Ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός

Part 3

Chapter 329 wordsPublic domain

Μετά την κατάληψιν της Νεαπόλεως ο Βελισάριος εβάδιζε προς την Ρώμην μετ' ελαχίστου στρατού. Εκ των 7500 ανδρών του στρατεύματος του άφησεν αρκετόν μέρος ως φρουράν εις την Σικελίαν και εις την Κάτω Ιταλίαν. Οι Γότθοι φονεύσαντες τον άνανδρον Θευδάτον ανηγόρευσαν βασιλέα τον γενναίον μεγιστάνα Ουίτιγιν, συγγενή του βασιλικού οίκου. Ενώ λοιπόν ο Βελισάριος μετά ολίγων μαχητών εβάδιζε προς την Ρώμην, ο Ουίτιγις συναθροίσας μέγαν στρατόν επήρχετο εναντίον του. Τούτο όμως δεν ημπόδισε τον Βελισάριον να εισέλθη εις την Ρώμην μετά του μικρού του στρατού και να γίνη δεκτός μετ' αγαλλιάσεως υπό· των κατοίκων ως ελευθερωτής. Ο Ουίτιγις είχε μάθει ότι ο βασιλεύς των Φράγκων (της Ανατολικής Γαλλίας) ηπείλει να εισβάλη εις την άνω Ιταλίαν κατά προτροπήν του Ιουστινιανού, και επορεύθη προς τα εκεί καταλιπών εις την Ρώμην στρατόν Γοτθικόν 4000 ανδρών, ο οποίος απεχώρησεν άμα επλησίασεν ο Βελισάριος. Αλλ' ο Ουίτιγις επέστρεψε ταχέως εκ της Άνω Ιταλίας, αφού παρεχώρησεν εις τον Θευδέβερτον τας πέραν των Άλπεων κτήσεις του Οστρογοτθικού κράτους (την Προβηγκίαν) και επήλθεν εναντίον της Ρώμης μετά 100 χιλιάδων γενναίων Γότθων πολεμιστών και επολιόρκησε (την άνοιξιν του 536) τον στρατόν του Βελισαρίου ανερχόμενον μετά της ελθούσης επικουρίας εις 5000 ανδρών. Η άμυνα της Ρώμης εναντίον εικοσαπλασίου στρατού είναι εκ των θαυμασιωτάτων επεισοδίων του πολέμου τούτου. Πόλις παμμεγίστη, ως ήτο η Ρώμη, έχουσα περιοχήν ολοκλήρων ωρών, τείχη δε και οχυρώματα πολλαχού ασθενέστατα, έχοντα ανάγκην μυριάδων φρουρών προς υπεράσπισιν, έπρεπε να φρουρήται από 100—150 χιλ. στρατού. Και όμως εκεί εφάνη η στρατηγική μεγαλοφυία του Βελισαρίου. Κατώρθωσε να αντισταθή επί έν ολόκληρον έτος και εννέα ημέρας και τέλος να αναγκάση εις υποχώρησιν τον εχθρόν.

Ο Βελισάριος, μετά την φυγήν του πολιορκητικού στρατού, λαβών μικράν επικουρίαν, κατεδίωξε τους πολεμίους μέχρι της οχυράς πρωτευούσης των Ραβέννης και εκεί τους επολιόρκησεν. Ο βασιλεύς των Οστρογότθων, μολονότι ανήρ ανδρείος, δεν έδειξεν εις την άμυναν της πρωτευούσης την στρατηγικήν επιτηδειότητα, την επιδειχθείσαν υπό του αντιπάλου του εις την πολιορκίαν της Ρώμης. Οι Γότθοι ταχέως εστενοχωρήθησαν πολιορκούμενοι. Επειδή δε συγχρόνως μέρος του πολιορκητικού στρατού κατελάμβανεν υπό διαφόρους αρχηγούς ολόκληρον την Μέσην Ιταλίαν, συγχρόνως δε Φράγκοι εισέβαλαν εις την Άνω Ιταλίαν, οι εν Ραβέννη Οστρογότθοι, θαυμάζοντες και άλλως το στρατηγικόν μεγαλείον του Βελισαρίου, επρότειναν να παραδώσουν την πόλιν επί τω όρω να κατασταθή αυτός βασιλεύς κυβερνών την Ιταλίαν ως άλλος αυτοκράτωρ. Ο Βελισάριος επροσποιήθη ότι δέχεται τας προτάσεις, αφού δε έγινε κύριος της Ραβέννης (κατά τον Μάιον του 540) εκήρυξεν ότι κατελάμβανε την πόλιν εν ονόματι του αυτοκράτορος Ιουστινιανού. Έδωκε δε συγχρόνως αμνηστίαν εις όλους τους Οστρογότθους και ασφάλειαν ζωής και περιουσίας υπό την προστασίαν του αυτοκράτορος, καταλυομένου οριστικώς του Οστρογοτθικού κράτους.

