Part 5
Αλλ' η μεγαλοπραγμοσύνη του Ιουστινιανού, απέβλεπεν ιδίως εις την ανάπτυξιν της συγκοινωνίας και την διά ταύτης προαγωγήν της εμπορίας και της βιομηχανίας, και του δημοσίου και του ιδιωτικού πλούτου, των δύο τούτων μεγάλων πηγών της ευημερίας του λαού. Το Κράτος του Ιουστινιανού το εκτεινόμενον από των Ηρακλείων στηλών μέχρι του Περσικού κόλπου και άρχον απ' ευθείας της Ευρώπης και της Δυτικής Ασίας και βορείου Αφρικής ή εκτείνον εμμέσως επ' αυτάς την πολιτικήν προστασίαν και δύναμιν, ήτο το μέγιστον και μοναδικόν εμπόριον, ήτοι εμπορική αγορά της Ευρώπης, της Δυτικής Ασίας, και της βορείου και Ανατολικής Αφρικής, και εις το κράτος τούτο εισέρρεαν εκ πάσης γης τα πάντα. Ότι δε ο Ιουστινιανός ιδιαιτέρως επρονόει και περί της εμπορικής συναφείας προς το μέγα Περσικόν κράτος και διά τούτου προς την Κεντρικήν Ασίαν, περί τούτου μαρτυρεί το κείμενον της προς τον Χοσρόην συνθήκης του 556, όπου υπήρχαν, καθώς είδαμεν, ιδιαίτεραι διατάξεις περί της μεταξύ των δύο κρατών εμπορίας, πλην των άλλων δε και η διάταξις η προνοούσα περί της αποφυγής της _κλεπτοτελωνίας_ (ή ως λέγομεν ημείς, του λαθρεμπορίου). Διά των σχέσεων, τας οποίας συνήψε προς την Αβησσυνίαν, εφρόντιζε κυρίως να διανοίξη νέας οδούς εμπορικάς εις το κράτος, ιδίως ως προς την εμπορίαν του πολυτιμοτάτου τότε φυσικού και βιομηχανικού προϊόντος της μετάξης του καλλιεργουμένου εις την Ανατολικήν Ασίαν. Είπαμεν ότι ο Ιουστινιανός ήθελεν η εμπορία αυτή, η γινομένη έως τότε διά της Περσίας, να διεξάγεται του λοιπού διά της Αβησσυνίας, και δι' εμπόρων Αβησσυνών. Αλλ' αι ενέργειαί του απέτυχαν, διότι οι Αβησσυνοί έμποροι δεν κατώρθωσαν να διαγωνισθούν προς τους Πέρσας εμπόρους, οι οποίοι προλαμβάνοντες τους Αβησσυνούς εξήγαν όλα τα εις τους λιμένας της Κίνας και των Ινδιών συγκεντρούμενα προς εξαγωγήν εμπορεύματα μετάξης. Αλλ' η θεραπεία του κακού ήλθεν άλλοθεν, ενώ ακόμη εβασίλευεν ο Ιουστινιανός. Κατά τινα παράδοσιν δύο μοναχοί κατώρθωσαν να εισαγάγουν εις το κράτος κρυφίως εκ Κίνας μεταξόσπορον, ήτοι ωά βόμβυκος εντός του κοίλου των ράβδων των· κατ' άλλην δε παράδοσιν Πέρσης τις ελθών εκ της Κίνας εις την Κωνσταντινούπολιν έφερεν εντός νάρθηκος τον πρώτον μεταξόσπορον. Όπως και αν έχη το πράγμα, επί του Ιουστινιανού και διά των φροντίδων και των ενεργειών του βασιλέως εκείνου εισήχθη το πολύτιμον προϊόν εις το κράτος και ήρχισεν η παραγωγή της μετάξης, η οποία ήτο γνωστή εις τους Έλληνας από των χρόνων του Αλεξάνδρου, ίσως και πρότερον ακόμη, και εκαλείτο Σηρικόν ή Σηρική (εκ του έθνους των Σηρών, του κατοικούντος την Κίναν ή την Ινδικήν) και Μηδική, διότι εισήγετο εις το κράτος διά της Μηδίας και Περσίας, ή διότι παρά των Μήδων πρώτοι οι Έλληνες έμαθαν την χρήσιν της. Η παραγωγή της μετάξης από την Κωνσταντινούπολιν διεδόθη και εις την κυρίως Ελλάδα και ήτο επί αιώνας πολυτιμότατον βιομηχανικόν και εμπορικόν προϊόν του κράτους. Από δε του δωδεκάτου αιώνος κατέστη γνωστή η καλλιέργεια εις την Σικελίαν και την Ιταλίαν και εκείθεν εγενικεύθη εις την Εσπερίαν. Ούτως η βασιλεία του Ιουστινιανού εδώρησεν εις το Ελληνικόν κράτος, εμμέσως δε εις την Ευρώπην, έν των γονιμωτάτων βιομηχανικών και εμπορικών κεφαλαίων του πολιτισμένου κόσμου.
