Ο Αυτοκράτωρ Ηράκλειος

Part 4

Chapter 431 wordsPublic domain

Διά να εννοήσωμεν πώς ο Χοσρόης δεν απηλπίσθη μετά την καταστροφήν πέντε ολοκλήρων Περσικών στρατιών από την αρχήν της εκστρατείας του Ηρακλείου, αρκεί να αναμνησθώμεν ότι εξουσίαζε τας απεράντους και πλουσιωτάτας χώρας της Ασίας από του Τίγρητος μέχρι του Ινδού ποταμού. Η Μηδία, η Περσία, το σημερινόν Αφγανιστάν, η Βουχάρα, η Χίβα απετέλουν το κράτος του. Και δεν ήσαν τότε όπως τώρα, μετά τοσαύτας επιδρομάς βαρβάρων, αλλ' ήσαν χώραι ευδαίμονες, όπως επί του Αλεξάνδρου και επί των αρχαίων βασιλέων της Περσίας. Εκ των μεγάλων επιδρομών του τρίτου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου μ. Χ. αιώνος, αι οποίαι επέφεραν τόσας καταστροφάς εις το Ρωμαϊκόν κράτος, έπειτα δε και εις το Ελληνορωμαϊκόν, ελάχισται είχαν βλάψη το Περσικόν Βασίλειον. Μονάρχης απόλυτος και τυραννικός ο Χοσρόης, καίπερ μισούμενος υπό των πλείστων υπηκόων του, ηδύνατο να εκμεταλλευθεί και τους ανθρώπους και τον πλούτον της χώρας, χάριν των φιλοδόξων σχεδίων του. Είδαμεν μετά πόσης περιφρονήσεως απέρριψε τας περί ειρήνης πρεσβείας του Ηρακλείου. Ζων εν μέσω τρυφής, πλούτου και δυνάμεως πολλής, κατέστη αλαζονικώτατος. Είχεν ήδη λάβη το επώνυμον _Παρβίζ_ (Περύζης), ήτοι νικητής, και δεν ήθελε να φανή ανάξιος του τίτλου. Αυτός δεν ησθάνετο τας κακουχίας των πολέμων, δεν εξεστράτευε καθώς ο Ηράκλειος, δεν έζη υπό σκηνάς εις τα στρατόπεδα καθώς εκείνος. Διέτριβεν εντρυφών εις τα μεγάλα του ανάκτορα. Αγέλαι βοών και προβάτων έβοσκαν εις τας πέριξ νομάς, εις δε τους κήπους του επτερύγιζαν ποικιλόχρωμα πτηνά και έτρεχαν στρουθοκάμηλοι και δορκάδες, υπήρχαν δε εκεί και θηριοτροφεία λεόντων και τίγρεων. Εννεακόσιοι εξήκοντα ελέφαντες, δώδεκα χιλιάδες μεγάλαι κάμηλοι και οκτώ χιλιάδες μικραί κάμηλοι εχρησίμευαν εις την υπηρεσίαν της αυλής του _βασιλέως των βασιλέων_, καθώς ωνομάζοντο οι βασιλείς της Περσίας. Εις τους σταύλους υπήρχαν έξ χιλιάδες ίπποι και υποζύγια. Έξ χιλιάδες σωματοφυλάκων απετέλουν την φρουράν του παλατίου, την δε εσωτερικήν υπηρεσίαν εξετέλουν δώδεκα χιλιάδες δούλοι. Θησαυροί αμύθητοι χρυσού και αργύρου και πολυτίμων λίθων, μεταξωτών υφασμάτων και μύρων εφυλάττοντο εις εκατόν υπογείους θαλάμους των ανακτόρων. Ο ζων εις τοιούτον πλούτον, τρυφήν και πολυτέλειαν απόλυτος μονάρχης των Περσών δεν εφρόντιζεν ούτε περί της δυστυχίας του λαού του, ο οποίος τόσα υφίστατο βάρη ένεκα του πολέμου, ούτε περί της καταστροφής του στρατού του, ενόσω υπήρχαν άνθρωποι δουλεύοντες αυτόν. Άλλως δε ο πόλεμος δεν είχεν ακόμη επιφέρη μεγάλην καταστροφήν εις το Περσικόν κράτος, διότι ο στρατός του Ηρακλείου εις ολίγας σχετικώς χώρας του είχεν εισβάλη.

