Τίμαιος, Τόμος Β

Part 3

Chapter 339 wordsPublic domain

Ταύτα λοιπόν πάντα γεννηθέντα τοιουτοτρόπως εξ ανάγκης, ο δημιουργός του καλλίστου και του αρίστου τα προσελάμβανε τότε εις τα γεννώμενα πράγματα, ότε εγέννα τον αυτάρκη και τον τελειότατον Θεόν, μεταχειριζόμενος αυτά ως βοηθητικάς αιτίας, ενώ το αγαθόν εις όλα τα γεννώμενα αυτός το επραγματοποίει. Διά τούτο πρέπει να διακρίνωμεν δύο είδη αιτιών, το μεν αναγ- καίον, το δε άλλο θείον, και το μεν θείον να ζητώμεν εις όλα τα 69. | πράγματα, διά να ζήσωμεν ευτυχείς εφ' όσον η φύσις ημών επιδέχεται· το δε αναγκαίον χάριν εκείνου, αναλογιζόμενοι ότι άνευ αυτού δεν είναι δυνατόν ούτε εκείνο, το οποίον επιποθού- μεν, να κατανοήσωμεν μεμονωμένον, ούτε πάλιν να το συλλάβω- μεν (52) ή να μετάσχωμεν αυτού κατ' άλλον τινά τρόπον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXI. &Ο Δημιουργός εκ της αταξίας έφερε τα όντα εις τάξιν. Δη- μιουργία της ψυχής του ανθρώπου. Το λογικόν μέρος αυτής έπλασεν ο Θεός και έθεσεν εν τη κεφαλή. Το θνητόν μέρος επλάσθη υπό των γεννητών Θεών και διηρέθη εις δύο μέρη, το θυμικόν, όπερ ετοποθετήθη εις το στήθος, και το επιθυμητικόν. Σύστασις και λει- τουργία της καρδίας και του πνεύμονος.&

Επειδή λοιπόν τώρα, ως εις τέκτονας τα υλικά, ευρίσκονται ενώπιον ημών τα δύο είδη των αιτιών, καλώς ωρισμένα, εκ των οποίων πρέπει να συνυφάνωμεν τον επίλοιπον λόγον ημών, πάλιν ας επανέλθωμεν συντόμως εις την αρχήν και ταχέως ας πορευθώ- μεν εις αυτό εκείνο το σημείον, εκ του οποίου ορμηθέντες εφθά- Β. | σαμεν εδώ, και ας δοκιμάσωμεν να θέσωμεν εις τον λόγον και κεφαλήν και τέλος αρμόζοντα εις τα προειρημένα. Καθώς λοι- πόν και κατ' αρχάς είπομεν, εις τα πράγματα ταύτα, τα οποία ευρίσκοντο εις αταξίαν, ο Θεός έθεσεν εις έκαστον αναλογίας (συμ- μετρίας) και προς εαυτό και προς τα άλλα, καθ' όσας και όπου ήτο δυνατόν να γίνωσιν ανάλογα και σύμμετρα. Διότι τότε ουδέν πράγμα μετείχεν αναλογιών και μέτρων, εκτός αν τι εξ αυτών μετείχε κατά τύχην, ούτε το παράπαν υπήρχε κανέν άξιον να λάβη το όνομα των πραγμάτων, τα οποία τώρα έχουσι το όνομα τούτο, ως C | πυρ και ύδωρ και ει τι άλλο. Αλλ' όλα ταύτα κατά πρώ- τον ο Θεός διέταξε, και έπειτα εκ τούτων εσύστησε το σύμπαν τούτο, ζώον ον, το οποίον περιλαμβάνει εν εαυτώ όλα τα ζώα, θνητά και αθάνατα. Και των μεν θείων πραγμάτων αυτός ούτος έγεινε δημιουργός, την γέννησιν δε των θνητών ανέθεσεν εις τα πλάσματα αυτού (53), ίνα τα δημιουργήσωσι. Και ούτοι μιμούμενοι αυτόν, λαβόντες παρ' αυτού την αθάνατον αρχήν της ψυχής, μετά τούτο ετόρνευσαν πέριξ αυτής έν σώμα θνητόν, και όλον τούτο το σώμα έδοσαν εις αυτήν ως όχημα· και έν άλλο είδος ψυχής έπλα- σαν προσέτι, το θνητόν, το οποίον έχει εντός αυτού φοβερά και Δ. | αναπόφευκτα πάθη (54), πρώτον μεν την ηδονήν, το μέγιστον δέλεαρ του κακού, έπειτα τας λύπας, διά τας οποίας φεύγομεν τα- γαθά, και προσέτι θάρρος και φόβον, άφρονας συμβούλους, και τον θυμόν, όστις δυσκόλως ακούει τας συμβουλάς, και την ελπίδα, ήτις ευκόλως παρασύρεται υπό του παραλόγου αισθήματος και του τα πάντα τολμώντος έρωτος. Αναμίξαντες δε ταύτα ομού διά της ανάγκης έπλασαν το θνητόν γένος.

