Part 5
Β. | Και τα μεν νοσήματα του σώματος τοιουτοτρόπως γεν- νώνται, τα δε της ψυχής γίνονται εκ της σωματικής διαθέσεως κατά τον εξής τρόπον: Ότι η νόσος της ψυχής είναι η αφροσύνη· δέον να το ομολογήσωμεν, αλλά της αφροσύνης δύο είναι τα είδη· το έν είναι η μανία και το άλλο η αμαθία. Οιονδήποτε λοιπόν πάθος, όπερ πάσχων τις έχει εν εαυτώ το έν ή το άλλο, δέον να είπωμεν αυτό νόσον. Και ηδοναί δε και λύπαι υπερβολικαί πρέπει να παραδεχθώμεν ότι είναι εκ των μεγίστων νόσων της ψυχής. Διότι ο άνθρωπος όστις αισθάνεται υπερβολικήν χαράν, ή και υπό C. | λύπης ευρίσκεται εις την εναντίαν κατάστασιν, σπεύδων άλλο μεν να συλλάβη ουχί εις κατάλληλον καιρόν, άλλο δε να απο- φύγη, δεν δύναται ούτε να ίδη ούτε να ακούση ορθώς κανέν πρά- γμα, αλλά λυσσά και δεν έχει πλέον την δύναμιν να κάμνη χρή- σιν του λογικού. Εκείνος δε, εις τον οποίον γεννάται σπέρμα άφθονον και ορμητικόν εις τον μυελόν, και είναι ως δένδρον, όπερ καρποφορεί περισσότερον του φυσικού μέτρου, ούτος δοκιμάζων πολλάς λύπας και πολλάς ηδονάς εις τας επιθυμίας και εις τα αποτελέσματα αυτών, και γινόμενος μανιακός κατά το περισσό- τερον μέρος της ζωής του διά τας μεγίστας ταύτας ηδονάς και Δ. | λύπας, ενώ έχει την ψυχήν νοσηράν και άφρονα ένεκα του σώματος, δεν θεωρείται ως έχων νόσον, αλλά κακώς νομίζεται ότι είναι εκουσίως κακός. Αλλ' όμως το αληθές είναι ότι η ακολα- σία εις τας αφροδισίους ηδονάς κατέστη εις αυτόν νόσος της ψυχής κατά μέγα μέρος ένεκα διαθέσεως ενός μόνου είδους, όπερ διά την αραιότητα των οστών ρέει εις το σώμα και το υγραίνει. Και σχε- δόν πάντα όσα λέγονται ακρασία εις τας ηδονάς προς όνειδος, ως εάν οι κακοί ήσαν τοιούτοι εκουσίως, δεν προσάπτουσιν ορθώς Ε. | όνειδος. Διότι ουδείς είναι κακός εκουσίως (91) αλλά διά τινα κακήν διάθεσιν του σώματος ή δι' έλλειψιν ανατροφής ο κακός γίνεται κακός. Και ταύτα είναι ατυχήματα εις πάντας και συμ- βαίνουσιν και εις εκείνον, όστις δεν θέλει. Και πάλιν ως προς τας λύπας κατά τον αυτόν τρόπον η ψυχή λαμβάνει πολλάς συμφοράς διά του σώματος. Διότι όπου οι χυμοί των οξέων φλεγμάτων, και των αλυκών και όσοι είναι πικροί και χολώδεις πλανηθέντες εις το σώμα δεν ευρίσκουσι μεν αναπνοήν προς τα έξω, αλλά περι- φερόμενοι εντός αποτελούσι κράμα αναμιγνύοντες τους ιδίους αυ- 87. | τών ατμούς με την κίνησιν της ψυχής, εκεί παράγουσι παν- τοειδή ψυχικά νοσήματα άλλοτε μεν περισσότερα, άλλοτε δε ολι- γώτερα, και άλλοτε μικρότερα ή μεγαλείτερα, Και τα νοσήματα ταύτα μεταφερόμενα εις τας τρεις έδρας της ψυχής, όπου έκα- στον αυτών προσπέση, εκεί παράγει πολλάς και διαφόρους ποι- κιλίας δυσαρεσκείας και λύπης, και άλλας θρασύτητος και δει- λίας, και προσέτι λήθης ομού και δυσμαθίας. Εκτός δε τούτων, όταν από ανθρώπους ούτω κακώς συγκεκροτημένους γίνωνται κα- καί πολιτείαι, και κατ' ιδίαν και δημοσίως εις τας πόλεις εκφωνών- Β. | ται λόγοι, προσέτι δε δεν μανθάνωνται υπό των νέων μαθή- ματα θεραπεύοντα τα κακά ταύτα, τότε, τοιουτοτρόπως όλοι γίνον- ται κακοί, όσοι είναι τοιούτοι, διά τας δύο αιτίας όλως ακουσίας. Και διά ταύτα πρέπει να μεμφώμεθα τους γονείς μάλλον παρά τα τέκνα και τους ανατρέφοντας μάλλον παρά τους ανατρεφομέ- νους. Λοιπόν πρέπει να έχωμεν προθυμίαν, όσον είναι δυνατόν διά της αγωγής, διά των θεσμών και των διδασκαλιών να φεύγω- μεν την κακίαν· να αποκτήσωμεν δε το εναντίον. Αλλά τούτο εί- ναι άλλη σειρά λόγων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLII. &Θεραπευτική& (92).