Λοιπόν ο Χοσρόης παρεσκεύασε τρεις νέας μεγάλας στρατιάς, των οποίων ο σκοπός δεν ήτο να υπερασπίσουν το Περσικόν κράτος εναντίον της επικειμένης εισβολής του Ηρακλείου, αλλά να εκτελέσουν το πρώτον σχέδιον του Χοσρόου, να καταλύσουν δηλονότι το Ελληνορωμαϊκόν κράτος. Διά τούτο, καθ' ον χρόνον ο Ηράκλειος ευρίσκετο εις τα σύνορα του Περσικού κράτους (626), ο είς των στρατών του Χοσρόου επορεύετο υπό τον Σαρβαραζάν απ' ευθείας εις την Μικράν Ασίαν, διευθυνόμενος εις την Χαλκηδόνα και εις την Χρυσούπολιν ο δεύτερος, συγκείμενος εξ ανδρών λεγομένων χρυσολογχιτών (οποίοι υπήρχαν και εις τον στρατόν του Ξέρξου) υπό τον Σαήν επορεύετο εναντίον του στρατού του Ηρακλείου. Εις τον αρχηγόν του στρατού τούτου παρήγγειλεν επιτακτικώς ο Χοσρόης να νικήση τον Ηράκλειον, αν δεν θέλη να κοπή η κεφαλή του. Ο βάρβαρος ηγεμών ήθελε να εκβιάση την νίκην διά τοιούτων απειλών, αντιθέτως προς τον Ηράκλειον, ο οποίος εξήπτε διά του λόγου και διά του παραδείγματος την ανδρείαν του στρατού. Οποία διαφορά μεταξύ των δύο αντιπάλων μοναρχών, κατά τον μέγαν εκείνον αγώνα, εκ του οποίου εξηρτάτο η τύχη του τότε κόσμου!

Ο τρίτος στρατός του Χοσρόου έμεινεν εις την Περσίαν διά να υπερασπίση τον βασιλέα εν περιπτώσει εισβολής του Ηρακλείου. Αλλά δεν ηρκέσθη ο Χοσρόης εις τας δυνάμεις του ταύτας, εζήτησε και συμμάχους. Όπως ο πάππος του Χοσρόης επολέμει εναντίον του αυτοκράτορος Ιουστινιανού συμμαχών μετά των Γότθων της Ιταλίας, ομοίως και αυτός συνεμάχει μετά των Αβάρων εναντίον του Ηρακλείου. Η μόνη διαφορά ήτο, ότι τότε μεν οι Γότθοι της Ιταλίας εζήτουν την συμμαχίαν του πρώτου Χοσρόου εναντίον του Χριστιανού αυτοκράτορος, τώρα δε ο Χοσρόης ο Β' εζήτει την συμμαχίαν των παρά τον Δανούβιον και τα Καρπάθια βαρβάρων εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Και τώρα, όπως προ 80 ετών, τα γινόμενα παρά τον Τίγρητα και τον Αράξην και την Κασπίαν θάλασσαν εύρισκαν τον αντίκτυπόν των παρά τον Δανούβιον, τον Αδρίαν και τα Καρπάθια.

Αλλά και ο Ηράκλειος δεν έμενεν αδρανής. Ο στρατός του, εξ αρχής ολιγάριθμος και μόλις ανερχόμενος εις το τέταρτον του όλου Περσικού στρατού, είχεν ελαττωθή έτι μάλλον εκ των πολλών μαχών και μάλιστα ένεκα της αποχωρήσεως των Λαζών και των Αβασγών. Τώρα δε ήτο υποχρεωμένος να αποσπάση μέρος αυτού και να πέμψη εις την Κωνσταντινούπολιν, όχι προς απόκρουσιν του Σαρβαραζά, αλλά διότι είχε γνώσιν των μεταξύ του Χοσρόου και του Χαγάνου διαπραγματεύσεων. Διήρεσε λοιπόν τον στρατόν εις τρεις μοίρας. Την μίαν, συγκειμένην από γενναίους παλαιμάχους, έστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν, την δευτέραν παρέδωκεν εις τον αδελφόν του Θεόδωρον διά να πολεμήση κατά του στρατού του Σαήν, μετά δε της τρίτης έμελλε να επέλθη αυτός εναντίον του Χοσρόου. Κατά του Σαρβαραζά δεν έστειλε στρατόν, διότι δεν ηδύνατο να ελαττώση τας δυνάμεις του περισσότερον και διότι ήτο πεπεισμένος ότι οι Πέρσαι δεν θα ηδύναντο να μεταβούν εις Κωνσταντινούπολιν διαβαίνοντες τον υπό του στόλου του κατεχόμενον Βόσπορον. Άλλως τε η Χαλκηδών, η οποία προ εννέα ετών είχε κυριευθή υπό των Περσών, μετά την φυγήν των κατά το 622 είχεν οχυρωθή ισχυρώς και ανθίστατο κρατερώς και δεν εκυριεύθη κατά την δευτέραν εκστρατείαν του Σαρβαραζά. Εκ δε της εκβάσεως του εις Περσίαν πολέμου έμελλε να κριθή και η τύχη του παρά την Χαλκηδόνα Περσικού στρατού.