Όλοι σχεδόν οι εντεύθεν του Πάδου κατοικούντες την Ιταλίαν Γότθοι ανεγνώρισαν την νέαν τάξιν των πραγμάτων. Μόνον γενναίοι τινες Γότθοι μεγιστάνες της πέραν του Πάδου Ιταλίας συνελθόντες έστειλαν πρεσβείαν εις τον Βελισάριον, διά να υπομνήσουν την δοθείσαν υπόσχεσιν: ότι έμελλεν αυτός να γίνη βασιλεύς, και παραπονούμενοι διά την παρασπονδίαν τον ωνόμαζαν _δούλον εθελούσιον_, και έλεγαν ότι δεν ησχύνετο προτιμών την δουλείαν αντί της βασιλείας. Ο Βελισάριος απήντησεν ότι ουδέποτε, ενόσω έζη ο Ιουστινιανός, θα εδέχετο το αξίωμα του βασιλέως. Η απάντησις αυτή εξηρέθισε τους πέραν του Πάδου Γότθους. Συνέτεινε δε εις τον εξερεθισμόν των και το άλλο γεγονός, ότι ο Βελισάριος μετά την άλωσιν της Ραβέννης ανακληθείς εις Κωνσταντινούπολιν διά να σταλή εις Ασίαν εναντίον των Περσών, έφερεν εκεί δέσμιον τον Ουίτιγιν και άλλους ευγενείς Γότθους ως τρόπαια του πολέμου. Καταληφθέντες υπό ιεράς αγανακτήσεως διά την διαγωγήν του Βελισαρίου εξηγέρθησαν ως είς άνθρωπος, εκλέξαντες βασιλέα τον γενναίον Βαδουίλαν ή Τωτίλαν διά να αγωνισθούν υπέρ της ελευθερίας των.

Το αίσθημα της εκδικήσεως και η εξέγερσις η εθνική διεδόθησαν εις όλην την Ιταλίαν. Πολλαί πόλεις και αυτή η Νεάπολις κατελήφθησαν πάλιν υπό των Γότθων. Τοιούτοι υπήρξαν οι καρποί της ηθικώς επιμέμπτου διαγωγής του Βελισαρίου, ο οποίος, καίπερ Χριστιανός ών, δεν εγνώριζεν ή δεν ενόει την υπό του Αποστόλου Παύλου λεγομένην μεγάλην αλήθειαν «το καλόν ουκ έστι καλόν, αν μη καλώς γένηται». Τουναντίον ο νέος Γότθος βασιλεύς, παρεκτός της γενναιότητος και της ρώμης της σωματικής, είχε και φρόνησιν ηθικήν και γενναιότητα ψυχικήν. Τούτο μαρτυρεί και το εξής γεγονός:

Κατά την άλωσιν της Νεαπόλεως Έλλην εκ Καλαβρίας ελθών εις τον βασιλέα κατήγγειλεν ένα των δορυφόρων του Γότθου ως κακοποιήσαντα την θυγατέρα του. Ο Τωτίλας διέταξεν ευθύς την φυλάκισιν του εγκληματίου, διακρινομένου άλλως διά την ανδρείαν του. Τότε οι Γότθοι μεγιστάνες φοβηθέντες περί της τύχης του δορυφόρου εζήτουν θορυβωδώς την απόλυσίν του. Αλλ' ο Τωτίλας, αγορεύσας προς τους Γότθους, υπέμνησε πόσον αισχρόν θα ήτο εάν χάριν ενός μόνου ανθρώπου ητίμαζαν το όνομα των Γότθων, υπέμνησε δε ότι ο Θεός εις τους πολέμους είνε ίλεως προς τους δικαίους, όχι προς τους αδικούντας. Μετά τους λόγους του Τωτίλα οι Γότθοι εγκατέλιπαν τον άνθρωπον εις την τύχην του. Ο δε Τωτίλας τον εφόνευσε και την περιουσίαν του έδωκεν εις την κακοποιηθείσαν κόρην. Αι αρεταί του Τωτίλα και εξ άλλου αι βιαιότητες των αρχηγών του Ελληνορρωμαϊκού στρατού συνέτειναν ώστε πολλαί άλλαι πόλεις και χώραι να υποταχθούν εις τους Γότθους. Τέλος ο Τωτίλας επολιόρκησε και την Ρώμην όχι μετά 100000 ανδρών, καθώς ο Ουίτινις, αλλά μετά 15 μόνων χιλιάδων.

