και μάλιστα αν θέλετε να είναι το είδος της ωδής μας εντελώς εύφημον; Ή θέλετε να μη σας εξαναρωτώ, αλλά να το παραδέχωμαι ούτως πως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα παραδέξου το. Διότι αυτός ο νόμος επικυρώνεται με όλας μας τας ψήφους.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν κατόπιν από την ευφημίαν ποίος έρχεται ως δεύτερος νόμος της μουσικής; Όχι άραγε το να γίνωνται προσευχαί εις τους θεούς, εις τους οποίους θυσιάζομεν εκάστοτε;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τρίτος δε νόμος θα είναι, νομίζω, ότι οι ποιηταί πρέπει να γνωρίζουν ότι αι προσευχαί είναι παρακλήσεις εις τους θεούς. Και λοιπόν πρέπει αυτοί πολύ να προσέχουν μήπως απατηθούν κάποτε και ζητήσουν τίποτε κακόν ως αγαθόν. Διότι βεβαίως αυτό το πάθημα θα ήτο γελοίον, εάν πραγματοποιηθή τοιαύτη ευχή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ημείς ολίγον προηγουμένως δεν επείσθημεν εις τον λόγον, ότι πρέπει ούτε αργυρούς πλούτος ούτε χρυσούς να ευρίσκεται εντός της πόλεως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν διά ποίον πράγμα να δεχθώμεν ότι χρησιμεύει ως παράδειγμα αυτός ο διισχυρισμός; Άραγε όχι διά το εξής, ότι δηλαδή το γένος των ποιητών δεν είναι ικανόν να γνωρίζη τόσον καλά τα αγαθά και τα μη αγαθά; Λοιπόν, εάν κανείς ποιητής συνθέση με λέξεις ή και με μελωδίαν εσφαλμένας ευχάς, θα κάμη ημάς τους πολίτας να προσευχώμεθα τα αντίθετα διά σπουδαιότατα πράγματα. Και όμως, καθώς ελέγαμεν, από αυτό το σφάλμα δεν θα εύρωμεν πολλά άλλα μεγαλίτερα. Λοιπόν θέλετε να δεχθώμεν και αυτόν τον νόμον και τον τύπον ως ένα από τους σχετικούς με την μούσαν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον; Ειπέ το σαφέστερον εις ημάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ο ποιητής έξω από τα νόμιμα της πόλεως και τα δίκαια ή τα καλά ή τα αγαθά τίποτε δεν πρέπει να κάμνη, όσα δε συνθέση να μην έχη το δικαίωμα να τα δείξη εις κανένα ιδιώτην προηγουμένως πριν να παρουσιασθούν εις τους ιδίους τους εκλεχθέντας δι' αυτά κριτάς και νομοφύλακας και να εγκριθούν. Σχεδόν δε υπάρχουν οι νομοθέται, τους οποίους εξελέξαμεν διά τα μουσικά και ο επιμελητής της παιδείας. Και λοιπόν: Καθώς σας ερώτησα πολλάκις θέλετε να τεθή αυτός ο νόμος και ο τύπος και αυτό το τρίτον εκμαγείον, ή πώς φρονείτε;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως να τεθή. Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατόπιν δε από αυτά είναι ορθότατον να ψάλλωνται ύμνοι θεών και εγκώμια ανάμικτα με προσευχάς, και πάλιν κατόπιν από τους θεούς εις τους δαίμονας και τους ήρωας θα ήσαν αρμόδιαι μαζί με τα εγκώμια αι προσευχαί.