Αλλά και περί συμμαχίας εφρόντισεν ο Ηράκλειος. Τας από Κασπίας μέχρι Κριμαίας εκτεινομένας χώρας της σημερινής νοτίου Ρωσίας εξουσίαζε τότε έθνος τι βάρβαρον Σκυθικόν, οι Χάζαροι. Μετά τούτων λοιπόν έκλεισεν ο Ηράκλειος συμμαχίαν κατά των Περσών. Ούτω διεξήχθη ο μέγας Ελληνοπερσικός πόλεμος κατά το 626, τέταρτον έτος της εκστρατείας του Ηρακλείου, εκτεινόμενος από Δανουβίου μέχρι Κασπίας και Καυκάσου, και εντός αυτής της Περσίας.

Ουδέποτε η παγκόσμιος ιστορία, ούτε εις τους χρόνους του μεγάλου Κύρου, ούτε εις τους χρόνους του Αλεξάνδρου ή των Ρωμαίων, παρέστη μάρτυς πολέμου διεξαγομένου συγχρόνως εις πεδίον τόσον ευρύ, και μετά τοιαύτης μεγαλοπρεπούς αντιθέσεως. Μέγα μέρος της Ευρώπης και της Ασίας, από των Καρπαθίων και του Δανουβίου και των στεππών της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας μέχρι του Ώξου και του Τίγρητος, απετέλουν το απέραντον τούτο θέατρον του πολέμου. Πρωταγωνισταί ήσαν δύο λαοί ιστορικοί. Ήδη κατά την αρχαιότητα δις, εις τους Μηδικούς πολέμους και κατά την εκστρατείαν του Αλεξάνδρου, διά των προς αλλήλους πολέμων έκριναν την τύχην του κόσμου. Και ο ήδη διεξαγόμενος μεταξύ αυτών πόλεμος δεν διεξήγετο του μεν επιτιθεμένου, του δε αμυνομένου, δεν διεξήγετο εντός των ορίων των δύο κρατών ή εντός των ορίων του ενός εξ αυτών. Αλλ' οι δύο αντίπαλοι ηγωνίζοντο συγχρόνως ποίος να κτυπήση την καρδίαν του άλλου. Η Κωνσταντινούπολις επολιορκείτο υπό των βαρβάρων συμμάχων του Χοσρόου, ενώ ο Ηράκλειος επήρχετο εναντίον της πρωτευούσης του Χοσρόου και ελεηλάτει τα παλάτια του. Και τα δύο κέντρα του πολέμου, αι δύο πρωτεύουσαι των δύο πολεμίων απείχαν αλλήλων κατά τα τότε μέσα της συγκοινωνίας δρόμον τουλάχιστον δύο μηνών.

Ο τοιούτος παράδοξος χαρακτήρ εξ αρχής υπήρχεν εις τον πόλεμον, αλλ' εξεδηλώθη ιδίως κατά το πέμπτον έτος, το 626.

Αλλ' ας ίδωμεν τώρα τα καθ' έκαστα του μεγάλου τούτου δράματος, τας ποικίλας περιπετείας του, τέλος την οριστικήν του λύσιν.

Ο κατά του Σαήν πεμφθείς στρατός, προκληθείς εις μάχην, ταχέως κατενίκησε τους Πέρσας. Ο Χοσρόης μαθών το αποτέλεσμα εξεμάνη κατά του Σαήν. Αλλ' ούτος υπό τοσαύτης κατελήφθη αδημονίας, ώστε απέθανε μετ' ολίγον προλαβών την οργήν του βασιλέως του. Ο φοβερός Χοσρόης δεν εδίστασεν όμως να τιμωρήση και το άψυχον πτώμα του στρατηγού διά της επονειδίστου ποινής της μαστιγώσεως.

Ενώ ο αδελφός του Ηρακλείου Θεόδωρος ενίκα κατά κράτος τον ένα εκ των Περσικών στρατών, ο Ηράκλειος μετέβαινεν από του Πόντου εις την Κολχίδα. Ο σκοπός του Ηρακλείου δεν ήτο να εισβάλη εκείθεν εις την Περσίαν, αλλά να συναντηθή μετά του στρατηγού των Χαζάρων Ζιεβήλ, ο οποίος συμφώνως προς τας γενομένας συμφωνίας εισέβαλεν εις την Περσίαν εκβιάσας τας λεγομένας Κασπίας πύλας και ηχμαλώτιζε πολλούς κατοίκους και επυρπόλει τας πόλεις και τας κώμας. Η συνάντησις του Ηρακλείου μετά του Ζιεβήλ έγεινε πλησίον της σημερινής Ρωσικής πόλεως Τιφλίδος, η οποία κατείχετο τότε υπό των Περσών.