Εν τω μεταξύ ο Ιουστινιανός μαθών τα συμβάντα εις την Ιταλίαν έστειλε πάλιν εκεί τον Βελισάριον (544) ανακαλέσας αυτόν εκ της Ασίας. Μετά του Βελισαρίου επανήλθεν επί μικρόν η νίκη εις τα Ρωμαϊκά όπλα, αλλά η επιτυχία ήτο πρόσκαιρος. Η Ρώμη μετά δεινήν πολιορκίαν εκυριεύθη υπό του Τωτίλα, ο οποίος και εκεί απηγόρευσεν αυστηρώς εις τους Γότθους πάσαν σφαγήν, ατίμασιν και εξανδραποδισμόν των κατοίκων, επέτρεψε δε μόνον την αφαίρεσιν των τιμαλφών από τας οικίας των πλουσίων. Την απώλειαν της Ρώμης ηκολούθησαν άλλαι πολλαί ατυχίαι. Ο Βελισάριος, μη λαμβάνων επικουρίας εκ Κωνσταντινουπόλεως, εζήτησε παρά του αυτοκράτορος ως _χάριν_ την ανάκλησίν του. Μετά την δευτέραν ταύτην ανάκλησιν του Βελισαρίου, οι Οστρογότθοι ενθαρρυνθέντες έτι μάλλον κατέλαβαν σχεδόν ολόκληρον την Ιταλίαν, κατασκευάσαντες δε και στόλον όχι μόνον ανέκτησαν την Σικελίαν, την Σαρδηνίαν και την Κορσικήν, αλλά και ελεηλάτουν τα παράλια της Ηπείρου, της Αιτωλίας και της Πελοποννήσου.

Τότε τέλος ο Ιουστινιανός, μολονότι περιπεπλεγμένος εις τον κατά του Χοσρόου πόλεμον, εθεώρησε ζήτημα τιμής την ευτυχή περάτωσιν του Γοτθικού πολέμου και απέστειλε στρατόν σημαντικόν, εκ Γερμανών κατά το πλείστον και εξ Ούννων και Περσών συγκείμενον, και αρχιστράτηγον τον γηραιόν αρχιθαλαμηπόλον και στρατηγόν Ναρσήν. Αλλά πριν φθάση ο Ναρσής εις Ιταλίαν, όπου μετέβη διά ξηράς (διά Ιλλυρίας και Δαλματίας), οι Οστρογότθοι έπαθαν δύο ατυχήματα. Ο στόλος των κατεστράφη υπό των Ελλήνων αρχηγών Ιωάννου και Βαλεριανού πλησίον της Αγκώνος, ενικήθησαν δε και εις την Σικελίαν κατά κράτος υπό του εκ Περσαρμενίας στρατηγού Αρταβάνου και ηναγκάσθησαν να αποχωρήσουν εκ της νήσου (551). Μετά την άφιξιν του Ναρσή, γενομένης μάχης εν Ταγίναις παρά τα Απέννινα (κατά τον Ιούλιον του 552), ηγωνίσθησαν ο Τωτίλας και οι Γότθοι μετά λεοντοθύμου ανδρείας επιτεθέντες επανειλημμένως κατά των πολεμίων. Αλλά θανάσιμος πληγή, την οποίαν έλαβεν ο Τωτίλας, έκρινε την μάχην υπέρ των εχθρών. Τα αιματοβαφή ενδύματα του Τωτίλα εστάλησαν υπό του Ναρσή ως τρόπαιον εις την Κωνσταντινούπολιν. Ο διάδοχος του Τωτίλου Τηίας εξηκολούθησε τον αγώνα και ηνάγκασε τον Ναρσήν να συγκροτήση νέαν κρατεράν μάχην κατά τους πρόποδας του Βεσουβίου παρά τον ποταμόν Δράκοντα. Εκεί εφονεύθη και ο Τηίας και κατελύθη οριστικώς η εν Ιταλία αρχή των Οστρογότθων (553). Είς τα ανδρεία λείψανα του στρατού των επετράπη να εγκαταλείψουν ελευθέρως την Ιταλίαν.

Ούτω τω 553 μ.Χ. ολόκληρος η Ιταλική Χερσόνησος από των Άλπεων μέχρι του Σικελικού πορθμού, η Σικελία, η Σαρδηνία και η Κορσική και αι προς ανατολάς της Ιταλίας και πέραν του Αδριατικού εκτεινόμεναι χώραι μέχρι του άνω Δανουβίου περιήλθαν εις την άμεσον αρχήν του Ιουστινιανού, ο οποίος εκυβέρνα την Ιταλίαν και την Σικελίαν δι' επιτρόπου, καλουμένου Εξάρχου. Αλλά η κυριαρχία αυτή επί ολοκλήρου της Ιταλίας δεν διήρκεσεν επί πολύ. Η Άνω Ιταλία αφηρέθη υπό άλλου Γερμανικού έθνους (των Λογγοβάρδων) ευθύς μετά τον θάνατον του Ιουστινιανού, η δε Μέση Ιταλία και η Ρώμη μετά 200 περίπου έτη. Αλλ' η Κάτω Ιταλία και η Σικελία, αι οποίαι ήσαν και Ελληνικώτεραι, έμειναν ηνωμέναι μετά του Ανατολικού κράτους μέχρι περίπου του δωδεκάτου αιώνος. Όχι μόνον δε διοικητικώς ήσαν ηνωμέναι μετά του κράτους, αλλά και ηθικώς μετά του Ελληνισμού. Χρησιμεύουσαι ως δεσμός μεταξύ της Ελληνικής Ανατολής και της Λατινικής Δύσεως, συνετέλεσαν μεγάλως εις την εν τη λοιπή Ιταλία διάδοσιν του Ελληνισμού και των Ελληνικών γραμμάτων κατά τους Μέσους καλουμένους αιώνας. Τόσον δε ισχυρός ήτο ο Ελληνισμός εις τας χώρας αυτάς, ώστε και σήμερον ακόμη, ενώ παρήλθαν 700 έτη από του οριστικού χωρισμού των από του Ελληνισμού, εις διαφόρους κώμας και πολίχνας των δύο άκρων της Ιταλίας, της Μεσσαπίας και της Καλαβρίας, η λαλουμένη υπό του λαού γλώσσα είναι ελληνική. Και υπό την έποψιν λοιπόν ταύτην η ανάκτησις της Ιταλίας ήτο ως προς τα αποτελέσματα το σπουδαιότατον πολεμικόν έργον της βασιλείας του Ιουστινιανού.

