Τίμαιος, Τόμος Β

Part 7

Chapter 794 wordsPublic domain

41) Ίνα εις την εντύπωσιν επακολουθή αίσθησις δέον το δεχόμενον αυτήν όργανον να την μεταδίδη εις την ψυχήν. Ίνα δε είναι δυσάρεστος ή ευάρεστος δέον ακόμη 1) να είναι ή εναντία προς την φύσιν του οργάνου, ή ικανή να το αποκαταστήση εις την φυσικήν κατάστασίν του, 2) τα μέρη του οργάνου να παρέχωσιν αντίστασιν μείζονα ή ελάσσονα, 3) ίνα η αίσθησις είναι ζωηρά, δέον η εντύπωσις να επέρχηται αθρόα και ουχί ολίγον κατ' ολίγον.

42) Κατά τον Πλάτωνα την λειτουργίαν των νεύρων εκτελούσι μικραί φλέβες, των οποίων το κέντρον είναι το ήπαρ, ως έδρα της θνητής ψυχής.

43) Εννοεί τα 4 στοιχειώδη είδη, εξ ων αισθάνεταί τις οσμήν μόνον, όταν το ύδωρ μεταβάλληται εις αέρα κ.λ.π

44) Λοιπόν ύλη άμορφος υπάρχουσα ακόμη εν τω χρόνω.

45) Όταν τις πάθη έμφραξιν εις την ρίνα, δεν αισθάνεται οσμάς, και αν ακόμη βιαίως εισπνέη τον αέρα.

46) Π. χ. η οσμή της αμμωνίας ερεθίζει ου μόνον την ρίνα αλλά και τον εγκέφαλον, τα όμματα, τον λάρυγγα κ.λ.π.

47) Ο αήρ προσβάλλει τον εγκέφαλον, ο εγκέφαλος μεταδίδει την προσβολήν εις το αίμα και τούτο εις την ψυχήν.

48) Προφανώς ο Πλάτων δεν εξηγεί ορθώς τον οξύν και τον βαρύν ήχον, οίτινες φθάνουσιν εις το ους συγχρόνως και ουχί διαδοχικώς. Η διαφορά προέρχεται εκ του αριθμού των παλμών εν ωρισμένω χρόνω. Του οξέος οι παλμοί διαδέχονται αλλήλους ταχύτερον.

49) Σελ. 45 Β. Εδώ εξηγεί τα αίσθημα του χρώματος. Εάν το πυρ του αντικειμένου είναι το αυτό με το της όψεως δεν υπάρχει αίσθημα. Εάν είναι μείζον ή ελάσσον, τότε η &διαφορά& παράγει τo αίσθημα.

50) Ο Ιταλός μεταφραστής εξαίρει την διδασκαλίαν, ότι αι εντυπώσεις των διαφόρων αισθήσεων παράγονται πάσαι εκ της αυτής αιτίας, ήτις προσβάλλει διαφοροτρόπως τα διάφορα όργανα. Τα πράγματα λοιπόν κατά ταύτα έχουσι σταθεράν υπόστασιν, καίτοι ημείς τα αντιλαμβανόμεθα διαφοροτρόπως κατά τας διαφόρους αισθήσεις ημών. Παρατηρητέον έτι την αντίθεσιν του λευκού και του μέλανος. Τα άλλα χρώματα θεωρεί ο Πλάτων ως τροποποιήσεις ή βαθμούς διαμέσους μεταξύ των αντιθέτων τούτων.

51) Απλούστερον δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η λάμψις, η μαρμαρυγή γεννάται εκ της επί της κόρης συγκρούσεως των δύο πυρών, του πυρός όπερ έρχεται εκ του εξωτερικού αντικειμένου και εκείνου όπερ εξέρχεται εκ των ομμάτων. Η σύγκρουσις αύτη παράγει δάκρυα κ.λ.