C. | Εκείνο δε πάλιν, το οποίον είναι αντίστροφον προς ταύτα, ήτοι το αναφερόμενον εις τας θεραπείας των σωμάτων και των διανοιών, δηλαδή διά ποίων μέσων συντηρούνται ταύτα, πάλιν είναι φυσικόν και πρέπον να εκθέσωμεν προς ανταπόδοσιν. Διότι είναι ορθότερον ο λόγος να πραγματεύηται περί των αγαθών μάλλον παρά περί των κακών. Παν λοιπόν το αγαθόν είναι καλόν· το δε καλόν δεν είναι άνευ μέτρου. Και το ζώον λοιπόν, το οποίον μέλ- λει να είναι τοιούτον, πρέπει να υποθέσωμεν ότι έχει μέτρον και αναλογίαν. Αλλά εκ των συμμετριών αντιλαμβανόμενοι τας Δ. | σμικράς τας μετρούμεν, τας δε σπουδαιοτάτας και τας μεγί- στας τας αμελούμεν εντελώς. Διότι ως προς τας υγείας και τας νόσους, και τας αρετάς και τας κακίας ουδεμία συμμετρία ή ασυμ- μετρία είναι μεγαλυτέρα από εκείνην την ψυχής προς το σώμα αυτής. Και εκ τούτων ουδέν εξετάζομεν, ούτε εννοούμεν ότι, όταν ψυχή ισχυρά και μεγάλη κατά παν μέρος αυτής φέρηται υπό σώ- ματος ασθενεστέρου ή μικροτέρου, και όταν ακόμη τα δύο ταύτα συνδυάζωνται αντιστρόφως, το όλον ζώον δεν είναι ωραίον. Διότι είναι ασύμμετρον κατά τας σπουδαιοτάτας συμμετρίας, το δε ευ- ρισκόμενον εις εναντίαν κατάστασιν είναι το ωραιότατον και ερα- σμιώτατον θέαμα εις εκείνον, όστις δύναται να παρατηρή. Καθώς Ε. | λοιπόν σώμα τι με σκέλη μακρότατα ή έχον άλλην τινά αφθονίαν δυσανάλογον προς εαυτό, όχι μόνον είναι αισχρόν, αλλά και εις τους κοινούς σκοπούς (93) προξενούν πολλούς καμάτους και πολλά σπάσματα και διά την παραφοράν αυτού πολλάς πτώσεις, είναι αίτιον εις εαυτό πολλών κακών, ούτω το αυτό τούτο πρέ- πει να νοήσωμεν και περί του συνδυασμού τούτου, το οποίον ονο- μάζομεν ζώον. Ότι δηλ. όταν η ψυχή ήτις είναι εις αυτό, ούσα 88. | υπερτέρα του σώματος, ευρίσκεται εις ερεθισμόν μέγαν τα- ράττουσα αυτό όλον εντός, το γεμίζει από νόσους· και όταν αύτη παραδίδεται συντόνως εις μελέτας και ζητήματα, φθείρει αυτό· και όταν κάμνη διδαχάς και μάχας διά λόγων δημοσίως και ιδιω- τικώς, διά των ερίδων και φιλονεικιών, αίτινες γεννώνται, φλέγουσα αυτό όλον το διαλύει (94), και παράγουσα ρεύματα απατά τους πλεί- στους των λεγομένων ιατρών και κάμνει αυτούς να αποδίδωσι το κακόν εις άλλας αιτίας. Και όταν πάλιν σώμα τι μέγα και γεν- ναιότατον ευρίσκεται συνδεδεμένον με μικράν και ασθενή διά- Β. | νοιαν, επειδή φύσει υπάρχουσιν εις τους ανθρώπους δύο είδη επιθυμιών, τροφής διά το σώμα και σοφίας δι' εκείνο, όπερ εν ημίν είναι το θειότατον, επειδή αι κινήσεις του ισχυροτέρου νι- κώσι και αυξάνουσι το μέρος αυτών, ενώ την ψυχήν καθιστώσι μωράν και δύσκολον να μανθάνη και να ενθυμήται, παράγουσι την μεγίστην νόσον, την αμαθίαν. Υπάρχει όμως μία μόνη σωτηρία εις αμφότερα ταύτα, να μη ασκώμεν την ψυχήν άνευ του σώμα- τος μήτε το σώμα άνευ της ψυχής, ίνα ούτω υπερασπιζόμενα το έν C. | κατά του άλλου γίνωνται ισόρροπα και υγιά. Ο μαθηματι- κός (95) λοιπόν ή ο εργαζόμενος με τον νουν αυτού συντόνως ε;iς τινα άλλην επιστήμην πρέπει να δίδη και εις το σώμα την απαι- τουμένην άσκησιν, προσοικειούμενος την γυμναστικήν, και πάλιν ο επιμελώς περιποιούμενος το σώμα του πρέπει να αποδίδη αντί τούτου τας κινήσεις της ψυχής του, μεταχειριζόμενος μουσικήν και μελετών πάσαν φιλοσοφίαν, εάν μέλλη δικαίως να ονομάζηται συνάμα μεν ωραίος, συνάμα δε αγαθός αληθώς.