Όταν οι Χάζαροι και ο αρχηγός των είδαν τον Ηράκλειον, ο μεν αρχηγός εφίλησε τον τράχηλον του αυτοκράτορος και τον επροσκύνησεν, όλος δε ο στρατός των Χαζάρων έπεσε πρηνής κατά γης. Εκ του στρατού αυτού ο Ζιεβήλ έδωκεν εις τον αυτοκράτορα 40 χιλιάδας επιλέκτων ανδρών, μεταξύ των οποίων και τον νεαρόν υιόν του, αυτός δε μετά του λοιπού στρατού επέστρεψεν εις την χώραν του. Ενισχύσας ο βασιλεύς τον στρατόν του, ανερχόμενον εις 70 χιλιάδας μαχητών, κατέβη από του Καυκάσου διά της Αρμενίας εις την βόρειον Μεσοποταμίαν, ζητών να επιτεθή εκ της χώρας εκείνης εναντίον του στρατού των χρυσολογχιτών. Εις την Περσίαν δεν εισέβαλεν ο αυτοκράτωρ διαρκούντος του θέρους, ησχολήθη δε εις την άλωσιν φρουρίων τινών εις Μεσοποταμίαν και Συρίαν, τα οποία κατείχαν ακόμη οι Πέρσαι.

Εις την απόφασιν ταύτην του βασιλέως επέδρασεν, ως φαίνεται, η κατά το έτος εκείνο (δηλ το 624) γενομένη εκστρατεία του Χαγάνου των Αβάρων εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Διότι δεν ήθελεν ο βασιλεύς να εισχωρήση εις τα ενδότερα της Περσίας πριν μάθη τα κατά την εκβασιν της επιδρομής εκείνης.

Θ'. — Η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Αβάρων (626 μ. Χ.)

Περί τας αρχάς ή τα μέσα Ιουνίου ο μέγας Χαγάνος των Αβάρων εκίνησεν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως επί κεφαλής πλήθους βαρβάρων, Αβάρων, Βουλγάρων και Σκλαβηνών. Εις την Κωνσταντινούπολιν υπήρχεν ικανός στρατός προς άμυναν. Μόνοι οι ιππείς ανήρχοντο εις 12 χιλιάδας. Εννοείται ότι ο στρατός ούτος ήτο πολύ μικρότερος του απείρου πλήθους των επερχομένων βαρβάρων. Ο Πέρσης στρατηλάτης Σαρβαραζάς, άμα κατέλαβε την Χαλκηδόνα κατά την άνοιξιν του 626, έπεμψε πρεσβείαν εις τον Χαγάνον διά να έλθη εις βοήθειάν του κατά τας γενομένας συμφωνίας.

Αλλά και οι εν Κωνσταντινουπόλει άρχοντες, ο Πατριάρχης Σέργιος και ο συγκλητικός Βώνος εννοήσαντες τας ενεργείας του Πέρσου αρχιστρατήγου έπεμψαν προς τον Χαγάνον ως πρεσβευτήν τον γερουσιαστήν Αθανάσιον, διά να ματαιώσουν τας ενεργείας του Πέρσου.

Ο Χαγάνος δεν έδωκεν απάντησιν εις τον Αθανάσιον, ούτε επέτρεψεν εις αυτόν να επιστρέψη εις Κωνσταντινούπολιν, αλλά τον εκράτησε πλησίον του. Εισέβαλεν εις την Θράκην και όταν έφθασε πλησίον της Αδριανουπόλεως είπεν εις τον Αθανάσιον: «Ύπαγε να είπης εις τους ομοεθνείς σου, ότι έχουν καιρόν ακόμη να εξαγοράσουν παρ' εμού την ειρήνην διά χρημάτων». Ο Αθανάσιος ήλθεν εις την πόλιν. Αλλ' ο Πατριάρχης και ο Βώνος απέρριψαν την πρότασιν και ανήγγειλαν διά του αυτού Αθανασίου, ότι θα αντισταθούν μέχρις εσχάτων. Ο Χαγάνος οργισθείς διά την τοιαύτην απάντησιν απέπεμψε τον Αθανάσιον μετ' απειλών, απαιτών να παραδοθή εις αυτόν η πόλις, και απειλών ότι άλλως έμελλε να την καταστρέψη εκ θεμελίων. Τέλος την 29 Ιουνίου εφάνη η εμπροσθοφυλακή των Αβάρων προ της Κωνσταντινουπόλεως συγκειμένη υπό 30 χιλ. ανδρών. Ολίγοι στρατιώται, μετά των _παλληκαρίων_ ήτοι των βοηθών των (τότε πρώτον γίνεται γνωστόν το όνομα τούτο), εξελθόντες της πόλεως κατεκόπησαν ή ηχμαλωτίσθησαν υπό των βαρβάρων. Μετ' ολίγον (28 Ιουλίου) έφθασεν ο Χαγάνος μετά 80 χιλ. ανδρών και ηρήμωσεν όλα τα εκτός των τειχών προάστεια. Επροχώρησε μάλιστα μέχρι του ιερού της Ζωοδόχου Πηγής (νυν Μπαλουκλί). Αλλ' εκεί μέρος των βαρβάρων κατεκόπη υπό των στρατιωτών των εξελθόντων από της Κωνσταντινουπόλεως. Σώμα στρατού εχθρικού ώδευε καθ' όλην την περιοχήν της παραλίας του Κερατίου κόλπου και ήλθεν εις το μέρος όπου είναι τώρα ο Τοπχανάς και εδήλωσεν εις τους απέναντι ευρισκομένους Πέρσας την άφιξιν του Χαγάνου.

