Ο Αυτοκράτωρ Ηράκλειος

Part 2

Chapter 215 wordsPublic domain

Πριν ακόμη οι Πέρσαι προχωρήσουν εις την Παλαιστίνην, είχαν εισελάσει εις την Μικράν Ασίαν (612). Στρατός ισχυρός προς απόκρουσίν των δεν υπήρχεν. Ο μόνος εις το κέντρον της χώρας ταύτης, εις Καισάρειαν, σταθμεύων στρατός υπό τον Κρίσπον διετέλει και αυτός εις παραλυσίαν. Οι μεγάλοι εκείνοι γενναίοι στρατοί οι προ 15 ετών επί του Μαυρικίου τοσαύτα διαπράξαντες έργα είχαν εκλείψει. Εκ της απογραφής, την οποίαν ενήργησεν ο Ηράκλειος, εγνώσθη ότι εκ των πολλών εκείνων μυριάδων του στρατού του Μαυρικίου δύο μόνοι έζων έτι. Και όμως μόλις είχαν παρέλθει δέκα έτη από του θανάτου του Μαυρικίου! Ο Ηράκλειος μετέβη εις την Μικράν Ασίαν, επορεύθη μέχρι Καισαρείας, αλλ' ούτε στρατόν εύρεν αξιόμαχον ούτε κανένα στρατηγόν. Μετά την εις Κωνσταντινούπολιν επστροφήν του αυτοκράτορος οι Πέρσαι εκυρίευσαν και την Καισάρειαν της Καππαδοκίας και ηχμαλώτισαν άπειρον πλήθος ανθρώπων. Από της Καισαρείας επροχώρησαν προς το βορειανατολικόν της Μικράς Ασίας, και κατά το 616, το αυτό έτος κατά το οποίον η Αίγυπτος εκυριεύθη από τους Πέρσας, ο Πέρσης στρατηγός Σαήν(=Σαχίν) προήλασε μέχρι Χαλκηδόνος απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως. Και δεν ηδυνήθησαν μεν οι Πέρσαι να την κυριεύσουν, πολύ δε ολιγώτερον να προσβάλουν την Κωνσταντινούπολιν, ως μη έχοντες άλλως και πλοία, αλλ' όμως και ούτω μεγάλη ήτο η ταραχή εις Κωνσταντινούπολιν, οπόθεν έβλεπαν οι κάτοικοι τους πολεμίους διά πυρός και σιδήρου ερημούντας πάσας τας πλησίον χώρας εις την απέναντι ασιατικήν παραλίαν. Τότε ο αυτοκράτωρ ενόμισεν ότι πριν πέση από τους Πέρσας η πολιορκουμένη Χαλκηδών έπρεπε να προβή εις διάβημά τι περί ειρήνης προς τους Πέρσας. Προς τούτο δεν εδίστασε να αποταθή εις τον Σαήν και να έλθη μάλιστα εις συνάντησίν του, πέμψας συγχρόνως πολλά και πολύτιμα δώρα. Όταν ο Αυτοκράτωρ απέβη εις την Ασιατικήν παραλίαν, έσπευσεν ο Σαήν εις προϋπάντησιν και ερρίφθη κατά πρόσωπον επί της γης, όπως οι Πέρσαι μεγιστάνες επροσκύνουν τους βασιλείς των. Έπειτα ελάλησε προς τον αυτοκράτορα μεγαλοφώνως περί των ωφελειών της μεταξύ των δύο κρατών διαρκούς ειρήνης και ωρκίσθη ότι αυτός επεθύμει διακαώς τοιαύτην ειρήνην. Παρεκάλεσε δε τον αυτοκράτορα να πέμψη πρέσβεις προς τον Χοσρόην και να ζητήση ειρήνην, υποσχόμενος ο ίδιος να συνοδεύση τους πρέσβεις και να συνηγορήση υπέρ της παραδοχής των προτάσεων του Ηρακλείου. Ο αυτοκράτωρ επιστρέψας εις Κωνσταντινούπολιν και συσκεφθείς μετά του πατριάρχου και της συγκλήτου απεφάσισε να πέμψη πρέσβεις προς τον Χοσρόην. Τοιούτοι δε διωρίσθησαν ο Έπαρχος της αυλής Ολύμπιος, ο έπαρχος της πόλεως Λεόντιος και ο οικονόμος της Εκκλησίας της Αγίας Σοφίας Αναστάσιος. Μετά των πρέσβεων τούτων απήλθε και ο Σαήν αφήσας πολιορκητικόν στρατόν εις την Χαλκηδόνα, αφού απέσυρε το μεγαλείτερον μέρος του στρατού του εις τα ενδότερα της Μικράς Ασίας.

