Ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός

Part 4

Chapter 435 wordsPublic domain

Ως εκ της αδιακόπου επεκτάσεως του Ρωμαϊκού κράτους εις ξένας χώρας και της συναφείας, της κοινωνικής και της πολιτικής, προς άλλους λαούς, παρήχθη εις το Ρωμαϊκόν κράτος, ένεκα της διεθνούς ούτως ειπείν νομικής ανάγκης, παρεκτός του υπάρχοντος κοινού Ρωμαϊκού δικαίου, και το λεγόμενον «δίκαιον των εθνών» Ελληνικήν έχον την καταγωγήν. Το νέον τούτο _δίκαιον_ κατέστη μετά μικρόν επικρατέστερον, ιδίως αφ' ότου ο αυτοκράτωρ Καρακάλλας, περί τας αρχάς του τρίτου μ.Χ. αιώνος, έδωκε δικαίωμα Ρωμαίου πολίτου εις όλους τους ελευθέρους πολίτας του Ρωμαϊκού κράτους. Οι νόμοι, οι διά των πραιτωρικών διατάξεων ολονέν πολλαπλασιαζόμενοι, έγιναν τόσοι επί του αυτοκράτορος Αδριανού (περί τας αρχάς του δευτέρου μ.Χ. αιώνος), ώστε έκτοτε κατενοήθη η ανάγκη της κωδικοποιήσεως, ήτοι της συστηματικής κατατάξεώς των. Το έργον τούτο εξετελέσθη υπό του νομοδιδασκάλου Σαλβίου Ιουλιανού και ο καταρτισθείς κώδιξ νόμων εκλήθη «αιωνία διάταξις (αιώνιον έδικτον)». Αλλά και κατόπιν παρήχθη μέγα πλήθος νέων νόμων διά των από του αυτοκράτορος Αδριανού μέχρι του Ιουστινιανού επί τέσσαρας αιώνας νόμων, όσους εξέδιδαν οι αυτοκράτορες ασκούντες και εξουσίαν πραιτώρων και τα εις αυτούς μεταβιβασθέντα νομοθετικά δικαιώματα του λαού της Ρώμης.

Η τοιαύτη ανάπτυξις του Ρωμαϊκού δικαίου και η αύξησις των νόμων παρήγαγαν κατά μικρόν συστηματικήν μάθησιν και διδασκαλίαν. Εκ τούτου δε ανεδείχθησαν από του τρίτου μ.Χ. ιδίως αιώνος μεγάλοι Ρωμαίοι νομοδιδάσκαλοι, ο Γάιος, ο Ουλπιανός, ο Παπινιανός. Αυτοί διά νομικών συγγραφών ηρμήνευαν την αληθή έννοιαν των διαφόρων νόμων και έδιδαν αποκρίσεις και λύσεις εις διαφόρους απορίας και αποφάσεις επί ζητημάτων νομικών. Διά της τοιαύτης εργασίας των νομοδιδασκάλων παρήχθησαν πολυπληθείς νομικαί πραγματείαι και χιλιάδες βιβλίων, των οποίων το περιεχόμενον απετέλει ωσαύτως τεράστιον υλικόν του Ρωμαϊκού δικαίου.

Η επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου και κατόπιν επικράτησις της Χριστιανικής Εκκλησίας επέδρασε και επί της νομοθεσίας του κράτους και έδωκε νέον υλικόν εις το Ρωμαϊκόν δίκαιον. Η παραγωγή τοιούτου απείρου υλικού, και μετά το αιώνιον έδικτον του Αδριανού, καθίστα αναγκαίαν νέαν κατάταξιν συστηματικήν των νόμων, και τοιαύτην νέαν κατάταξιν και συστηματοποίησιν επεχείρησε και ο νομοδιδάσκαλος Γρηγοριανός κατά τον τρίτον αιώνα και ο Ερμογενιανός κατά τον πέμπτον αιώνα. Προς τοιούτον σκοπόν απέβλεπε και ο περί τας αρχάς του πέμπτου μ.Χ. αιώνος επί του αυτοκράτορας Θεοδοσίου συνταχθείς και εκδοθείς ομώνυμος Θεοδοσιανός κώδιξ. Αλλά όλαι αυταί αι εργασίαι ήσαν ατελείς και η ανάγκη τελειοτέρας και συστηματικωτέρας και πρακτικώς πλέον ευχρήστου εργασίας ήτο πάντοτε επαισθητή και επιτακτική καθ' ον χρόνον ανήλθεν εις τον θρόνον ο Ιουστινιανός, ο μετά ζήλου σπουδάσας και καλλιεργών την νομικήν επιστήμην.