Και διά ταύτα φοβούμενοι μήπως μιάνωσι το θείον, ει μη μό- Ε. | νον όσον ήτο απολύτως αναγκαίον, χωριστά από εκείνο (το θείον), κατώκισαν το θνητόν (55) εις άλλην κατοικίαν του σώματος, και έκτισαν ισθμόν και όριον μεταξύ της κεφαλής και του στή- θους, θέσαντες εν τω μέσω τον αυχένα, διά να είναι κεχωρισμέ- νον. Εις το στήθος λοιπόν και εις τον λεγόμενον θώρακα έδεσαν το θνητόν είδος της ψυχής. Και επειδή μέρος μεν αυτής είναι φύ- σει καλύτερον, μέρος δε χειρότερον, ωκοδόμησαν την κοιλότητα του θώρακος και εν τω μέσω αυτής έπλασαν χώρισμα, καθώς χω- ρίζεται η κατοικία των ανδρών από της των γυναικών, θέσαντες 70. | ως μεσότοιχον το διάφραγμα. Το μέρος λοιπόν της ψυχής, το μετέχον ανδρείας και θυμού, επειδή είναι φιλόνεικον κατώκι- σαν πλησιέστερον της κεφαλής, μεταξύ του διαφράγματος και του αυχένος, ίνα δύναται να ακούη την φωνήν του λογικού και από κοινού μετ' αυτού εξουσιάζη διά της βίας τας επιθυμίας, οπό- ταν αύται δεν θέλουσιν εκουσίως να υπακούωσιν ευπειθώς εις τα εκ της ακροπόλεως ερχόμενα προστάγματα και λόγους. Την καρδίαν δε, ήτις είναι ο δεσμός των φλεβών και η πηγή του αίματος του Β. | κυκλοφορούντος ορμητικώς εις όλα τα μέλη του σώματος, ετο- ποθέτησαν εις την κατοικίαν του δορυφόρου (του λόγου), ίνα οσά- κις ο θυμός ήθελε βράσει διά άγγελμα του λόγου, ότι γίνε- ται πράξις τις άδικος ως προς ταύτα τα μέλη ή έξωθεν, ή εκ μέ- ρους των εσωτερικών επιθυμιών, ταχέως τότε διά μέσου πάντων των στενών πόρων, πάντα τα μέρη του σώματος όσα δέχονται τα αισθήματα, ακούοντα τας προτροπάς και τας απειλάς, υπακούω- σιν εις αυτάς και ακολουθώσι κατά πάντα, και αφίνωσιν ούτω το άριστον μέρος να ηγεμονεύη εις όλα ταύτα. Εις την ανασκίρτησιν C. | δε της καρδίας διά την προσδοκίαν των κινδύνων και διά την εξέγερσιν του θυμού, προγινώσκοντες οι θεοί ότι όλη αύτη η οίδη- σις (φούσκωμα) των οργιζομένων έμελλε να γίνεται διά του πυ- ρός, ίνα προμηθεύσωσιν επικουρίαν εις αυτήν, εφύτευσαν εκεί τον πνεύμονα, όστις είναι προ πάντων μαλακός και χωρίς αίμα, και έχει εντός σπήλαια τετρυπημένα ως τα του σπόγγου, ίνα δεχόμε- νος την πνοήν και το ποτόν και δροσίζων παρέχη αναπνοήν και ανακούφισιν εις τόσην θερμότητα. Διά τούτο τους οχετούς της Δ. | τραχείας αρτηρίας διηύθυνον εις τον πνεύμονα· τούτον δε έθεσαν περί την καρδίαν ως τι μαλακόν πράγμα, επί του οποίου αύτη να σκιρτά, ίνα, όταν ο θυμός εν τη καρδία είναι εις την ακμήν του, πηδώσα επί πράγματος αποχωρούντος και λαμβάνουσα αναψυχήν, με ολιγώτερον κόπον δύναται περισσότερον να υπηρετή τον λόγον διά του θυμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXII. &Το επιθυμητικόν τροφής, ποτού κ.λ. ετέθη μεταξύ του δια- φράγματος και τον ομφαλού και προσεδέθη ως εις φάτ- νην, ίνα τρέφηται και τρέφη το σώμα. Το ήπαρ πυκνόν, λείον, λαμπρόν, γλυκύπικρον αντανακλά τα διανοήματα τον νου και ως κάτοπτρον παρουσιάζει αυτά εις την άλογον ταύτην ψυχήν. Ο σπλην διατηρεί το ήπαρ λαμ- πρόν και καθαρόν. Μαντική. Σχέσις ήπατος και μαν- τικής, ην έχει το άφρον μέρος της ψυχής.&