Αλλ' εναντίον πάσης προσδοκίας του Σαήν, ο Χοσρόης κατελήφθη υπό μανίας και οργής, όταν είδε τον Σαήν μετά των πρέσβεων. Και προς μεν τους πρέσβεις είπεν υβριστικώς: «Δεν θα φεισθώ υμών, αν δεν αρνηθήτε τον Εσταυρωμένον, περί του οποίου λέγετε ότι είναι Θεός, και δεν προσκυνήσητε τον ήλιον.» Αποβλέψας δε προς τον Σαήν είπεν: «Άθλιε, ηρνήθης λοιπόν τον κύριόν σου, προσκυνήσας ξένον; Έπρεπε να συλλάβης τον Ηράκλειον και τον φέρης δέσμιον». Και διέταξε να εκδάρουν τον Σαήν ζώντα, και να κατασκευάσουν από το δέρμα του ασκόν, τους δε πρέσβεις να ρίψουν εις το δεσμωτήριον. Και ο μεν Λεόντιος απέθανεν εκεί ασθενήσας· οι δε άλλοι δύο έμειναν δέσμιοι μέχρις ου ο Ηράκλειος εισέβαλεν εις το Περσικόν κράτος, και τότε εφονεύθησαν διά ραβδισμών. Έστειλε δε τότε ο Χοσρόης και επιστολήν προς τον βασιλέα, εις την οποίαν ωνόμαζε τον εαυτόν του «βασιλέα και κύριον του κόσμου, τον ήλιον του μεγάλου Ωρομάσδου, (του μεγάλου θεού των Περσών)», τον δε Ηράκλειον «ευτελή και αναίσθητον δούλον». Έλεγε δε προσέτι: «Αρνούμενος να υποταχθής εις την εξουσίαν μας, καλείς τον εαυτόν σου κύριον και βασιλέα».

Απεκάλει τον στρατόν του βασιλέως «στίφος ληστών», και ηπόρει πως δεν έβλεπεν ο Ηράκλειος ότι αυτός (ο Χοσρόης) κατέστρεφε το κράτος του, καταλαμβάνων την Καισάρειαν, την Ιερουσαλήμ και την Αλεξάνδρειαν. «Και δεν δύναμαι εγώ να καταστρέψω και την Κωνσταντινούπολιν; (έγραφε προσέτι ο Χοσρόης). Δύναμαι να συγχωρήσω όλα τα σφάλματα σου, εάν έλθης ενταύθα μετά της γυναικός και των τέκνων σου. Θα σου δώσω χώρας, αμπέλους και ελαιώνας διά να έχης άφθονα τα προς το ζην. Μη απατάσαι ελπίζων εις τον Χριστόν, αφού δεν ηδυνήθη να σώση εαυτόν από τας χείρας των Ιουδαίων, οι οποίοι τον εφόνευσαν καρφώσαντες εις τον Σταυρόν. Και αν κατέλθης εις τα βάθη της θαλάσσης, και εκεί θα εκτείνω την χείρα μου και θα σε συλλάβω, και τότε θα με ιδής χωρίς να το θέλης!»

Τοιαύτα έλεγε προς τους πρέσβεις και έγραφε προς τον αυτοκράτορα Ηράκλειον ο ασεβής Πέρσης. Εννοείται ότι δεν ήτο πλέον δυνατόν να γίνεται λόγος περί ειρήνης. Ο Χοσρόης εις την θέσιν του βαρβάρως φονευθέντος Σαήν έστειλε τον στρατηγόν Σάρβαρον ή Σαρβαραζόν, όστις, κατά τα λεγόμενα εξέτεινε τας επιδρομάς του (617) μέχρι της Χαλκηδόνος και της Χρυσουπόλεως.

Ο Ηράκλειος θέλων να στρέψη πάσας τας δυνάμεις και ενεργείας του εναντίον των Περσών, εθεώρησεν αναγκαίον να καταστήσει ακίνδυνον τον εν Ευρώπη πολέμιον, τον Χαγάνον δηλονότι των Αβάρων, ο οποίος ελεηλάτει τας πλησίον της πρωτευούσης Ευρωπαϊκάς επαρχίας του κράτους. Προς τούτο δεν εδίστασε να έλθη και εις προσωπικήν συνέντευξιν προς τον Χαγάνον πλησίον της Σηλυβρίας. Αλλά κατά την περίστασιν αυτήν έδειξεν ο Χαγάνος απιστίαν και δολιότητα, παρασκευάσας ενέδραν κατά του αυτοκράτορος και ζητών να τον συλλάβη. Αλλ' αίφνης ο αυτοκράτωρ έμαθε παρά τινων χωρικών τας επιβούλους κινήσεις των βαρβάρων και από την ταραχήν του μόλις διεσώθη, φεύγων επί ίππου ταχέως και εγκαταλείψας την βασιλικήν αποσκευήν και την σωματοφυλακήν. Οι βάρβαροι κατεδίωξαν τον αυτοκράτορα από Σηλυβρίας μέχρι των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως ξιφήρεις και πατούντες διά των ίππων τα φεύγοντα γυναικόπαιδα, φονεύοντες και ληστεύοντες και πληρούντες το έδαφος διά πτωμάτων. Από την επιδρομήν ταύτην επέστρεψαν με πολλάς χιλιάδας αιχμαλώτων. Ταύτα συνέβησαν κατά το 619 μ.Χ.