Και συμφώνως προς αυτά ταύτα πρέπει να θεραπεύωμεν και τα ιδιαίτερα μέλη του σώματος, μιμούμενοι τα συμβαίνοντα εις το σύμπαν. Δηλαδή επειδή το σώμα καίεται και ψύχεται από τα Δ. | εισερχόμενα, και πάλιν από τα έξω πράγματα ξηραίνεται και υγραίνεται και δέχεται εντυπώσεις συμφώνους με ταύτα τα πρά- γματα ένεκα των δύο κινήσεων τούτων, όταν τις παραδίδη έρμαιον εις τας κινήσεις ταύτας το σώμα του ενώ ευρίσκεται εις ανάπαυ- σιν, τούτο νικηθέν υπ' αυτών καταστρέφεται. Εάν όμως μιμήται εκεί- νην, την οποίαν ωνομάσαμεν μητέρα και τροφόν του παντός (96) και δεν αφίνη ποτέ το σώμα του να μένη εις ησυχίαν, αλλά το κινή και διαρκώς προξενή εις αυτό όλον σεισμούς τινας, τότε το υπε- Ε. | ρασπίζει συμφώνως προς την φύσιν κατά των εξωτερικών και εσωτερικών κινήσεων, και με τον μέτριον τούτον σεισμόν βάλλει εις τάξιν κατά συγγένειαν προς την αμοιβαίαν αυτών θέσιν τας πλανωμένας εντυπώσεις του σώματος και τα μέρη αυτού συμ- φώνως προς όσα είπομεν πρότερον ομιλούντες περί του παντός. Ο πράττων ταύτα δεν θα θέση εχθρόν πλησίον εχθρού ούτε θα αφίση να γεννηθώσι πόλεμοι και ασθένειαι εις το σώμα αυτού, αλλά θα κάμη ώστε φίλος τεθείς πλησίον φίλου να παρέχη την 89. | υγιείαν. Αφ' ετέρου εκ των κινήσεων αρίστη είναι η γινο- μένη εν εαυτή και αφ' εαυτής (διότι είναι συγγενεστάτη με την κίνησιν της διανοίας και της του σύμπαντος), χειροτέρα δε είναι η γινομένη υπ' άλλου, και χειρίστη είναι εκείνη ήτις εις το σώμα, όταν κατάκειται και ησυχάζη, δίδεται υπό άλλων κατά τα ιδιαίτερα μέρη αυτού. Διά τούτο εκ των καθάρσεων και των αναπλάσεων του σώματος εκείνη, η οποία γίνεται διά της γυμναστικής είναι η αρίστη· δευτέρα δε έρχεται η διά των αιωρήσεων, είτε εντός πλοίων είτε εντός οιωνδήποτε οχημάτων γίνονται χωρίς να προ- Β. | ξενώσι κόπον. Τρίτον δε είδος κινήσεων είναι χρήσιμον μό- νον, όταν απολύτως αναγκάζεται τις, άλλως δε δεν πρέπει ουδέ- ποτε να το δέχηται όστις έχει νουν, και τούτο είναι το γινόμενον διά φαρμακευτικής καθάρσεως χάριν ιατρείας. Διότι τα νοσήματα, όσα δεν έχουσι μεγάλους κινδύνους δεν πρέπει να τα ερεθίζωμεν με φάρμακα. Και τω όντι, η πορεία των νόσων ομοιάζει τρόπον τινά με την φύσιν των ζώων, διότι και η σύστασις των ζώων έχει περίοδον ζωής προσδιωρισμένην διά τα ιδιαίτερα είδη (97), ομοίως δε έκαστον ζώον καθ' εαυτό έχει εκ φύσεως μοιραίον χρόνον ζωής εξαιρουμένων των αναποφεύκτων παθημάτων. Διότι τα τρίγωνα C. | εκάστου ατόμου ευθύς εξ αρχής αποτελούνται με μίαν προσ- διωρισμένην δύναμιν, ώστε είναι ικανά να διαρκέσωσι μέχρι τινός χρόνου, πέραν του οποίου δεν δύναται να εξακολουθήση η ζωή. Κατά τον αυτόν τρόπον είναι και η σύστασις των νοσημάτων. Και όταν τις καταστρέφη ταύτην έξω του πεπρωμένου χρόνου με φάρμακα, γίνονται συνήθως εκ μικρών μεγάλα νοσήματα και εξ ολίγων πολλά. Διά τούτο πρέπει πάντα τα τοιαύτα νοσήματα να κυβερνά τις με δίαιτας του ζην, καθ' όσον έχει την ευκολίαν, αλλά Δ. | να μη τα ερεθίζη με φάρμακα και να κάμνη δυσκολωτέραν την θεραπείαν του κακού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIII. &Αγωγή ψυχής& (98).