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατόπιν δε από αυτά πλέον πρέπει αμέσως να τεθή χωρίς φθόνον ο εξής νόμος. Όσοι πολίται αποθάνουν, αφού εκτελέσουν με το σώμα των ή με τας ψυχάς των έργα ένδοξα και κοπιώδη και εφάνησαν ευπειθείς εις τους νόμους, αυτοί πρέπει να απολαύσουν εγκώμια.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως όμως όσοι ακόμη ζουν δεν είναι φρόνιμον να τους τιμωρούν με εγκώμια και ύμνους, πριν κανείς να περάση όλην του την ζωήν και να προσθέση καλόν τέλος. Αυτά δε όλα από ημάς ας γίνουν κοινά διά τους άνδρας και τας γυναίκας τους πασιγνώστους αγαθούς και τας αγαθάς. Τας δε ωδάς και τους χορούς πρέπει να τας καθιερώσωμεν ως εξής. Πολλαί υπάρχουν από τους παλαιούς παλαιαί και καλαί συνθέσεις ως προς την μουσικήν και μάλιστα επίσης καλοί χοροί διά τα σώματα, από τους οποίους κανείς δεν φθονεί να εκλέξη το πρέπον και αρμόζον εις το καθεστώς πολίτευμα. Να εκλέξουν δε κριτάς αυτών όχι νεωτέρους από τα πενήντα έτη, και όποιον μεν από τα παλαιά ποιήματα ευρεθή κατάλληλον, να το εγκρίνουν, όποιον δε είναι ελλιπές ή εντελώς ακατάλληλον, αυτό να το απορρίπτουν ολοτελώς. Όποιον δε εκλέγεται, να το μεταρρυθμίζουν, αφού το παραλάβουν ποιητικοί και μουσικοί συγχρόνως άνδρες, εφαρμόζοντες την ποιητικήν των δύναμιν, από δε τας ηδονάς των και επιθυμίας εις πολύ ολίγας εμπιστευόμενοι, και ερμηνεύοντες τον σκοπόν του νομοθέτου να εγκαταστήσουν τον χορόν και την ωδήν όσον το δυνατόν σύμφωνον με το πνεύμα των. Πάσα δε ατακτοποίητος μελέτη ως προς την μουσικήν, όταν λάβη τάξιν και όταν δεν προσφερθή η θελκτική μουσική, είναι πάντοτε πολύ καλλιτέρα. Το ηδονικόν όμως είναι κοινόν εις όλα τα είδη αυτής. Δηλαδή αναλόγως της μουσικής με την οποίαν θα ζήση κανείς από την παιδικήν του ηλικίαν έως την ακμαίαν και σώφρονα, εάν μεν συνηθίση σώφρονα μουσικήν και τακτοποιημένην και ακούση την αντίθετον, την μισεί και την ονομάζει δουλοπρεπή, εάν δε ανατραφή με την κοινήν θελκτικήν, λέγει ότι είναι ψυχρά και αηδής η αντίθετος. Ώστε, καθώς είπαμεν προ ολίγου, το ζήτημα της ηδονής ή της αηδίας της μιας ή της άλλης δεν κερδίζει τίποτε, εκ περισσού δε η μεν μία κάμνει καλλιτέρους τους ανατραφέντας με αυτήν, η δε άλλη χειροτέρους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά το είπες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ακόμη δε θα είναι ανάγκη να διακρίνη κανείς με γενικάς γραμμάς τας ωδάς, αι οποίαι αρμόζουν εις τα θήλεα και εις τα άρρενα, και μάλιστα να τας προσαρμόση με τας αρμονίας και με τους ρυθμούς. Διότι θα είναι φρικώδες να παραφωνή εις όλην την αρμονίαν ή να εκτροχιάζεται από τον ρυθμόν, όταν έκαστον από αυτά δεν συμβιβάζεται διόλου με τας μελωδίας. Λοιπόν είναι ανάγκη και αυτών τους τύπους να νομοθετήση. Είναι δε ανάγκη και εις τα δύο γένη να αποδίδη κανείς τα κοινά γνωρίσματα, αλλά τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των θηλέων πρέπει να τα εξαίρη με την κυρίαν