Τίμαιος, Τόμος Β

Part 4

Chapter 446 wordsPublic domain

&Φλέβες&. Αναπνοή — Εκπνοή. Ότε λοιπόν παρήγαγον πάντα ταύτα τα γένη οι ανώτεροι προς τροφήν ημών των κατωτέρων, ήνοιξαν οχετούς εις το σώμα ημών, όπως ορύττονται οχετοί εις τους κήπους, διά να ποτίζηται ως από ρεύμα πηγής. Και πρώτον Δ. | μεν κατεσκεύασαν δύο κρυφούς οχετούς εκεί ένθα το δέρμα προσφύεται εις την σάρκα, ήτοι τας δύο νωτιαίας φλέβας (68), όπως και το σώμα ήτο διπλούν, έχον μέρη δεξιά και μέρη αριστερά. Τας φλέβας ταύτας διηύθυναν παρά την ράχιν περιλαμβάνοντες εις το μέσον τον γόνιμον μυελόν, ίνα και ούτος διατελή, όσον εί- ναι δυνατόν, θαλερός, και ίνα ο υπό του αίματος ποτισμός των άλ- λων, γινόμενος εντεύθεν ευκολώτερος, ως ρέων από υψηλού εις χαμηλόν μέρος, καθίστα ομαλήν την ύδρευσιν των μερών τού- των (69). Μετά δε ταύτα διαιρέσαντες τας φλέβας ταύτας πέριξ της Ε. | κεφαλής και συμπλέξαντες αυτάς μεταξύ των έδωκαν εις αυ- τάς εναντίαν διεύθυνσιν, τας μεν εκ δεξιών ερχομένας στρέψαντες προς τα αριστερά, τας δε εξ αριστερών προς τα δεξιά, όπως ούτω υπάρχη παρεκτός του δέρματος και άλλος δεσμός της κεφαλής με το σώμα, επειδή αύτη δεν είχε περικυκλωθή υπό νεύρων κατά την κορυφήν, και ίνα ωσαύτως η εντύπωσις των αισθήσεων και εκ του ενός και εκ του άλλου των μερών τούτων δύναται να μεταδί- δηται εις όλον το σώμα. Έπειτα δε διέταξαν την του υγρού κυ- κλοφορίαν κατά τοιούτον τινα τρόπον, τον οποίον θα εννοήσωμεν ευ- 78. | κολώτερον, αν πρώτον συμφωνήσωμεν περί των εξής: ότι πάντα τα πράγματα, τα οποία σύγκεινται από στοιχεία μικρότερα, κρατούσι τα μεγαλύτερα, όσα δε συνίστανται εκ μεγαλυτέρων δεν δύνανται να κρατώσι τα μικρότερα· και ότι το πυρ εκ πάντων των ειδών είναι το έχον τα σμικρότερα μέρη, και διά τούτο &διαχωρεί& διά του ύδατος, της γης και του αέρος και πάντων όσα εκ τούτων αποτελούνται, και ουδέν δύναται να κρατήση αυτό. Το αυτό ακρι- βώς πρέπει να νοήσωμεν και περί της κοιλίας ημών, ότι δηλ. τας τροφάς και τα ποτά όταν εισέρχωνται εις αυτήν, τα κρατεί, αλλά Β. | τον αέρα και το πυρ, τα οποία αποτελούνται από μέρη μι- κρότερα αυτής, δεν δύναται να κρατή. Τα δύο ταύτα λοιπόν μετ- εχειρίσθη ο Θεός, ίνα διοχετεύη το υγρόν εκ της κοιλίας εις τας φλέβας, δηλ, συνύφανε πλέγμα εξ αέρος και πυρός, ως είναι οι αλι- ευτικοί κάλαθοι, έχον εις το στόμα δύο σάκκους εκ των οποίων τον ένα έπλεξε δισχιδή. Από τους σάκκους τούτους εξέτεινε τρόπον τινά σχοίνους ολόγυρα πανταχού μέχρι των άκρων του πλέγμα- τος. Και τα μεν εσωτερικά μέρη του δικτύου τούτου τα έκαμεν C. | όλα από πυρ, τους σάκκους δε και το κοίλον μέρος (δοχείον) από αέρια στοιχεία. Έπειτα λαβών όλον τούτο το έθεσεν εις το ήδη πεπλασμένον ζώον, κατά