Το επόμενον έτος 620 ο αυτοκράτωρ θεωρών πάλιν απαραίτητον την προς τους Αβάρους ειρήνην έπεμψε πρεσβείαν εις τον Χαγάνον παραπονούμενος διά την γενομένην παρασπονδίαν. Ο Χαγάνος αισχυνόμενος διά τα γενόμενα εδικαιολογείτο λέγων, ότι δεν ηδυνήθη να κρατήση τους ανθρώπους του και ότι ήτο πρόθυμος να αποδώση τους αιχμαλώτους και ό,τι εκ των αρπαγέντων ηδύνατο να περισυλλέξη, διαβεβαιών δε ότι διά το αδίκημα τούτο έμελλε να αποζημιώση τον αυτοκράτορα διά του ζήλου, τον οποίον έμελλε να δείξη υπέρ του κράτους, γινόμενος σύμμαχος. Όπως είχαν τα πράγματα τότε, ο αυτοκράτωρ την ανάγκην ποιούμενος φιλοτιμίαν, εφάνη ευχαριστημένος από την απάντησιν του Χαγάνου.

Αλλ' ο Χαγάνος και ο από των Περσών της Μικράς Ασίας κίνδυνος και η απορία χρημάτων δεν ήσαν τα μόνα κακά, κατά των οποίων επάλαιεν ο αυτοκράτωρ. Είχε και πολλούς ευπατρίδας φανερά ή κρυφίως αντιπολιτευομένους κατ' αυτού. Εκτός του εξαδέλφου του Νικήτα, πάντες οι λεγόμενοι ανώτεροι στρατιωτικοί ήσαν άπιστοι προς αυτόν και εχθροί. Αυτή η Σύγκλητος αντεπολιτεύετο προς αυτόν. Μόνον ο λαός είχεν αγάπην απεριόριστον προς τον αυτοκράτορα. Η δε δημοτικότης του περιποιεί μεγάλην τιμήν εις τον άνδρα.

Διότι ήτο σπάνιον εις την Κωνσταντινούπολιν, εν μέσω τοιούτων δεινών, ανήρ έξωθεν ελθών και προ ολίγων ετών ανακηρυχθείς βασιλεύς, να εξακολουθή τοσούτον αγαπώμενος υπό του λαού. Εν τούτοις ο Ηράκλειος εν μέσω τόσων δυσχερειών εσκέφθη επί στιγμήν να φύγη από την πρωτεύουσαν. Δεν ήτο ο σκοπός του να φύγη ως ρίψασπις, εγκαταλείπων το κράτος εν μέσω των κινδύνων. Αλλά θεωρών ότι, ως είχαν τα πράγματα, ήτο αδύνατον να κυβερνά μόνον εις Κωνσταντινούπολιν, ήθελε να επιστρέψη εις την Καρχηδόνα και εκείθεν να διοργανώση τον πόλεμον και την άμυναν του κράτους. Είχε στείλη μάλιστα εις Καρχηδόνα πλοίον με τα πολυτιμότερα βασιλικά κειμήλια. Αλλά ευθύς ως η είδησις εγνώσθη εις Κωνσταντινούπολιν, ο λαός κατελήφθη από θλίψιν μεγάλην. Πανταχόθεν το άπειρον πλήθος έτρεχεν εις τα ανάκτορα και επολιόρκει τας πύλας και με τας χείρας υψωμένας προς τα παράθυρα και με δάκρυα εις τους οφθαλμούς εξώρκιζε τον αυτοκράτορα να μη τον εγκαταλείψη.