Ο αυτοκράτωρ επελήφθη του μεγάλου έργου της συστηματοποιήσεως ολοκλήρου του μέχρις αυτού αναπτυχθέντος Ρωμαϊκού δικαίου και προέβη εις το έργον μεθοδικώς. Και πρώτον ανέθεσε (528) εις δεκαμελή επιτροπείαν νομοδιδασκάλων την κωδικοποίησιν των από του Αδριανού εκδοθεισών αυτοκρατορικών διατάξεων. Η εργασία αυτή ήρχισε κατά το 528 και επερατώθη το 529, μετά έν ακριβώς έτος, και η γενομένη συλλογή των τοιούτων νόμων και η συστηματική κατάταξίς των, μετά την αφαίρεσιν όλων των αντιφάσεων, των περιττολογιών και ταυτολογιών, απετέλεσε τον Ιουστινιάνειον λεγόμενον κώδικα, απαρτίζοντα μέρος σπουδαίον του όλου συστήματος του Ιουστινιανείου δικαίου. Η δευτέρα εργασία, κατά διαταγήν του αυτοκράτορος εκτελεσθείσα υπό δωδεκαμελούς επιτροπείας νομοδιδασκάλων υπό την προεδρίαν του Τριβωνιανού, ήρχισε το 530 και ετελείωσε το 533 (η δευτέρα και τελειοτέρα έκδοσις η μόνη μέχρις ημών διασωθείσα έγινε το 536) και ήτο η σύνταξις των _Διγέστων_ και _Πανδεκτών_. Διά ταύτης μεθοδικώς συνελέχθη και συνετάχθη κατά τα ουσιώδη όλος ο επί αιώνας διά των πραιτωρικών διατάξεων και των συγγραφών των περιφημοτέρων νομοδιδασκάλων παραχθείς θησαυρός της νομικής. Η επιτροπεία εις την εργασίαν της είχεν υπό μελέτην 4 χιλάδας νομικών βιβλίων. Το προϊόν της τοιαύτης νομικής εργασίας περιελήφθη εις 50 βιβλία.

Παρεκτός των δύο τούτων μεγάλων νομικών εργασιών έγινε και τρίτη κατά διαταγήν του αυτοκράτορος. Αύτη ήτο είδος Εισαγωγής· περιελάμβανεν εις τέσσαρα βιβλία τας λεγομένας _Εισηγήσεις_, ήτοι τας γενικάς αρχάς του Ρωμαϊκού Δικαίου και απέβλεπε προ πάντων εις την ευχερεστέραν σπουδήν του. Αλλά δεν περιωρίσθη και εις τούτο μόνον η ενέργεια του Ιουστινιανού. Επλούτισε και ο ίδιος το Ρωμαϊκόν δίκαιον εκδίδων πολλούς κατά το διάστημα της βασιλείας του νόμους, τας καλουμένας _Νεαράς_. Και αι μεν Νεαραί εξεδόθησαν Ελληνιστί, ο δε Ιουστινιάνειος κώδιξ και οι Πανδέκται Λατινιστί. Τοιουτοτρόπως απετελέσθη το όλον σύστημα του Ιουστινιανείου Δικαίου, το περιλαμβάνον κατ' ουσίαν ολόκληρον το Ρωμαϊκόν Δίκαιον και ούτως ονομαζόμενον εν τη Επιστήμη. Είναι το έργον τούτο αθάνατον μνημείον του Ιουστινιανού υπέρ παν άλλο έργον του και κατέστησε διά παντός ένδοξον και το όνομα και την μνήμην του μεγάλου βασιλέως εις την ιστορίαν του πολιτισμού και της επιστήμης. Όλοι οι Ευρωπαϊκοί λαοί κατά τον μεσαίωνα παρέλαβαν το Ιουστινιάνειον Δίκαιον ως βάσιν της δικαιοσύνης και μέχρι σήμερον αι θεμελιώδεις βάσεις του δικαίου και εις την Ελλάδα και εις όλον τον πολιτισμένον χριστιανικόν κόσμον στηρίζονται επί του Ιουστινιανείου Δικαίου. Και αυτό το Εκκλησιαστικον ή Κανονικόν Δίκαιον είναι εις πολλά απόρροια του Ρωμαϊκού. Εντεύθεν δικαίως οι ιστοριογράφοι το έργον τούτο του Ιουστινιανού αποκαλούν «αθανασίαν του Ιουστινιανού».

Αλλά το μεγαλείον των ειρηνικών έργων του Ιουστινιανού δεν περιωρίσθη μόνον εις τον χώρον του δικαίου και του νόμου.