Αλλ' η προς δυσμάς επέκτασις του κράτους της εν Κωνσταντινουπόλει βασιλείας δεν περιωρίσθη μόνον εις την Αφρικήν και εις την Ιταλίαν, αλλά περιέλαβε και αυτήν την Ισπανίαν. Την χώραν εκείνην είχαν καταλάβει περί τας αρχάς του πέμπτου μ.Χ. αιώνος διάφοροι βάρβαροι Γερμανικοί λαοί, μεταξύ των οποίων ονομαστότατοι απέβησαν οι Βησιγότθοι (ήτοι οι δυτικοί λεγόμενοι Γότθοι, χριστιανοί και αυτοί Αρειανοί) ιδρύσαντες εκεί κράτος. Εμφύλιοι διενέξεις μεταξύ των Γότθων τούτων επροκάλεσαν την επέμβασιν του Ελληνορρωμαίου επάρχου της Αφρικής Λιβερίου. Ούτος απεβίβασε στρατόν εις τα νοτιανατολικά παράλια της Ισπανίας και κατέλαβε πολλάς σημαντικάς πόλεις, την Καρθαγένην, την Μαλάγαν, τα Γάδειρα και αυτήν την κατόπιν περίφημον πρωτεύουσαν του εν Ισπανία Αραβικού κράτους Κορδούην. Ούτω δε επί του Ιουστινιανού και αρκετόν μέρος της Ισπανίας περιελήφθη εις το κράτος της Κωνσταντινουπόλεως. Είναι αληθές ότι ο Ελληνισμός διά της τοιαύτης επεκτάσεως του κράτους αμείωτον ωφέλειαν είχε μόνον εκ της ανακτήσεως της Ιταλίας, καθώς εξηγήθη ανωτέρω, και εκ μέρους της Αφρικής, εκ της Τριπολίτιδος, όπου υπήρχε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός, ενώ εις τας ανακτηθείσας χώρας σποραδικώς μόνον κατώκουν Έλληνες. Ουχ ήττον όμως η μεγάλη ηθική λαμπηδών και η γοητεία την οποίαν ελάμβανε το κράτος, παρείχαν εμμέσως ηθικήν τινα επέκτασιν δυνάμεως εις τον Ελληνισμόν τον αποτελούντα την ζωτικήν δύναμιν της αυτοκρατορίας.

Αλλ' ενώ εξετείνετο το κράτος του Ιουστινιανού προς δυσμάς εις αλλογενείς ως επί το πλείστον λαούς, συμπαγείς Ελληνικοί πληθυσμοί εις τας Ελληνικωτάτας χώρας της Ασίας εξετίθεντο εις δεινούς κινδύνους εκ μέρους του μεγάλου εχθρού του Ελληνισμού, του βασιλέως της Περσίας.

Είδαμεν ότι, διαρκούντος του κατά των Γότθων πολέμου εις την Ιταλίαν, η απέραντος, ήτοι αιώνιος καλουμένη μεταξύ Ελλήνων και Περσών ειρήνη, η συνομολογηθείσα το 531, διελύθη, και ότι ήρχισε νέος πόλεμος. Ο πόλεμος αυτός έγινεν εν μέρει αφορμή να ανακληθή ο Βελισάριος εξ Ιταλίας και να σταλή εις Ασίαν. Κυρία αιτία του νέου πολέμου ήτο ότι ο Χοσρόης, ο οποίος είχε σπεύσει μετά τον Βανδηλικόν πόλεμον να συγχαρή τον Ιουστινιανόν διά την νίκην, βλέπων τον στρατόν του Ιουστινιανού απασχολούμενον εις την Ιταλίαν, εθεώρησεν εύκαιρον την περίστασιν προς πόλεμον. Πλην τούτου και οι Γότθοι είχαν στείλει κρυφίως πρέσβεις εις τον Χοσρόην, παριστώντες εις αυτόν το μέγεθος του κινδύνου του απειλούντος το Περσικόν κράτος ως εκ της υπερμέτρου αυξήσεως της δυνάμεως του Ιουστινιανού