52) Περί των συναιτίων και της ανάγκης όρα σελ. 46C, 48Α και 76Δ. Η θεωρία των θείων απαιτεί την μελέτην των φυσικών νόμων ως αναγκαίον βοήθημα. Είναι δε αύτη υγιεστάτη αρχή, συνδιαλλάττουσα την θρησκείαν και την επιστήμην· ο κόσμος κυβερνάται υπό νόμων, ους μελετά η επιστήμη, αλλ' ο έσχατος λόγος αυτών είναι το αντικείμενον της θρησκείας και της φιλοσοφίας· η επιστήμη είναι μέσον, η θρησκεία και η φιλοσοφία σκοπός· αλλά μόνον διά της θεωρίας του γινομένου δυνάμεθα να φθάσωμεν εις την γνώσιν του όντος. Ο Πλάτων εν σελ. 59C εθεώρει την σπουδήν των φυσικών νόμων ως πάρεργόν τι. Ενταύθα όμως κρίνει αυτήν καλύτερον και δικαιότερον.

53) Τρόπος μεταβάσεως από του θείου εις το πεπερασμένον και γήινον.

54) Η διαίρεσις θείου και θνητού είναι η αυτή με την εν τη &Πολιτεία& διάκρισιν λογιστικού και αλόγου, η υποδιαίρεσις του θνητού προς την υποδιαίρεσιν του αλόγου εις θυμοειδές και επιθημητικόν εν τη &Πολιτεία& και προς την του ευγενούς και κακού ίππου εν τω &Φαίδρω&.

55) Τα &μέρη& της ψυχής, κατά τον Πλάτωνα, είναι τρία: τo νοητικόν, το θυμοειδές και τελευταίον το επιθυμητικόν. Ταύτα δεν είναι δυνάμεις αλλά μέρη οικούντα εις διάφορα μέρη του σώματος. Από τούτων διακρίνονται αι δυνάμεις της ψυχής εξαρτώμεναι εκ των σχέσεων υποκειμένου και αντικειμένου, και αίτινες είναι η επιστήμη, η δόξα και η αίσθησις. Η ψυχολογία του Πλάτωνος έχει χαρακτήρα ηθικοτελολογικόν.

56) Το ήπαρ έχει τας ιδιότητας ταύτας χάριν των δύο λειτουργιών αυτού. Είναι ως κάτοπτρον εις ό αντανακλάται η νόησις της ψυχής, και ή διαταράττει αυτήν διά της πικρίας της χολής ή πραΰνει διά της γλυκύτητος ην έχει, ώστε να την διαθέτη προς μαντείαν καθ' ύπνους, ήτις αναπληροί εν τω μορίω τούτω της ψυχής την συνείδησιν και τον λόγον, άτινα λείπουσιν εν αυτώ.

57) Ο Πλάτων λοιπόν αποδίδει την μαντείαν εις το άλογον, το σωματικόν μέρος του ανθρώπου, και θεωρεί πολύ κατωτέραν της συνειδητής γνώσεως.

58) Διερμηνείς.

59) Δήλα δη η οιωνοσκοπία είναι όλως αβέβαιον και αμφίβολον πράγμα.

60) Ο Τίμαιος εξακολουθεί πραγματευόμενος τα μέλη του οργανισμού εκ τελολογικής απόψεως. Το υπογάστριον σκοπόν έχει να δέχηται το περίσσευμα των τροφών, αι δε περιστροφαί των εντέρων σκοπόν έχουσι να κρατώσι τας τροφάς περισσότερον χρόνον, ίνα μη ανανεώνται αύται συχνά. Ο μυελός επλάσθη, ίνα συνάπτη τους ζωτικούς δεσμούς τους ενούντας την ψυχήν προς το σώμα. Ο εγκέφαλος, κυκλοτερής γενόμενος, εδέχθη την αθάνατον ψυχήν. Το λοιπόν μέρος του μυελού διηρέθη εις σχήματα στρογγύλα και επιμήκη, και εις ταύτα ως εις αγκύρας προσεδέθη η θνητή ψυχή. Έπειτα εποιήθησαν τα οστά· δι' οστεΐνης σφαίρας εστεγάσθη ο εγκέφαλος και περί τον διαυχένιον και τον νωτιαίον μυελόν ετέθησαν σφόνδυλοι ως στρόφιγγες οι μεν υπό τους δε. Έπειτα επλάσθησαν τα νεύρα και η σαρξ· εκείνα μεν ίνα συνδέωσι τα μέλη και ίνα δίδωσιν εις τας αρθρώσεις την δύναμιν να κινώνται ελευθέρως, αι δε σάρκες, ίνα προφυλάττωσι το σώμα κατά της θερμότητος και του ψύχους. Αι σάρκες διενεμήθησαν κατά λόγον της θέσεως και της χρήσεως των μελών. Τέλος επλάσθησαν το δέρμα ως περικάλυμμα της σαρκός, και αι τρίχες και οι όνυχες ως όργανα αμύνης, άτινα έλαβον την πλήρη εξέλιξιν αυτών εις τα άλλα ζώα.