τον εξής τρόπον: Τον ένα σάκκον εισήγαγεν εις το στόμα, επειδή δε αυτός ήτο διπλούς, το έν μέρος του κατεβίβασε διά της τραχείας αρτηρίας εις τον πνεύμονα, το δε άλλο πλησίον της αρτηρίας εις την κοιλίαν. Τον δε άλλον σάκ- κον, αφού έσχισεν αυτόν, διεβίβασε και τα δύο ταύτα μέρη διά των οχετών της ρινός, έχοντα συγκοινωνίαν με τον πρώτον, ούτως ώστε όταν εκείνος δεν ήθελε διέλθει διά του στόματος, να πληρώνται εκ τούτου και πάντα τα ρεύματα του άλλου (70). Το άλλο δε μέρος Δ. | του πλέγματος προσεκόλλησεν εις το κοίλον μέρος του σώ- ματος ημών, και το όλον τούτο ομού έκαμεν άλλοτε να συρρέη ομαλώς εις τους σάκκους, διότι είναι εξ αέρος, άλλοτε δε οι σάκ- κοι να ρέωσιν οπίσω. Ούτω δε το πλέγμα, επειδή το σώμα ημών είναι αραιόν, έκαμον άλλοτε μεν να εισδύη εις τούτο, και πάλιν άλλοτε να εξέρχηται, αι δε ακτίνες του εσωτερικού πυρός, αίτινες είναι συνδεδεμέναι με αυτό, να το ακολουθώσι καθ' όσον ο αήρ κινείται προς την μίαν ή την άλλην διεύθυνσιν. Και έκαμον τούτο Ε. | να μη παύση ποτέ να γίνηται, εφ' όσον υπάρχει το θνητόν ζώον. Εις αυτό δε ο θέσας τα ονόματα λέγομεν, ότι τα ωνόμασεν &ανα- πνοήν& και &εκπνοήν&.

Και πάσα αύτη η ενέργεια και το πάθος τελείται εις το σώμα ημών ούτως, ώστε τούτο ποτιζόμενον και δροσιζόμενον να δύνα- ται να τρέφηται και να ζη. Διότι οσάκις η αναπνοή εισέρχηται και εξέρχηται, και το πυρ το μετ' αυτής συνδεδεμένον ακολουθή αυτήν, και πάντοτε υψούμενον και ταπεινούμενον εισέρχηται διά 79. | της κοιλίας και έρχηται εις επαφήν με τας τροφάς και τα ποτά, διαλύει ταύτα, τα διαιρεί εις μικρά τεμάχια, τα φέρει διά των εξόδων, διά των οποίων διέρχεται, ως από πηγής εις τους οχετούς χύνον πάλιν αυτά εις τας φλέβας και κάμνει τα ρεύματα ταύτα των φλεβών να ρέωσι διά του σώματος ως διά τινος αύλακος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVI. &Περί αναπνοής (συνέχεια).&

Ας εξετάσωμεν τώρα πάλιν την λειτουργίαν της &αναπνοής&, διά ποίων αιτίων έγεινε τοιαύτη, οποία τώρα υπάρχει. Λοιπόν (έγει- Β. | νεν) ως εξής: Επειδή ουδέν υπάρχει κενόν, εις το οποίον να δύναται να εισέλθη πράγμα κινούμενον, η δε πνοή απωθείται υφ' ημών έξω, είναι ήδη φανερόν το επακόλουθον εις τούτο, ότι δηλ. αύτη δεν (εξέρχεται) εις το κενόν, αλλ' αποδιώκει εκ της θέσεώς του τον πλησίον αέρα, ούτος δε ωθούμενος αποδιώκει τον πλησίον του πάντοτε, και ούτως αναγκαίως ωθείται κυκλικώς όλος, έως ου εισέλθη εις την θέσιν, όθεν εξήλθεν η αναπνοή, και αναπληρώ- σας αυτήν, πάλιν παρακολουθεί την εκπνοήν. Και τούτο γίνεται συγχρόνως όλον, ως τροχός περιστρεφόμενος, διότι κενόν δεν C. | υπάρχει. Διά τούτο βέβαια το στήθος και ο πνεύμων, όταν εξάγη την πνοήν, πάλιν πληρούται υπό του αέρος, όστις