Ούτως ο πόλεμος ο διεξαγόμενος παρά τον Τίβεριν εις την Ιταλίαν εύρισκε τον αντίκτυπόν του παρά τον Ευφράτην και τον Τίγρητα. Ο Χοσρόης λοιπόν, εκστρατεύσας κατά την ακμήν του εν Ιταλία αγώνος (551 μ.Χ.), εισέβαλεν εις την Μεσοποταμίαν και, προχωρήσας ταχέως εις την Συρίαν, προσέβαλε και κατέλαβε τας πλουσιωτάτας πόλεις, άλλας μεν εξ εφόδου, άλλας δε εξ επιβουλής, και τας ελεηλάτησε. Πλην των άλλων πόλεων της Συρίας έπαθε τότε δεινοτάτας συμφοράς η μεγίστη της Ανατολής Ελληνική πόλις, η δευτέρα μετά την Κωνσταντινούπολιν μεγάλη πόλις του Ελληνικού κράτους, ονομαστοτάτη διά τον πλούτον και τον πολιτισμόν των κατοίκων, διά τα γράμματα και διά την ακμήν του Χριστιανικού βίου, η Αντιόχεια, η καλουμένη και Θεούπολις. Κυριευθείσα εξ εφόδου έπαθε τα πάνδεινα· εκ των κατοίκων άνδρες πολλοί εφονεύθησαν και γυναίκες πολλαί προς αποφυγήν της αιχμαλωσίας ερρίφθησαν εις τον ποταμόν Ορόντην και επνίγησαν. Όσοι εκ των κατοίκων δεν κατώρθωσαν να λυτρωθούν, απήχθησαν υπό του Χοσρόου εις τας όχθας του Τίγρητος κατά το παράδειγμα των αρχαίων βασιλέων της Ασσυρίας και Βαβυλωνίας και του Δαρείου βασιλέως των Περσών. Μόνη η Έδεσσα εκ των μεγάλων πόλεων της Συρίας και Μεσοποταμίας εσώθη από της Περσικής αλώσεως και προσήλθεν αρωγός φιλανθρωποτάτη εις τους δεινοπαθούντας κατοίκους της Αντιοχείας.

Ο Χοσρόης επροχώρει προς το επίνειον της Αντιοχείας την πόλιν Σελεύκειαν και, θεώμενος τα κύματα της Ανατολικής Μεσογείου ως ηλιολάτρης και πυριλάτρης, έθυεν εις τον Ήλιον και ωνειροπόλει τους εν Μικρά Ασία και εν Κωνσταντινουπόλει θησαυρούς. Κατά την κρισιμωτάτην εκείνην στιγμήν εφάνη εις την Συρίαν ο Βελισάριος και αθορύβως και χωρίς αιματηράς μάχας και μεγάλας ζημίας κατώρθωσεν ο μέγας στρατηγός δις να αποκρούση τον υπερόπτην βασιλέα μέχρι του Ευφράτου ποταμού και να υπερασπίση επιτυχώς την γραμμήν του ποταμού τούτου, η οποία απετέλει και το ανατολικόν όριον του κράτους. Αποκρουσθείς ο Χοσρόης πέραν των ορίων του κράτους ήρχισε να διαπραγματεύεται περί ειρήνης (545). Και αι μεν διαπραγματεύσεις αύται επί έτη ολόκληρα παραταθείσαι δεν απέληξαν εις ειρήνην· ουχ ήττον καθ' όλα τα έτη ταύτα (545 — 549) επεκράτει ανακωχή πραγματική, καίπερ μη συνωμολογημένη διά συνθήκης. Πριν δε συνομολογηθή η οριστική ειρήνη, εξερράγη πάλιν ο πόλεμος το 549 και διήρκεσεν επτά ολόκληρα έτη.

Αλλά το στάδιον του αγώνος δεν ήτο πλέον η Μεσοποταμία, αλλά αι παρά τον Καύκασον χώραι. Ο Βελισάριος δεν μετέσχε του νέου πολέμου, ο οποίος μετά πολλάς μεταβολάς της τύχης απέβη κατ' ουσίαν υπέρ του Ιουστινιανού.

Σπουδαίον επεισόδιον του πολέμου τούτου ήτο η διάδοσις του χριστιανισμού εις τον Καυκάσιον λαόν των Αβαγών, οι οποίοι μέχρι σήμερον διατηρούν το όνομα και την φυλετικήν των ύπαρξιν.