διαφοράν της φύσεώς των. Επομένως την μεγαλοπρέπειαν και την ροπήν προς την ανδρείαν πρέπει να την θεωρήση ως ανδροπρεπή, την δε περισσοτέραν κλίσιν προς την κοσμιότητα και την σωφροσύνην ως θηλυπρεπέστερον πρέπει να το αναγράψωμεν εις τον νόμον και εις τον λόγον. Η τάξις λοιπόν των ωδών αυτή ας είναι. Τόρα πλέον όμως ας ορίσωμεν την διδασκαλίαν και την παράδοσιν τούτων, δηλαδή με ποιον τρόπον και ποίοι και πότε πρέπει να κάμνουν έκαστον από αυτά. Καθώς λοιπόν ο ναυπηγός, θέτων ως βάσιν την αρχήν της ναυπηγήσεως, σχεδιάζει το σκάρωμα των πλοίων, το ίδιον νομίζω και εγώ ότι κάμνω, δηλαδή, ενώ προσπαθώ να ξεχωρίσω τα σχέδια των διαφόρων βίων συμφώνως με την φύσιν της ψυχής των, πραγματικώς θέτω ως βάσιν το σκάρωμα αυτών, και ορίζω ότι πρέπει να σκεφθώμεν καλά με ποίαν μέθοδον και με ποίους τρόπους συναναστρεφόμενοι θα ταξιδεύσωμεν όσον το δυνατόν καλλίτερον εις αυτό το ταξίδι της ζωής. Και λοιπόν τα ανθρώπινα πράγματα δεν είναι μεν άξια μεγάλης προσοχής, πρέπει όμως να τα μελετώμεν. Αυτό όμως δεν επιτυγχάνει πάντοτε. Αφού όμως εφθάσαμεν έως εδώ, εάν ημπορέσωμεν να το εκτελέσωμεν οπωσδήποτε αρμοδίως, ίσως είναι ανάλογον των δυνάμεών μας. Τι εννοώ όμως άραγε; Εάν μου υποβάλη κανείς αυτήν την ένστασιν, ίσως έχει δίκαιον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ φρονώ ότι πρέπει το μεν σπουδαίον να το σπουδάζωμεν, το δε μη σπουδαίον να μη το σπουδάζωμεν. Εκ φύσεως δε ο μεν θεός είναι άξιος πάσης της αξιομακαρίστου μελέτης, ο άνθρωπος όμως, καθώς είπαμεν προηγουμένως, είναι έν παιγνίδιον εφευρημένον από τον θεόν, και βεβαίως αυτό το έργον αυτού είναι το ανώτερον από όλα. Λοιπόν αυτόν τον τρόπον πρέπει να ακολουθή και να παίζη όσον το δυνατόν ωραιότερα παιγνίδια έκαστος ανήρ και εκάστη γυνή εις όλην των την ζωήν, σκεπτόμενοι αντιθέτως από ό, τι συνηθίζουν τόρα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα βεβαίως νομίζουν ότι αι μελέται πρέπει να γίνωνται χάριν των παιγνιδίων. Δηλαδή τα πολεμικά, τα οποία θεωρούν σπουδαία, νομίζουν ότι πρέπει να τελειοποιούν χάριν της ειρήνης. Αλλά καθώς φαίνεται τόρα εν καιρώ πολέμου δεν υπάρχει δι' ημάς ούτε παιγνίδιον ούτε σπουδή αξιόλογος, ούτε εις το παρόν ούτε εις το μέλλον, η οποία να λέγωμεν βεβαίως ότι είναι το σπουδαιότερον πράγμα. Πρέπει λοιπόν έκαστος να διέλθη περισσότερον και καλλίτερον τον ειρηνικόν βίον. Λοιπόν ποίον είναι το ορθόν;
Πρέπει να περάση κανείς όλην την ζωήν του παίζων μερικά παιγνίδια εις τας θυσίας και ψάλλων και χορεύων, ώστε να ημπορέση τους μεν θεούς να τους καταστήση ευσπλαγχνικούς προς τον εαυτόν του, τους δε εχθρούς να τους αποκρούη και να τους νικά εις την μάχην. Ποίας ωδάς ψάλλων και χορεύων θα κάμη αυτά τα δύο, το μεν γενικόν σχέδιον ελέχθη και ωσάν δρόμοι χωρίζουν εμπρός του, τους οποίους πρέπει να διαβή έχων ελπίδα ότι και ο ποιητής καλά λέγει τους στίχους (3)