Αρκούσι τα ειρημένα περί του ζώου κατά το σύνολον αυτού και περί του σωματικού μέρους αυτού και περί του τρόπου καθ' ον τις κυβερνών τούτο και κυβερνώμενος (99) υπ' αυτού δύναται να ζήση συμφωνότατα με τον λόγον. Αλλά περισσότερον τούτου και πρότερον αυτού το μέρος εκείνο, όπερ θα παιδαγωγήση αυτό (το σώμα), πρέπει όσον είναι δυνατόν να το προετοιμάσωμεν ούτως, ώστε να είναι κάλλιστον και άριστον προς το έργον της παιδαγωγίας. Να πραγματευθώμεν λοιπόν ακριβώς περί τούτων θα ήτο έργον Ε. | αρκετά μέγα καθ' εαυτό· αλλά εάν τις εν παρέργω θίξη αυτό, αναλόγως προς όσα πρότερον είπομεν, όχι εκτός του προκει- μένου θα ηδύνατο να περάνη αυτό διά του συλλογισμού θεωρών τα πράγματα ως έπεται. Συμφώνως προς εκείνα, τα οποία πολλάκις είπομεν, ότι δηλ. τρία είδη ψυχής κατοικούσιν εντός ημών εις τρεις διαφόρους τόπους, και ότι έκαστον έχει τας κινήσεις του, κατά τον αυτόν τρόπον και τώρα όσον το δυνατόν συντομώτατα πρέπει να είπωμεν, ότι εκείνο εξ αυτών, το οποίον διάγει εις αργίαν και το οποίον ησυχάζει καθ' όλας τας κινήσεις του, εξ ανάγκης γίνε- ται ασθενέστατον. Το δε διάγον εις γυμνάσια είναι ισχυρότατον. 90. | Διά τούτο πρέπει να προσέχωμεν, όπως έχωσι μεταξύ των τας κινήσεις αναλόγους. Και ως προς μεν το είδος της ψυχής, το οποίον είναι εντός ημών κυρίαρχον, πρέπει να νοώμεν τούτο, ότι δηλ. ο Θεός το έδωκεν εις έκαστον ημών ως θείον δαιμόνιον, και είναι εκείνο, το οποίον λέγομεν ότι κατοικεί εις την κορυφήν του σώματος ημών, και το οποίον από της γης μας υψώνει προς την συγγένειαν ημών εν τω ουρανώ. Διότι, και τούτο λέγομεν ορθό- τατα, είμεθα φυτόν όχι γήινον αλλά ουράνιον. Διότι η θεότης, Β. | εκείθεν, οπόθεν η ψυχή έλαβε την πρώτην αρχήν της, κρα- τούσα την κεφαλήν και ρίζαν ημών ανηρτημένην (100), διατηρεί όρθιον όλον το σώμα ημών. Εις εκείνον λοιπόν, ο οποίος δαπανάται εις επιθυμίας ή φιλονικείας και εις ταύτα καταπονείται μεθ' υπερ- βολής, εξ ανάγκης γεννώνται γνώμαι θνηταί, και κατά πάντα τρό- πον, όσον είναι δυνατόν εις ένα να είναι θνητός, ουδέν τούτου λεί- πει απ' αυτόν, διότι μόνον το θνητόν μέρος έχει θρέψη. Εκείνος όμως, όστις παρεδόθη εις την φιλομάθειαν και εις την νόησιν της αλη- θείας, και εκ των δυνάμεων αυτού ταύτας προ πάντων έχει γυ- μνάση, είναι απολύτως αναγκαίον ούτος να νοή πράγματα αθά- C. | νατα και θεία, αν βεβαίως δύναται να φθάση την αλήθειαν· καθ' όσον δε η ανθρωπίνη φύσις δύναται να μετάσχη της αθα- νασίας, κανέν μέρος τούτου δεν θα λείπη εις αυτόν, και επειδή πάντοτε υπηρετεί το θείον και διατηρεί εν τάξει και τιμά τον δαί- μονα, όστις κατοικεί εντός αυτού, θα είναι εξόχως ευδαίμων. Και η θεραπεία όλων είναι μία μόνη πάντοτε, ήτοι να δίδωνται εις έκαστον μέρος αι κατάλληλοι τροφαί και κινήσεις. Αλλ' εις το εν- Δ. | τός ημών κατοικούν θείον συγγενείς κινήσεις είναι τα δια- νοήματα του παντός και αι περιφοραί αυτού. Ταύτας λοιπόν ακο- λουθών έκαστος, και διορθόνων τας κινήσεις, αίτινες κατά την γέν- νησιν ημών διεφθάρησαν εντός της κεφαλής ημών, πρέπει με την μάθησιν των αρμονιών και των κύκλων του παντός να εξομοιώνη το νοούν (υποκείμενον) προς το νοούμενον (αντικείμενον) (101) κατά την αρχικήν φύσιν αυτού, αφού δε εξομοιώση αυτά θα δώση ούτω τέλος εις τον βίον εκείνον τον άριστον, τον οποίον οι θεοί προέθε- σαν διά τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIV. &Περί γενέσεως γυναικών και ζώων (102). Τέλος.&