Ο αυτοκράτωρ αυτός, ενώ ως κάτοχος της νομικής μετά ζήλου και αγάπης καλλιεργήσας την επιστήμην ταύτην εμεγαλούργησεν την ιστορίαν του δικαίου, και ως λάτρις της Αρχιτεκτονικής ίδρυσε θαυμαστά μνημεία της τέχνης ταύτης.

&Κτίσματα και μνημεία αρχιτεκτονικά.&

Τα εις την αρχιτεκτονικήν αναγόμενα έργα της βασιλείας του Ιουστινιανού, τα καλούμενα _κτίσματα_, είναι διττά. Τινά τούτων είναι κτίσματα κοινής ωφελείας προς ασφάλειαν των υπηκόων από των βαρβαρικών επιδρομών ή αποβλέποντα εις την ευημερίαν των. Τοιαύτα είναι η κτίσις πόλεων, φρουρίων, τειχών και οχυρωμάτων πόλεων και η κατασκευή οδών αμαξιτών, γεφυρών, ξενώνων και άλλων φιλανθρωπικών καταστημάτων, δημοσίων λουτρώνων, κρηνών, οικητηρίων εις θερμάς πηγάς υδάτων, και προ πάντων υδραγωγείων και δεξαμενών μεγάλων εις πόλεις και εις φρούρια. Άλλα κτίσματα του Ιουστινιανού είναι τα κυρίως αρχιτεκτονικά μνημεία, τα εξωτερικώς μεν συντείνοντα προς διακόσμησιν, εσωτερικώς δε προς καλλιέργειαν του θρησκευτικού βίου και προς έξαρσιν του θρησκευτικού αισθήματος.

Τοιούτοι είναι οι μεγαλοπρεπείς ναοί οι κτισθέντες εις την πρωτεύουσαν και εις τας επαρχίας. Κτίσματα του πρώτου είδους έκτισεν ο Ιουστινιανός πολλά και μεγάλα εις τας Ασιατικάς και εις τας Ευρωπαϊκάς και Αφρικανικάς επαρχίας του κράτους μεταχειριζόμενος προς τούτο τους αρίστους των αρχιτεκτόνων (ή ως ελέγοντο τότε, μηχανικών), Ισίδωρον τον Μιλήσιον και τον ομώνυμον του ανεψιόν, Ανθέμιον τον Τραλλιανόν και άλλους. Μέγα είναι ιδίως το πλήθος των νεοκτίστων πόλεων και φρουρίων. Εις την Μεσοποταμίαν το τέως μικρόν φρούριον και κώμην Δάρας μετέβαλεν εις πόλιν μεγάλην και φρούριον πρώτης τάξεως καθ' όλους τους κανόνας της τότε τέχνης. Άλλης εν Μεσοποταμία ονομαστής πόλεως της Αμίδης (νυν Διαρβεκίρ) ανωκοδόμησε στερεώτερα τα τείχη. Και τρίτην πόλιν εις την Μεσοποταμίαν παρά τα Περσικά μεθόρια, την Ράβδο, ατείχιστον και εκτεθειμένην εις επιβουλάς εχθρών, ωχύρωσε και υδραγωγείον εντός αυτής κατεσκεύασε. Και άλλας πόλεις και φρούρια εις την Μεσοποταμίαν, μεταξύ Δάρας και Αμίδης, περί τα δώδεκα εις ορεινούς τόπους κείμενα, ανωκοδόμησεν ισχυρά· ανύψωσε δε και εστερέωσε τα εκ του χρόνου κρημνισθέντα τείχη της Θεοδοσιουπόλεως εις την Μεσοποταμίαν, κατεσκεύασεν υδραγωγείον και εκόσμησε την πόλιν με κρήνας. Ανωκοδόμησε και ωχύρωσεν ισχυρότατα το εν καταπτώσει ευρισκόμενον επί του Ευφράτου φρούριον Κιρκήσιον. Και άλλας δε πόλεις της Μεσοποταμίας, ή εντελώς ατειχίστους ή ωχυρωμένας με τείχη ταπεινά, τας ησφάλισε με τείχη ισχυρά· ανώρθωσε δε και τα τείχη των μεγάλων πόλεων της Μεσοποταμίας Εδέσσης, Κιρρών και Καλλινίκου. Ούτως ωχύρωσε φρούριόν τι εν Βάλναις, προσέτι δε τα επίκαιρα φρούρια Σούρα, Ζεύγμα, Ζηνοβίαν (το υπό της ομωνύμου βασιλίσσης της Παλμύρας κτισθέν), Νεοκαισάρειαν, Ιεράπολιν, όλα εις την Μεσοποταμίαν.