Ο πόλεμος μετά μεγάλας μάχας και πολύν εκατέρωθεν ηρωισμόν ετελείωσε και η ειρήνη συνωμολογήθη το 556. Δι' αυτής η μεν τέως αμφισβητουμένη περί τον Καύκασον χώρα, η καλουμένη Λαζική, εδίδετο οριστικώς εις τον Χριστιανόν αυτοκράτορα, ο δε Πέρσης μονάρχης απεζημιούτο χρηματικώς, υποχρεούμενος προς τούτοις να φυλάττη καθώς πρότερον τας Κασπίας Πύλας. Η συνθήκη εκανόνιζε και τας εμπορικάς σχέσεις μεταξύ των υπηκόων των δύο κρατών και καθώριζε τας επί των συνόρων ελευθέρας εμπορικάς αγοράς. Ιδιαίτεραι διατάξεις απέβλεπαν εις τας λαθρεμπορίας και εις την ειρηνικήν διευθέτησιν των αναφυομένων κατά τα μεθόρια αμφισβητήσεων. Διά της συνθήκης ωρίζετο η συγκρότησις μικτής επιτροπής και εκ των δύο κρατών συνερχομένης εις ωρισμένον μέρος της μεθορίου· περιείχε δε και άλλας διατάξεις περί των μεθορίων φρουρίων και φρουρών αποβλεπούσας εις την εμπέδωσιν της ειρήνης.

Η επικύρωσις της ειρήνης έγινε δι' επιστολών, μεταξύ Χοσρόου και Ιουστινιανού ( 1).

&Έκτασις και δύναμις του κράτους του Ιουστινιανού.&

Διά της νέας προς τους Πέρσας συνθήκης τα όρια του κράτους εξετείνοντο μέχρι του Καυκάσου. Αλλ' ενώ ούτω το κράτος κατά την απ' Ανατολών προς Δυσμάς διεύθυνσιν ελάμβανεν έκτασιν από του όρους Άτλαντος και του Ατλαντικού Ωκεανού μέχρι του Καυκάσου και της Κασπίας θαλάσσης, συγχρόνως και κατά την από Βορρά προς Νότον διεύθυνσιν εξέτεινε τεραστίως την πολιτικήν του δύναμιν. Ο Ιουστινιανός, εξήπλωσεν ειρηνικώς την εν τη βορείω (Πετραία) Αραβία επικράτειάν του μέχρι των ακτών της Ερυθράς θαλάσσης, προσθέσας διά του υποτελούς του Άραβος φυλάρχου Αβουχαράβου μεγάλην έκτασιν εις τας εν Αραβία κτήσεις του κράτους.

Προς τούτοις ο Ιουστινιανός συνήψε σχέσεις τινάς πολιτικάς προς τους Χριστιανούς ηγεμόνας της Αιθιοπίας (Αβησσυνίας) και της νοτίου Αραβίας (των Ομηριτών ή Αμοριτών, νυν Γεμέν), Ελλησθεαίον (της Αιθιοπίας) και Εσιμφαίον (των Ομηριτών). Ο πρώτος έπεμψε δύο των συμβούλων του εις την Αλεξάνδρειαν διά να ζητήση επισκόπους και ιερείς. Ο Ιουστινιανός εκπληρών την επιθυμίαν του Αιθίοπος ηγεμόνος έστειλε πρεσβευτήν μετ' επιστολής αυτοκρατορικής. Ο βασιλεύς της Αβησσυνίας εδέχθη με μεγάλην πομπήν τον Έλληνα πρεσβευτήν ως να ήτο υποτελής του αυτοκράτορος, και ησπάσθη ευλαβώς την αυτοκρατορικήν επιστολήν, υπεσχέθη δε, κατά την επιθυμίαν του Ιουστινιανού, να μεταστρέψη την Ινδικήν εμπορίαν της μετάξης προς την Αβυσσηνίαν, διά να προμηθεύεται η αυτοκρατορία το πολύτιμον τούτο προϊόν εκείθεν και όχι εκ της Περσίας, η οποία εισπράττουσα εκ του κράτους της Κωνσταντινουπόλεως πολλά χρήματα τα εχρησιμοποίει εις τον εναντίον του πόλεμον. Ο δε βασιλεύς των Ομηριτών ανέλαβε την υποχρέωσιν να εκστρατεύση από την Αραβίαν (διά της χώρας της Μασχάτης) εναντίον της Περσίας και να φέρη αντιπερισπασμόν υπέρ του Ελληνορρωμαϊκού στρατού πολεμούντος εναντίον των Περσών. Αλλ' η μεν συμφωνία περί της μετάξης δεν επραγματοποιήθη, καθώς θα ίδωμεν κατωτέρω· η δε εκστρατεία του Ομηρίτου βασιλέως εις Περσίαν απέβη δυσχερής ένεκα της μεγάλης αποστάσεως. Ουχ ήττον, ότε μετ' ολίγον η νότιος Αραβία κατεκτήθη υπό του Βασιλέως της Αβησσυνίας, εκείνος εξεστράτευσε χάριν του αυτοκράτορος εναντίον των Περσών. Ούτως η Αβησσυνία και η νότιος Αραβία ετέθησαν υπό την προστασίαν του εν Κωνσταντινουπόλει βασιλέως και αι σχέσεις αύται μεταξύ Αβησσυνίας και του κράτους επί του διαδόχου του Ιουστινιανού, ένεκα της εις την Αραβίαν εισβολής του Χοσρόου, επροκάλεσαν μέγαν μεταξύ Ελλήνων και Περσών πόλεμον αποβάντα εις όλεθρον του Χοσρόου.