61) Όρα σελ. 61C.

62) Η κάμψις είναι κίνησις ουχί κυκλική, ούτε πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον δεν έχει λοιπόν την φύσιν του ταυτού. Έπειτα είναι πολλαπλή ως προς τας αρθρώσεις.

63) Κατά τας μεταβολάς της θερμοκρασίας.

64) Επειδή ο μυελός είναι η έδρα της ψυχής, το ποσόν αυτού αντιστοιχεί προς το της ψυχής. Αλλ' αι φράσεις αύται δεν πρέπει να λαμβάνωνται υλικώς. Ο Πλάτων διακρίνει την ουσίαν του νωτιαίου μυελού από του των άλλων οστών.

65) Η ανάγκη και ενταύθα φαίνεται ως μία διάταξις, ην έχουσι τα πράγματα καθ' εαυτά ανεξαρτήτως πάσης εκ προνοίας διατάξεως.

66) Ο Τίμαιος λέγει απεχωρίζετο, εκθέτων την πρώτην μόρφωσιν του ανθρώπου υπό μυθικήν μορφήν.

67) Εννοεί προ της δημιουργίας του ανθρώπου. Ο Πυθαγορικός Τίμαιος δεν ομιλεί περί κρεωφαγίας.

68) Ο Πλάτων δεν εγίνωσκε την θεωρίαν της κυκλοφορίας του αίματος· δεν διακρίνει τας φλέβας από των αρτηριών, καλεί δε αρτηρίας τους οχετούς της αναπνοής. Η μία των δύο φλεβών ενταύθα είναι αρτηρία.

69) Η άρδευσις του σώματος γίνεται, λέγει, διά των φλεβών τούτων.