Εις την Συρίαν ο βασιλεύς Ιουστινιανός εφρόντισεν ιδιαιτέρως διά την εκ των συμφορών του Περσικού πολέμου ανόρθωσιν της Αντιοχείας· ύψωσεν εκ νέου τα τείχη της και ανωκοδόμησε σχεδόν ολόκληρον την πόλιν την πυρποληθείσαν υπό των βαρβάρων. Το έδαφος της πόλεως έστρωσε διά λίθων μεγάλων· έκτισε στοάς και αγοράς και διά ρυμοτομίας καταλλήλου επλάτυνε τας στενάς οδούς, κατεσκεύασεν οχετούς και κρήνας, έπειτα δε ίδρυσε και θέατρον, λουτρώνας και άλλα δημόσια κτίρια· έκτισε δε και νοσοκομείον ανδρών, νοσοκομείον γυναικών και ξενώνας, και μεγαλοπρεπείς ιερούς ναούς. Ωσαύτως ετείχισε και επλάτυνε και εξωράισε και άλλας πόλεις της Συρίας, ιδίως την Κύρον, την Χαλκίδα (νυν Χαλέπιον)· και της περιφήμου Παλμύρας ανωκοδόμησε τα τείχη και υδραγωγείον κατεσκεύασε και φρουράν στρατιωτικήν ετοποθέτησεν εκεί.

Πλείστας άλλας πόλεις έκτισεν ή ανωκοδόμησεν ο Ιουστινιανός εις την Ελληνικήν Αρμενίαν, από της εν Μεσοποταμία Μαρτυρουπόλεως μέχρι της πρωτευούσης της Αρμενίας Θεοδοσιουπόλεως (Ερζερούμ), και αυτήν την Θεοδοσιούπολιν ωχύρωσε δι' υψηλών τειχών και διά τάφρων. Έκτισε πολλά φρούρια εις την χώραν των Τζανών και εις την παρά την Καύκασον Λαζικήν και παρά το στόμιον της Αζοφικής θαλάσσης και εις την Κριμαίαν. Είς την Μικράν Ασίαν ανωκοδόμησε τα τείχη της Νικοπόλεως, Σεβαστείας, Καισαρείας, της Μωκισσού, της Αντιοχείας της εν Φρυγία, της εν Κιλικία Μόψου Εστίας, τα Άδανα και την Ταρσόν, εις την αυτήν χώραν της Μικράς Ασίας έκτισε γεφύρας επί του Κύδνου ποταμού και ανέκτισε την επί του Σάρου ποταμού λιθίνην γέφυραν. Την εν Βιθυνία Ελενούπολιν, την κτισθείσαν προς τιμήν της αυτοκρατείρας Ελένης, αλλ' αμεληθείσαν επί των προηγουμένων αυτοκρατόρων, επλούτισε και εκόσμησε δι' υδραγωγείου, βαλανείου και ναών ιερών και ανακτόρων και δημοσίων κτιρίων. Ωσαύτως έκτισεν υδραγωγείον εις την Νίκαιαν. Εις την Νικομήδειαν ανώρθωσε τα κρημνισμένα ανάκτορα, ανωκοδόμησε τα βαλανεία, έκτισεν δε γέφυραν επί του Σαγγαρίου. Ωσαύτως εις τα Πύθια της Βιθυνίας πλησίον των θερμών πηγών έκτισε, ανάκτορα βασιλικά και λουτρώνας και δι' υδραγωγείου έφερεν ύδωρ πόσιμον. Εις τον Πόντον ανωκοδόμησε τας πόλεις Αμάσειαν και Τραπεζούντα.

Προς τούτοις, χάριν της τακτικής διά Προποντίδος εις Κωνσταντινούπολιν σιταγωγίας, κατεσκεύασεν εις την Τένεδον ευρυχωροτάτας σιταποθήκας, άστε τα πλοία τα κομίζοντα σίτον εις την πρωτεύουσαν, οσάκις δεν ηδύναντο ένεκα εναντίων ανέμων να εισπλεύσουν εις την Προποντίδα, κατέθεταν τα φορτία των και απέπλεαν χωρίς να χάνουν καιρόν, ο δε σίτος εις την Κωνσταντινούπολιν εκομίζετο, καιρού επιτρέποντος, δι' άλλων πλοίων.