Οι δε τολμηρότεροι προέτειναν να κρατήσουν διά της βίας τον αυτοκράτορα. Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν εφάνη εις τα ανάκτορα ανήρ γενναίος και σεβαστός, άγιος και φιλόπατρις, ο πατριάρχης Σέργιος. Κρατών τον αυτοκράτορα εκ της χειρός εξήλθεν εκ των ανακτόρων και τον ωδήγησεν εις τον μέγαν ναόν της Αγίας Σοφίας. Εκεί ενώπιον του Θεού και εν ονόματι αυτού επίεσε τον Ηράκλειον να ορκισθή ότι θα εγκαταλείψη το σχέδιον της φυγής, ως ολεθριώτατον εις την πόλιν και εις το κράτος. Αφ' ης στιγμής ωρκίσθη ο Ηράκλειος, εισήλθεν εις νέον στάδιον ενεργείας. Εκ της υποχρεώσεως, την οποίαν ανελάμβανεν απέναντι του λαού και του κράτους, ησθάνθη νέαν ηθικήν δύναμιν προς επιτέλεσιν του καθήκοντος, νέαν δύναμιν υψούσαν αυτόν εις το ύψος της μεγάλης βασιλικής αποστολής, υπεράνω του μεγέθους των επικρεμαμένων κινδύνων και συμφορών! Από τούδε αφωσιώθη εις το μέγα έργον της σωτηρίας του κράτους. Η ακράδαντος πίστις εις την βοήθειαν του Θεού και η εκ της πίστεως ταύτης ενισχυομένη συνείδησις του καθήκοντος καθίστα αυτόν ισχυρότατον απέναντι του φόβου και των αδυναμιών, η δε τοσούτον τρανώς εκδηλωθείσα πίστις, αγάπη και αφοσίωσις του λαού και του κλήρου τον κατέστησαν ισχυρότατον επί του θρόνου.

Από τούδε βλέπομεν τον Ηράκλειον αληθώς παντοδύναμον και παντουργόν. Αποφασίζει ν' αναλάβη αυτός την αρχηγίαν του πολέμου οδηγών τον στρατόν εναντίον του Χοσρόου, ο οποίος επαρθείς διά τας νίκας κατεβασάνιζε τους κατακτηθέντας. Καθ' όλον τον χειμώνα του έτους 621 — 622 ο Ηράκλειος απεσύρθη εις απομεμονωμένην εκτός της πόλεως κατοικίαν και ειργάζετο εκεί ακοινώνητος και αφανής εις τον λοιπόν κόσμον. Οι πολίται, γνωρίζοντες την μεγάλην ευσέβειάν του, ενόμιζαν ότι ο βασιλεύς ήθελε θρησκευτικώς να παρασκευασθή διά τον πόλεμον, ζητών άνωθεν φωτισμόν διά το μέγα έργον. Τινές μάλιστα έλεγαν, ότι και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο προφήτης Ηλίας και αυτός ο Χριστός εζήτησαν την έμπνευσιν του θείου πνεύματος εις την ερημίαν.

Ο δε Ηράκλειος καθ' όλον τούτον τον χρόνον εμελέτα τα κατά τον πόλεμον, σπουδάζων λεπτομερώς την στρατιωτικήν γεωγραφίαν των χωρών όπου έμελλε να εκστρατεύση και έχων υπ' όψιν πολλούς χάρτας και σχεδιογραφήματα στρατιωτικά των χωρών των Περσικών από τους Περσικούς πολέμους του αυτοκράτορος Μαυρικίου. Ο Ηράκλειος ήτο ευσεβέστατος, εις τον πόλεμον δε τούτον έδειξε τα αληθή θρησκευτικά του αισθήματα, προσπαθών διά της θρησκείας και της εις τον θεόν πίστεως να εμπνεύση εις τον στρατόν αίσθημα τιμής στρατιωτικής, καθήκοντος στρατιωτικού και την δύναμιν την ηθικήν προς καταφρόνησιν του θανάτου. Πόσον πρακτική ήτο του Ηρακλείου η ευσέβεια και το θρησκευτικόν αίσθημα μαρτυρεί το εξής γεγονός:

