Part 5
Τέλος μετά πολλάς συμπλοκάς, κατά τας οποίας νικητής ήτο πάντοτε ο Ηράκλειος, οι δύο πολέμιοι στρατοί συνηντήθησαν κατά Δεκέμβριον του 627 εκεί όπου ήτο άλλοτε η πολυθρύλητος πόλις Νινευί, πλησίον του τόπου όπου προ 958 ετών ο Αλέξανδρος ο Μέγας κατετρόπωσε τον τελευταίον μέγαν στρατόν του αρχαίου Περσικού κράτους. Χιλιετία περίπου εχώριζεν απ' αλλήλων τας δύο κοσμοϊστορικάς μάχας, αλλ' ο καθολικός χαρακτήρ του αγώνος έμενεν ο αυτός· και τώρα ως και άλλοτε διεξήγετο πόλεμος μεταξύ του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και του Ασιατικού βίου. Κατά την αξιομνημόνευτον λοιπόν εκείνην ημέραν, 12 Δεκεμβρίου 627, ο του Αλεξάνδρου του Μεγάλου άξιος διάδοχος Ηράκλειος, επιβαίνων του περιφήμου ίππου του, Φούλβου ή Δάρκωνος, όπως ο Αλέξανδρος του Βουκεφάλου, υπερέβαλε κατά την ανδρείαν τους ανδρειοτάτους των αρχηγών του στρατού του. Αυτός διά των χειρών του εφόνευσε δύο αρχηγούς του Περσικού στρατού αλλεπαλλήλως, και έτρεψεν εις φυγήν τους δορυφόρους των. Τότε επήλθε τρίτος αρχηγός, πολεμιστής δεινός, και επλήγωσε διά δόρατος το χείλος του βασιλέως, αλλ' εν τω άμα εκτυπήθη και εφονεύθη υπό του Ηρακλείου. Εν τω μεταξύ ήχουν δεινώς αι σάλπιγγες και νέαι εκατέρωθεν εγίνοντο επιθέσεις και αντεπιθέσεις, και η μάχη αρχίσασα από πρωίας εξηκολούθει σφοδροτάτη μέχρις εσπέρας. Πέρσαι στρατιώται ορμήσαντες κατά του βασιλέως επλήγωσαν τον ίππον του εις τον μηρόν· πολλά κτυπήματα διά σπάθης έλαβε και εις την κεφαλήν ο Δάρκων, αλλά φορών θώρακα εκ νευρών δεν εβλάπτετο. Τέλος πίπτει ο αρχιστράτηγος των Περσών Ραζάτης, και τρεις άλλοι στρατηγοί και πλείστοι ανώτεροι αξιωματικοί, είκοσι οκτώ δε σημαίαι περιέρχονται εις τας χείρας των νικητών. Τα λείψανα του Περσικού στρατού εγκαταλείπουν το πεδίον της μάχης, και οι νικηταί σκυλεύουν τους νεκρούς των πολεμίων. Εκυρίευσαν πλήθος όπλων και σκευών πολεμικών, πολυτίμους σπάθας ολοχρύσους και ζώνας. Η ασπίς του Ραζάτου έχουσα 120 πέταλα και ο θώραξ και τα σκιραμάγγια και τα βραχιόλια και το εφίππιόν του εκομίσθησαν εις τον αυτοκράτορα. Οι περισωθέντες φυγάδες ανήγγειλαν εις τον Χοσρόην το αποτέλεσμα της μάχης.