Τηλέμαχε, άλλα μόνος θα βρης με το μυαλό σου Και άλλα ο θεός θα σου τα ειπή. Γιατί εγώ νομίζω Πως συ με θέλημα θεού εγεννήθης και ανετράφης.
Αυτό λοιπόν το ίδιον πρέπει να έχουν εις τον νουν των και οι ιδικοί μας τρόφιμοι και να φρονούν ότι τα λεχθέντα ελέχθησαν ικανοποιητικώς, μερικά δε και ο δαίμων και ο θεός θα τους συμβουλεύση ως προς τας θυσίας και τους χορούς εις ποίους και πότε προσφέροντες αυτάς και εξιλεώνοντες θα ζήσουν συμφώνως με την φύσιν, το περισσότερον αποτελούντες ταχυδακτυλουργήματα, πολύ δε ολίγον μετέχοντες της πραγματικότητος.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Όλως διόλου εξευτελίζεις, καλέ Ξένε, το ανθρώπινον γένος μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μη απορείς, φίλε Μέγιλλε, αλλά συγχώρησέ με. Διότι έρριψα βλέμμα εις τον θεόν (4) και με την εντύπωσιν εκείνην είπα αυτό που είπα τόρα. Όμως ας είναι το γένος μας όχι μηδαμινόν, αφού το θέλεις, αλλ' άξιον κάποιας προσοχής.
Εις την σειράν όμως κατόπιν από αυτά ελέχθησαν αι οικοδομαί των γυμναστηρίων και των δημοσίων σχολείων εις τρία μέρη εντός της πόλεως, έξω δε από την πόλιν πάλιν εις τρία μέρη γυμναστήρια διά τους ίππους και εκτάσεις τακτοποιημέναι χάριν της τοξικής και των άλλων ακροβολισμών (σφενδόνης) συγχρόνως χάριν μαθήσεως και ασκήσεως των νέων. Εάν δε τυχόν δεν ελέχθησαν τότε ικανοποιητικώς, τάρα ας λεχθούν με την έρευναν των νόμων. Εις όλα δε αυτά να μένουν διδάσκαλοι ξένοι συμφωνημένοι με μισθόν και να διδάσκουν εις τους φοιτώντας όσα μαθήματα συντελούν εις τον πόλεμον και όσα συντελούν εις την μουσικήν. Και όχι μόνον να φοιτά εκείνος, τον οποίον επιτρέπει ο πατήρ του, όποιον δε δεν επιτρέπει να τον αμελούν, αλλά καθώς λέγομεν πας ανήρ και παις όσον είναι δυνατόν πρέπει να μορφωθή υποχρεωτικώς, διότι μάλλον ανήκει εις την πόλιν παρά εις τους γονείς του. Τα ίδια λοιπόν και περί των θηλέων, δηλ. ο ιδικός μου νόμος θα ειπή ότι πρέπει και τα θήλεα να γυμνάζωνται εις όλα, εις όσα και τα άρρενα. Και λέγων τούτο δεν έχω τίποτε να φοβηθώ ούτε από την ιππικήν ούτε από την γυμναστικήν, ότι τάχα εις μεν τους άνδρας αρμόζουν, εις δε τας γυναίκας δεν αρμόζουν. Διότι και από μύθους παλαιούς που έχω ακούσει επείσθην και από σημερινά σχεδόν γνωρίζω ότι αμέτρητες χιλιάδες γυναικών υπάρχουν εις τα μέρη του Ευξείνου Πόντου, τας οποίας τας ονομάζουν Σαυρομάτιδας, αι οποίαι όχι μόνον εις των ίππων αλλά και των τόξων και των άλλων όπλων την άσκησιν μετέχουν υποχρεωτικώς εξ ίσου με τους άνδρας. Κάμνω δε από αυτάς τον εξής συλλογισμόν. Λέγω ότι, αφού αυτά είναι δυνατόν να γίνωνται ούτω πως, τότε είναι εντελώς ανόητα τα γινόμενα εις τα μέρη μας, δηλαδή ότι δεν εκτελούν με μίαν ψυχήν και με μίαν ρωμαλεότητα τα ίδια οι άνδρες