Ως εκ της καταστάσεως των πραγμάτων μεγάλη έλλειψις χρημάτων υπήρχεν εις το κράτος, ο δε Ηράκλειος είχεν ανάγκην πόρων προς παρασκευήν της εκστρατείας. Διά να θεραπεύση λοιπόν εκ του προχείρου την ανάγκην ταύτην, έλαβεν εν είδει δανείου χρήματα από τα ευαγή ιδρύματα. Από τον ναόν της Αγίας Σοφίας έλαβε τα πολυκάνδηλα και άλλα σκεύη εκκλησιαστικά και εκ τούτων έκοψε νομίσματα. Τόση δε ήτο η πίστις και η αφοσίωσις του λαού προς τον βασιλέα και η πεποίθησις ότι παν ό,τι έπραττε το έπραττεν εξ ανάγκης υψίστης και απαραιτήτου, προς το συμφέρον της Εκκλησίας και του κράτους, ώστε κανείς δεν εσκανδαλίσθη, ουδείς εγόγγυσε διά το γενόμενον. Την δύναμην του θρησκευτικού αισθήματος εις τον στρατόν είχαν εννοήση και οι προκάτοχοι του Ηρακλείου αυτοκράτορες και ηγωνίζοντο να συνδυάσουν εις το πνεύμα και εις την καρδίαν του στρατού το αίσθημα το θρησκευτικόν με το φρόνημα το στρατιωτικόν: Και αυτός ο Φωκάς είχε προτείνει εις την ιεράν Σύνοδον να κατατάσσεται μεταξύ των μαρτύρων πας στρατιώτης πίπτων επί του πεδίου της μάχης εν πολέμω κατ' αλλοπίστων. Ο δε Ηράκλειος ενόησε κάλλιστα πως ήτο δυνατόν να επιτευχθή το σωτήριον έργον της ανυψώσεως του στρατού διά της θρησκείας, εις τρόπον ώστε ο πολεμών εναντίον των βαρβάρων υπέρ της πατρίδος να αισθάνεται ότι και υπέρ πίστεως επολέμει. Αρχαία τις παροιμία έλεγεν: «Οι λόγοι κινούσι, τα δε παραδείγματα ελκύουσιν.» Ο δε Ηράκλειος ήθελε και διά λόγων να κινή και να εξεγείρη το φρόνημα και το αίσθημα του στρατού και διά παραδειγμάτων να ελκύη και να αναγκάζη τον στρατιώτην να μάχεται μετά ζήλου ενθέου. Δεν υπάρχει διά τον στρατόν παράδειγμα ελκυστικώτερον του παραδείγματος του αρχηγού, και μάλιστα όταν ούτος είναι βασιλεύς. Τούτο μαρτυρεί ολόκληρος η ιστορία της ανθρωπότητος. Οι περισσότεροι των αρχαίων Ρωμαίων αυτοκρατόρων εστράτευαν μετά του στρατού των εις τους πολέμους, όπως και ο μέγας Αλέξανδρος. Το παράδειγμα ηκολούθησαν και οι πρώτοι του Βυζαντίου αυτοκράτορες. Αλλ' από διακοσίων περίπου ετών κανείς αυτοκράτωρ δεν παρευρέθη εις μάχην. Βαθμηδόν είχε καταντήσει συνήθεια σχεδόν υποχρεωτική να μη εκστρατεύουν οι αυτοκράτορες διά να μη εκτίθενται εις κινδύνους. Αλλ' ο Ηράκλειος δεν ήθελε πλέον να υπακούση εις τοιαύτας συνηθείας. Ήθελε να δώση υψηλόν παράδειγμα εις τον στρατόν, εκστρατεύων μετ' αυτού, ηγούμενος αυτού και μετ' αυτού κινδυνεύων. Η ιστορία του μεγάλου πολέμου, τον οποίον επεχείρησε μετ' ολίγον, είνε απ' αρχής μέχρι τέλους σειρά μεγάλων και γενναίων πράξεων πολεμικών, έργων της προσωπικής του ανδρείας, αλλ' εν ταυτώ και λόγων και προσφωνήσεων προς τον στρατόν υψίστης ηθικής και θρησκευτικής σημασίας. Εις τους λόγους τούτους φέρεται πάντοτε το όνομα του Θεού και του Χριστού, της Πίστεως και της Εκκλησίας. Ο πόλεμος άλλως τε είχε θρησκευτικόν χαρακτήρα απ' αρχής μέχρι τέλους, αφού τοιούτον είχε δώση χαρακτήρα και ο Χοσρόης, κηρύξας πόλεμον εξολοθρεύσεως εναντίον της πίστεως του Ιησού Χριστού. Εκράτει δε ως τρόπαιον αυτό το τίμιον ξύλον του Σταυρού, του ιερωτάτου συμβόλου τούτου του Χριστιανικού στρατού.

Η εκστρατεία ήρχισε κατά την άνοιξιν του 622, αφού ο Ηράκλειος διά να μεταχειρισθή τον μόνον στρατόν του, και να δυνηθή να τον μεταφέρη από την Ευρώπην εις την Ασίαν, ανενέωσε την προς τον Χαγάνον φιλίαν. Μετά μεγάλης μάλιστα φρονήσεως φερόμενος προσεκάλεσε τον Χαγάνον, ως φίλον και σύμμαχον, να τον βοηθήση εις τον κατά των Περσών πόλεμον και τον ωνόμασεν επίτροπον του ανηλίκου υιού του.

Η επαύριον του Μεγάλου Πάσχα, η 5 Απριλίου του 622, ωρίσθη διά την έναρξιν της εκστρατείας. Κατ' εκείνην την ημέραν ο αυτοκράτωρ ηγούμενος του μικρού του στρατού έμελλε να εγκαταλείψη την πρωτεύουσαν.