70) Το χωρίον τούτο είναι δυσκολώτατον, διαφωνούσι δε οι σχολιασταί περί την εξήγησιν αυτού. Ο Γαληνός ομολογεί ότι είναι πράγματα &δυσνόητα και δύσρητα&. Πιθανώτεραι φαίνονται αι ερμηνείαι αι αναφέρουσαι την περιγραφομένην συσκευήν εις το εσωτερικόν του σώματος ημών. Κατά τον Stallbaun. π. χ. το πλέγμα είναι η συσκευή των πνευμόνων μετά του οισοφάγου και της τραχείας αρτηρίας· και το όλον παριστάνεται ως κύρτος μετά δύο εγκυρτίων ή χωνίων, του οισοφάγου και της τραχείας, ήτις είναι δίκρους δηλ. μερίζεται εις δύο βρόγχους· σχοίνοι δε είναι αι διακλαδώσεις των βρόγχων, τα βρόγχια, τα οποία διανέμουσι τον αέρα καθ' όλον τον πνεύμονα. Αλλά και η εξήγησις αύτη δεν δύναται ευχερώς να συμβιβασθή με τον τρόπον, καθ' ον ο Θεός προσεκόλλησε το όλον σύστημα εις το σώμα. Οι δύο σάκκοι ή χωνία εισέρχονται ο μεν εις το στόμα, ο δε εσχισμένος εις τους δύο οχετούς της ρινός, ουχί εις τους βρόγχους. Προστίθεται έπειτα ότι ο του στόματος είναι διπλούς και το έν μέρος καταβαίνει διά της τραχείας εις τον πνεύμονα, το δ' άλλο παρά την τραχείαν, δηλαδή διά του οισοφάγου εις την κοιλίαν, άρα ο οισοφάγος και η αρτηρία είναι δύο παράλληλα τμήματα του αυτού σάκκου, όστις διά τούτο λέγεται &διπλούς&, ενώ ο άλλος, ο της ρινός, είναι μόνον &δίκρους&. Ελέχθη πρότερον ότι το εσωτερικόν μέρος του συστήματος εγένετο εκ πυρός, το δε εξωτερικόν εξ αέρος. Ο αήρ άρα οτέ μεν εισρέει οτέ δε αναρρέει διά των σάκκων εις τους πνεύμονας, το εσωτερικόν πυρ ακολουθεί και αυτό την κίνησίν του, και όλον το αναπνευστικόν σύστημα οτέ μεν καταβαίνει, οτέ δε αναβαίνει εντός του σώματος, όπερ είναι υποχωρητικόν. Αι δυσκολίαι δεν αίρονται εφ' όσον το πλέγμα εκλαμβάνεται ως σώμα. Ο Πλάτων κατά τον Fraccaroli, δεν ομιλεί περί του πνευμονικού συστήματος και των προσαρτημάτων αυτού, αλλά περί των στοιχείων αέρος και ύδατος, άτινα ζωογονούσι το σύστημα τούτο και παρά τούτου λαμβάνουσι μορφήν. Τω όντι· το ότι το εσωτερικόν μέρος αυτού σύγκειται εκ πυρός, οι δε σάκκοι και το δοχείον εξ αέρος, ερρέθη επιμονώτερον παρά εάν επρόκειτο να δειχθή η απλή στοιχειώδης σύστασις πράγματος στερεού. Προσέτι το σύστημα τούτο ή μέρος αυτού ουδαμού συνταυτίζεται με όργανόν τι του σώματος, αλλά έκαστον μέρος αυτού εφαρμόζεται εις τα όργανα του σώματος. Έπειτα φράσεις τινάς δεν δυνάμεθα να εξηγήσωμεν και να εννοήσωμεν ει μη κατά τούτον τον τρόπον, καθώς εκείνην εν η γίνεται λόγος περί του διπλού σάκκου διά της ρινός και ως λόγος τούτου αναφέρεται, ότι όταν ο άλλος δεν διέρχεται διά του στόματος, δύναται να τον αναπληρή ούτος. Εάν επρόκειτο περί αληθούς οχετού θα επροβλέπετο η περίπτωσις της εμφράξεως· απεναντίας όμως προβλέπεται η περίπτωσις της μη διαβάσεως διά του στόματος. Δεν πρόκειται λοιπόν περί σωματικού οργάνου, αλλά περί ρεύματος, περί τινος, το οποίον μέλλει να διέλθη διά τινος οργάνου. Περιπλέον το σύστημα τούτο λέγεται ότι εισέρχεται εις το σώμα ημών, διότι το σώμα είναι μανόν. Είπε δε και ανωτέρω ότι η κοιλία δεν στέγει ούτε αέρα ούτε πυρ, τα οποία όμως είναι αναγκαία διά την πέψιν των τροφών και την θρέψιν του σώματος. Έπρεπε λοιπόν να προΐδη τον αέρα τούτον και το πυρ τούτο ούτως, ώστε να μένωσι σταθερώς εν τη κοιλία, αφού αύτη δεν ηδύνατο να τα κρατή. Και τούτο εγένετο διά της αναπνοής ήτοι διά του συστήματος τούτου. Ο αήρ και το πυρ διαχωρούσι διά της κοιλίας, και αήρ και πυρ, λέγεται ρητώς, ότι είναι τα περί ου ο λόγος πλέγμα. — Η εξήγησις αύτη είναι σύμφωνος προς τα επόμενα όπου επί μάλλον αναλύεται το φαινόμενον της αναπνοής· η πνοή εξερχομένη απωθεί τον εξωτερικόν αέρα, ούτος απωθεί άλλον και καθ' εξής κυκλικώς μέχρις ου πληρωθή ο χώρος, τον οποίον αφήκε κενόν η αναπνοή, (Όρα Αριστοτέλην περί αναπνοής, Κεφάλ. 5).

71) Διά της αδυναμίας του κενού και της περιώσεως, ο Πλάτων εξηγεί πάντα ταύτα τα φαινόμενα.

72) Περί της διαδόσεως του ήχου εγένετο λόγος εν σελ. 67Β.

73) Η ροή των υδάτων προέρχεται εκ του αέρος, όπως η διάλυσις των χυτών μετάλλων (σ. 58Ε). Η πτώσις των κεραυνών αναλογεί προς την βολήν των λίθων. Το ήλεκτρον περιέχει αέρα ή πυρ, όπερ όταν το ήλεκτρον τρίβεται, εξέρχεται. Ο αήρ ωθούμενος διά της περιώσεως απωθεί τα ελαφρά αντικείμενα τα οποία συναντά.