είναι πέ- ριξ του σώματος και εισέρχεται και εισχωρεί διά των αραιών σαρ- κών. Και πάλιν έπειτα αποσυρόμενος ο αήρ και εξερχόμενος διά του σώματος κύκλω, ωθεί μέσα την αναπνοήν διά της διόδου του στόματος και των μυκτήρων. Η αιτία δε διά την οποίαν τούτο έλαβεν αρχήν, πρέπει να δεχθώμεν ότι είναι η εξής: Παν ζώον έχει Δ. | θερμότατα τα εντός αυτού πλησίον του αίματος και των φλε- βών, ως εάν υπήρχε πηγή πυρός εν αυτώ, και τούτο ωμοιάσαμεν με το πλέγμα ψαροκοφίνου, (ειπόντες) ότι όλον το μέρος, το οποίον εκ- τείνεται εις το μέσον, είναι πεπλεγμένον εκ πυρός, ενώ το άλλο, όσον κείται έξωθεν, είναι εξ αέρος. Η θερμότης όμως, πρέπει να το ομολογήσωμεν, φυσικώς φέρεται έξω προς την εαυτής θέσιν και προς την άλλην θερμότητα την ομοίαν με αυτήν. Αλλ' επειδή δύο υπάρχουσιν έξοδοι, η μία διά της επιφανείας του σώματος και η Ε. | άλλη διά του στόματος και των μυκτήρων, οσάκις (η θερμότης αύτη) ορμά προς το έν μέρος, ωθεί άμα τον αέρα όστις είναι προς το άλλο, ο δε αποκρουσθείς πίπτων εις το πυρ θερμαίνεται, ενώ ο εξ- ελθών ψύχεται. Επειδή δε ούτω η θερμότης μεταβάλλει θέσιν και ο χώρος ο πλησίον της άλλης εξόδου γίνεται θερμότερος, πάλιν το θερμότερον ρέπον προς ταύτην, ως φερόμενον προς την ομοίαν με αυτόν φύσιν, απωθεί το ευρισκόμενον εις το άλλο μέρος. Τούτο δε πάσχουσα και ανταποδίδουσα διηνεκώς τα αυτά, γεννά κύκλον χωρούντα εμπρός και οπίσω και παράγοντα δι' αμφοτέρων (των ωθήσεων) την αναπνοήν και εκπνοήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVII. &Εξήγησις άλλων φυσικών φαινομένων.&

Και τώρα κατά τον αυτόν τρόπον δυνάμεθα να εύρωμεν 80. | τας αιτίας των επενεργειών των ιατρικών σικυών, της καταπόσεως, της κινήσεως των ριπτομένων σωμάτων, είτε των υψουμένων εις τον αέρα, είτε των ριπτομένων επί της γης (71), καθώς και των ήχων όσοι φαίνονται ταχείς και βραδείς, οξείς και βαρείς (72), οίτινες άλλοτε μεν έρχονται εις ασυμφωνίαν διά την ανωμαλίαν της κινήσεως, την οποίαν γεννώσιν εις ημάς, άλλοτε δε εις αρμονίαν διά την ομαλότητα. Διότι τας κινήσεις των πρότερον ερχομένων και ταχυτέρων ήχων οι βραδύτεροι ήχοι φθάνουσιν, όταν εκείναι αι κινήσεις μέλλωσι να παύσωσι και να Β. | έλθωσιν ούτω εις ομοιότητα με εκείνας, δι' ων αυτοί οι ήχοι οι ερχόμενοι ύστερον τας κινώσι. Καταφθάνοντες δε ούτω δεν τας διαταράττουσι προσθέτοντες νέαν κίνησιν, αλλά προσάπτοντες αρ- χήν κινήσεως βραδυτέρας εις την της ταχυτέρας, ήτις καταλήγει εις το να γίνη ομοία με αυτήν, αποτελούσι διά της μίξεως του οξέος και του βαρέος μίαν μόνην εντύπωσιν. Όθεν εις μεν τους άφρονας προξενούσιν ηδονήν, εις δε τους έμφρονας ευφροσύνην διά την μίμησιν της θείας αρμονίας, ήτις κατορθούται εις θνητάς κινήσεις.