και αι γυναίκες. Διότι σχεδόν εις το όλον γίνεται μισή η πόλις από διπλασίαν με τας ιδίας ασχολίας και τους κόπους. Και όμως αυτό θα ήτο παράδοξον σφάλμα δι' ένα νομοθέτην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Φαίνεται βεβαίως. Και όμως, καλέ Ξένε, πάρα πολλά από όσα λέγεις είναι έξω από τα συνηθισμένα πολιτεύματα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' όμως είπα ότι πρέπει να αφήσωμεν να τελειώση η συζήτησις, όταν δε τελείωση καλώς, τότε πλέον να εκλέξωμεν ό,τι κρίνομεν ορθόν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ αρμονικά ωμίλησες και με έκαμες να κάμω παρατηρήσεις ο ίδιος εις τον εαυτόν μου, διότι τα είπα αυτά. Λέγε λοιπόν τόρα πάλιν ό,τι σου αρέσει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το εξής μου αρέσει, φίλε Κλεινία, που το είπα και προηγουμένως, ότι δηλαδή, εάν αυτά δεν ήσαν βασανισμένα τελείως με τα έργα ότι είναι δυνατόν να τελεσθούν, ίσως τότε έπρεπε κάπως να εναντιωθή κανείς εις τον λόγον μου, ο οποίος δεν δέχεται με κανένα τρόπον τον νόμον τούτον, και ποτέ δεν θα κατορθώση να εξαλείψη μέσα εις αυτούς την διαταγήν μας, ώστε να μη λέγωμεν ότι πρέπει να μετέχη όσον το δυνατόν εξ ίσου εις την παιδείαν το θήλυ με το άρρεν γένος. Και βεβαίως πρέπει ως εξής να σκεπτώμεθα δι' αυτά. Μήπως, εάν δεν μετέχουν αι γυναίκες με τους άνδρας από κοινού εις όλην την ζωήν, δεν θα είναι ανάγκη να δημιουργηθή κάποια ιδιαιτέρα διάταξις δι' αυτάς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως είναι ανάγκη.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ποίαν λοιπόν συμμετοχήν εξ όλων των συνηθιζομένων ημπορούμεν να θεωρήσωμεν προτιμοτέραν από αυτήν, την οποίαν ημείς τόρα επιβάλλομεν εις αυτάς; Τάχα αυτήν που εφαρμόζουν εις τας γυναίκας των οι Θράκες και άλλαι πολλαί φυλαί, δηλαδή να καλλιεργούν την γην και να βόσκουν αγέλας και ποίμνια και να υπηρετούν χωρίς καμμίαν διαφοράν από τους δούλους; Ή καθώς ημείς και όλοι οι κάτοικοι εκείνων των μερών; Δηλαδή εις ημάς το εξής συμβαίνει ως προς αυτά. Σωριάζομεν, καθώς λέγουν, εις μίαν κατοικίαν όλα τα πράγματα και τα παραδίδομεν εις τας γυναίκας να τα διαχειρίζωνται και να διευθύνουν τας σαΐττας και όλην την υφαντικήν. Ή μήπως πρέπει να δεχθώμεν τον μέσον βαθμόν τούτου, φίλε Μέγιλλε, τον Λακωνικόν; Δηλαδή ότι πρέπει αι μεν κόραι να μετέχουν εις τα γυμνάσια και εις την μουσικήν, αι δε γυναίκες να απέχουν από την υφαντικήν, και να υφαίνουν μίαν ζωήν γυμνασμένην και όχι διόλου μηδαμινήν και περιφρονημένην, τας δε περιποιήσεις πάλιν και τας διαχειρίσεις και την ανατροφήν των παίδων να τας καταστήσωμεν κοινάς. Εις δε τα πολεμικά να μη λαμβάνουν μέρος, ώστε, ούτε αν παρουσιασθή καμμία επείγουσα ανάγκη να υπερασπισθούν την πόλιν και τα τέκνα των, να μη ημπορούν εντέχνως να λάβουν μέρος