Προς τας μετά της Αιθιοπίας σχέσεις συνδέεται και η επιτυχώς ενεργηθείσα υπό του Ιουστινιανού διάδοσις του χριστιανισμού μεταξύ βαρβάρων τινών Αφρικανικών λαών, Βλεμμύων και Νοβατών κατοικούντων την νυν Νουβίαν ή το δυτικόν Σουδάν το μεταξύ Αιγύπτου και Αβησσυνίας. Ταυτοχρόνως δε περίπου, εφρόντισεν ο Ιουστινιανός όπως και οι εντός της Λιβύης κατοικούντες ιθαγενείς Λίβυες προσέλθουν εις τον Χριστιανισμόν. Οι λαοί αύτοι συνεδέθησαν έκτοτε θρησκευτικώς και πολιτικώς μετά του Χριστιανικού κράτους και απετέλεσαν ηθικόν δεσμόν ενώσεως μεταξύ του κράτους τούτου και της Αιθιοπίας. Αν δε ενθυμηθώμεν ότι και οι Γότθοι της Κριμαίας ήσαν υπήκοοι του κράτους και οι προς βορράν της χερσονήσου κατοικούντες ανεγνώριζαν την κυριαρχίαν του, εννοούμεν ότι το κράτος και η πολιτική δύναμις του Ιουστινιανού, εξαπλουμένη κατά πλάτος από του Ατλαντικού μέχρι της Κασπίας, εξετείνετο κατά μήκος από του εσωτερικού της σημερινής Ρωσίας μέχρι του Ινδικού Ωκεανού. Την τοιαύτην ακριβώς δύναμιν με πολλήν ευγλωττίαν εξέθεταν προς τον Χοσρόην οι Αρμένιοι οι σταλέντες ως πρέσβεις από εχθρικήν προς τον Ιουστινιανόν μερίδα λέγοντες· «Τι ουκ εκίνησε των καθεστώτων; ουχ ημίν φόρου απαγωγήν έταξε· και Τζάννους τους ομόρους ημών αυτονόμους όντας δεδούλωται και βασιλείς των αθλίων Λαζών άρχοντα Ρωμαίον επέστησε; Ου Βοσπορίταις μεν τοις Ούννων κατοικίοις στρατηγούς έπεμψε; ομαιχμίαν δε πεποίηται προς τας των Αιθιόπων αρχάς, ων και ανήκοοι Ρωμαίοι το παράπαν ετύγχανον όντες; Αλλά και Ομηρίτας τε και θάλασσαν την Ερυθράν περιβέβληται; αφίεμεν γάρ λέγειν την Λιβύην και Ιταλών πάθη». Εις ταύτα επρόσθεταν οι πρέσβεις τα εξής, με όλην την μεγάλην υπερβολήν και φοβεράν ποιητικήν έξαρσίν των, μαρτυρούντα τίνα ιδέαν είχε λάβει ο έξω κόσμος περί της δυνάμεως του Ιουστινιανού και περί των προς κοσμοκρατορίαν τάσεων αυτού: «_Η γη τον άνθρωπον ου χωρεί σύμπασα_· μικρόν εστιν αυτώ πάντων ομού των ανθρώπων κρατείν. Ο δε και τον αιθέρα περισκοπεί και τους υπέρ την οικουμένην περιποιείσθαι βουλόμενος».

Εις τοιούτον ανυπέρβλητον μέγεθος και ύψος δυνάμεως ανήλθεν επί του Ιουστινιανού το κράτος προ των οφθαλμών του έξω κόσμου. Αλλά, καθώς είπαμεν, κατά τρόπον εκ πρώτης όψεως παράδοξον, αλλά κατ' ουσίαν λίαν ευνόητον, η Αυτοκρατορία, περιλαμβάνουσα σύμπαντα σχεδόν τον τότε πολιτισμένον κόσμον, ακριβώς διότι ήτο το μόνον πολιτισμένον εν τω κόσμω κράτος, περιεστοιχίζετο πανταχόθεν από έθνη βαρβάρων, εις την Ευρώπην δε ιδίως η συνάφεια προς το βαρβαρικόν ήτο τόσον πλησίον της καρδίας του κράτους, ώστε πολλάκις, ενώ τα στρατεύματα του αυτοκράτορος επολέμουν εις τα πέρατα του τότε κόσμου, βάρβαροι εισεχώρουν ληστρικώς εις τας κεντρικωτάτας χώρας του κράτους, απειλούντες ενίοτε και αυτήν την πρωτεύουσαν. Τοιαύτη μεγάλη ληστρική επιδρομή έγινε το 558 υπό των εκ της Νοτίου Ρωσίας ορμησάντων Κοτριγούρων Ούννων. Αυτοί εισέβαλαν εις τας εντεύθεν του Δανουβίου επαρχίας του κράτους, διηρημένοι εις τρεις μεγάλας μοίρας, εκ των οποίων η μεν ώδευσε προς την Μακεδονίαν, διά να εισβάλη εις την κυρίως Ελλάδα, η δευτέρα εις τον Ελλήσποντον διά να περάση εις την Μικράν Ασίαν, και η τρίτη, υπ' αυτόν τον αρχηγόν Ζαβεργάν, προήλασε προς την Κωνσταντινούπολιν, αφού υπερέβη το μέγα προς το εσωτερικόν της Θράκης αμυντήριον της πρωτευούσης (το Μέγα Τείχος) εξασθενήσαν εκ των υπό του σεισμού γενομένων ρηγμάτων.