C. | Προσέτι δε και ως προς τα ρεύματα πάντα των υδάτων, και τας πτώσεις των κεραυνών και τα θαυμάσια των ηλέκτρων και των Ηρακλείων λίθων (μαγνήτου) ένεκα της έλξεως (73), εις ουδέν τούτων υπάρχει ποτέ δύναμις ελκτική. Αλλά διότι δεν υπάρχει ουδέν κενόν και τα πράγματα απωθούνται κύκλω αμοι- βαίως, και διότι πάντα διηρημένα και ηνωμένα πορεύονται έκα- στον αμοιβαίως εις την οικείαν θέσιν του, διά της προς άλληλα πλοκής όλων τούτων των παθημάτων, θα φανή εις τον μεθοδικώς ζητούντα ότι παράγονται τα θαύματα ταύτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVIΙΙ. &Φύσις και κίνησις του αίματος. Θρέψις και αύξησις του σώ- ματος. Γήρας και θάνατος.&

Δ. | Και λοιπόν και η &αναπνοή&, εκ της οποίας έλαβεν αρχήν ο λόγος ούτος, γίνεται, ως είπομεν πρότερον, κατά τούτον τον τρόπον και διά τούτων των μέσων: Το πυρ κατακόπτει τας τρο- φάς και παρακολουθούν την πνοήν, ήτις υψούται έσωθεν, διά ταύ- της της συνανυψώσεώς του εκ της κοιλίας γεμίζει τας φλέβας, μετα- βιβάζον εξ αυτών τας κεκομμένας (χωνευμένας) τροφάς. Και ούτως αι πηγαί της θρέψεως επιρρέουσιν (ίνα ποτίσωσιν) όλον το σώμα εις πάντα τα ζώα. Ταύτα δε τα κομμάτια, ενόσω είναι νέα και παρά- Ε. | γονται από συγγενείς ουσίας, άλλα μεν από καρπούς άλλα δε από χόρτα, τα οποία ο Θεός εφύτευσε δι' αυτό ακριβώς, ίνα είναι τροφή εις ημάς, διατηρούσι ποικιλώτατα χρώματα ένεκα της μίξεως. Αλλά το χρώμα, όπερ κατά το πλείστον επικρατεί, είναι το ερυθρόν χρώμα, χαρακτηριστικόν δημιουργηθέν εκ της κόψεως του πυρός και της εντυπώσεως την οποίαν έκαμεν εις το υγρόν. Όθεν το χρώμα του υγρού, το οποίον ρέει εις το σώμα, έχει την όψιν την οποίαν περιεγράψαμεν, καλούμεν δε αυτό αίμα, και εί- 81. | ναι η τροφή των σαρκών και όλου του σώματος, και εξ αυ- τού όλα τα μέλη αντλούντα γεμίζουσι τους τόπους, οίτινες κε- νούνται.

Ο δε τρόπος της πληρώσεως και της κενώσεως γίνεται, όπως γίνεται η κίνησις παντός πράγματος εις το σύμπαν, καθ' ην έκα- στον πράγμα φέρεται προς το συγγενές (όμοιον) αυτού. Διότι τα πράγματα τα υπάρχοντα πέριξ ημών έξω διαρκώς μας διαλύουσι και διανέμουσι το αφαιρεθέν, αποστέλλοντα εις τα καθ' έκαστα είδη ό,τι είναι της αυτής φύσεως. Και τα μέλη λοιπόν τα έχοντα αίμα εντός ημών, τα οποία κατεκόπησαν και είναι περικεκαλυμμένα Β. | υπό του οργανισμού εκάστου ζώου, όπως ημείς υπό του ουρα- νού, αναγκάζονται να μιμώνται την κίνησιν του παντός. Και ούτω ενώ πορεύεται προς το συγγενές του έκαστον των πραγμάτων, τα οποία εκόπησαν εντός ημών, το κενωθέν πληρούται πάλιν. Και όταν το εξερχόμενον είναι περισσότερον του εισερχομένου, κατα- στρέφεται το όλον, όταν δε ολιγώτερον, αυξάνεται το όλον (74). Όταν λοιπόν η σύστασις του ζώου είναι νέα και έχη τα τρίγωνα και- νουργή, ως εάν μόλις ήρχοντο από την ρίζαν των στοιχείων, έχει C. | τότε ισχυράν την συνοχήν των μερών προς άλληλα, ενώ ο όλος όγκος αυτής είναι απαλός, διότι προ μικρού εγεννήθη εκ του μυε- λού και ετράφη με το γάλα (75). Τα δε τρίγωνα εκείνα, τα οποία αύτη δέχεται εντός εαυτής έξωθεν εισελθόντα, εκ των οποίων απο- τελούνται αι τροφαί και τα ποτά, επειδή είναι παλαιότερα των δικών της τριγώνων και διά τούτο ασθενέστερα, αύτη τα κατα- νικά κόπτουσα αυτά με τα καινουργή τα ιδικά της, και καθιστά το ζώον μέγα, τρέφουσα αυτό εκ πολλών στοιχείων ομοίων. Αλλά όταν η γενεά (76) των τριγώνων τούτων χαλαρωθή διά τους πολλούς αγώνας, τους οποίους επί πολύν χρόνον εναντίον πολλών ηγωνί- Δ. | σθη, ταύτα δεν δύνανται πλέον να κόπτωσι τα της τροφής, τα οποία εισέρχονται, ούτως ώστε να τα αφομοιώσι προς εαυτά, αλλά αυτά ταύτα υπό των έξωθεν εισερχομένων κόπτονται ευκό- λως. Εξασθενίζεται τότε όλον το ζώον νικηθέν τοιουτοτρόπως, και το πάθος τούτο ονομάζεται &γήρας&. Και επί τέλους, όταν οι δε- σμοί, οίτινες συνδέουσι τα τρίγωνα του μυελού, καταβληθέντες υπό του κόπου δεν αντέχωσι πλέον, αφίνουσι να διαλυθώσι και οι δεσμοί της ψυχής. Αύτη δε κατά φύσιν ελευθερωθείσα (από του Ε. | σώματος), πετά μετά χαράς, Διότι παν ό,τι είναι εναντίον της φύσεως είναι δυσάρεστον, ό,τι δε γίνεται σύμφωνα με την φύσιν είναι ευάρεστον. Και ο θάνατος λοιπόν ομοίως, ο προερχόμενος από νόσους και πληγάς είναι δυσάρεστος και βίαιος, αλλ' εκεί- νος, όστις μετά του γήρατος έρχεται εις τέλος σύμφωνον με την φύσιν, είναι ο μάλλον άπονος των θανάτων και γίνεται με ευχα- ρίστησιν μάλλον παρά με λύπην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIX. &Νοσολογία& (77).