74) Τα εξωτερικά πράγματα φθείρουσιν ημάς αφαιρούντα εξ ημών το όμοιον αυτοίς κατά τον νόμον της έλξεως των ομοίων· ανάλογον δε συμβαίνει και εντός ημών. Είμεθα μικρόκοσμοι υπείκοντες εις νόμους αναλόγους προς τους του μεγάλου κόσμου. Όθεν ό,τι προς το σώμα ημών είναι ο ουρανός (τα εξωτερικά πράγματα), τούτο είναι το σώμα ημών προς τα στοιχεία τα ερχόμενα, ίνα αποτελέσωσι το αίμα ημών. Το σώμα ελκύει προς εαυτό τα στοιχεία ταύτα, ήτοι τρέφεται εξ αυτών. Αλλά τρέφεται, εφ' όσον έχει την δύναμιν να έλκη, εφ' όσον η κτήσις υπερέχει ή είναι ίση προς την απώλειαν.

75) Μετά της θρέψεως εξηγεί και την αύξησιν του ζώου.

76) Η &ρίζα& [ως λέγει τα κείμενον] των τριγώνων σημαίνει πιθανώς τα αρχικά τρίγωνα του ατόμου, ήτοι τα ιδιάζοντα εις την ανθρωπίνην φύσιν.

77) Πρώτη τάξις νόσων αιτίαν έχει την υπερβολήν ή την έλλειψιν, την μετάθεσιν και τας αλλοιώσεις των 4 συστατικών του σώματος στοιχείων, πυρός, αέρος, ύδατος, γης. Αι νόσοι αύται, εν αις είναι και οι πυρετοί, είναι αι πολυαριθμότεραι. Δευτέρα τάξις νόσων, ολιγώτερον συχνών αλλά δεινοτέρων, αιτίαν έχει τας δευτέρας συστάσεις, ήτοι τα μέλη του οργανισμού, το κρέας, το αίμα, τα οστά, τον μυελόν κ.λ. Αι νόσοι γεννώνται όταν τα μέλη ταύτα, αντί να παράγωσιν άλληλα εις την φυσικήν κατάστασίν των, αποσυντίθενται και επιστρέφουσιν έκαστον εις το όργανον, εξ ου παρήχθη. Ούτως εκ της φθοράς του αίματος και της σαρκός, γεννώνται η χολή και το φλέγμα. Φοβερώτατον των νοσημάτων τούτων είναι το προσβάλλον τον μυελόν.

78) Το νόσημα δύναται να εξαρτάται εκ της διαφθοράς των στοιχείων ή εκ της συνθέσεως αυτών, ήτοι του μυελού, οστού, σαρκός, νεύρων ή αίματος, άτινα είναι συνθέσεις των στοιχείων.

79) Τοιούτον είναι το εν τω σώματι θερμόν και ζωντανόν αίμα. Διάφορον τούτου είναι το νεκρόν και ψυχρόν αίμα.

80) Κατά τον Πλάτωνα εις τας φλέβας πλην του αίματος υπάρχει και αήρ, ου η υπερβολή γεννά νοσήματα βαρέα.

81) Καίτοι ο Πλάτων αγνοεί την κυκλοφορίαν του αίματος, ουχ ήττον επίστευεν ότι τούτο εκινείτο εις τας φλέβας κατά νόμους ωρισμένους.

82) Προηγούνται κατά την γέννησιν, είτε διότι η σαρξ θεωρείται προγενεστέρα του αίματος, είτε διότι αι αριθμηθείσαι νόσοι παράγονται εξ ελαττώματος της θρέψεως, αι δε επόμεναι μάλλον εξ ελαττώματος οργανικού. Είναι άρα εκ των της δευτέρας συστάσεως.