Ο Ηράκλειος είνε αξιοθαύμαστος και διά την ταχύτητα, με την οποίαν εχρησιμοποίησε την νίκην. Αι προφυλακαί του εντός 44 ωρών διήνυσαν διάστημα 48 μιλίων και κατέλαβαν τους δύο ποταμούς τον μεγάλον και τον μικρόν Ζαβάν (Λύκον), μετά δε την διάβασιν αυτών εξεχύθη ο νικηφόρος στρατός εις τας πλουσίας χώρας όπου υπήρχαν πολλά μεγαλοπρεπή, προ πάντων θερινά, ανάκτορα του Πέρσου βασιλέως. Και πρώτον εκυριεύθη το μεγαλοπρεπές ανάκτορον Ιεσδέμ, όπου ο Ηράκλειος εώρτασε την εορτήν των Χριστουγέννων. Εκείθεν μετέβη εις το ανάκτορον Ρουσά, πλησίον του ποταμού Τορνά. Οι Πέρσαι οι φυλάττοντες την γέφυραν του ποταμού έφυγαν μόλις εφάνη ο στρατός του Ηρακλείου, ο δε βασιλεύς διαβάς τον ποταμόν κατέλαβε και άλλο παλάτιον, το Βεκλαλί. Εις ολίγων ωρών απόστασιν έκειτο το περίφημον φρούριον και ανάκτορον _Δεσταγέρδ_, πλησίον δε τούτου ελέγετο ότι ευρίσκετο ο Χοσρόης. Αλλ' αυτός έφευγε καθ' όσον προσήγγιζεν ο βασιλεύς. Έφυγε δε και από το Δεσταγέρδ εις το παλάτιον Βεβδάρχ. Λαμπρά ήσαν τα λάφυρα, όσα τότε έπεσαν εις χείρας των νικητών. Το σπουδαιότατον ήσαν αι τριακόσιαι σημαίαι, τας οποίας οι Πέρσαι εις διαφόρους πολέμους κατά του Βυζαντίου είχαν κυριεύσει. Πολλά είχε παραλάβη φεύγων ο Χοσρόης, αλλά και πολλά ευρήκαν οι νικηταί άφθονα, ιδίως φυσικά και βιομηχανικά προϊόντα, τα οποία ήσαν κατά τους χρόνους εκείνους σπάνια και πολύτιμα, προσέτι δε άργυρον, ολοσηρικά ενδύματα, τάπητας και άλλα πολλά, τα οποία μη δυνάμενοι διά το βάρος να μετακομίσουν κατέκαυσαν.
Ο Ηράκλειος εώρτασεν εις τα τελευταία αυτά ανάκτορα τα Θεοφάνεια, και αφού οι νικηταί ελεηλάτησαν τα «υπέρτιμα και θαυμαστά και καταπληκτικά εκείνα κτίσματα», καθώς τα αποκαλεί ο Χρονογράφος, τα έκαυσαν και τα κατηδάφισαν «διά να μάθη ο Χοσρόης οποίον πόνον ησθάνοντο οι Χριστιανοί, όταν ηρημώνοντο υπ' αυτού αι πόλεις των και επυρπολούντο». Εξ όλων των περσικών πόλεων, όπου υπήρχαν χιλιάδες αιχμαλώτων, άνδρες, γυναίκες και παιδία έτρεχαν εις τον στρατόν του Ηρακλείου. Ο Χοσρόης εν τούτοις έφευγε κρυπτόμενος εις τας καλύβας γεωργών και ποιμένων. Μαθών δε ο αυτοκράτωρ, ότι κατέφυγεν εις Κτησιφώντα, εκίνησε κατά της πρωτευούσης ταύτης του Περσικού κράτους. Αλλά και εκείθεν ο Χοσρόης έφυγεν εις τα ενδότερα. Ο αυτοκράτωρ τότε εμήνυσεν εις αυτόν ότι ήτο πρόθυμος να συνομολογήση ειρήνην. «Εάν εξακολουθώ να σε καταδιώκω, έλεγεν ο Ηράκλειος, ο σκοπός μου δεν είναι να πολεμώ, αλλά να σε αναγκάσω να κάμης ειρήνην. Τα δεινά, όσα επιφέρει ο πόλεμος, έλεγεν ο φιλάνθρωπος βασιλεύς, με λυπούν όσον και τους υπηκόους σου, τους εκ τούτου πάσχοντας. Αλλά συ με αναγκάζεις να ερημώνω τας χώρας σου. Ας αφήσωμεν τα όπλα· ας συνάψωμεν πάλιν τους δεσμούς της φιλίας τους ενούντας τα δύο κράτη. Εάν θέλης, εύκολον είναι να σβεσθή η πυρκαϊά αυτή πριν ή εκταθή καθ' όλην την Περσίαν». Αλλά και πάλιν ο τύραννος δεν ενέδωκε.