Η αγγελία της αναχωρήσεως του αυτοκράτορος διαδοθείσα εις την πόλιν συνεκίνησε μεγάλως τον λαόν. Διότι, καθώς είπαμεν, καινοφανές ήτο να απέλθη ο αυτοκράτωρ εις πόλεμον, αφού από διακοσίων ετών τοιούτον τι δεν είχε γίνη. Και αυτοί οι γενναιότατοι βασιλείς Τιβέριος Β' και Μαυρίκιος, ενώ ως στρατηγοί λαμπρούς διεξήγαγαν πολέμους, ως αυτοκράτορες δεν είχαν επιχειρήσει εκστρατείας. Ο Ηράκλειος και πρότερον είχε μεταβή εις Καισάρειαν, αλλά τούτο είχε πράξει διά να εξετάση την κατάστασιν της χώρας και του στρατού και όχι διά να πολεμήση. Και τώρα όλος ο λαός έβλεπεν ως θαύμα τον αυτοκράτορα αλλάσσοντα την βασιλικήν πορφύραν αντί απλής στρατιωτικής στολής, και το στέμμα αντί περικεφαλαίας, και προσερχόμενον εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας διά να λάβη τας ευλογίας της Εκκλησίας. Ο Ηράκλειος ήκουσε μετά βαθυτάτης κατανύξεως την ιεράν ακολουθίαν, έπεσε πρηνής προ του Αγίου βήματος και εδεήθη προς τον Θεόν λέγων: «Δέσποτα Θεέ και Κύριε Ιησού Χριστέ, μη παραδώς ημάς εις όνειδος τοις εχθροίς σου διά τας αμαρτίας ημών, αλλ' επιβλέψας ελέησον και την κατά των εχθρών σου νίκην δος ημίν, όπως μη καυχήσωνται οι αλάστορες κατά της σης κληρονομίας επαιρόμενοι». Έπειτα εστράφη προς τον παριστάμενον εκεί Πατριάρχην Σέργιον και είπεν «Εις τας χείρας του Θεού και της θεομήτορος και σου αφίημι την πόλιν ταύτην και τον υιόν μου.» Επιτρόπους του ωνόμασε τον πατριάρχην Σέργιον και τον Πατρίκιον Βόνον ή Βονοσόν, άνδρα εχέφρονα και κατά πάντα συνετόν και πεπειραμένον. Έπειτα δε λαβών την αχειροποίητον εικόνα του Χριστού και κρατών αυτήν και ηγούμενος του στρατού μετέβη εις την παραλίαν φορών απλουστάτην στρατιωτικήν στολήν και πέδιλα όχι κόκκινα, καθώς συνήθιζαν οι Βασιλείς, αλλά μαύρα όπως των λοιπών στρατιωτών. Τότε δε ο πατριάρχης Σέργιος ηυχήθη να βαφούν κόκκινα διά του αίματος των εχθρών. Μεγάλη συγκίνησις και μέγας ενθουσιασμός κατέλαβε πάντας τους παρισταμένους εις τον ναόν και όλον τον λαόν της πρωτευούσης. Ησθάνοντο το φρόνημά των υψούμενον και αναζωογονουμένας τας ελπίδας των περί μελλούσης νίκης. Άπειρον πλήθος λαού συνώδευσε τον αυτοκράτορα και τον στρατόν μέχρι της παραλίας και εκεί υπό τας ευφημίας και τας μεγαλοφώνους ευχάς του λαού επεβιβάσθη ο Ηράκλειος μετά του στρατού του εις τα πλοία. Ο στόλος μετ' ολίγον εξηφανίσθη προς τον Ελλήσποντον, φέρων την τύχην του βασιλέως και του κράτους, χωρίς κανείς να γνωρίζη πού μεταβαίνει.

Δ'. — Η πρώτη εκστρατεία τον Ηρακλείου (622 — 623 μ. Χ.).

Ο Ηράκλειος είχε να πολεμήση προς εχθρόν, ο οποίος κατείχε στρατιωτικώς όλας τας Ασιατικάς χώρας του κράτους, το δε μέτωπον του στρατού τούτου ήτο ακριβώς απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως. Ο αυτοκράτωρ επερχόμενος κατά του εχθρικού στρατού ηδύνατο να το προσβάλη κατά μέτωπον μετά των μικρών του δυνάμεων. Αλλά τότε, αν μεν ενίκα, ήτο υποχρεωμένος βήμα προς βήμα να τον ακολουθήση εις τα ενδότερα της Μικράς Ασίας, οδεύων μήνας ολοκλήρους μέχρι των ορίων του Περσικού κράτους και κατατρίβων τον μικρόν στρατόν του εις παντοειδείς δυσχερείας. Αν δε τουναντίον ενικάτο, η ήττα ερχομένη ευθύς εις την αρχήν του πολέμου και προ των οφθαλμών των κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως ηδύνατο να επιφέρη μεγίστην ηθικήν απόγνωσιν, και να καταλήξη εις την πτώσιν της πρωτευούσης.