83) Τρίτον είδος νοσημάτων προέρχεται εκ του αναπνεομένου αέρος, εκ του φλέγματος και της χολής. Ενταύθα ανήκει και η ιερά νόσος. Οι αρχαίοι εκάλουν ιεράν νόσον την επιληψίαν, ένεκα των παραδόξων φαινομένων αυτής, διά τα οποία απεδίδετο εις ενέργειαν θείαν ή δαιμονίαν. Αλλά την δεισιδαιμονίαν ταύτην αναιρεί ο συγγραφεύς του &περί ιρής νούσου& βιβλίου. Αξία σημειώσεως εδώ είναι η παρατήρησις περί της επιληψίας κατά τον ύπνον, ότε είναι ημερωτέρα.

84) Ως συμβαίνει εις την πνευμονικήν φθίσιν. Κατωτέρω όμως φαίνεται ομιλών περί της πλευρίτιδος.

85) Η ρευστότης του αίματος και η αραίωσις του σώματος είναι αποτελέσματα της θερμότητος.

86) Όρα σ. 83Α. Το αίμα ποιεί την σάρκα, η φθορά δε ταύτης είναι αιτία της νοσηράς χολής.

87) Ή εξέρχεται εξ όλου του σώματος ή εξ ωρισμένων πόρων οιονεί λάθρα, ως εξόριστος.

88) Ήτοι ανανεούμενοι μετά παν διάστημα 24 ωρών.

89) Ομιλεί περί των πυρετών ως κυρίων νοσημάτων, ουχί ως συμπτωμάτων.

90) Αι νόσοι της ψυχής εξαρτώνται εκ της καταστάσεως του σώματος. Αι μέγισται είναι η παραφροσύνη και η αμαθία. Ωσαύτως και η υπερβολή ηδονής και λύπης. Ουχ ήττον διαταράσσεται η ψυχή, όταν αφθονία σπέρματος παρασύρη εις ακρασίαν και ακολασίαν. Και όταν έτι η χολή, το φλέγμα και οι χυμοί, μη ευρίσκοντες διέξοδον εις τα έξω αναμιγνύουσι τους ατμούς των με τας κινήσεις της ψυχής και τας εμποδίζουσιν. Ούτω γεννώνται βαθεία λύπη, θρασύτης και δειλία, λήθη και ηλιθιότης. Η κακία είναι ακουσία. Ο κακός έχει χρείαν θεραπείας και αγωγής.

91) Πολλαχού ο Πλάτων επαναλαμβάνει ότι οι κακοί εις πάντα είναι άκοντες κακοί. Βάσις της διδασκαλίας ταύτης είναι ότι η νοητική ψυχή είναι φύσει αγαθή, ως δημιουργηθείσα αμέσως υπό του Θεού, όστις πάντα εποίησεν αγαθά, και ότι άρα πάσα η επιμέλεια ημών πρέπει να είναι αύτη: να αναγάγωμεν αυτήν εις την φυσικήν αυτής κατάστασιν και εις την ομοιότητα προς τας κυκλικάς κινήσεις του παντός (90Δ), ελευθερούντες αυτήν από των κωλυμάτων, τα οποία αντιτάσσουσιν η αισθητική ψυχή και τα εξωτερικά πράγματα.

92) Η θεραπευτική του Πλάτωνος είναι μάλλον υγιεινής κανόνες προς διατήρησιν της αρμονίας μεταξύ ψυχής και σώματος. Διότι αν έν εξ αυτών υπερισχύη του ετέρου γεννώνται νόσοι. Διό πρέπει να ασκώμεν το σώμα διά της γυμναστικής και την ψυχήν διά της μουσικής. Προσέτι το σώμα διά της κινήσεως να υπερασπίζωμεν κατά των εξωτερικών επιδράσεων. Η μάλλον σωτηρία κίνησις είναι η της γυμναστικής, δευτέρα η του περιπάτου εν πλοίω ή οχήματι και τελευταία η κάθαρσις διά φαρμάκων.

93) Ο Martin μεταφράζει: εις πάντας τους κόπους, τους οποίους πρέπει να υφίστανται πάντα τα μέλη.

94) Το σώμα πρέπει λοιπόν να παιδαγωγήται ούτως, ώστε να ανταποκρίνεται προς τας απαιτήσεις της ψυχής.

95) Τα μαθηματικά μετά των εφαρμογών αυτών ήσαν εν τη αρχαιότητι η μόνη επιστήμη αξία του ονόματος. — Η διανοητική κόπωσις επιφέρει μελαγχολίαν, ή ως λέγεται σήμερον νευρασθένειαν.