Ως προς τας νόσους, πόθεν προέρχονται αύται, είναι φανερόν ίσως εις πάντας. Τω όντι, επειδή τέσσαρα είναι τα είδη, εκ των 82. | οποίων συνεπήχθη το σώμα, γη, πυρ, ύδωρ και αήρ, αφθο- νία ή έλλειψις τούτων παρά φύσιν, και μεταβολή γινομένη εκ του οικείου αυτών τόπου εις ξένον, ή και το να προσλαμβάνη έκαστον εις εαυτό ιδιότητα μη αρμόζουσαν εις αυτό, είτε του πυρός είτε άλλου είδους, (διότι υπάρχουσι πολλαί ιδιότητες ενός είδους), πάντα ταύτα και άλλα τοιαύτα παράγουσι διαταράξεις και νοσήματα. Διότι, όταν παράγεται ή μετατοπίζεται παρά φύσιν έν τούτων, θερμαίνονται εκείνα τα οποία ήσαν ψυχρά πρότερον, τα δε ξηρά Β. | γίνονται ύστερον υγρά, και τα κούφα βαρέα, και δέχονται πάσας τας δυνατάς μεταβολάς. Τω όντι, μόνον όταν το αυτό εις το αυτό πράγμα κατά την αυτήν έννοιαν και τον αυτόν τρόπον και κατ' αναλογίαν προστίθεται και αφαιρείται, μόνον τότε το πράγμα είναι ακόμη το αυτό προς εαυτό και σώον και υγιές. Αλλ' εκείνο, το οποίον ήθελε παραβή τινα εκ τούτων των όρων, είτε εισερχόμενον είτε εξερχόμενον, προξενεί ποικίλας μεταβολάς και νόσους και απείρους φθοράς.

C. | Και επειδή κατά φύσιν έγειναν δεύτεραι πάλιν συνθέ- σεις (78), ο θέλων να σκεφθή θα έλθη εις νέαν αναγνώρισιν νοσημά- των. Τω όντι, επειδή ο μυελός, το οστούν, η σαρξ και το νεύρον συνεστήθησαν εκ των πρώτων ειδών, προσέτι δε και το αίμα, αλλά κατά τρόπον διάφορον, τα πλείστα των νοσημάτων συμβαί- νουσι καθώς είπομεν πρότερον, αλλά τα μέγιστα και βαρέα γί- νονται τοιαύτα κατά τον εξής τρόπον: Όταν η γένεσις τούτων (των δευτέρων συνθέσεων) συμβαίνη αντίστροφα, τότε αύται φθεί- ρονται. Διότι κατά φύσιν αι σάρκες και τα νεύρα γίνονται εξ αί- Δ. | ματος, τα μεν νεύρα εκ των ινών αυτού διά την ταυτότητα της φύσεως, αι δε σάρκες εκ του επιλοίπου, όπερ πηγνύεται, καθ' όσον αποχωρίζεται των ινών (79). Το εξερχόμενον δε πάλιν εκ των νεύρων και της σαρκός, υγρόν γλοιώδες και παχύ, χρησιμεύει εις το να προσκολλά την σάρκα εις τα οστά και συνάμα να τρέφη και να αυξάνη αυτό το πέριξ του μυελού οστούν. Και το στραγγι- ζόμενον διά της πυκνότητος των οστών, ήτοι το καθαρώτατον εί- δος των τριγώνων, και λειότατον και παχύτατον, ρέον και στά- Ε. | ζον από τα οστά, ποτίζει τον μυελόν. Και όταν πάντα γίνων- ται κατά τούτον τον τρόπον, ως επί το πλείστον επικρατεί &υγιεία&, όταν δε κατ' ενάντιον τρόπον, &νόσος&. Διότι όταν η σαρξ φθειρο- μένη εκβάλλη αντιστρόφως το διεφθαρμένον υγρόν εις τας φλέ- βας, τότε μετά του αέρος (80) υπάρχει εις τας φλέβας αίμα άφθονον και παντός είδους, ποικίλον εκ των χρωμάτων και των πικριών και ακόμη εκ των οξέων και αλμυρών χυμών, πλήρες από χολάς και ιχώρας (ορούς) και φλέγματα παντοειδή. Διότι, επειδή πάντα γίνονται αντιστρόφως και διαφθείρονται, καταστρέφουσιν αυτό το 83. | αίμα πρώτον, και μη δίδοντα πλέον καμμίαν τροφήν εις το σώμα, μεταφέρονται