Έκτοτε οι δύο βάρβαροι σύμμαχοι εχαιρετίζοντο καθ' εκάστην νύκτα εκατέρωθεν του Βοσπόρου διά των φλογών όσας ανέπεμπαν τα πυρπολούμενα χωρία και μοναστήρια. Συγχρόνως από της Μαύρης θαλάσσης ήλθεν άπειρον πλήθος πειρατικών πλοίων, των οποίων επέβαιναν Σλαύοι εκ των συμμάχων του Χαγάνου. Είχε δε ο Χαγάνος και πολιορκητικάς μηχανάς και 12 ξυλίνους πύργους. Κατά την πολιορκίαν ταύτην οι Πέρσαι δεν ηδύναντο να προσφέρουν βοήθειαν εις τους Αβάρους διότι δεν είχαν στόλον, τα δε πλοία των Σλαύων δεν διέπλεαν ελευθέρως εις Βόσπορον ένεκα των κινήσεων του Ελληνικού στόλου. Την 23 Αυγούστου επεχείρησεν ο Χαγάνος την μεγάλην έφοδον. Προ της επιθέσεως εζήτησε πάλιν την παράδοσιν της πόλεως, αλλ' η πρότασίς του απερρίφθη και πάλιν.

Τότε επικειμένης της εφόδου ο μεν Βώνος ανέλαβε την άμυναν των τειχών, όπου προσέτρεχαν όλοι οι μάχιμοι άνδρες, ο δε πατριάρχης Σέργιος εκάλει τον λοιπόν λαόν εις τους ιερούς ναούς, διά να επικαλεσθούν την άνωθεν αντίληψιν και να λάβουν θάρρος απέναντι του επικρεμαμένου κινδύνου. Και εψάλλοντο εις τους ναούς ιεροί ψαλμοί, ιδίως ο ψαλμός ο λέγων: «Ανάστηθι ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου οι μισούντες αυτόν. Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί και οι δίκαιοι ευφρανθήσονται». Τότε συνετέθησαν και εψάλλοντο εις τας εκκλησίας οι εις την Θεοτόκον __Ακάθιστοι_ ύμνοι, οι λεγόμενοι χαιρετισμοί. (Ακάθιστοι, διότι δεν επετρέπετο ενώ εψάλλοντο να κάθηνται οι Χριστιανοί). Ο Πατριάρχης Σέργιος περιήρχετο τα τείχη φέρων την εικόνα του Χριστού και της Θεομήτορος και τελών ιεράν λιτανείαν. Τέλος την 29 Ιουλίου ο Χαγάνος επετέθη μεθ' όλων του των δυνάμεων και των μηχανών του. Η επίθεσις διήρκεσε τρεις ημέρας από πρωίας μέχρι βαθείας νυκτός. Κατά τας σφοδροτάτας ταύτας επιθέσεις, εκ των δώδεκα ξύλινων πύργων βροχή και χάλαζα λίθων, βελών και ακοντίων ερρίπτετο εναντίον των αμυνομένων. Αλλ' οι πολιορκούμενοι ανθίσταντο κρατερώς, έκαμναν δε και εξόδους, και επροξένουν μεγάλας ζημίας εις τους πολιορκητάς καταστρέφοντες και καίοντες τας πολιορκητικάς μηχανάς των. Την τετάρτην ημέραν ο Χαγάνος εζήτησε συνέντευξη μετά των αρχόντων της πόλεως. Οι πολιορκούμενοι δεν εδίστασαν να πέμψουν πρεσβείαν υπό την αρχηγίαν του πατρικίου Γεωργίου.