&Η σημασία της βασιλείας του Ιουστινιανού&.
Του μεγάλου και μεγαλοπράγμονος βασιλέως η προσοχή δεν περιωρίσθη απλώς εις τα της πολιτείας και εις τα εγκόσμια συμφέροντα και την υλικήν ευδαιμονίαν των υπηκόων, αλλά εστράφη και εις τα συμφέροντα τα πνευματικά και εις την θρησκευτικήν και πνευματικήν ειρήνην του λαού. Το κράτος από πολλού χρόνου εταράσσετο υπό θρησκευτικών ερίδων και ιδίως υπό της θρησκευτικής αιρέσεως των Μονοφυσιτών, των παραδεχομένων μίαν μόνον θείαν φύσιν του Χριστού, η οποία απερρόφησε την ανθρωπίνην, και όχι δύο φύσεις ασυγχύτως ηνωμένας, ως ανέκαθεν εδίδασκεν η Εκκλησία. Ο Ιουστινιανός εκ φύσεως και ανατροφής ήτο ευσεβής, έλαβε δε και παίδευσιν Θεολογικήν και φιλοσοφικήν. Ειργάσθη λοιπόν μετά ζήλου εις την κατάπαυσιν των ερίδων συγκαλέσας την πέμπτην Οικουμενικήν Σύνοδον (554 μ.Χ.), διά της οποίας καθώς και διά του ιδικού του κύρους επέτυχε την λύσιν της έριδος. Αυτός ο αυτοκράτωρ ως θεολόγος συγχρόνως δε και μουσικός εποίησε το μέχρι σήμερον εις την εκκλησίαν ψαλλόμενον τροπάριον κατά την λειτουργίαν προ της Μικράς Εισόδου: «Ο μονογενής υιός και λόγος του θεού αθάνατος υπάρχων και διά την ημετέραν σωτηρίαν κτλ . . . Σαρκωθείς δε εκ της αγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας ατρέπτως ενανθρωπήσας· είς ων της Αγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, σώσον ημάς». Εις το τροπάριον αυτό εκτίθεται σαφώς και το δόγμα της εκκλησίας ως προς το μνημονευθέν ζήτημα των φύσεων του Χριστού.
Τοιαύτη εν συντόμω υπήρξεν η βασιλεία του Ιουστινιανού, γονιμωτάτη και πλουσιωτάτη εις πολλά και ποικίλα έργα εν πολέμω και εν ειρήνη. Τα έργα ταύτα μαρτυρούν βεβαίως ότι ο Ιουστινιανός υπήρξεν αληθής βασιλεύς και η βασιλεία του ως λαμπροτάτη και ενδοξοτάτη εθαυμάσθη δικαίως υπό των συγχρόνων και υπό των μεταγενεστέρων. Βεβαίως δεν έλειπαν και μερικά σκοτεινά σημεία εις την όλην λαμπράν εικόνα, διότι ουδέν ανθρώπινον έργον είναι τέλειον και ουδεμία βασιλεία η κυβέρνησις όσον και αν μεγαλουργήση, είναι απηλλαγμένη καί τινων κακών. Και του Ιουστινιανού η βασιλεία, μεταξύ των συγχρόνων είχε μεν τους μεγάλους επαινέτας, αλλ' είχε και τους ολίγους δυσμενώς προς αυτόν διακειμένους. Και ήτο δυνατόν ανήρ τοσαύτην συγκεντρών εις τας χείρας του εξουσίαν, των πάντων επιλαμβανόμενος, τα πάντα αυτός εκτελών, το βασιλικόν αξίωμα ως ουδείς των προ αυτού καταστήσας αυταρχικήν μοναρχίαν, αληθή αυτοκρατορικήν αρχήν, να μη προκαλή εναντίον της κυβερνήσεως αντιπολίτευσιν, μη δυναμένην μεν να εκδηλωθή διά λόγου και διά γραφής, αλλ' ουχ ήττον δυσμενέστατα καθ' εαυτήν κρίνουσαν τας Κυβερνητικάς πράξεις;