πανταχού διά των φλεβών, χωρίς να διατη- ρώσι πλέον την τάξιν της φυσικής κυκλοφορίας (περιόδους) (81), πο- λεμούντα μεν αυτά εαυτά, διότι δεν δύνανται να έχωσι καμμίαν ωφέλειαν αυτά εξ εαυτών, εχθρά δε όντα και καταστρεπτικά και διαλυτικά παντός, το οποίον εις το σώμα συντηρείται και μένει εις την θέσιν του. Όσον λοιπόν εκ της σαρκός παλαιότατον ον φθαρή, επειδή δυσκόλως χωνεύεται, γίνεται μέλαν διά την παρα- τεταμένην καύσιν, και επειδή είναι πικρόν, διότι διεφθάρη παντα- Β. | χού, προσβάλλει βαρέως παν μέρος του σώματος, το οποίον δεν έχει ακόμη φθαρή. Και ενίοτε το μέλαν χρώμα αντί της πι- κρότητος αποκτά δριμύτητα, όταν δηλ. η πικρία πολύ λεπτύνε- ται. Άλλοτε δε η πικρία βαφείσα εις το αίμα λαμβάνει χρώμα ερυθρότερον και αν αναμιχθή και μέλαν γίνεται πράσινον (χλοώ- δες). Προσέτι δε το ξανθόν χρώμα μιγνύεται με την πικρίαν, όταν είναι νέα η σαρξ και φθείρηται υπό του πυρός της φλογώσεως. Και πάντα ταύτα τα υγρά έλαβον κοινόν όνομα &χολήν&, δοθέν υπό C. | τινων ιατρών ή και υπό άλλου τινός, όστις ήτο ικανός να προσέχη εις πολλά και ανόμοια πράγματα και να βλέπη ότι εις αυτά υπάρχει έν κοινόν χαράκτηριστικόν άξιον μιας επωνυμίας εις όλα. Τα διάφορα δε είδη της χολής, οσαδήποτε αναφέρονται, από το χρώμα έλαβεν έκαστον αυτών ίδιον όνομα. Ως προς τον ιχώρα δε, ο μεν ορός του αίματος είναι ήμερος, ο δε της μαύ- ρης και οξείας χολής είναι άγριος (δριμύς), όταν ένεκα της θερ- μότητος αναμιγνύεται με αλμυράν δύναμιν (χυμόν)· ονομάζεται δε ούτος οξύ φλέγμα. Εκείνο δε πάλιν, όπερ διά (της επιδράσεως) Δ. | του αέρος διαλύεται εκ νέας και τρυφεράς σαρκός, αφού εξ- ογκωθή υπό του ανέμου και περικυκλωθή υπό της υγρότητος, επειδή εκ του πάθους τούτου γεννώνται πομφόλυγες, των οποίων εκάστη είναι αόρατος διά την σμικρότητα, αλλά όλαι ομού παρου- σιάζουσιν ένα όγκον ορατόν και έχουσι χρώμα λευκόν διά την γέννησιν αφρού, όλη αύτη η φθορά σαρκός τρυφεράς αναμεμι- γμένη με αέρα λέγομεν ότι είναι το &λευκόν φλέγμα. Ορός& δε Ε. | του φλέγματος το οποίον νεωστί εσχηματίσθη είναι ο &ιδρώς& και το &δάκρυον& και όσα άλλα τοιαύτα χύνει το σώμα έξω καθ' ημέραν καθαριζόμενον. Και όλα ταύτα γίνονται αίτια νοσημάτων, όταν το αίμα δεν γίνεται άφθονον φυσικώς εκ των τροφών και των ποτών, αλλ' απεναντίας λαμβάνη όγκον παρά τους νόμους της φύσεως. Καίτοι λοιπόν διαλύονται υπό των νόσων τα μέρη της σαρκός, εάν μένωσιν αι ρίζαι αυτών, η δύναμις του κακού ελατ- τούται εις το ήμισυ, διότι η σαρξ δύναται ευκόλως να αναπλασθή. 