Προς μεγίστην θλίψιν και αγανάκτησιν των οικείων του ο Χοσρόης μη δεχόμενος την ειρήνην υπέγραφε την καταδίκην του. Διότι αι κάλλισται επαρχίαι του κράτους κατελαμβάνοντο και διηρπάζοντο υπό νικηφόρου εχθρικού στρατού, η δε υπομονή των υπηκόων του, οι οποίοι μέχρι τούδε δουλικώς υπέμεναν, εξηντλήθη. Μεταξύ του λαού υπήρχε και τάξις αριστοκρατική, η οποία εξηγέρθη κατά του τυράννου. Βασιλεύς μεγαλόφρων, καθώς ο Ηράκλειος, αφωσιωμένος εις το καθήκον και των υπηκόων του κηδόμενος, και εν μέσω δυστυχιών δύναται να παρατείνη αγώνα εναντίον ξένου επιδρομέως, στηριζόμενος επί του λαού του. Αλλ' ο Χοσρόης, καταστρέφων την χώραν και τον λαόν του από τόσων ετών, χάριν μόνον της κενοδοξίας, εφέρετο ωμότατα και προς όλους. Τοιούτος ηγεμών επί τέλους πίπτει υπό το ξίφος της Νεμέσεως, της θείας δηλονότι εκδικήσεως. Και η εκδίκησις αυτή επήλθε μετ' ολίγον φοβερά. Επήλθε δε πάλιν εκ της μωρίας του Χοσρόου. Ο Χοσρόης είχεν υιόν και νόμιμον διάδοχον τον Σιρόην. Αλλά, ως συμβαίνει συχνά εις τας αυλάς των βαρβάρων ηγεμόνων, τον νόμιμον τούτον διάδοχον ήθελε να παραγκωνίση χάριν άλλου νεωτέρου υιού του. Τότε ο Σιρόης συνώμοσε κατά του πατρός του, μετά των δυσηρεστημένων ένεκα του πολέμου σατραπών και αρχόντων του κράτους, και εξέδωκε προκήρυξίν εναντίον του, διεκτραγωδών την κάτάστασιν εις την οποίαν έφερε το κράτος. Όλοι τον εγκατέλειψαν. Και αυτός δε ο εις την Μικράν Ασίαν στρατηγός Σαρβαραζάς, ο αρχηγός του μόνου υπολειπομένου Περσικού στρατού, είχε συνομολογήση ειρήνην χωρίς την άδειαν του Χοσρόου. Εγκαταλειφθείς ούτως ο Χοσρόης συνελήφθη υπό του υιού του Σιρόου και ερρίφθη δέσμιος εις ειρκτήν, αφού υπέστη την φοβεράν τιμωρίαν να ίδη έμπροσθεν του σφαζόμενον τον αγαπητόν του εκείνον υιόν, χάριν του οποίου ήθελε να παραγκωνίση τον Σιρόην και τα άλλα τέκνα του. Αλλά τούτο δεν ήτο το τέρμα της συμφοράς. Ο υιός του Σιρόης, ο αναγνωρισθείς βασιλεύς υπό των σατραπών, τον εφυλάκισεν ακριβώς εις το θησαυροφυλάκιον, εν μέσω σωρού χρυσίου και πολυτίμων κοσμημάτων, και τον κατεδίκασεν εις τον διά της πείνης θάνατον ειπών: «Τρέφου τώρα διά του χρυσίου τούτου, χάριν του οποίου ηρήμωσας τον κόσμον και έκαμες τόσας μυριάδας των υπηκόων σου να αποθάνουν από την πείναν». Αφού δε πέντε ημέρας υπέστη τας φοβερωτάτας βασάνους, διέταξεν απανθρώπως να φονευθή τοξευόμενος εις την κεφαλήν.
IB'. — Το τέλος τον πολέμου.
Ο νέος Πέρσης βασιλεύς έστειλεν ευθύς ταχυδρόμους προς τον Ηράκλειον αγγέλλων εις αυτόν εκ μέρους του και εκ μέρους τεσσαράκοντα σατραπών της Περσίας, ότι ήσαν πρόθυμοι να συνομολογήσουν ειρήνην. Ο Ηράκλειος εφάνη μεγαλόφρων και μεγάθυμος, όπως κατά τον πόλεμον ομοίως και κατά την ειρήνην. Ουδέν άλλο εζήτησε προς συνομολόγησιν ειρήνης ή την αποκατάστασιν των προ του πολέμου ορίων και την απελευθέρωσιν όλων των εις τας Περσικάς χώρας αιχμαλώτων χριστιανών και προ πάντων απήτησε την απόδοσιν του τιμίου ξύλου του Σταυρού. Απήντησε δε ο Ηράκλειος ούτω προς την περί ειρήνης αίτησιν του Σιρόου: <Ο υπέρτατος κύριος και κριτής των πολέμων και των