Ο Χαγάνος εδέχθη εις ακρόασιν τους πρέσβεις ενώπιον τριών Περσών απεσταλμένων εκ του στρατού του Σαρβαραζά. Οι Πέρσαι πρέσβεις εκάθηντο επί πολυτελών καθισμάτων ως σύμμαχοι, οι δε Έλληνες υπεχρεώθησαν να ομιλούν όρθιοι, ως να ήσαν δούλοι του Χαγάνου. Μετά πολλής περιφρονήσεως, αγερωχίας και απειλών ελάλησεν ο Χαγάνος προς τους πρέσβεις, ειπών ότι έμελλε μετ' ολίγον να λάβη και παρά των Περσών επικουρίαν, και μόνην χάριν εις τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως απονέμει να εξέλθουν της πόλεως φέροντες έν υποκάμισον και να μεταβιβασθούν εις την Ασίαν, όπου οι σύμμαχοι του οι Πέρσαι θα τους άφιναν ελευθέρους να μεταβούν όπου ήθελαν. Άλλως, έλεγεν, είναι αδύνατον να σωθήτε, εκτός αν γίνητε ιχθύες και φύγετε διά θαλάσσης, ή πτηνά και φύγετε διά του αέρος! Έλεγε δε προς τούτους ότι καθ' ας έλαβε πληροφορίας παρά των Περσών, ο βασιλεύς Ηράκλειος είναι φυγάς ή αιχμάλωτος και δεν δύναται να πράξη τίποτε υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν δε ο πατρίκιος Γεώργιος κήρυξε ψευδείς τας ειδήσεις ταύτας, είς των Περσών πρέσβεων τον ύβρισε. Αλλ' εις την ύβριν ο Γεώργιος απήντησεν υπερηφάνως: «Δεν με υβρίζεις συ, αλλ' ο Χαγάνος»· και εζήτησε παρά του Χαγάνου να τους απολύση, αφού ήτο αδύνατον να επέλθη συνεννόησις. Η πρεσβεία λοιπόν απέτυχε του σκοπού· αλλ' εξ άλλου απέβη ωφέλιμος εις τους πολιορκουμένους διά την εξής αιτίαν: Ενόησαν ότι ο Χαγάνος συνεννοείτο μετά των εις Χαλκηδόνα Περσών και ότι οι Πέρσαι απεσταλμένοι έμελλαν να μεταβούν από το στρατόπεδον των πολιορκητών εις Χρυσούπολιν. Οι πλοίαρχοι λοιπόν του Ελληνικού στόλου, μετά μεγάλης προσοχής επιτηρούντες την θάλασσαν, συνέλαβαν την νύκτα εκείνην τους τρεις Πέρσας. Είς εκ τούτων, πιθανώς ο υβρίσας τον Γεώργιον, εσφάγη επί του πλοίου πλησίον του πολιορκούντος την Χαλκηδόνα στρατού των Περσών, και η κεφαλή του εσφενδονίσθη διά τινος μηχανής εις το Περσικόν στρατόπεδον.

Ο Χαγάνος απέδωκε την πρεσβείαν του Γεωργίου εις απελπισίαν των πολιορκουμένων. Διά να επισπεύση την παράδοσιν της πόλεως εδιπλασίασε τας προσπαθείας του. Έθεσεν εις κίνησιν πάλιν τον στρατόν και τας πολιορκητικάς μηχανάς του, και επί δέκα κατά συνέχειαν ημέρας δεν έπαυσαν αι κατά των τειχών της βασιλευούσης έφοδοί του. Αλλά τα τείχη της πόλεως δεν εκλονίζοντο από τας μηχανάς του, οι δε πολιορκούμενοι γενναίως ανθιστάμενοι απέκρουαν τας εφόδους του εχθρικού στρατού. Εν τούτοις εκινδύνευεν η πόλις τον έσχατον κίνδυνον, εάν ο Χαγάνος επετύγχανεν εις το σχέδιόν του και συνεννοούμενος μετά των Περσών τους μετέφερεν, από την απέναντι Ασιατικήν παραλίαν του Βοσπόρου, υπό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Διά να προληφθή ο τοιούτος κίνδυνος έπρεπε να καταστραφούν τα πλοία των Σλαύων συμμάχων του Χαγάνου.