96) Τροφός και τιθήνη είναι, ως γινώσκομεν ήδη, η χώρα, νυν δε η χώρα η γονιμοποιηθείσα και κινουμένη κίνησιν συμφυή, δι' ης τα στοιχειώδη είδη βαίνουσιν έκαστον εις την οικείαν θέσιν. Η μίμησις εδώ περιορίζεται εις την διατάραξιν. Η χώρα ταράττουσα ό,τι δέχεται εν εαυτή, αποχωρίζει τα μέρη αυτού και παρασκευάζει την ύλην προς την τάξιν, ην θα δεχθή. Ούτω το σώμα, ταράττον ομοίως τα εις αυτό εισερχόμενα, τα στέλλει εις την θέσιν των το όμοιον προς το όμοιον.

97) Έκαστον είδος έχει όριον μέσον και όριον μέγιστον ζωής, και έκαστον άτομον εντός των ορίων τούτων έχει ίδιον αυτού όριον· επλάσθη ίνα τόσον ζήση. Και εάν το όριον τούτο μετατεθή, αίτιον είναι τα εξ ανάγκης παθήματα.

98) Επειδή η ψυχή άρχει του σώματος, ανάγκη να την παρασκευάζωμεν ούτως, ώστε να είναι ικανωτάτη προς παιδαγωγίαν. Επειδή πάλιν αύτη περιέχει τρία είδη ψυχής, πρέπει ταύτα ν' ασκώνται αρμονικώς. Πρέπει δε πρώτην να τιμώμεν την αθάνατον (την λογικήν), ήτις είναι εν ημίν ως θείος δαίμων. Ούτω μόνον θα γίνωμεν μακάριοι και αθάνατοι.

99) Το σώμα πρέπει να κυβερνάται, και ουχί να βιάζηται, αλλά να βοηθήται η φύσις αυτού, και τούτο λέγει ο Πλάτων διαπαιδαγωγείν και διαπαιδαγωγείσθαι.

100) Και κατά τον Αριστοτέλην, ομοίως η κεφαλή εις τα ζώα, είναι ό,τι αι ρίζαι εις τα φυτά (Περί ψυχής II 4, 7).

101) Η νοητική ψυχή του ανθρώπου δέον να ζητή να γείνη ομοία με την ψυχήν του κόσμου, αφ' ης απεμακρύνθη ένεκα της ενώσεώς της με τα σωματικά όργανα και την αισθητικήν ψυχήν.

102) Αι γυναίκες εγεννήθησαν εξ ανδρών, οίτινες έζησαν δειλοί και άδικοι και προς τιμωρίαν μετεμορφώθησαν εις γυναίκας. Τα πτηνά εγεννήθησαν εξ ανδρών κούφων, ακάκων και ζητούντων να εξηγήσωσι διά των αισθήσεων τα ουράνια. Τα χερσαία εξ ανδρών αφιλοσόφων και δούλων εις τα πάθη των. Οι ηλιθιώτεροι έγειναν τετράποδα, και οι ηλιθιώτατοι ερπετά. Οι ανοητότατοι, αμαθέστατοι και ακάθαρτοι ηθικώς μετεβλήθησαν εις ιχθύς.

103) Ο Πλάτων μαντεύει ενταύθα τα σπερματοζωάρια πολλούς αιώνας προ της ανακαλύψεως αυτών.

104) Αινίττεται ίσως τους Ίωνας φιλοσόφους και τον Δημόκριτον.

105) Ουχί ομοίας προς το σχήμα του παντός, όπερ είναι σφαιρικόν.

106) Τελευταίαν κατοίκησιν ουχί ως προς τον τόπον, αλλά ως προς το σώμα, εις το οποίον εισέρχεται η ψυχή.

107) Ουχί λοιπόν εις φυτά.

108) Ταύτα πάντα διαφέρουσι των εν τω Φαίδρω. Τα ζώα ενταύθα είναι πάντα ψυχαί ανθρώπιναι αμαρτήσασαι και τιμωρηθείσαι. Εν τω Φαίδρω όμως φαίνεται ότι μόνον άτομά τινα είναι τοιαύτα, άλλα δε ουχί (σ. 249 Β).