νικών, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, είναι μάρτυς μου ότι ουδέποτε ηθέλησα να κυριεύσω χώρας του κράτους του Χοσρόου, όπως και ουδενός άλλου ηγεμόνος. Μεθ' όλας δε τας βαρβάρους ωμότητας, τας οποίας διέπραξεν εναντίον των Ρωμαίων και εναντίον των ιδικών του υπηκόων, είχα σκοπόν να τον νικήσω και όχι να τον εκθρονίσω. Ο Θεός, ο γινώσκων τα ολέθρια βουλεύματα αυτού, ηθέλησε να αποδώση την ησυχίαν εις τον κόσμον και την ειρήνην εις τα δύο έθνη, εξαφανίζων τον εμποδίζοντα τούτο. Δέχομαι προθύμως την συμμαχίαν, την οποίαν προτείνεις, και δεν επιβάλλω άλλους όρους ειμή τους συμφωνούντας προς το δίκαιον και προς τα αμοιβαία συμφέροντα ημών». Η ειρήνη ταχέως συνωμολογήθη. Ο Σιρόης έγινε φίλος και σύμμαχος του Ηρακλείου και υπεσχέθη να προστατεύη τους χριστιανούς εις το κράτος του. Ο Σαρβαραζάς είπαμεν ότι ζώντος έτι του Χοσρόου συνωμολόγησεν ειρήνην χωριστήν. Αλλ' εκτός του στρατού του Σαρβαραζά υπήρχαν έτι και άλλαι φρουραί Περσικαί εις διαφόρους πόλεις της Μεσοποταμίας και της Συρίας, αι οποίαι συμφώνως προς τους όρους της ειρήνης επέστρεψαν εις την Περσίαν. Αιχμάλωτοι χριστιανοί ηλευθερούντο σωρηδόν, και απεδόθη και το τίμιον ξύλον του Σταυρού.
Ο Ηράκλειος περί τας αρχάς του 628 εν μέσω του χειμώνος περατώσας ούτως ευτυχώς και ενδόξως τον πόλεμον διήλθε τον λοιπόν χρόνον μέχρι της ανοίξεως εις την Ταυρίδα της Περσίας, όπου ήτο το στρατόπεδον. Έπεμψε δε αγγελιαφόρους εις την Κωνσταντινούπολιν με το διάγγελμα του αυτοκράτορος και το αντίγραφον της προς αυτόν επιστολής του Σιρόου. Το διάγγελμα του αυτοκράτορος ανεγνώσθη την 15 Απριλίου 628 εις την εκκλησίαν της Αγίας Σοφίας από του άμβωνος πανηγυρικώς, εν μέσω απείρου συρροής περιχαρούς λαού. Το αυτοκρατορικόν διάγγελμα αρχίζει ως εξής·
«Αλαλάξατε τω Θεώ πάσα η γη, δουλεύσατε τω Κυρίω εν ευφροσύνη, εισέλθετε ενώπιον αυτού εν αγαλλιάσει και γνώτε ότι Κύριος αυτός εστιν ο Θεός, ημείς δε λαός αυτού εσμεν και πρόβατα της νομής αυτού. Αινείτε το όνομα αυτού, ότι Χριστός κύριος, εις τον αιώνα το έλεος αυτού, έως γενεάς και γενεάς η αλήθεια αυτού. Ευφρανθήτωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη και τερφθήτω η θάλασσα και πάντα τα εν αυτή. Και πάντες οι χριστιανοί αινούντες και δοξολογούντες ευχαριστήσωμεν τω μόνω θεώ, χαίροντες επί τω αγίω αυτού ονόματι χαράν μεγάλην. Έπεσε γαρ ο υπερήφανος και θεομάχος Χοσρόης. Έπεσε και επτωματίσθη εις τα καταχθόνια, και εξωλοθρεύθη εκ γης το μνημόσυνον αυτού, ο υπεραιρόμενος και λαλήσας αδικίαν εν υπερηφανία και εξουθενώσει κατά του κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του αληθινού θεού, και της αχράντου μητρός αυτού της ευλογημένης δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, απώλετο ο ασεβής μετ' ηχούς. Επέστρεψεν ο πόνος αυτού επί την κεφαλήν αυτού...».
Κατόπιν εκθέτει ο αυτοκράτωρ τα από της πτώσεως του Χοσρόου μέχρι της συνομολογήσεως της ειρήνης και τελειώνει διά της αγγελίας ότι μετ' ολίγον επανέρχεται μετά του νικηφόρου στρατού εις το κράτος και εις την πόλιν.
ΙΓ'. — Επιστροφή του αυτοκράτορος.