Η στρατηγική του Ηρακλείου απέβλεπεν εις το να αναγκάση τους Πέρσας να εκκενώσουν ταχέως και αφ' εαυτών τας Ασιατικάς χώρας του κράτους, τουλάχιστον την Μικράν Ασίαν. Και προς τούτο διάφορος εχρειάζετο τακτική. Αι Ασιατικαί χώραι του κράτους αι κατεχόμεναι υπό των Περσών είχαν πολλάς εκτεταμένας παραλίας, πολλάς γωνίας μη καταληφθείσας έτι και μη δυναμένας να καταληφθούν ευκόλως υπό του εχθρού. Ήθελε λοιπόν ο Ηράκλειος να καταλάβη μετά του στρατού του μίαν τοιαύτην μεμακρυσμένην γωνίαν παρά την θάλασσαν και εκείθεν να απειλήση τα νώτα του εχθρικού στρατού και να τον αναγκάση εις υποχώρησιν, έχων ο ίδιος πάντοτε ασφαλές ορμητήριον τον στόλον του. Ακριβώς δε απεδείχθη άπαξ έτι τι σημαίνει διά την άμυναν των ελληνικών χωρών η θάλασσα και εδικαιώθη το λόγιον του μεγάλου Περικλέους: «Μέγα το της θαλάσσης κράτος».

Ο Ηράκλειος, αφού ανεχώρησεν από την Κωνσταντινούπολιν μετά του στόλου προς την διεύθυνσιν του Ελλησπόντου και εξήλθε του πορθμού τούτου, έπλευσε το Αιγαίον πέλαγος κατά τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, έπειτα παρά την Ρόδον, και πλέων κατά τας νοτίας παραλίας της Μικράς Ασίας εισήλθεν εις τον κόλπον τον Ισσικόν (τον κόλπον της Αλεξανδρέττης), τον μεταξύ της νοτίας παραλίας της Μικράς Ασίας και της παραλίας της βορείου Συρίας, και εις εκείνην την γωνίαν απεβίβασε τον στρατόν του. Κατά τον οπωσούν μακρόν τούτον πλουν ο Ηράκλειος έδειξε το πρώτον την αρετήν του ως βασιλέως και ως αρχιστρατήγου. Γενομένης τρικυμίας και θορυβηθέντος του στρατού και αυτού του πληρώματος, ο Ηράκλειος έλαβε την κυβέρνησιν της βασιλικής ναυαρχίδος και όλου του στόλου, και διά του θάρρους και της αφοβίας του, και διά της επιτηδειότητός του ως ναυτικός άριστος, εδέσμευσεν εκ των προτέρων την προς αυτόν πεποίθησιν του στρατού.

Ο Ηράκλειος απέβη εις την παραλίαν εκείνην, όπου ο Αλέξανδρος ο Μέγας προ 955 ετών ενίκησε μίαν από τας λαμπροτέρας νίκας του εναντίον του Περσικού στρατού. Και τότε μεν ο μέγας βασιλεύς της Μακεδονίας εξεστράτευε κατά των Περσών διά να καταλύση το κράτος των, τώρα δε ο βασιλεύς της Κωνσταντινουπόλεως εξεστράτευε κατά των Περσών διά να σώση το ιδικόν του. Η θέσις την οποίαν εξέλεξεν ο Ηράκλειος προς απόβασιν ήτο αρίστη, διότι έκειτο εις το μέρος της νοτίου παραλίας της Μικράς Ασίας και της παραλίας της Συρίας. Εις αμφοτέρας δε τας παραλίας υπήρχαν ακόμη πολλά φρούρια μη καταληφθέντα από τους Πέρσας, και τούτων αι φρουραί προσήρχοντο εις το αυτοκρατορικόν στρατόπεδον και ηύξαναν την δύναμίν του. Εντεύθεν ο Ηράκλειος επροχώρησε προς τα μεσόγεια, διά της μεγάλης ορεινής γραμμής του Αντιταύρου, διά μέσου Κιλικίας και Καππαδοκίας. Μη υπάρχοντος δε εκεί Περσικού στρατού, η εκστρατεία είχε κατ' αρχάς χαρακτήρα μάλλον ασκήσεως στρατιωτικής. Ο Ηράκλειος κατέτασσεν εις τον στρατόν όλους όσοι προσήρχοντο από τους τόπους εκείνους και τους εγύμναζε μετά του λοιπού στρατού. Διήρει τον στρατόν εις δύο εχθρικάς παρατάξεις και συνεκρότει διαρκώς μάχας πλαστάς εκ παρατάξεως· τους συνήθιζε δε εις το να ακούουν κραυγάς πολεμικάς και παιάνας και αλαλαγμούς, και να μη ταράσσωνται ύστερον από τοιαύτας φωνάς των Περσών. Ο αυτοκράτωρ κατώρθωσεν ούτω να οργανώση στρατόν πειθαρχούμενον. Μεθ' όλην δε την αυστηρότητά του εις το κεφάλαιον της πειθαρχίας ηγαπάτο σφόδρα, διότι την αυστηρότητα εμετρίαζε διά της προσηνείας και της ευπροσηγορίας, διά των πατρικών του προς τον στρατόν περιποιήσεων, διά των αμοιβών τας οποίας έδιδεν εις τους ικανούς και μάλιστα διά των επαίνων οι οποίοι εκέντουν την φιλοτιμίαν των στρατιωτών. Ούτω κατώρθωσεν ώστε οι στρατιώται να τον φοβώνται περισσότερον παρά τον εχθρόν και να τον αγαπούν περισσότερον παρά την ιδίαν των ζωήν. Περιβαλλόμενος στολήν και διάγων δίαιταν απλού στρατιώτου, ελάλει προς όλους πατρικώς και διά των θερμών και διαπύρων λόγων του έφλεγε τα στήθη των μαχητών.