εις τα τόξα ως άλλαι Αμαζόνες, ούτε να κρατήσουν ασπίδα και δόρυ και να μιμηθούν την Αθηνάν και να αντικρούσουν γενναίως την εκπόρθησιν της πατρίδος των και, αν όχι άλλο, τουλάχιστον να ημπορέσουν να προξενήσουν φόβον εις τους εχθρούς, όταν παρατηρηθούν εις κάποιαν παράταξιν; Τας δε Σαυρομάτιδας ουδέ εις το ελάχιστον ημπορούν να τας μιμηθούν, εάν ζουν με αυτόν τον τρόπον, συγκρινόμεναι δε με αυτάς εκείναι αι γυναίκες θα εφαίνοντο άνδρες. Εις αυτά λοιπόν όποιος θέλει να επαινή τους νομοθέτας των μερών σας, ας τους επαινή. Εγώ όμως δεν ημπορώ να ομιλήσω διαφορετικά. Διότι ο νομοθέτης πρέπει να είναι πλήρης και όχι μισός και το μεν θήλυ να το παραμελή να εντρυφά με ατακτοποίητον ζωήν, και μόνον διά άρρεν να φροντίζη καλά, και σχεδόν το ήμισυ της ευτυχισμένης ζωής αντί της διπλασίας να αφήνη εις την πόλιν.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Τι θα κάμωμεν, καλέ Κλεινία; θα αφήσωμεν αυτόν τον Ξένον να καταφέρεται τόσον πολύ εναντίον της Σπάρτης μας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα. Αφού δηλαδή του εδώσαμεν το θάρρος, ας τον αφήσωμεν έως ότου να εξετάση εντελώς τους νόμους
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Καλά λέγεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν οφείλω άραγε εγώ να προσπαθήσω, να εξηγήσω την συνέχειαν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν πόσην πρόοδον θα έχουν εις την ζωήν των οι άνθρωποι, οι οποίοι τας μεν απολύτους ανάγκας τας έχουν μετρίας, τας δε τέχνας τας εμπιστεύθησαν εις άλλους, ανέθεσαν δε εις τους δούλους την γεωργίαν, η οποία φέρει αρκετόν μερίδιον εις ανθρώπους ζώντας σωφρονικώς, υπάρχουν δε συσσίτια· χωριστά μεν διά τους άνδρας, παραπλεύρως δε τα των συγγενών των, δηλαδή των τέκνων των και των θηλέων και των μητέρων των· είναι δε ανατεθειμένον εις τους άρχοντας και εις τας αρχούσας να απολύουν αυτά εκάστην ημέραν, αφού επιθεωρήσουν και ιδούν την διαγωγήν των συσσίτων, κατόπιν δε, αφού κάμη σπονδήν ο άρχων και οι άλλοι εις τους θεούς, εις τους οποίους είναι καθιερωμένη εκείνη η νυξ και η ημέρα, τότε πλέον να απέλθουν εις τας οικίας των; Εις τους έχοντας λοιπόν τοιαύτην διάταξιν άραγε δεν μένει κανέν υποχρεωτικόν και αρμόδιον έργον, αλλά ως σφακτόν πρέπει έκαστος να ζη, διά να παχαίνη; Λοιπόν βεβαίως δεν το θεωρούμεν δίκαιον ούτε καλόν, ούτε είναι δυνατόν ό,τι ζη ούτω πως να μη λάβη ό,τι του αρμόζει, αρμόζει δε εις αργόν ζώον και οκνηρώς παχυνθέν σχεδόν να φαγωθή από άλλα ζώα υπερβολικά κατατρυχόμενα και έχοντα ανδρείαν και φιλοπονίαν. Αυτά λοιπόν όλα, εάν τα ζητήσωμεν με αρκετήν ακρίβειαν, καθώς τόρα, ίσως δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν, ενόσω δεν αποκτήση έκαστος από ημάς γυναίκας και παίδας και ιδιαιτέρας κατοικίας ατομικώς. Αλλά, εάν πραγματοποιηθούν