Ο Βώνος λοιπόν, την εσπέραν της 11 προς την 12 Αυγούστου, συνήθροισεν όλα τα εις τον Βόσπορον και εις τον Κεράτιον κόλπον πλοία του Ελληνικού στόλου, συγχρόνως δε έστειλε και φάλαγγα γενναίων Αρμενίων εις το μέρος ακριβώς όπου, κατά την συμφωνίαν των Αβάρων και του στόλου των Σκλαβηνών, έμελλε να κατέλθη φάλαγξ Αβάρων διά να συμπράξη μετά του στόλου των και να φέρη αντιπερισπασμόν προς το μέρος εκείνο, ενώ ο Χαγάνος έμελλε να ενεργήση, εις άλλο σημείον την κυρίαν επίθεσιν. Το σύνθημα της πυράς, το οποίον επρόκειτο να δώσουν οι Άβαροι, έδωκαν οι Αρμένιοι. Ο εχθρικός στόλος είδε την πυράν και ώρμησεν από τον μυχόν του Κερατίου κόλπου και επροχώρει προς το μέρος των Βλαχερνών. Αλλά περιεκυκλώθη υπό του Ελληνικού στόλου, οι εντός των πλοίων Σκλαβηνοί εφονεύοντο και μετ' ολίγον η θάλασσα έγινεν ερυθρά από το αίμα των, πτώματα δε απειράριθμα έπλεαν επί των κυμάτων. Πολλοί των Σκλαβηνών ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και κολυμβώντες ήλθαν εις το μέρος, όπου είχαν ιδεί την πυράν, νομίζοντες ότι έμελλαν να εύρουν εκεί τους Αβάρους. Αλλ' αντί Αβάρων ευρήκαν τα ξίφη των Αρμενίων. Ολίγοι σωθέντες ήλθαν εις το στρατόπεδον του Χαγάνου, αλλά και αυτοί εθανατώθησαν υπό του αγρίου τυράννου, οργισθέντος διότι επεχείρησαν την έφοδον χωρίς να δώση αυτός το σύνθημα. Ούτω κατεστράφησαν οι Σκλαβηνοί. Αλλ' ο Χαγάνος κατεχόμενος υπό σφοδράς οργής δεν παρήτησε το σχέδιον της επιθέσεως. Την επιούσαν επετέθη πανστρατιά εναντίον της πόλεως. Ο στρατός του ώρμησε πολλάκις εναντίον των τειχών, αλλά πολλάκις απεκρούσθη, ο δε Χαγάνος ιστάμενος επί λόφου έβλεπε τας αποτυχίας του στρατού. Τέλος οι Έλληνες, ενθαρρυνθέντες από τα συμβάντα της νυκτός, επεχείρησαν έξοδον γενναίαν και έτρεψαν εις φυγήν τους βαρβάρους. Ενώ δε εκείνοι έφευγαν μετά τρόμου, εξήρχοντο εις καταδίωξίν των και αι γυναίκες και τα παιδία και επροχώρουν μέχρι του στρατοπέδου των.

Την επαύριον ανεχώρησεν ο Χαγάνος, αφού κατέστρεψε τας μηχανάς του και ανήγγειλε διά κήρυκος εις τους κατοίκους ότι έμελλε να επανέλθη διά να τους εξολοθρεύση. Αλλά συγχρόνως εζήτει συνέντευξιν μετά του Βώνου. Εκείνος απήντησεν ότι ο αδελφός του βασιλέως Θεόδωρος επέστρεφε νικηφόρος από τον πόλεμον και έμελλε να μεταβή μετ' ολίγον εις την χώραν του Χαγάνου διά να συνεννοηθή μετ' αυτού. Τούτο έτι μάλλον εφόβισε τον Χαγάνον, και ανεχώρησε μετά σπουδής.

Λέγουν ότι ο Χαγάνος, καταληφθείς από φόβον και τρόμον, διηγείτο ότι είδε γυναίκα έχουσαν λαμπράν περιβολήν, η οποία διήρχετο κατά μήκος των οχυρωμάτων. Και μερικοί εκ των στρατιωτών του έλεγαν επίσης ότι είδαν γυναίκα έχουσαν όψιν βασιλικήν, η οποία εξήρχετο από την Πύλην Βλαχερνών και διευθύνετο μέχρι της παραλίας, όπου εξηφανίσθη. Το αληθές είναι ότι οι Χριστιανοί την σωτηρίαν της πόλεως απέδωκαν εις την προστασίαν της Θεοτόκου, της προστάτιδος και υπερμάχου της πόλεως. Η δοξασία αυτή απήχησε μέχρι των βαρβάρων και εγέννησε την ιδέαν της εμφανίσεως της λαμπράς γυναικός. Η Θεοτόκος πράγματι εθεωρήθη ως υπέρμαχος στρατηγός της πόλεως, προς αυτήν δε ως «_ασάλευτον πύργον της Εκκλησίας_», ως «_απόρθητον τείχος της βασιλείας_», ως «_την υπέρμαχον στρατηγόν_, δι' ης εγείρονται τρόπαια» και «δι' ης εχθροί καταπίπτουσιν», ανεπέμποντο οι ευχαριστήριοι χαιρετισμοί, τους οποίους η Εκκλησία έκτοτε μέχρι της σήμερον ψάλλει καθ' εκάστην Παρασκευήν της μεγάλης τεσσαρακοστής, και ιδίως της πέμπτης εβδομάδος, προς ανάμνησιν του μεγάλου εκείνου γεγονότος. Μετά των ευχαριστηρίων δε τούτων χαιρετισμών ψάλλεται και ο ωραίος εκείνος ύμνος προς την υπέρμαχον στρατηγόν, την σώτειραν της πόλεως. Τον παιάνα τούτον παρίσταται αυτή η πόλις ψάλλουσα και λέγουσα:

Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια Αναγράφω σοι η πόλις σου, Θεοτόκε. Αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον, Ίνα κράζω σοι· Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε.