Άλλως τε όχι μεν αυτός ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, αλλ' οι υπ' αυτού εκλεγόμενοι πολιτικοί και στρατιωτικοί άρχοντες του κράτους και αυτοί οι αυλικοί του δεν ήσαν άνθρωποι άμεμπτοι ηθικώς. Ο Ιωάννης Καππαδόκης, ο κατέχων τρόπον τινά θέσιν πρωθυπουργού, ήτο ανήρ δυνατώτατος μεν το πνεύμα και ικανώτατος «γνώναι τα δέοντα», αλλά συγχρόνως πονηρός, πλεονέκτης και παντελώς απαίδευτος· ο Βελισάριος ήτο μέγας στρατηγός, αλλ' όχι απηλλαγμένος καί τινος δουλοπρεπείας. Τοιούτοι ήσαν πολύ περισσότερον ο Ναρσής και οι άλλοι στρατηγοί· ο Τριβωνιανός ήτο μεν εις άκρον πεπαιδευμένος ανήρ και μέγας νομοδιδάσκαλος, αλλ' όχι αυστηρών ηθικών αρχών εις τον βίον, φιλήδονος δε και πλεονέκτης. Πάσα λοιπόν κατά των ανθρώπων τούτων υπολανθάνουσα αντιπολίτευσις εστρέφετο και κατά του Ιουστινιανού. Τοιούτου δέ τινος αντιπολιτευτικού φρονήματος προϊόν και έκφρασις υπήρξεν ανέκδοτος τις ιστορία, εκδοθείσα μετά τον θάνατον του Ιουστινιανού και αποδιδομένη εις αυτόν τον μέγαν εξυμνητήν της βασιλείας του Ιουστινιανού ιστοριογράφον Προκόπιον. Εις την ιστορίαν αυτήν διά ζοφερωτάτων χρωμάτων παριστάνεται η όλη κυβέρνησις του βασιλέως και ο ιδιωτικός βίος της Θεοδώρας ο προ του γάμου της μετά του Ιουστινιανού, καθώς και άλλων ανδρών της αυλής ο βίος. Καθ' όμοιον τρόπον περιγράφεται και ο οικογενειακός βίος του Βελισαρίου και μάλιστα της γυναικός του Αντωνίνης.
Η προς κακολογίαν τάσις της «Ανεκδότου ιστορίας» προβαίνει τόσον, ώστε όχι μόνον αι γενόμεναι εις το κράτος βαρβαρικαί επιδρομαί και αι εκ τούτων ζημίαι να αποδίδωνται εις τα σφάλματα του Ιουστινιανού, αλλά και αύται αι φυσικαί θεομηνίαι εις τας αμαρτίας του. Τοιαύται θεομηνίαι ήσαν οι μεγάλοι σεισμοί οι γενόμενοι κατά τα έτη 527 και 529, ότε πολλαί του κράτους πόλεις έπαθαν δεινάς συμφοράς, ιδίως δε η Αντιόχεια, η Βηρυτός (όπου κατέπεσε και το κτίριον της Νομικής σχολής καταθάψαν τους εντός αυτής σπουδάζοντας νέους ευγενών οίκων), η Κωνσταντινούπολις, η Κόρινθος, το Δυρράχιον. Ωσαύτως δε ο φοβερός λοιμός, ο οποίος κατά το έτος 531 και ιδίως το 542 μ.Χ. εξ Αιγύπτου αναφανείς έκαμε μεγάλην φθοράν όχι μόνον εις το κράτος το ελληνικόν, αλλά και εις την Περσίαν και εις το πλείστον της Ευρώπης. Ο λοιμός ήτο όμοιος προς τον του 429 π. Χ. κατά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον εκ Λιβύης εις Αθήνας ενσκήψαντα και προς τον πολύ μετά τον Ιουστινιανόν το 747 μ.Χ. επί του Κωνσταντίνου του Ε' μαστίσαντα πάλιν το κράτος, πολλάκις δε και μέχρι των καθ' ημάς χρόνων αναφανέντα εις πολλά μέρη της οικουμένης. Και τοιαύται μεν κατηγορίαι, ελεγχόμεναι αμέσως ως ανυπόστατοι, μαρτυρούν απλώς το ανυπόστατον και τερατωδώς υπερβολικόν και των άλλων πιθανωτέρων φαινομένων κατηγοριών κατά της κυβερνήσεως του Ιουστινιανού.