Α. | Και ήδη εκείνο, όπερ εξ αρχής ανελάβομεν να πραγματευθώ- μεν περί του σύμπαντος μέχρι της γενέσεως του ανθρώπου, δυνά- μεθα να είπωμεν, ότι έφθασεν εις το τέλος αυτού. Διότι ως προς τα άλλα ζώα, με ποίον τρόπον ταύτα εγεννήθησαν, θα κάμωμεν σύντομον λόγον χωρίς να μακρολογήσωμεν περισσότερον του αναγ- καίου. Και ούτω δυνάμεθα να φρονώμεν, ότι ετηρήσαμεν ακριβώς το προσήκον μέτρον εις τους περί αυτών λόγους. Θα είπωμεν λοι- πόν τα τοιαύτα ως εξής: Εκ των γεννηθέντων ανδρών όσοι ήσαν δειλοί και διήλθον την ζωήν αυτών εις αδικίας, κατά πιθανόν λό- γον εις την δευτέραν γέννησιν μετεβλήθησαν εις γυναίκας. Και διά 91. | ταύτα κατ' εκείνον τον χρόνον οι θεοί επενόησαν τον έρωτα της συνουσίας, συστήσαντες έν ζώον έμψυχον εντός ημών των αν- δρών και έν άλλο εις τας γυναίκας, και εδημιούργησαν και το έν και το άλλο κατά τον εξής τρόπον: Τον οχετόν του ποτού εκεί όπου το ποτόν αφού έλθη διά του πνεύμονος υπό τους νεφρούς εις την κύ- στιν, έπειτα αποκρούει αυτό έξω υπό την πίεσιν του αέρος, τον έθεσαν δι' οπής εις συγκοινωνίαν με τον μυελόν, όστις εκ της κεφαλής διά του αυχένος χωρεί διά της σπονδυλικής στήλης, και τον οποίον Β. | εις τους προηγουμένους λόγους ημών ωνομάσαμεν σπέρμα. Ούτος (ο μυελός) επειδή είναι έμψυχος και εύρεν αναπνοήν, εγέν- νησεν εις αυτόν την ζωτικήν επιθυμίαν της εκροής εκείθεν, όθεν δύναται να αναπνέη, και παρήγαγεν ούτω τον έρωτα της γεννή- σεως. Και διά ταύτα το γεννητικόν μόριον (των ανδρών) γενόμενον απειθές και δεσποτικόν, ως ζώον μη υπακούον εις τον λόγον, θέ- λει να εξουσιάζη τα πάντα με τας μανιώδεις επιθυμίας του. Εις δε τας γυναίκας αι λεγόμεναι μήτραι και υστέραι διά τας αυτάς αι- C. | τίας, επειδή υπάρχει εντός αυτών ως ζώον επιθυμούν να γεννά παίδας, όταν μένη χωρίς να παράγη καρπόν πολύν χρόνον μετά την ωρισμένην εποχήν του, αγανακτεί και βαρυθυμεί και πλανώ- μενον πανταχού του σώματος, φράττει τας εξόδους του αέρος, και εμποδίζον την αναπνοήν φέρει το ζώον εις τας εσχάτας αμηχα- νίας, και προξενεί παντοίας άλλας νόσους. Και τούτο (γίνεται), έως ου η επιθυμία και ο έρως συνενώσαντες και τους δύο, τρόπον Δ. | τινα συλλέγοντες καρπόν από δένδρων, σπείρωσιν εις την μή- τραν, ως εις καλλιεργημένον αγρόν ζώα (103), αόρατα διά την σμι- κρότητα αυτών και άπλαστα ακόμη, έπειτα τα διαχωρίσωσι και τα θρέψωσι μέσα όσον να γίνωσι μεγάλα, και μετά τούτο τα φέ- ρωσιν εις το φως και τελειώσωσι την γέννησιν αυτών. Αι γυναί- κες λοιπόν και όλον το θηλυκόν γένος τοιαύτην έλαβον γέννησιν.