Και τοιαύτα μεν τα εν Ασία κτίσματα του Ιουστινιανού. Εις την Ευρώπην δε τόσον πολλά φρούρια και πόλεις ηνώρθωσεν, ώστε είναι αδύνατον να μνημονευθούν όλα ενταύθα. Το πλήθος των φρουρίων τούτων ήτο προωρισμένον να προφυλάσση τας χώρας του Κράτους από τας βαρβαρικές επιδρομάς, εκτίσθησαν δε ή ανωκοδομήθησαν κατά τόπους τα εξής: Εις την Ήπειρον εκτίσθησαν φρούρια 32, ανεκτίσθησαν δε 26· εις την Νέαν Ήπειρον (την πέραν του Δυρραχίου ήτοι την Αλβανίαν) εκτίσθησαν φρούρια 12, ανεκτίσθησαν 24· εις την Μακεδονίαν εκτίσθησαν και ανεκτίσθησαν εν όλω φρούρια 46· εις την Θεσσαλίαν 7· εις την Δαρδανίαν (την νυν Σερβίαν) εκτίσθησαν φρούρια νέα 8, ανωκοδομήθησαν δε 61· εις την Σαρδικήν (την παρά την Σόφιαν χώραν) εκτίσθησαν και ανεκτίσθησαν 9· εις την Ροδόπην 100, παρά τας όχθας του Δανουβίου 45· εις την λοιπήν Μοισίαν και Θράκην 27 μεγάλα και άλλο πλήθος, αναρίθμητον μικρών, εις δε τας Ιλλυρικάς χώρας 165. Προς τούτοις έργα οικοδομικά δημόσια, μεγάλα εξετελέσθησαν και εις την Αίγυπτον (ιδίως εις την Αλεξάνδρειαν) και εις την λοιπήν Αφρικήν, ιδίως εις την Καρχηδόνα, η οποία εκοσμήθη δι' αγοράς και βαλανείων και ιερών ναών πολλά δε φρούρια έκτισεν ή ανωκοδόμησε και εις την Νουμιδίαν (Αλγερίαν). Φρούρια ισχυρά εκτίσθησαν και εκατέρωθεν του Ηρακλείου Πορθμού, και ναόν αξιοθέατον εκεί αφιέρωσεν εις την Θεοτόκον ο Ιουστινιανός, ως σημείον ότι εκείθεν ήρχιζε το κράτος. Φρούρια έκτισεν ή ανωκοδόμησε και εις την Σαρδηνίαν.

Εκτός της κτίσεως πόλεων και φρουρίων, γεφυρών και υδραγωγείων και δεξαμενών και λουτρών εφρόντισεν ο Ιουστινιανός και περί της οδοποιίας εις το κράτος, κατασκευάσας οδούς όχι μόνον εις ομαλούς τόπους, αλλά και εις ορεινούς.

Και τοιαύτα μεν είναι τα έργα του Ιουστινιανού τα αναγόμενα εις την ασφάλειαν του κράτους και εις την ευημερίαν των κατοίκων. Μνημεία δε αυτού αρχιτεκτονικά προ πάντων εις την ανύψωσιν του θρησκευτικού αισθήματος και εις την έξαρσιν του θρησκευτικού βίου αποβλέποντα δεν είναι ολιγώτερον άξια μνείας. Το μέγιστον και κάλλιστον, το επιφανέστατον και ονομαστότατον και διά παντός αθάνατον των αρχιτεκτονικών τούτων μνημείων είναι ο εν Κωνσταντινουπόλει ανεγερθείς υπό του Ιουστινιανού ναός της του Θεού Σοφίας. Ο ναός αυτός, κτισθείς το πρώτον υπό του Κωνσταντίνου και συμπληρωθείς υπό του υιού αυτού αυτοκράτορος Κωνσταντίου, ήτο αφιερωμένος όχι εις αγίαν τινά γυναίκα Σοφίαν καλουμένην, αλλ' εις την Σοφίαν του Θεού, την κατά Σολομώντα πάρεδρον εις τον θρόνον του Υψίστου, με την οποίαν κατεσκεύασεν ο Θεός τον κόσμον και εδημιούργησε τον άνθρωπον, ίνα διέπη τον κόσμον τούτον μετά οσιότητος και δικαιοσύνης. Ο ναός αυτός κατέστη τάχιστα ο μεγαλήτερος και επισημότερος ναός της πρωτευούσης καλούμενος και Μεγάλη Εκκλησία. Επί του αυτοκράτορος Αρκαδίου κατεστράφη εν μέρει υπό του πυρός και ανωκοδομήθη πάλιν. Αλλ' επί του Ιουστινιανού κατεστράφη πάλιν ολοσχερώς υπό του πυρός κατά την στάσιν του Νίκα, περί της οποίας ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