84. | Αλλά όταν νοσήση το υγρόν το συνδέον τας σάρκας με τα οστά, και αποχωριζόμενον από των ινών άμα και των νεύρων, δεν γίνεται πλέον τροφή εις το οστούν, ούτε δεσμός της σαρκός με το οστούν, αλλ' ενώ ήτο λιπαρόν και λείον και γλοιώδες, γίνεται τραχύ και αλμυρόν, διότι εξηράνθη υπό της κακής διαίτης, τότε παν το πάσχον τα τοιαύτα φθείρεται αφ' εαυτού υπό τας σάρκας και τα νεύρα και αποχωρίζεται από των οστών. Αι δε σάρκες Β. | πίπτουσαι εκ των ριζών αυτών αφίνουσι τα νεύρα γυμνά και πλήρη άλμης, εμπίπτουσαι δε πάλιν εις το ρεύμα του αίματος, πολλαπλασιάζουσι τα ειρημένα νοσήματα. Αλλά αν και είναι βα- ρέα τα παθήματα ταύτα του σώματος, υπάρχουσιν ακόμη μεγα- λύτερα τούτων, προηγούμενα (82) αυτών, οσάκις το οστούν ένεκα της πυκνότητος της σαρκός μη έχον αρκετήν αναπνοήν, θερμαι- νόμενον υπό του ευρώτος (μούχλας) και σηπόμενον (γαγγραινιά- C. | ζον) δεν δέχεται πλέον τροφήν, η δε τροφή χυνομένη πάλιν εις τας σάρκας και αι σάρκες εις το αίμα καθιστώσι τα νοσή- ματα πάντα βαρύτερα των προειρημένων. Το χείριστον δε πάντων είναι, όταν αυτή η φύσις του μυελού νοσήση διά τινα έλλειψιν ή υπερβολήν, και τούτο παράγει τα μέγιστα νοσήματα και τα μά- λιστα ικανά να φέρωσι τον θάνατον, διότι τότε εξ ανάγκης πάσα η φύσις του σώματος βαίνει αντίστροφα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XL. &Νοσολογία (συνέχεια)& (83).

Τρίτον δε είδος νοσημάτων υπάρχει, όπερ δέον να θεωρήσω- μεν ότι γίνεται εκ τριών αιτίων, υπό του αέρος, δεύτερον υπό του Δ. | φλέγματος και τρίτον υπό της χολής. Διότι όταν ο &ταμίας& του αέρος εις το σώμα, δηλ. ο πνεύμων, δεν παρέχη τας διεξόδους καθαράς, διότι έχει φραχθή από άλλα ρεύματα (84), εξ ενός μεν επειδή ο αήρ δεν δύναται να εισέρχηται, εξ ετέρου δε επειδή εισ- έρχεται περισσότερος του δέοντος, σαπίζει όσα μέρη δεν λαμβά- νουσιν αναψυχήν (δεν δροσίζονται), εισδύων δε διά βίας εις τας φλέβας και συστρέφων αυτάς, διαλύει το σώμα και μένει εγκε- κλεισμένος εν μέσω αυτού, πιέζων το διάφραγμα. Εκ των αιτιών Ε. | τούτων γεννώνται πολυάριθμα νοσήματα οδυνηρά μετά αφθό- νου ιδρώτος. Πολλάκις δε, όταν η σαρξ εις το σώμα χωρίζηται, ο αήρ, ο οποίος γεννάται εντός και αδυνατεί να εύρη έξοδον, προ- ξενεί τους αυτούς πόνους, τους οποίους γεννώσι και τα εξωτερικά αίτια, πόνους, οίτινες είναι μέγιστοι, οσάκις ο αήρ, περικυκλώνων τα νεύρα και τας παρακειμένας μικράς φλέβας και εξογκώνων τους μυς των ώμων και τα σχετικά νεύρα, παράγη μίαν τάσιν προς τα οπίσω. Τα νοσήματα δε ταύτα ακριβώς διά το πάθημα της τά- σεως ωνομάσθησαν &τέτανοι& και &οπισθότονοι&. Και η θεραπεία τούτων είναι δύσκολος· διότι μόνον οι πυρετοί επερχόμενοι δύναν- 85. | ται υπέρ παν άλλο να διαλύσωσιν αυτάς. Ούτω το λευκόν φλέγμα διά τον αέρα των πομφολύγων του είναι επικίνδυνον, όταν εγκλείεται ούτος, και εάν έχη εκπνοάς έξω του σώματος είναι ηπιώτερον, αλλά καθιστά το σώμα ποικίλον, διότι γεννά εξανθή- ματα και λευκά στίγματα και άλλα τοιαύτα νοσήματα. Εάν δε αναμιχθή με μαύρην χολήν και διασκορπισθή εις τας εν τη κε- φαλή κυκλοφορίας, αίτινες είναι θειόταται, και συνταράξη αυτάς, όταν μεν επέρχεται κατά τον ύπνον είναι ημερώτερον, όταν δε επιτίθεται κατά την εγρήγορσιν δυσκόλως το