Το γένος έπειτα των πτηνών παρήχθη διά μεταμορφώσεως, γεννών πτερά αντί τριχών, από άνδρας ακάκους αλλά κούφους, και οίτινες ομιλούσι περί των ουρανίων πιστεύοντες διά την μω- Ε. | ρίαν των ότι διά της όψεως ευρίσκουσι τας βεβαιοτάτας απο- δείξεις περί τούτων (104). Το δε χερσαίον και άγριον γένος εγεννήθη εξ εκείνων, οίτινες δεν ασχολούνται εις την φιλοσοφίαν και δεν εξετάζουσι τίποτε περί της φύσεως του ουρανού, διότι δεν μετα- χειρίζονται τους κύκλους της κεφαλής, αλλά ακολουθούσιν ως οδηγούς μόνον τα μέρη της ψυχής, τα οποία είναι εις τα στήθη. Ένεκα των έξεων τούτων στηρίζουσιν εις την γην τα έμπροσθεν μέλη και τας κεφαλάς, ελκόμενα εις αυτήν υπό της συγγενείας, και έχουσι τας κεφαλάς επιμήκεις (105) και πολυειδείς, κατά τον τρό- πον κατά τον οποίον οι κύκλοι της ψυχής των συνεθλίβησαν υπό της αργίας. Εκ ταύτης δε της αιτίας η γενεά αυτών έγεινε με 92. | τέσσαρας και περισσοτέρους πόδας, καθ' όσον ο Θεός έδωκε μεγαλύτερον αριθμόν βάσεων εις τα έχοντα περισσοτέραν έλλειψιν φρενών, ίνα έλκωνται περισσότερον εις την γην. Όσα δε εξ αυ- τών είναι όλως εστερημένα νου και απλώνουσιν εις την γην ολό- κληρον το σώμα αυτών, επειδή δεν είχον πλέον χρείαν ποδών, τα παρήγαγον άνευ ποδών και έρποντα επί της γης. Το δε τέ- ταρτον γένος, το οποίον ζη εις τα ύδατα, εγεννήθη εξ εκείνων, οίτινες είναι εντελώς ανόητοι και αμαθείς, τους οποίους οι θεοί, οι Β. | μεταπλάττοντες, δεν έκριναν αξίους ούτε καθαράς αναπνοής, διότι είχον την ψυχήν των ακάθαρτον υπό πάσης υπερβολής, αλλά αντί της λεπτής και καθαράς αναπνοής του αέρος απώθησαν αυτούς εις την θολεράν και βαθείαν αναπνοήν του ύδατος. Ούτως εγεννήθη το γένος των ιχθύων και των οστρέων και των άλλων, όσα είναι εντός των υδάτων, και προς τιμωρίαν της αμαθείας αυτών έλαβον την εσχάτην κατοικίαν (106). Και συμφώνως προς πάντα ταύτα τότε και τώρα τα ζώα μεταβαίνουσι το έν εις το άλλο (107) και μεταμορ- φούνται καθ' όσον αποβάλλουσιν ή αποκτώσι νουν ή ανοησίαν (108).
Και τώρα πλέον δυνάμεθα να είπωμεν ότι λαμβάνει τέλος ο λόγος ημών περί του σύμπαντος. Διότι τοιουτοτρόπως εδημιουργήθη ούτος ο κόσμος, όστις περιλαβών τα ζώα τα θνητά και τα αθάνατα, και γενόμενος πλήρης εξ αυτών είναι ούτω ζώον ορατόν, περιέχον τα ορατά πράγματα, εικών του νοητού, Θεός αισθητός, μέγιστος και άριστος, ωραιότατος και τελειότατος, ο κόσμος ούτος είς και μονογενής.
ΚΡΙΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ
Αναγκαίον θεωρούμεν να ανακεφαλαιώσωμεν και να κρίνωμεν ενταύθα τας γενικάς αρχάς της διδασκαλίας του Πλάτωνος περί κόσμου και ψυχής, αφαιρούντες την μυθικήν μορφήν της εκθέσεως. Το ίδιον της φιλοσοφίας του Πλάτωνος, η αθάνατος δόξα αυτού είναι η περί των ιδεών θεωρία και η διαλεκτική μέθοδος. 1) Πάντα τα πράγματα έχουσιν έκαστον μίαν ουσίαν άληπτον υπό των αισθήσεων και μίαν ιδέαν αντιστοιχούσαν εις αυτά, ούτω δε πάντα, πνεύμα και ύλη, χώρος και χρόνος, φυτόν και ζώον κλπ. σύγκεινται εξ ιδεών και στοιχείων νοητών. Η ιδέα είναι η ουσία και η υπόστασις των όντων, είναι η αρχή, ήτις παρέχει εις τα όντα ύπαρξιν (το είναι) και ουσίαν, και δι' ης ταύτα νοούνται και γινώσκονται. 2) Πάσα ιδέα συνδέεται ενδομύχως και αχωρίστως προς την εναντίαν αυτής ιδέαν και αμφότεραι αποτελούσιν έν όλον, ώστε δοθείσης της μιας δίδοται άμα και η ετέρα. Ούτως ο τρόπος του είναι, η αχώριστος μορφή των ιδεών είναι η διαλεκτική, στηριζομένη επί της συνυπάρξεως των εναντίων. Επειδή δε πάσαι αι ιδέαι αλληλουχούνται, ο νους εκ μιας αυτών ορμώμενος δύναται να ανεύρη πάσας τας άλλας και να γνωρίση την φύσιν του παντός.
Αι ιδέαι λοιπόν, τα νοητά, είναι τα μόνα πραγματικά όντα, διότι ταύτα είναι καθολικά και αμιγή, αιώνια και αναλλοίωτα· δεν είναι απλώς υποκειμενικαί έννοιαι, νοήματα ψυχής, αλλ' απ' εναντίας αι έννοιαι ημών προϋποθέτουσι τας ιδέας ως αντικείμενα έχοντα ιδίαν ανεξάρτητον ύπαρξιν. Τα αισθητά όμως, τα οποία απαύστως ρέουσι και μεταβάλλονται, και γεννώνται και φθείρονται, είναι όντα σχετικά και εξηρτημένα, απλά φαινόμενα, εν οις εμφανίζονται αι ιδέαι. Η σχέσις αισθητού και ιδέας είναι σχέσις εικόνος και αρχετύπου, μιμήσεως και παραδείγματος. Το αισθητόν άρα δεν είναι όντως ον, ή άλλως, είναι μη ον, είναι τι γινόμενον. Όπως δε εις το αντίτυπον, εις τον ορατόν κόσμον υπάρχει κλίμαξ όντων από του ατελεστάτου μέχρι του τελειοτάτου, του Σύμπαντος, ούτω και εν τω νοητώ κόσμω αι ιδέαι αποτελούσιν ιεραρχίαν, εις την κορυφήν της οποίας ίσταται η ιδέα του Αγαθού, ήτις δεσπόζει του όλου, και περιέχει και εξηγεί τας άλλας ιδέας, υπερέχουσα αυτών κατά την πραγματικότητα και την τελειότητα. Απέναντι αυτής αι άλλαι είναι υπάλληλοι και εξηρτημέναι, αποτελούσιν όμως ολοκληρωτικόν μέρος της φύσεως αυτής, και εν αυτή ευρίσκουσι την τελειότητα και την ενότητα αυτών, ούτως ώστε εκείνη είναι ο τελικός αυτών σκοπός και αύται υπάρχουσι χάριν εκείνης, ή άλλως, εκείνη παρέχει εις ταύτας το είναι και την ουσίαν. Περιέχει άρα η ιδέα του Αγαθού και το νοητόν και το νοούν και υπερέχει αυτών. Αλλά τι είναι αυτό το Αγαθόν δεν ορίζει ο Πλάτων. Την ιδέαν του Αγαθού καλεί Θεόν, αι άλλαι είναι (κατώτεροι) Θεοί.
Έχομεν ούτω την ιδέαν, ήτις είναι η μόνη πραγματικότης, το παντελώς ον, και διά τούτο εκτός αυτής ουδέν υπάρχει, ει μη το (σχετικώς) μη ον. Αλλ' η ιδέα ως κατ' εξοχήν πραγματικότης είναι και η υπερτάτη ενέργεια, είναι το ον, όπερ ποιεί το μη ον μέτοχον εαυτού, εικόνα εαυτού, και ούτως αύτη μεν γίνεται αιτία ποιητική, αρχή δημιουργική, το δε μη ον γίνεται τοιούτον τι, οίον είναι το ον. Αύτη είναι η θεία &αγαθότης&. Το απόλυτον αγαθόν γεννά το σχετικόν αγαθόν, αγαθόν δ' είναι ή μετέχει του αγαθού πάσα ύπαρξις θετική. Μόνη η απόλυτος άρνησις είναι το κακόν. Ούτως ο Πλάτων την Κοσμογονίαν εξηγεί μόνον διά της θείας αγαθότητος, το δε στοιχείον της ανάγκης προσθέτει έξωθεν διά της ύλης. Επειδή δε το αγαθόν έγκειται κυρίως εν τη αναλογία και τω νόμω, εν τη τάξει και εν αρμονία, ενί λόγω εν τη ενότητι, ο Πλάτων την ενότητα πανταχού ζητεί να καταλάβη και εξηγήση. Αδιαφορών προς τα φαινόμενα μεταρσιούται εις τον Ουρανόν των ιδεών και πλήρης ενθέου ζέσεως μελετά την υπόστασιν των πραγμάτων, το όντως ον, την ιδέαν, ης ίδιον χαρακτηριστικόν είναι η ενότης και η δημιουργία της ενότητος, ήτοι η εις έν αρμονικόν σύστημα διάταξις του παντός.