Ο μέγας βασιλεύς Ιουστινιανός ευθύς μετά την καταστροφήν ανήγειρε τον ναόν πάλιν εκ θεμελίων ως αριστούργημα αθάνατον Ελληνικής χριστιανικής αρχιτεκτονικής τέχνης. Αιώνιον μνημείον θαυμάσιον του καλού και σήμερον ακόμη ως μωαμεθανικόν τέμενος εξαίρει τον θαυμασμόν του κόσμου διά της εντός αυτού εικονιζόμενης ιδέας του υψηλού και του καλού. Ο ναός εκτίσθη διά των εις την υπηρεσίαν του Ιουστινιανού περιφήμων αρχιτεκτόνων Ανθεμίου του Τραλλιανού και των δύο Μιλησίων Ισιδώρων, θείου και ανεψιού. Αλλά και ο ίδιος Ιουστινιανός, ως ειδημονέστατος της αρχιτεκτονικής, επεστάτει εις το έργον, δίδων σοφάς οδηγίας εις τους μεγάλους αρχιτέκτονας διά της μεγαλοφυούς αρχιτεκτονικής επινοίας του. Η οικοδομή του ναού ήρχισε περί τας αρχάς του 532, επερατώθη περί τα τέλη του 537 και απήτησε δαπάνην περίπου 360 εκατομμ. δραχμών. Όχι μόνον δε ο μέγας ναός υπό καθόλου τεχνικήν έποψιν έγινε θαυμάσιος, αλλά κατεσκευάσθη διά τελειοτάτων συστατικών τεχνικού υλικού. Όλον το αχανές κράτος του Ιουστινιανού και ιδίως αι εκ της αρχαιότητος διά τα αρχιτεκτονικά των μνημεία περίφημοι Ελληνικαί πόλεις έδωκαν το απαιτούμενον υλικόν, ιδίως το των κιόνων, οι οποίοι εκομίσθησαν εκ των αρχαίων μνημείων.

Τρία ιδίως ήσαν τα μεγαλήτερα πλεονεκτήματα του ναού η συμμετρία, η ελαφρότης και προ πάντων το φως. «Φωτί δε και ηλίου μαρμαρυγαίς υπερφυώς πλήθει (λέγει ο Προκόπιος ο ιστοριογράφος των χρόνων εκείνων) φαίνοι αν ουκ έξωθεν καταλάμπεσθαι ηλίω τον χώρον, αλλά την αίγλην εν αυτώ φύεσθαι· τοσαύτη του φωτός περιουσία και τούτο δη το ιερόν περικέχυται». Οποίος δε και οπόσος ο εσωτερικός αμύθητος υλικός πλούτος ο κοσμών τον ναόν μαρτυρεί ο Προκόπιος λέγων, ότι μόνον του θυσιαστηρίου, δηλαδή του ιδιαιτέρου ιερού καλουμένου χώρου, ο πλούτος ανήρχετο εις 44 χιλιάδας λίτρας αργύρου. Πόσον ο ναός αυτός διά του καλλιτεχνικού του μεγαλείου συνετέλει εις την έξαρσιν του θρησκευτικού αισθήματος μαρτυρεί ο αυτός Προκόπιος, λέγων ότι εντός αυτού ο «νους του ανθρώπου προς τον Θεόν επαιρόμενος αεροβατεί, ου μακράν που ηγούμενος αυτόν είναι, αλλ' εμφιλοχωρείν μάλιστα οις αυτός είλετο». Τοιούτος ήτο ο ναός ο παμμέγιστος της του Θεού Σοφίας, «ο ουρανός ο επίγειος, ο θρόνος της δόξης του Θεού, το Χερουβικόν όχημα και στερέωμα δεύτερον, το πάσης γης αγαλλίαμα, το ωραίον και ωραίου ωραιότατον», ως λέγει τις άλλος ιστοριογράφος.

Ο βασιλεύς Ιουστινιανός, διά της ανεγέρσεως του ναού τούτου απέβλεπε κυρίως το μεν εις την ανύψωσιν του θρησκευτικού αισθήματος, το δε εις τον καλλιτεχνικόν εξωραϊσμόν της πρωτευούσης. Εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας ετελούντο πάσαι αι μεγάλαι θρησκευτικαί και εθνικαί εορταί και τελεταί. Εκεί εδέετο ο αυτοκράτωρ προς τον Θεόν υπέρ της νίκης των Χριστιανικών όπλων, ότε απήρχετο εις εκστρατείας· εκεί μετέβαινεν εν θριάμβω και εδόξαζε τον Θεόν επιστρέφων νικηφόρως ο αυτοκράτωρ με τον στρατόν του. Το καλλιτεχνικόν μεγαλείον του ναού εσεβάσθησαν όλοι αι αιώνες και αυτός δε ο μωαμεθανός κατακτητής, μόλις κατέλαβε την πόλιν, εις τον ναόν τούτον απ' ευθείας μετέβη και τον μετέβαλεν εις προσευκτήριον της θρησκείας του.