Κατά τον Απρίλιον του 628 ανεχώρησεν ο αυτοκράτωρ από Γαυζάκου (Ταυρίδος) και διά της Αρμενίας ήλθεν εις την Μικράν Ασίαν και εκείθεν εις την Ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου, πανταχού κατά την πορείαν ανευφημούμενος και εξεγείρων ενθουσιασμόν αγνόν και αποκαθιστών την τάξιν και την ασφάλειαν. Όταν δε έφθασεν εις την Ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου, μετέβη εκεί εις προϋπάντησίν του, εις το μέρος το λεγόμενον Ιέρειαν (το σημερινόν Βεϋλερβεϋ), ολόκληρος η πρωτεύουσα επί πλοίων και λέμβων λαμπαδηφορούσα. Μετέβησαν δε εις την Ιέρειαν και ο Πατριάρχης Σέργιος (ο χρηστός Βώνος είχεν αποθάνει προ μικρού) και ο υιός και διάδοχος του αυτοκράτορος. Συγκινητική ήτο η στιγμή, κατά την οποίαν συνηντήθησαν πατήρ και υιός μετά πενταετή χωρισμόν και μετά τόσα μεγάλα γεγονότα. Ο Κωνσταντίνος ερρίφθη εις τους πόδας του πατρός του και ο Ηράκλειος τον ενηγκαλίσθη μετά δακρύων ενώπιον του απείρου πλήθους, μετά συγκινήσεως παρισταμένου εις το θέαμα.
Εκείθεν ο αυτοκράτωρ διέπλευσε τον Βόσπορον και διά της Χρυσής Πύλης εισήλθε θριαμβευτικώς εις την πόλιν, όρθιος επί άρματος συρομένου από τεσσάρας ελέφαντας, λάφυρα και τούτους του πολέμου. Επροπορεύετο της πομπής, ενδοξότατον όλων των τροπαίων, το τίμιον ξύλον του Σταυρού, το οποίον παρέδωκεν ο Σιρόης εις τον Βασιλέα. Ο αυτοκράτωρ μετέβη εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας. Ο λαός ηκολούθει μετά αναμμένων λαμπάδων, βαΐων, φοινίκων και κλάδων ελαίας και έψαλλε τον θριαμβευτικόν ύμνον του Προφήτου·
Μεθ' ημών ο θεός, γνώτε έθνη και ηττάσθε, ότι μεθ' ημών ο θεός, Επακούσατε έως εσχάτων της γης, ότι μεθ' ημών ο θεός. Ισχύν τε ηττάσθε, ότι μεθ' ημών ο θεός. Εάν γαρ πάλιν ισχύσητε, και πάλιν ηττηθήσεσθε, ότι μεθ' ημών ο θεός. Και ην αν βουλήν βουλεύσητε, διασκεδάσει Κύριος, ότι μεθ' ημών ο θεός.
Ο θρίαμβος ούτος ήτο βεβαίως ο ενδοξότατος, και δικαιότατος όλων των από της ιδρύσεως του κράτους του Βυζαντίου τελεσθέντων.
Από τούδε το μέγα και φοβερόν κράτος των Περσών, των προαιωνίων εχθρών του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, εταπεινώθη. Οι ολίγοι βασιλείς, όσοι μετά τον Χοσρόην εβασίλευσαν, ανήρχοντο εις τον θρόνον διά της προστασίας του εν Κωσταντινουπόλει βασιλέως. Οι Πέρσαι βασιλείς, οι μέχρι τούδε διεξάγοντες πόλεμον εξολοθρεύσεως κατά του χριστιανισμού, ανεγνώριζαν τώρα την υπεροχήν του. Ιδίως ο διά της προστασίας του Ηρακλείου ανελθών μετέπειτα εις τον θρόνον στρατηγός Σαρβαραζάς, ωνόμασε τον υιόν του Νικήταν, ως να ήτο χριστιανός και Έλλην. Ο Νικήτας ούτος, πρώτος εκ των Περσών έλαβε παρά του αυτοκράτορος Ηρακλείου την τιμητικήν προσωνυμίαν _πατρικίου Ρωμαίου_. Είχε δε ο Πέρσης ούτος βασιλεύς και κόρην, Νίκην ονομαζομένην, η οποία, αφού εβαπτίσθη χριστιανή, έγινε σύζυγος του βασιλόπαιδος Θεοδοσίου. Και οι Σέρβοι και οι Κροάται υπετάχθησαν τότε εις το κράτος και εδέχθησαν τον χριστιανισμόν.