Οι κάτοικοι έντρομοι έβλεπαν τας πυράς των βαρβάρων στρατοπεδευόντων όχι μακράν της πρωτευούσης, καθόσον στρατός ενεργός δεν υπήρχεν εις την Κωνσταντινούπολη. Αλλ' υπήρχεν ο γηραιός Βελισάριος, προ πολλού αποχωρήσας της ενεργού υπηρεσίας, και αυτός κατά πρόσκλησιν του Ιουστινιανού ανέλαβε την άμυναν της πρωτευούσης. Μετά στρατού πολύ μικρού εκ νέων εντελώς αγυμνάστων, ως επί το πλείστον αγροτών των περιχώρων της Κωνσταντινουπόλεως, ο Βελισάριος ενίκησε και έτρεψεν εις φυγήν τους εχθρούς. Ωσαύτως κατεστράφησαν και οι μέχρι του Ελλησπόντου προελάσαντες βάρβαροι, αποκρουσθέντες υπό της φιλοπάτριδος αμύνης των εγχωρίων. Η δε προς τας κυρίως Ελληνικάς χώρας προχωρήσασα μοίρα έφθασε μεν, ερημώνουσα και λεηλατούσα, μέχρι των Θερμοπυλών, αλλ' αποκρουσθείσα υπό της εκεί φρουράς, της αμυνομένης εκ των υπό του Ιουστινιανού κατασκευασθέντων οχυρωμάτων, ηναγκάσθη να τραπή προς τα οπίσω φέρουσα πλήθος αιχμαλώτων, τους οποίους ο Ιουστινιανός εξηγόρασε κατόπιν διά χρημάτων. Αι τοιαύται επιδρομαί ήσαν κυρίως μεγάλαι ληστρικαι επιδρομαί όχι μεν επικίνδυνοι εις το κράτος, αλλ' εις τους κατοίκους ολέθριαι. Θα ίδωμεν πώς ειργάσθη συστηματικώτερον ο Ιουστινιανός προς απόκρουσιν των τοιούτων επιδρομών.

&Ειρηνικά έργα τον Ιουστινιανού.— Η νομοθεσία του.&

Ο Ιουστινιανός, ο εκτελέσας τοσαύτα μεγάλα πολεμικά έργα και διά τούτων ανυψώσας το κράτος εις μέγα ύψος δυνάμεως και δόξης, ειργάσθη ωσαύτως, καθώς αρμόζει εις μέγαν βασιλέα, και υπέρ του εσωτερικού μεγαλείου του κράτους και της ευδαιμονίας των υπηκόων του. Και πρώτον, καθώς διά των πολεμικών όπλων ειργάσθη υπέρ της εξωτερικής ασφαλείας του κράτους, ούτω διά των ηθικών όπλων καλής νομοθεσίας και ευνομίας επεμελήθη να στερεώση την εσωτερικήν ασφάλειαν. Και ως προς τούτο ο Ιουστινιανός ανεδείχθη μέγας νομοθέτης. Η νομοθετική εργασία του δεν περιωρίσθη απλώς εις έκδοσιν νόμων και διατάξεων ιδικών του. Περισυλλέξας νομοθετήματα του παρελθόντος και δημιουργήσας ολόκληρον θησαυρόν και σύστημα νομικών διατάξεων και νομικής διδασκαλίας εδημιούργησε την νομικήν επιστήμην. Ως εκ τούτου η νομοθετική εργασία του Ιουστινιανού είναι πολλαπλή και πολυμερής. Οι νόμοι του Ρωμαϊκού κράτους από της κτίσεως της Ρώμης (754 π. Χ.) και ιδίως από του έτους 450 π. Χ., — ότε συνετάχθη και εξεδόθη η περίφημος ρωμαϊκή νομοθεσία, γραφείσα επί δώδεκα χαλκών πινάκων και διά τούτο δωδεκάδελτος υπό των Ελλήνων κληθείσα, — επί αιώνας ολοκλήρους αυξανόμενοι διά των νομικών διατάξεων των ανά παν έτος διαδεχομένων αλλήλους πραιτώρων, ήτοι ανωτάτων δικαστών (οίτινες αναλόγως των περιστάσεων ετροποποίουν τους υπάρχοντας νόμους ή εξέδιδαν νέους) απετέλεσαν μέγαν θησαυρόν νομικόν.