Ούτως έληξεν ο κατά το 626 από Αβάρων και Περσών απειλήσας την Κωνσταντινούπολιν κίνδυνος.

Ι'. — Ο Ηράκλειος εις την Περσίαν (626).

Είπαμεν ότι ο Ηράκλειος, διαρκούντος του θέρους του 626, δεν εισήλασεν εις την Περσίαν, αλλ' έμεινεν εις τα μεθόρια, το δε σπουδαίον γεγονός του θέρους του 626 ήτο η κατά του Σαήν νίκη του Θεοδώρου, του αδελφού του βασιλέως. Αλλ' αφού ο Ηράκλειος έμαθε την ήτταν και αποχώρησιν των Αβάρων, επεχείρησεν, αρχομένου του χειμώνος, να εισβάλη εις την Περσίαν και εισέβαλε πάλιν εις την Ατροπατηνήν (Ατσερβοϊζάν). Η εισβολή αύτη, γενομένη παρά το σύνηθες εν καιρώ χειμώνος, επροξένησε μεγάλην ταραχήν εις τον Χοσρόην, ο οποίος, μετά την ήτταν και τον θάνατον του Σαήν, είχε παρασκευάσει νέον στρατόν, διορίσας αρχηγόν τον Ραζάτην, άνδρα πολεμικώτατον και ανδρείον.

Αλλά κατά τον κρίσιμον χρόνον, κατά τον οποίον ο Ηράκλειος εν μέσω χειμώνος ευρίσκετο επί γης εχθρικής, οι σύμμαχοι του Χάζαροι τον εγκατέλειψαν. Αιτία τούτου, ήτο ότι ο Ηράκλειος, ακατάβλητος και ακαταπόνητος εκ της σκληραγωγίας και κακουχίας του πολέμου, και διά του παραδείγματος αυτού τοιούτους καταστήσας και τους στρατιώτας του, ευρίσκετο διαρκώς εις κίνησιν εν μέσω του χειμερινού ψύχους, εις τας ορεινάς εκείνας και χιονοσκεπείς χώρας της Μηδίας, ημέρας ολοκλήρους οδεύων και εις πολλάς δοκιμασίας υποβαλλόμενος. Οι Χάζαροι, μολονότι γενναίοι ως πολεμισταί, δεν ηδύναντο να υπομένουν τας κακουχίας εκείνας, και ήρχισαν τμηματικώς να επιστρέφουν εις τας πατρίδας των. Περί το τέλος Δεκεμβρίου όλος ο υπολειπόμενος στρατός, επί τη προφάσει ότι ο αρχηγός των ο υιός του Ζιεβήλ απέθανεν, εζήτησαν την άδειαν παρά του αυτοκράτορος και επέστρεψαν εις την χώραν των. Αλλ' οι Χάζαροι ήσαν υπέρ το ήμισυ του στρατού, διότι εκ των 70 χιλιάδων ανδρών, όσοι απετέλουν το στράτευμα του Ηρακλείου κατά την αρχήν της εκστρατείας εκείνης, 40 χιλιάδες ήσαν Χάζαροι. Εν τούτοις ο Ηράκλειος δεν επτοήθη, ενεψύχωσε δε και τον στρατόν του διαλαλών προς αυτόν και λέγων: «Μάθετε, αδελφοί, ότι κανείς δεν θέλει να συμμαχήση μεθ' ημών, αλλά μόνος ο Θεός και η μήτηρ του η Θεοτόκος, διά να δείξη την δύναμίν του και βοηθήση ημάς». Ούτω δε εμψυχώσας τον στρατόν επεχείρησε κατά Ιανουάριον του 627 την κατά του Ραζάτου επίθεσιν.

ΙΑ'. — Η εκστρατεία τον 627 μ. Χ.

Μετά πολλής ορμής ήρχισεν ο Ηράκλειος την εκστρατείαν του έτους τούτου πυρπολών τας πόλεις και τας κώμας της Περσίας, όσας διήρχετο. Τούτο έπραττε διά να φέρη εις στενοχωρίαν τον Ραζάτην, ο οποίος δεν επλησίαζεν, αλλά μόνον παρηκολούθει εκ των όπισθεν. Διά της ερημώσεως λοιπόν της χώρας ο Περσικός στρατός, ο κατόπιν ερχόμενος, ευρίσκετο εις στερήσεις και, καθώς λέγει είς χρονογράφος, εκ των ψιχίων των Ελλήνων ετρέφετο, πολλοί δ' εκ των ίππων εχάνοντο δι' έλλειψιν τροφής. Κατά την πορείαν αυτού ο Ηράκλειος κατέστρεψε πολλά αποσπάσματα του Περσικού στρατού. Έπειτα εστράφη προς τον Αράξην και τον Τίγρητα, μαθών ότι ο Χοσρόης ευρίσκετο κατά τα μέρη της Ασσυρίας.