σώμα απαλλάσσεται Β. | αυτού. Και το νόσημα τούτο, επειδή είναι φύσεως ιεράς, δι- καίως λέγεται ιερά νόσος. — Το οξύ δε και αλμυρόν φλέγμα είναι η πηγή όλων των καταρροϊκών νοσημάτων· και επειδή οι τόποι, εις τους οποίους ρέει, είναι διαφορώτατοι, λαμβάνει και διάφορα ονόματα. — Ως προς τας φλογώσεις δε του σώματος, αίτινες κα- λούνται ούτω εκ του ότι το σώμα καίεται και φλέγεται, όλαι γεν- C. | νώνται εκ της χολής. Διότι, όταν αύτη ευρίσκη αναπνοάς προς τα έξω, βράζουσα εκπέμπει ποικίλα εξογκώματα, αλλ' εάν μένη κατάκλειστος μέσα, γεννά πολλά νοσήματα φλογιστικά. Και το μέγιστον είναι, όταν η χολή, αναμιχθείσα με καθαρόν αίμα, δια- σκορπίζη έξω της θέσεως των τας ίνας, αίτινες ήσαν διεσπαρμένοι εις το αίμα, ίνα τούτο έχη συμμετρίαν λεπτότητος και πάχους, και διά την πολλήν θερμότητα μη τρέχη ως ρευστόν έξω του σώ- ματος αραιωθέντος (85), μήτε πάλιν διά την πολλήν πυκνότητα γενό- μενον δυσκίνητον μόλις και μετά βίας κυκλοφορή εις τας φλέβας. Δ. | Την αναλογίαν (μέτρον) ταύτην διατηρούσιν αι ίνες δι' αυτήν την φυσικήν σύστασίν των. Διότι, όταν τις αφαιρών αυτάς και εκ νεκρού και πηχθέντος αίματος τας συνάγη, τότε όλον το λοιπόν αίμα αφανίζεται. Εάν όμως αφεθώσιν εκεί, ταχέως θα το πήξωσι με την βοήθειαν του περικυκλούντος αυτό ψύχους. Επειδή δε ταύ- την την δύναμιν έχουσιν αι ίνες εις το αίμα, η χολή, ήτις ήτο φύ- σει παλαιόν αίμα (86), και ήτις πάλιν από τας σάρκας επιστρέφει ίνα διαλυθή εις αυτό, κατά πρώτον χυνομένη θερμή και υγρά ολίγον κατ' ολίγον, διά της επενεργείας των ινών πήγνυται· πηγνυμένη δε και Ε. | σβυνομένη διά βίας, παράγει εντός χειμώνα και τρόμον. Όταν δε επιρρέη αφθονωτέρα και υπερνικά διά της θερμότητος αυτής, βράζουσα διαταράττει και θέτει εις αταξίαν τας ίνας. Και εάν είναι ικανή να νικήση μέχρι τέλους, εισχωρήσασα εις την ουσίαν του μυελού, διαλύει εκείθεν καίουσα τα παλαμάρια της ψυχής, όπως λύουσι τα σχοινία ενός πλοίου, και την αφίνει ελευθέραν. Όταν όμως είναι ασθενεστέρα και το σώμα ανθίσταται εις την διάλυσιν, τότε η χολή νικάται και ή φεύγει εξ όλου του σώματος, ή αποκρουσθείσα διά των φλεβών εις την κάτω ή την άνω κοι- λίαν, φεύγουσα εκ του σώματος, ως εξόριστος από πόλιν στασιά- 86. | σασαν (87), παράγει διαρροίας και δυσεντερίας και πάντα τα άλλα τοιαύτα νοσήματα.

Όταν τέλος το σώμα νοσήση προ πάντων από υπερβολικόν πυρ (θερμότητα), γεννώνται καύματα και πυρετοί συνεχείς, όταν δε από υπερβολήν αέρος, καθημερινοί πυρετοί (88), τριταίοι δε από υπερβολήν ύδατος, διότι το ύδωρ κινείται βραδύτερον του αέρος και του πυρός· όταν δε από υπερβολήν γης, επειδή αύτη είναι κατά τέταρτον λόγον βραδυτάτη και καθαρίζεται εις περιόδους τετραπλασίας χρόνου, γεννώνται οι τεταρταίοι (89) πυρετοί και μετά μεγάλης δυσκολίας θεραπεύονται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLI. &Ψυχικαί νόσοι& (90).