Αλλ' η δόξα και η φήμη του Ηρακλείου εξηπλώθη και πέρα των ορίων του κράτους του και του Περσικού κράτους. Πάσα η Ανατολή και η Δύσις μετά θαυμασμού ητένιζαν προς τον ήρωα βασιλέα. Έν έτος μετά την επιστροφήν του εις Κωνσταντινούπολιν, το 629, ήλθαν πρέσβεις του βασιλέως των εν Γαλλία Φράγκων Δαγοβέρτου να συγχαρούν τον Ηράκλειον. διά τας νίκας του και να ζητήσουν την φιλίαν του. Ήλθαν δε πρέσβεις και από τας Ινδίας προς τον αυτόν σκοπόν. Εν μέσω του μεγαλείου τούτου και της δόξης και της αγάπης του λαού εμετριάζετο και η οδύνη, την οποίαν ως πατήρ ησθάνθη βεβαίως ο Ηράκλειος, όταν, επανελθών μετά πενταετή απουσίαν, δεν εύρε πλέον δύο θυγατέρας και δύο υιούς, αποθανόντας κατά την απουσίαν του.
ΙΔ'. — Η ύψωσις του Σταυρού.
Ο αυτοκράτωρ συνεπλήρωσεν ηθικώς και θρησκευτικώς τον μέγαν θρίαμβόν του, μεταβάς το επόμενον έτος κατά την άνοιξιν εις την Ιερουσαλήμ μετά του ξύλου του Σταυρού.
Εκεί αποκατέστησεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον τον μετά δέκα και τεσσάρων ετών αιχμαλωσίαν επιστρέψαντα Πατριάρχην Ζαχαρίαν, εις κατανυκτικήν δε τελετήν έφερεν ο ίδιος αυτοκράτωρ επί των ώμων τον Τίμιον Σταυρόν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρος, και τον παρέδωκεν εις τον πατριάρχην. Τότε δε έγινε, την 14 Σεπτεμβρίου του 629, η μέχρι της σήμερον υπό της Εκκλησίας εορταζομένη την ημέραν εκείνην ύψωσις του Σταυρού, εν μέσω ασμάτων και δοξολογιών.
_Σώσον, Κύριε, τον λαόν σον και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα.
Σταυρός ο φύλαξ πάσης της Οικουμένης· Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας· Σταυρός βασιλέων κραταίωμα και των πιστών στήριγμα._
Ολόκληρος η Ιερουσαλήμ, όπως το παρελθόν έτος η βασιλεύουσα, εσκίρτα από χαράν και αγαλλίασιν διά τα μεγάλα και ένδοξα, όσα μετά τας καταστροφάς, τας συμφοράς και τα δεινοπαθήματα έβλεπε τώρα τελούμενα υπό του Θεού διά του βασιλέως.
Καθώς είδαμεν, τας μεγαλειτέρας κακουργίας εναντίον της Αγίας Πόλεως και των Χριστιανών της Παλαιστίνης διέπραξαν οι Ιουδαίοι. Αλλ' ο αυτοκράτωρ ουδεμίαν αντεκδίκησιν επέτρεψεν εναντίον τούτων. Απηγόρευσεν όμως εις τους Ιουδαίους να κατοικούν εντός της Ιερουσαλήμ και εις τα περίχωρά της μέχρις αποστάσεως ενός μιλίου.
Από την Ιερουσαλήμ μετέβη ο αυτοκράτωρ εις την Συρίαν και έμεινεν εις την Ιεράπολιν και την Αντιόχειαν και εις άλλας πόλεις πέντε ολόκληρα έτη διά να διευθετήση εκκλησιαστικάς τινας έριδας. Αλλ' ενώ ευρίσκετο ακόμη εκεί, εφάνη νέος εχθρός νέας επιφέρων συμφοράς εις το κράτος. Ο νέος πολέμιος δεν επήρχετο εξ Ανατολών, αλλ' εκ Μεσημβρίας.
IE'. — Οι κατά των Αράβων πόλεμοι του Ηρακλείου.
Ενώ ο Ηράκλειος έκαμνεν έναρξιν της ενδόξου και αθανάτου εκστρατείας του εναντίον του Χοσρόου, ακριβώς το έτος 622 μ.Χ. εγίνετο εις την Αραβίαν από Μέκκας εις Μεδινάν η λεγομένη _Χίδζρα_ ή Εγίρα, ήτοι η φυγή του Μωάμεθ, του ιδρυτού της απ' αυτού Μωαμεθανικής καλουμένης θρησκείας.