Αι πρώται αρχαί της Φύσεως είναι ο &χώρος& και ο &χρόνος&, ήτοι αι δύο μορφαί της εξωτερικότητος των όντων, οι δύο όροι της κινήσεως και της γενέσεως. Τας ιδέας ταύτας προσδιορίζει ο Τίμαιος τον μεν χρόνον εν κεφ. Χ - XI τον δε χώρον εν κεφ. XIII. Όπως η κίνησις και η γένεσις υπήρξαν αείποτε «αεί γενόμεναι» σ. 27 «και πριν ουρανόν γενέσθαι» σελ. 52, ούτω και ο αχώριστος απ' αυτών χρόνος είναι άπειρος, μήτε αρχήν έχων μήτε τέλος, της ακινήτου αιωνιότητος αιώνιος κινητή εικών, ρέουσα διηνεκώς και προσδιοριζομένη δι' αριθμών. Μόνον το μέτρον του χρόνου γεννάται διά της κινήσεως των αστέρων. Εξ άλλου ο &χώρος& είναι το δοχείον πασών των μορφών, των εικόνων των ιδεών, και αν δεν είναι αυτή η ύλη, είναι πάντοτε αχώριστος της &ύλης&, ήτις είναι η ιδέα του μη όντος, η καθαρά δυνατότης, ην γονιμοποιεί η υπερτάτη πραγματικότης, η Ιδέα. Ο Πλάτων λέγει, ότι είναι δύσκολον να εννοηθή η ιδέα της ύλης, διότι αληθώς είναι δυσχερής ο ορισμός αυτής, αλλά και διότι αυτός ο φιλόσοφος, όπως θεωρεί πάσας τας ιδέας εκτός της συστηματικής υπάρξεως αυτών, ούτω και την ύλην, αποκόπτων από του όλου και εξετάζων αυτήν εν τη αφηρημένη ταύτη καταστάσει της, συλλαμβάνει ως την απόλυτον αδιοριστίαν. Οπωσδήποτε η ιδέα της ύλης είναι αιώνιος, όπως αιώνιος είναι ο χώρος και τα γεωμετρικά σχήματα αυτού και αι σχέσεις και οι νόμοι αυτών· πάντα είναι τα μέρη του θείου λόγου, της απολύτου ιδέας.
Η ύλη λοιπόν ως δυνατότης του κόσμου υπήρξε πάντοτε εν τη απολύτω ιδέα· αείποτε άρα υπήρξε κίνησις και μορφή τις εν τω κόσμω, διότι η ιδέα ως ψυχή και νους εισδύουσα εις τον κόσμον πάντοτε ενεργεί, ίνα πραγματοποιή αυτόν. Όμως η τελεία τάξις και διακόσμησις δεν πραγματοποιείται αμέσως, αλλά διαδοχικώς και προοδευτικώς διακοσμείται το παν συμφώνως προς τας ιδέας, το αυτοζώον. Ο κόσμος άρα είναι γεννητός, ρέει και γεννάται πάντοτε, είναι διηνεκής γένεσις, ουχί μεν αΐδιος, αλλά και άνευ αρχής εν χρόνω. Την παράλογον παράστασιν του &χάους& δεν ήτο δυνατόν να παραδεχθή ο Πλάτων, εκτός εάν ως χάος νοήται ατελής τις διάταξις σχετικώς προς άλλην τελειοτέραν. Ο κόσμος όμως είναι πάντοτε ζώον έμψυχον και έννουν.
Η ψυχή ως μέσος όρος μεταξύ του νοητού και υλικού, του αμεταβλήτου και του μεταβλητού, της ιδέας και της ύλης, συνδέουσα ταύτα προς άλληλα, διαμορφοί, διοργανοί και ζωοποιεί την ύλην κινούσα αυτήν και προσδιορίζουσα κατά αριθμητικάς και γεωμετρικάς σχέσεις, και απεργάζεται αυτήν πραγματικόν ομοίωμα των ιδεών. Ούτως ο κόσμος είναι είς, τέλειος την μορφήν (σφαιροειδής), περιστρέφεται απαύστως περί το αυτό κέντρον, είναι αυτάρκης και μηδενός έχων χρείαν είναι ευδαίμων Θεός μονογενής.