Ο Ηράκλειος ήτο τότε μεσήλιξ (47 ετών). Φύσει ρωμαλέος και ευρύστερνος, είχεν ωραίους οφθαλμούς, τρίχας ξανθάς, το δέρμα λευκόν και έφερε μικρόν πώγωνα. Καθήμενος επί του πυρρού και θυμοειδούς ίππου του, του καλουμένου Δάρκωνος ή Φούλβου, τον οποίον μόνος αυτός εδάμαζεν (όπως ο Αλέξανδρος τον Βουκέφαλον), και κρατών συνήθως την αχειροποίητον εικόνα του Χριστού ελάλει προς τον στρατόν κατά τρόπον συγκινούντα βαθύτατα τας ψυχάς. Ωρκίζετο ότι έμελλε να αγωνισθή μετ' αυτών μέχρι θανάτου και να συμμερισθή τας τύχας των, φερόμενος προς αυτούς μέχρι τέλους ως πατήρ. Ως αδελφούς και τέκνα προσεφώνει τους στρατιώτας πάντοτε. «Βλέπετε, αδελφοί και τέκνα, έλεγε, πως οι εχθροί του Θεού κατεπάτησαν την χώραν ημών και τας πόλεις ηρήμωσαν και τα θυσιαστήρια κατέκαυσαν και τας τραπέζας των αναιμάκτων θυσιών επλήρωσαν αιμάτων μιαιφόνων . . . .» Οι δε στρατιώται υπό ενθουσιασμού καταλαμβανόμενοι εξύμνουν ομοφώνως την δύναμιν και την ανδρείαν του βασιλέως. Ο Ηράκλειος προέτρεπε προς τούτοις τον στρατόν να είναι ευσεβής, και να απέχη πάσης αδικίας.

Ο Χοσρόης ευρισκόμενος εις Ασσυρίαν, ενώ ο Ηράκλειος ευρίσκετο εις την ανατολικήν Μικράν Ασίαν, κατελήφθη από κατάπληξιν διά την αιφνιδίαν αυτήν εμφάνισιν του εχθρού, τον οποίον εθεώρει ηττημένον. Φοβηθείς μάλιστα ότι ο Ηράκλειος εμελέτα να εισβάλη εις το Περσικόν κράτος, διέταξε τον εις Χαλκηδόνα Πέρσην αρχιστράτηγον να επέλθη εναντίον του Ηρακλείου, ούτω δε εξετελέσθη τάχιστα κατά μέγα μέρος ό,τι εζήτει ο Ηράκλειος. Οι Πέρσαι απεμακρύνθησαν πολύ από την Χαλκηδόνα και εξεκένωσαν το πλείστον της Μικράς Ασίας. Αλλά δεν ήρκει τούτο· έπρεπεν ο στρατός αυτός να καταστραφή, διά να ελευθερωθή η Μικρά Ασία. Ο Ηράκλειος όμως δεν ήθελε να επιτεθή κατά του Περσικού στρατού εις αυτήν την Μικράν Ασίαν. Ήθελε να τον αναγκάση να εκκενώση την Μικράν Ασίαν, να ακολουθήση τον ιδικόν του στρατόν όπου θα μετέβαινε, και να συγκροτήση την μάχην εκεί όπου ο ίδιος έκρινε τούτο πρόσφορον.