Η μόνη ουσιαστική κατηγορία η γενομένη υπό πολλών κατά του Ιουστινιανού είναι ότι ούτος έκλεισε το 529 μ.Χ. ή βραδύτερον την εν Αθήναις φιλοσοφικήν σχολήν, την απ' αιώνων εις την πόλιν ταύτην υπάρχουσαν. Αλλ' η πράξις εκείνη προήλθεν εκ του προς την Χριστιανικήν πίστιν ζήλου του, διότι η εν Αθήναις Σχολή εκπροσωπούσα τον αρχαίον Ελληνικόν κόσμον, εκ του πνεύματος της ενταύθα διδασκομένης φιλοσοφίας εθεωρείτο και ως λείψανον του αρχαίου ειδωλολατρικού βίου. Σημειωτέον δε ότι επί του Ιουστινιανού, μολονότι προ 150 ήδη ετών διά νόμων είχε καταργηθή εις το κράτος η ειδωλολατρεία, υπήρχαν ακόμη φανεροί και κρύφιοι μυριάδες εκ των θιασωτών της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, δυσμενώς εννοείται διακείμενοι προς την πολιτείαν του μεγάλου και πανισχύρου αυτοκράτορος και θερμοτάτου ζηλωτού και υπερμάχου της Χριστιανικής πίστεως.
Ο Ιουστινιανός κατεκρίθη υπό τινων και ως λίαν δεσποτικός μονάρχης. Είναι αληθές ότι ο Ιουστινιανός διά του αρχικού χαρακτήρος και διά του ηθικού μεγαλείου του κατέστησε την αρχήν την αυτοκρατορικήν ισχυροτάτην, «πρώτος, ως λέγει ο Αγαθίας, εν τοις κατά το Βιζάντιον βεβασιλευκόσιν αυτοκράτωρ ονόματί τε και πράγματι αποδεδειγμένος». Αλλ' ακριβώς εις την τοιαύτην δύναμιν της αυτοκρατορικής αρχής, την οποίαν δύναμιν περιεποίησεν εις εαυτόν διά της περί το άρχειν αρετής, εφάνη και μεγαλόψυχος και μετριοπαθής, συγχωρήσας και αυτούς τους επιβουλεύσαντας την ζωήν του. Το ότι έκ τινος δίκης περί επιβουλής κατά της ζωής του αυτοκράτορος ανεμίχθη αδίκως και το όνομα του Βελισαρίου, δεν ήτο τούτο σφάλμα, του Ιουστινιανού, ο οποίος και εις την περίστασιν αυτήν εφάνη γενναιόψυχος. Είναι δε μύθος το βραδύτερον λεχθέν ότι ο Βελισάριος στερηθείς την περιουσίαν περιήλθε περί τα έσχατα του βίου εις κατάστασιν επαίτου. Η διάδοσις αυτή προήλθε βέβαια εκ της συγχύσεως των περί Βελισαρίου λεγομένων προς τα περί του Ιωάννου Καππαδόκου αληθώς λεγόμενα, ο οποίος, αφού έπαθεν άξια των όσων έπραξε κακών, κατήντησε να τελευτήση τον βίον εν τη εξορία επαιτών «άρτον ή οβολόν εκ των προσπιπτόντων». Λέγει δε ο Προκόπιος περί της μεγαθυμίας του Ιουστινιανού προς τους επιβουλεύοντας κατά του θρόνου και της ζωής αυτού: «τεκμήριον δε της του βασιλέως φιλανθρωπίας και τούτο ότι οι επιβουλεύσαντες κατ' αυτού μέχρι φόνου όχι μόνον διετηρήθησαν εις την ζωήν, αλλά και των αξιωμάτων ως στρατηγών, υπάτων και πατρικίων δεν εστερήθησαν». Εξαίρων δε την τοιαύτην φιλανθρωπίαν του ήθους και το γενναίον και μεγάθυμον του φρονήματος του Ιουστινιανού τον παραβάλλει προς το ιδεώδες Ομηρικών βασιλέων («επεί και πατήρ ως ήπιός εστι καθ' Όμηρον»).