τα ερχόμενα εις δευτέραν σειράν από εκείνα που λέγομεν, θα ήτο αρκετά καλόν. Λοιπόν εις τους ζώντας κατ' αυτόν τον τρόπον φρονούμεν ότι δεν απομένει το μικρότερον ούτε το μηδαμινώτερον καθήκον, αλλά ότι επιβάλλεται από τον δίκαιον νόμον το ανώτερον από όλα τα καθήκοντα. Δηλαδή από όσα προετοιμάζει η ασχολία του βίου εις όλα τα άλλα έργα, αυτή η οποία επιδιώκει νίκην εις τα Πύθια και εις τα Ολύμπια διπλασίας και πολύ περισσοτέρας ασχολίας, είναι φορτωμένος αυτός ο βίος, ο οποίος εχαρακτηρίσθη ορθότατα ότι ασχολείται εις την τελειοποίησιν της αρετής του σώματος και της ψυχής. Δηλαδή δεν πρέπει να γίνεται κανέν έργον παράκαιρον, το οποίον εμποδίζει να προσφέρη εις το σώμα του τας καταλλήλους ασκήσεις και την τροφήν, ούτε εις την ψυχήν του μαθήματα και ήθη, πάσα δε νυξ και ημέρα ανεξαιρέτως χρησιμοποιουμένη δεν αρκεί σχεδόν εις τον εκτελούντα αυτά να αποκτήση την τελειότητα και την αυτάρκειαν, Αφού λοιπόν αυτά επλάσθησαν ούτω πως, πρέπει να δώσουν όλοι οι ελεύθεροι τάξιν εις την ζωήν των διαρκώς, αρχίζοντες σχεδόν από την μίαν αυγήν έως την άλλην αυγήν και την ανατολήν του ηλίου. Εάν λοιπόν ο νομοθέτης αναφέρη πολλά και μικρά ζητήματα, ίσως νομισθή κάπως άσχημος ως προς την διοίκησιν των οικιών, και ως προς τα άλλα και πόσον αρμόζει να αγρυπνούν όσοι θέλουν να φυλάξουν όλην την πόλιν ακριβώς έως το τέλος. Δηλαδή το να κοιμάται ολόκληρον μίαν οποιανδήποτε νύκτα οποιοσδήποτε πολίτης και να μη είναι φανερός εις όλους τους υπηρέτας ότι εξυπνά και σηκώνεται πάντοτε πρώτος, αυτό πρέπει να θεωρηθή από όλους αισχρόν και όχι αρμόζον εις ελεύθερον, είτε νόμον θελήσωμεν να ονομάσωμεν αυτό είτε ασχολίαν. Και μάλιστα η οικοδέσποινα της οικίας να σηκώνεται από κάποιαν υπηρέτριαν και όχι αυτή πρώτη να σηκώνη τας άλλας, είναι εντροπή να το λέγη εις τον εαυτόν του ο δούλος και η δούλη και ο υπηρέτης και αν είναι δυνατόν και ολόκληρος η οικία. Αφού δε εξυπνήσουν από την νύκτα όλοι, πρέπει να εκτελούν πολλά μέρη από τα πολιτικά και οικογενειακά, οι μεν άρχοντες εις την πόλιν, αι δε οικοδέσποιναι και οι οικογενειάρχαι εις τας οικίας των. Διότι ο πολύς ύπνος δεν είναι εκ φύσεως αρμόδιος ούτε εις τα σώματα ούτε εις τας ψυχάς μας ούτε πάλιν εις τας πράξεις τας περιστρεφομένας εις όλα αυτά. Δηλαδή, όταν κοιμάται κανείς, δεν έχει καμμίαν αξίαν, καθώς και ο μη ζων. Όστις όμως από ημάς φροντίζει πολύ διά την ζωήν και την φρόνησίν του, αυτός αγρυπνεί όσον το δυνατόν περισσότερον καιρόν, λαμβάνων μόνον όσον είναι χρήσιμον εις την υγείαν του. Αυτό δε δεν είναι πολύ, όταν γίνη καλή συνήθεια. Οι δε αγρυπνούντες άρχοντες μέσα εις τας πολιτείας είναι τρομεροί διά τους κακούς εχθρούς και τους κακούς πολίτας, αγαπητοί δε και τίμιοι εις τους δικαίους και σώφρονας και ωφέλιμοι εις τον εαυτόν των και εις όλην την πόλιν.