Δεύτερον μέγα εις την πρωτεύουσαν εκκλησιαστικόν κτίσμα του Ιουστινιανού είνε ο μετά την Αγίαν Σοφίαν περιφημότατος ναός της Αγίας Ειρήνης. Ο ναός αυτός εκτίσθη υπό του Μ. Κωνσταντίνου προ της Αγίας Σοφίας, αλλ' εκάη επίσης κατά την στάσιν του «Νίκα». Κατόπιν εκτίσθη και αυτός μεγαλοπρεπέστερος υπό του Ιουστινιανού και σώζεται μέχρι σήμερον χρησιμεύων ως μουσείον στρατιωτικόν. Άλλους ναούς ιερούς έκτισεν ο Ιουστινιανός εις την Κωνσταντινούπολιν: τον της Θεοτόκου των Βλαχερνών (τον εν τω τόπω Βλαχέρναις), προσέτι δε τον της Θεοτόκου της Πηγής (της Ζωοδόχου Πηγής)· έκτισε τον ναόν της Αγίας Άννης εις τόπον καλούμενον Δεύτερον και τον ναόν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ εις το Βυζάντιον· τον ναόν των πρωτοθρόνων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου· ωσαύτως δε τον ναόν των Αγίων Αποστόλων (τον κτισθέντα υπό του Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος και ετάφη εντός του περιβόλου του ναού τούτου ως και οι πρώτοι διάδοχοί του), κατηδάφισε και ανήγειρεν εκ θεμελίων πολύ μεγαλήτερον και πολυτελέστερον. Τον ναόν τούτον κατεδαφίσας τω 1453 ο πορθητής Σουλτάνος ανωκοδόμησεν εις την θέσιν του το μωαμεθανικόν τέμενος, το καλούμενον εκ του ονόματος του Σουλτάν Μαχμούτ.

Ο Ιουστινιανός έκτισε και τους ναούς των αγίων Ακακίου και Λαυρεντίου και του Κοσμά και Δαμιανού εις τον μυχόν του Κερατίου Κόλπου, τον του Ιωάννου του Βαπτιστού εις τον τόπον της πρωτευούσης τον καλούμενον Έβδομον, και άλλων πολλών αγίων. Προς τούτοις έκτισε ναόν εις το Ιερείον (Ηραίον) εις την Θεοτόκον και εκατέρωθεν του Βοσπόρου (εις το στενώτατον μέρος) επί της Ευρωπαϊκής και επί της Ασιατικής όχθης (εις τας σήμερον Ρούμελη-χισσάρ και Ανατολού-χισσάρ καλουμένας θέσεις) ναούς του Αρχαγγέλου Μιχαήλ κατά δε την προς τον Εύξεινον Πόντον έξοδον έκτισε μεγαλοπρεπή ναόν του αγίου Παντελεήμονος.

Πλην των ιερών τούτων ο Ιουστινιανός έκτισε την αγοράν της Κωνσταντινουπόλεως την καλουμένην Αυγουσταίαν (όπου ίστατο και ανδριάς έφιππος του Ιουστινιανού δικνύων υπερηφάνως διά της δεξιάς την ηττηθείσαν Ανατολήν), και μεγαλοπρεπές μέγαρον της Συγκλήτου, το καλούμενον βουλευτήριον· όχι μακράν δε έκτισεν ανάκτορον λαμπρότατον μη δυνάμενον να περιγραφή διά λόγου, ως λέγει ο Προκόπιος, μετά προαυλίου θαυμασίου καλουμένου Χάλκης, και μεγαλοπρεπών τοίχων υψηλών και ορόφου. Το ανάκτορον εκοσμείτο διά τοιχογραφιών, αι οποίαι παρίσταναν τους εν Ιταλία και Αφρική πολέμους του αυτοκράτορος. Έκτισε δε ανάκτορα και εις το Ιερείον επί της Ανατολικής όχθης του Βοσπόρου. Πλην τούτων και παλαιόν τινα ξενώνα, κείμενον μεταξύ της Αγίας Σοφίας και της Αγίας Ειρήνης και χρησιμεύοντα ως νοσοκομείον, καταστραφέντα κατά την στάσιν του Νίκα, ανήγειρεν εκ θεμελίων πολύ μεγαλήτερον και ωραιότερον, κτίσας εντός πλήθος μικρών κατοικιών. Έκτισε δε και δύο άλλα τοιαύτα φιλανθρωπικά καταστήματα, συνεργούσης εις τούτο και της αυτοκρατείρας Θεοδώρας. Και άλλα μικροτέρου λόγου άξια τοιαύτα καταστήματα πολλά ίδρυσεν ο Ιουστινιανός. Και παλάτιον βασιλικόν επί της Ανατολικής όχθης του Βοσπόρου κείμενον μετέβαλεν εις μοναστήριον μεγαλοπρεπές, χρησιμεύον ως άσυλον εις γυναίκας, αι οποίαι ακουσίως ή εξ ανάγκης περιέπεσαν εις αμαρτίαν και εζήτουν σωτηρίαν.