Τέλος παρά πάντα τα λεχθέντα υπό των συγχρόνων και των μεταγενεστέρων κατά της πολιτείας και των πράξεων του Ιουστινιανού, οποία δύνανται να λεχθούν και κατά πάσης εν τω κόσμω βασιλείας, η μεγάλη ιστορία του κόσμου εξύμνησεν ανέκαθεν και εξυμνεί το μεγαλείον της βασιλείας ταύτης. Ο Ιουστινιανός υπό του συγχρόνου του Χριστιανικού κόσμου ετιμάτο ως μέγας βασιλεύς της Οικουμένης. Ο Προκόπιος εκφράζων την επίσημον των συγχρόνων γνώμην λέγει περί της βασιλείας του Ιουστινιανού, ότι ούτος «παραλαβών την πολιτείαν πλημμελώς κινουμένην, μεγέθει μεν αυτήν μείζω τε και πολλώ επιφανεστέραν ειργάσατο, εξελάσας ενθένδε τους εκ παλαιού βιασαμένους αυτήν βαρβάρους . . πολλάς προσεποίησεν ήδη τη Ρωμαίων αρχή πολιτείας αλλοτρίας, _πόλεις δε αναρίθμους_ δεδημιούργηκεν ου πρότερον ούσας· πλανωμένην δ' ευρών την περί Θεού δόξαν (ένεκεν των αιρέσεων), αναιρέσας τας πεπλανημένας ιδέας, διεπράξατο εν τω βεβαίω της πίστεως επί μιας ιστάναι κρηπίδος· προς δε και τους νόμους λαβών τω τε παμπληθεί σκοτεινούς όντας και συγκεχυμένους, αποκαθάρας αυτούς της τερθρείας . . ευδαίμονι βίω την πολιτείαν συνώκισεν. Αλλά και βαρβάροις πανταχόθεν υποκειμένην την Ρωμαίων αρχήν στρατιωτών τε πλήθει επέρρωσε και οχυρωμάτων οικοδομίαις απάσας αυτής τας εσχατιάς ετειχίσατο». Ακολούθως ο Προκόπιος, παραβάλλων τον Ιουστινιανόν προς τον υπό του Ξενοφώντος ως ιδεώδες μεγάλου μονάρχου εξυμνηθέντα βασιλέα των Περσών Κύρον τον μέγαν, θεωρεί την του Κύρου αρχήν παιδιάν, παραβαλλομένην προς την του Ιουστινιανού ως προς την εσωτερικήν και την εξωτερικήν αξίαν. Τέλος ο Προκόπιος θεωρεί τον Ιουστινιανόν ως το ιδεώδες βασιλέως λέγων «ον δη και φύσει βασιλέα καλών τις, οίμαι, ορθώς αν είποι».
&Η ιστορική αθανασία και το ιστορικόν κλέος του Ιουστινιανού&.
Αλλ' εάν ο σύγχρονος του Ιουστινιανού Ελληνικός κόσμος ούτως έκρινε τα κατά τον Ιουστινιανόν, όχι με ολιγώτερον θαυμασμόν και ευλάβειαν ητένισε προς τον άνδρα ο Ευρωπαϊκός μεσαιωνικός κόσμος.
Ο βασιλεύς ούτος καθ' όλον τον μεσαίωνα υπό των σοφών της Ευρώπης νομοδιδασκάλων ετιμήθη ως δημιουργός της νομικής επιστήμης. Μεταξύ δε των χριστιανών ηγεμόνων της Ευρώπης κατά τον μεσαίωνα εθεωρείτο το ιδεώδες Χριστιανού βασιλέως. Οι βασιλείς της Γερμανίας, οι λεγόμενοι και αυτοκράτορες του εν τη Δύσει Αγίου Ρωμαϊκού κράτους, εσεμνύνοντο καλούντες εαυτούς διαδόχους του Ιουστινιανού και κληρονόμους της εν Ευρώπη αρχής του. Αυτοί οι λαοί της Ιταλίας τον εθεώρουν ως νόμιμον διάδοχον των Ρωμαίων αυτοκρατόρων και την υπ' αυτού ανάκτησιν της Ιταλίας εθεώρουν αποκατάστασιν της νομίμου εν Ιταλία αυτοκρατορικής αρχής. Ευγλωττότατος κήρυξ της επικρατούσης εις την Ιταλίαν και την λοιπήν Ευρώπην περί τα τέλη ακόμη του Μεσαίωνος μεγάλης ιδέας περί Ιουστινιανού έγεινεν ο πρώτος μέγας της αναγεννωμένης Ιταλίας και της όλης Ευρώπης ποιητής Δάντης. Αυτός εις το περίφημον επικόν ποίημα το καλούμενον Θείαν Κωμωδίαν περιγράφων την κατά φαντασίαν περιπλάνησίν του εις τον Άδην και την διά του Καθαρτηρίου εις την Παράδεισον μετάβασιν βλέπει εντός του Παραδείσου τον Ιουστινιανόν περιβεβλημένον αίγλην φωτός εξαισίαν θαμβούσαν την όρασιν. Η δε αγία μορφή αποκαλύπτεται διά των λέξεων «Ήμην Καίσαρ, είμαι Ιουστινιανός Cesare fui, sono Gustinianos»,) εις αντίθεσιν της εφημέρου εν τω κόσμω αρχής του ως αυτοκράτορος προς την αθανασίαν, την οποίαν απέκτησεν εις την ιστορίαν ως Ιουστινιανός, και αυτός ως ενσάρκωσις μεγάλου αυτοκράτορος νομοθέτου εικονίζει και ερμηνεύει εκ του ύψους της αθανασίας, διά του λόγου του προς τον μέγαν ποιητήν, ολόκληρον την μέχρι των χρόνων του ποιητού αυτού ιστορίαν της Ρώμης, της Ιταλίας και της Ευρώπης και τα εκ ταύτης διδάγματα.