Η φυγή αυτή, η απαλλάξασα τον προφήτην των Μωαμεθανών από την μελετωμένην κατ' αυτού εις Μέκκαν επιβουλήν και από τον θάνατον, θεωρείται ως αληθής αρχή της Μωαμεθανικής θρησκείας ή της θρησκείας της μουσουλμανικής ή θρησκείας του _Ισλάμ_ (= αφοσιώσεως εις τον Θεόν). Ούτως ωνόμασεν ο Μωάμεθ την υπ' αυτού κηρυχθείσαν πίστιν, εντεύθεν δε και οι του Ισλάμ οπαδοί ωνομάσθησαν και Μοσλέμ ή Μουσουλμάνοι, ήτοι οι πιστοί εις το Ισλάμ.
Κατ' αξιοσημείωτον σύμπτωσιν, το έτος κατά το οποίον ο Μωάμεθ παρέστη εν μέσω των Αράβων ως προφήτης και εκήρυξε το πρώτον την διδασκαλίαν του, ήτοι το 610 μ.Χ., είναι το αυτό έτος, κατά το οποίον ο Ηράκλειος ανήλθεν εις τον θρόνον. Μετά την _Χίδζραν_, ήτοι μετά το 622, ο Μωάμεθ κατά μικρόν διέδωκε το κήρυγμά του εις όλην την Αραβίαν, έπεμψε δε απεσταλμένους και προς τον Χοσρόην, προσκαλών αυτόν να δεχθή την νέαν πίστιν, αλλ' ο Χοσρόης υβριστικώς απέπεμψεν ή και εφόνευσε τους απεσταλμένους. Ο Μωάμεθ τον κατηράσθη και επροφήτευσε την πτώσιν του και την καταστροφήν του Περσικού κράτους. Το αληθές είναι ότι μετά την Χίδζραν ο Μωάμεθ, ενώ ακόμη ο Χοσρόης εφαίνετο νικητής, προείδε και ενέγραψεν εις το Κοράνιον ότι η νίκη έμελλε να επανέλθη εις τας σημαίας των _Ρουμ_ ή Ελλήνων. Έπεμψε δε ύστερον, πιθανώς το 629, και εις τον Ηράκλειον πρεσβείαν προσκαλών αυτόν να προσέλθη εις την πίστην του Ισλάμ. Ο αυτοκράτωρ εδέχθη μεν ευγενώς τους πρέσβεις και έπεμψε δώρα, αλλ' έδωκεν αρνητικήν απάντησιν.
Ο Ηράκλειος εφάνη εις τον Μωάμεθ ως όργανον του θεού πεμφθέν προς τιμωρίαν του ασεβούς Χοσρόου, και η υπό του στρατού του Ηρακλείου το 623 γενομένη απόσβεσις του ιερού πυρός εις την πόλιν του Ζωροάστρου συνεδέθη κατόπιν με την δοξασίαν ότι το πυρ εκείνο εσβέσθη την ημέραν της γεννήσεως του Μωάμεθ.
Ζώντος του Μωάμεθ ο εναντίον του Ηρακλείου πόλεμος περιωρίσθη εις μικράς τινας επιδρομάς εις τα προς την Αραβίαν σύνορα του κράτους. Αλλ' επί των πρώτων διαδόχων του Μωάμεθ (αποθανόντος το 632 μ.χ.), του Αβού Βεκρ (632 — 634), του Ωμάρ (634 — 644) και του Οσμάν (644 — 655) έγιναν μεγάλοι και φοβεροί πόλεμοι εναντίον του Ελληνορωμαϊκού και του Περσικού κράτους. Και το μεν Περσικόν κράτος ευθύς μετά δύο μάχας κατεστράφη εντελώς και οι Πέρσαι απηρνήθησαν την πυρολατρείαν και ησπάσθησαν τον Μωαμεθανισμόν. Κατά δε του Ελληνορωμαϊκού κράτους έγιναν πόλεμοι δεινοί εις την Παλαιστίνην και την Συρίαν.
Ο Ηράκλειος ευρίσκετο ακόμη εις την Συρίαν, ότε απειράριθμα στίφη Αράβων διεχύθησαν εις την Παλαιστίνην και κατέκλυσαν την χώραν. Ο Ηράκλειος απέστειλε κατά των επιδρομέων όλον τον υπάρχοντα εις την Συρίαν στρατόν υπό διαφόρους αρχηγούς πεπειραμένους. Αλλά τα ησκημένα εκείνα και εμπειροπόλεμα και τελειότερον οπλισμόν έχοντα στρατεύματα ενικώντο από τους νέους πολεμίους. Εις την νίκην των Αράβων συνετέλει, πλην του ότι ήσαν πολυπληθέστεροι, ο θρησκευτικός ενθουσιασμός. Οι αρχηγοί των Αράβων έλεγαν έτι της μάχης προς τους στρατιώτας: «Εμπρός, δηλαδή εις την συμπλοκήν και τον πόλεμον, είναι ο παράδεισος και ο Θεός, οπίσω δε, δηλαδή εις την φυγήν, είναι η κόλασις και ο διάβολος.»