Και ταύτα μεν εις την πρωτεύουσαν.

Αλλά και εις τας εκτός της πρωτευούσης χώρας του Κράτους έκτισεν ιερούς ναούς και μοναστήρια και ιδίως όπου διά των ενεργειών του οι ιθαγενείς βάρβαροι προσήλθαν εις την Χριστιανικήν πίστιν, καθώς εις την Λιβύην και Νουμιδίαν. Αφιερούντο δε οι ναοί εκείνοι εις την πολιούχον και υπέρμαχον στρατηγόν την Θεοτόκον.

Πολλούς ναούς και μοναστήρια έκτισεν ο Ιουστινιανός εις τας Ασιατικάς επαρχίας, ιδίως εις την Αρμενίαν, Μικράν Ασίαν (όπου κατεδαφίσας τον μικρόν εν Εφέσω ναόν του Ιωάννου Θεολόγου ανωκοδόμησε ναόν μεγαλοπρεπέστατον, όμοιον προς τον εν Κωνσταντινούπολει, ναόν των Αγίων Αποστόλων), εν Συρία (ιδίως εν Αντιοχεία και εν αυτή τη Παλμύρα). Αλλά το περιφανέστατον, ονομαστότατον και ιστορικώς διασημότατον είνε ο μέχρι σήμερον ως μωαμεθανικόν τέμενος (κατά το παράδειγμα της Αγίας Σοφίας) σωζόμενος εν Ιερουσαλήμ ναός της Θεοτόκου, τα Άγια των Αγίων υπό των Χριστιανών καλούμενος, κτισθείς εντός του περιβόλου των ανακτόρων του Σολομώντος, πλησιέστατα του χώρου όπου ήτο κτισμένος ο ναός του Σολομώντος. Τα Άγια των Αγίων, τα οποία αναφέρονται ως μέγας ναός και εν τω Κορανίω, μετεβλήθησαν υπό του Χαλίφου Ομέρ του καταλαβόντος το 637 την Ιερουσαλήμ εις τέμενος ήτοι Τζαμίον Μωαμεθανικόν επί δε του χώρου του ναού του Σολομώντος ο Χαλίφης Αβδελμαλέκ (685 — 705 μ. Χ.) έκτισε τέμενος Μωαμεθανικόν μεγαλοπρεπέστατον.

Και εις άλλους δε τόπους της Παλαιστίνης έκτισεν ο Ιουστινιανός ιερά. Εις Σαμάρειαν μετά την καταστολήν της επαναστάσεως των Σαμαρειτών, αφού πολλοί εκ τούτων έγιναν Χριστιανοί, επί του όρους Γαριζίου, του ιερού κέντρου των Σαμαρειτών, έκτισε πέντε ναούς Χριστιανικούς.

Μέγιστον και σημαντικώτατον εις την ιστορίαν της Ελληνικής Εκκλησίας και του Ελληνισμού καθόλου είναι το υπ' αυτού επί της κορυφής του όρους Σινά κτισθέν ιερόν, το μέχρι σήμερον αποτελούν εν τω μέσω της Αραβικής ερήμου όασιν και σταθμόν σπουδαιότατον του Ελληνισμού, μαρτύριον τρανόν της άλλοτε κοσμοκρατείρας αρχής του και σήμερον ακόμη κεκτημένον όχι μικράν ηθικήν σημασίαν.

Τέλος δε τοσούτον πολλά και μεγάλα ήσαν τα υπό του Ιουστινιανού εκτελεσθέντα κτίσματα, ώστε ο Προκόπιος, ο περιγράψας αυτά εις πέντε ολόκληρα βιβλία, λέγει ότι ο μεταγενέστερος κόσμος θεώμενος αυτά δεν ήθελε πιστεύσει ότι «πάντα ανδρός ενός τυγχάνουσιν έργα όντα, αν μη τούτο δι' ιδίας, συγγραφής ούτως τεκμηριωθή».

&Συγκοινωνία, εμπορία και βιομηχανία&.