Αλλ' αν η Ευρώπη και ολόκληρος ο πολιτισμένος κόσμος μετά θαυμασμού και σεβασμού ευγνώμονος ατενίζουν προς την μεγαλοπρεπή ιστορικήν μορφήν του Ιουστινιανού, του ιδρυτού της συστηματικής επιστήμης του δικαίου, του προαγαγόντος το κράτος του Χριστιανισμού εις τας τρεις ηπείρους, του ηγεμόνος του εκπροσωπούντος εις ύψιστον βαθμόν την Ρωμαϊκήν κοσμοκρατορίαν υπό την ιδέαν την Χριστιανικήν, η Ελλάς και το Ελληνικόν έθνος ιδιαίτερον οφείλουν σεβασμόν εις την μνήμην του βασιλέως, διά του οποίου το Ελληνικόν Χριστιανικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως ανήλθεν εις ανυπέρβλητον ύψος εξωτερικού και εσωτερικού μεγαλείου, του αυτοκράτορος, του κτίσαντος ή ανοικοδομήσαντος τόσας πόλεις εις τας Ελληνικάς χώρας της Ασίας, της Ευρώπης και της Αφρικής, του καταλιπόντος αθάνατον μνήμην εις την ιστορίαν της Εκκλησίας, του ιδρύσαντος τόσα μνημεία της Ελληνικής τέχνης και μεγαλοφυίας, του κτίσαντος τον ναόν της Αγίας Σοφίας!
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σελ. Γενικός χαρακτήρ της βασιλείας του Ιουστινιανού.... 5 Πολεμικά έργα..................................... 22 Έκτασις και δύναμις του κράτους του Ιουστινιανού.. 51 Ειρηνικά έργα του Ιουστινιανού.— Η νομοθεσία του . 56 Κτίσματα και μνημεία αρχιτεκτονικά................ 62 Συγκοινωνία, εμπορία και βιομηχανία............... 74 Η σημασία της βασιλείας του Ιουστινιανού.......... 77 Η ιστορική αθανασία και το ιστορικόν κλέος του Ιουστινιανού...................................... 84
***
1) Ο Ιουστινιανός γράφων προς τον «αδελφόν» του Χοσρόην (μόνον τους βασιλείς της Περσίας προσηγόρευαν αδελφούς οι Χριστιανοί αυτοκράτορες) απαριθμεί τας συνήθεις τιμητικάς προσωνυμίας, όσας και εις τον πρόλογον του Κώδικός του παραθέτει· «Ο Αυτοκράτωμ Καίσαρ, Φλαύιος Ιουστινιανός ο Αλαμανικός, Γοτθικός, Φραγκικός, Γερμανικός, Αντικός, Αλανικός, Βανδηλικός, Αφρικανός (νικητής δηλονότι πάντων τούτων των εθνών), ευσεβής, ευτυχής, νικητής και τροπαιούχος, αεισέβαστος Αύγουστος (Λατινιστί semper Augustus).» Η δε επιστολή τον Χοσρόου είχε περσιστί τους εξής τίτλους· «Θείος, αγαθός, ειρηνοπάτριος, αρχαίος Χοσρόης, βασιλεύς βασιλέων, ευτυχής, ευσεβής, αγαθοποιός, ω τινι θεοί μεγάλην τύχην και μεγάλην βασιλείαν δεδώκασι, γίγας γιγάντων, ος εκ θεού χαρακτηρίζεται, Ιουστινιανώ Καίσαρι αδελφώ ημετέρω».