Οι Άραβες ενικώντο ενίοτε, αλλά νικώμενοι ουδέποτε ετρέποντο εις φυγήν, θεωρούντες τούτο ως μέγα αμάρτημα, και εκ τούτου καθίσταντο κινδυνωδέστατοι πολέμιοι.
Ο Ηράκλειος βλέπων την ακατάσχετον πρόοδον των Αράβων επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν διά να ενεργήση νέας πολεμικάς ετοιμασίας και να στείλη στόλον και στρατόν. Αλλ' εν τω μεταξύ οι Άραβες εκυρίευσαν πολλάς πόλεις της Συρίας, ιδίως την Δαμασκόν, εισέβαλαν δε και εις την Αίγυπτον. Και ο νέος στρατός, ο πεμφθείς από τον Ηράκλειον, ενικήθη, τότε δε εκυριεύθησαν και η Ιερουσαλήμ και η Αντιόχεια. Ούτως όλη σχεδόν η Συρία εντός τεσσάρων ή πέντε ετών κατελήφθη υπό των Αράβων, κατελήφθη δε και η Αίγυπτος πλην της Αλεξανδρείας, η οποία, ενόσω έζη ο Ηράκλειος, υπεστηρίζετο διά του στόλου. Αλλ' εν μέσω των φοβερών τούτων επιδρομών ο Ηράκλειος απέθανε την 11 Φεβρουαρίου 641, άγων το 66 έτος της ηλικίας και βασιλεύσας επέκεινα των 30 ετών, και ετάφη εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου εθάπτοντο συνήθως οι βασιλείς.
Ο Ηράκλειος είναι μία των μεγαλοπρεπεστάτων μορφών του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Καθ' όλον τον βίον του ανέδειξεν εις ύψιστον βαθμόν ανεπτυγμένας τας ποικίλας αρετάς του ηρωικού χαρακτήρος του. Ακατάβλητος εις τας αποτυχίας, μεγαλόφρων προς τους νικωμένους εχθρούς, προπορευόμενος του στρατού εις τας μάχας και ανυψώνων το φρόνημά του με ποοσλαλιάς πλήρεις ηθικής και πολεμικής εξάρσεως, ανεδεικνύετο εφάμιλλος των ηρώων βασιλέων του Ομήρου. Όσον δε ανυπέρβλητος ήτο η ανδρεία του, τόσον είναι αξιοθαύμαστος διά την αφοσίωσίν του εις το καθήκον, διά την ηρωικήν του αυταπάρνησιν και, υπεράνω τούτων πάντων, διά το αγνόν θρησκευτικόν αίσθημα το διαπνέον ολόκληρον τον βίον του.
ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ
Α'. Εισαγωγή............................................ 3 Β'. Ο Ηράκλειος μέχρι της εις τον Θρόνον αναβάσεως του.. 8 Γ'. Τα μέχρι της πρώτης εκστρατείας του Ηρακλείου...... 13 Δ'. Η πρώτη εκστρατεία του Ηρακλείου (622 — 623 μ. Χ.)..31 Ε'. Δευτέρα εκστρατεία (623 — 624 μ. Χ.)................38 ς'. Η τρίτη εκστρατεία.......................... .......43 Ζ'. Η τετάρτη εκστρατεία του Ηρακλείου (625 μ.Χ.)...... 50 Η'. Η πέμπτη εκστρατεία του Ηρακλείου (626) ........... 52 Θ'. Η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Αβάρων (626 μ. Χ.)........................................ 60 Ι'. Ο Ηράκλειος εις την Περσίαν (626).................. 69 ΙΑ'. Η εκστρατεία του 627 μ. Χ.......................... 70 ΙΒ'. Το τέλος του πολέμου............................... 76 ΙΓ'. Επιστροφή του αυτοκράτορος......................... 79 ΙΔ'. Η ύψωσις του Σταυρού .............................. 82 ΙΕ'. Οι κατά των Αράβων πόλεμοι του Ηρακλείου........... 83