Το μέρος δε της ψυχής, το οποίον επιθυμεί τας τροφάς και τα ποτά και όσα έχει χρείαν ένεκα της φύσεως του σώματος, τούτο κατώκισαν εν τω μέσω μεταξύ του διαφράγματος και του ορίου Ε. | του ομφαλού, κατασκευάσαντες εις όλον τούτον τον τόπον ως μίαν φάτνην διά την θρέψιν του σώματος. Και εδώ έδεσαν αυτό ως θρέμμα άγριον, το οποίον όμως ήτο αναγκαίον να τρέφηται, ως συνδεδεμένον (μεθ' ημών), εάν βέβαια έμελλε να υπάρχη το ανθρώπινον γένος. Ίνα λοιπόν πάντοτε, βόσκον εις την φάτνην και κατοικούν όσον το δυνατόν μακρότερον του μέρους, το οποίον 71. | βουλεύεται, προξενή ελάχιστον θόρυβον και ενόχλησιν, και αφίνη το καλλίτερον μέρος να σκέπτηται και αποφασίζη με ησυ- χίαν περί του κοινού συμφέροντος εις όλα τα μέρη, διά ταύτα έδοσαν εις αυτό θέσιν ενταύθα. Και επειδή εγνώριζον, ότι τούτο δεν έμελλε να ακούη τον λόγον, και ότι εάν και κατά τινα τρό- πον ήθελε μετάσχη τινός εκ των αισθήσεων, δεν ήτο εις την φύσιν αυτού να φροντίζη περί του αιτίου αυτής, και ότι νύκτα και ημέ- ραν θα παρασύρηται υπό εικόνων και φαντασμάτων, προϊδόντες Β. | τούτο οι θεοί κατεσκεύασαν το ήπαρ και το έθεσαν εις την κατοικίαν αυτού. Και έπλασαν τούτο πυκνόν, λείον και λαμπρόν και γλυκύ (56), έχον δε και πικρίαν, ίνα η δύναμις των νοημάτων, η οποία φέρεται από τον νουν καταβαίνουσα εις αυτό, ως εις κά- τοπτρον, το οποίον δέχεται τας εικόνας και αφίνει να βλέπη τις αυτάς, προξενή μεν φόβον εις το μέρος τούτο της ψυχής, (όπερ συμβαίνει) οσάκις μεταχειριζομένη μέρος της συγγενούς αυτής πι- κρίας η δύναμις αύτη επιτιθεμένη βαρεία και απειλητική, και αναμιγνύουσα αυτήν ταχέως καθ' όλον το ήπαρ εμφανίζει τα χρώ- C. | ματα της χολής και πιέζουσα αυτό το κάμνει όλον πλήρες ρυτίδων και τραχύ, ενώ κάμπτουσα τον λοβόν όντα ορθόν και συ- στέλλουσα αυτόν, φράττουσα δε και συγκλείουσα τας θύρας και τα αγγεία της χολής, παράγει λύπας και αηδίας· — και ίνα αντιστρόφως, όταν έμπνευσις πραότητος, ερχομένη εκ της διανοίας, ζωγραφίζη τας εναντίας εικόνας προξενούσα ησυχίαν από της πικρίας, επειδή ούτε κινείται ούτε θέλει να θίγη την φύσιν, ήτις είναι εναντία προς εαυτήν (την πικρίαν), και μεταχειριζομένη προς αυτήν την έμφυ- τον εις αυτήν γλυκύτητα και καθιστώσα πάλιν πάντα ορθά και Δ. | λεία και ελεύθερα, — ίνα (λέγω) η έμπνευσις καθιστά γαλήνιον και ήμερον το μέρος της ψυχής, το οποίον κατοικεί πλησίον του ήπατος, και την νύκτα έχει διάθεσιν κατάλληλον να μαντεύη κατά τον ύπνον, επειδή δεν μετέχει λόγου και φρονήσεως. Διότι ενεθυ- μούντο το πρόσταγμα του πατρός οι πλάσαντες ημάς, ότε διέταττε να ποιήσωσι το ανθρώπινον γένος όσον το δυνατόν άριστον, και διά τούτο διορθούντες και το κακόν μέρος ημών, ίνα κατά τινα τρόπον προσεγγίζη την αλήθειαν, έθεσαν εις τούτον τον τόπον το μαντείον. Ικανή δε απόδειξις του ότι ο Θεός έδωκε την μαντείαν εις την ανθρωπίνην αφροσύνην, είναι ότι ουδείς, όστις είναι εις τον νουν του, έρχεται εις μαντείαν εμπνευσμένην και αληθή, αλλά μό- νον εις τον ύπνον, όταν έχη δέσει την δύναμιν της συνειδήσεώς του ή όταν δι' ασθένειαν ή ενθουσιασμόν τινα γίνη έξω εαυτού. Ίδιον όμως του έμφρονος ανθρώπου είναι να σκέπτηται αναλογι- ζόμενος τους ρηθέντας λόγους ή κατά τον ύπνον ή κατά την εγρή- 72. | γορσιν υπό της μαντικής και ενθουσιαστικής φύσεως, και όσαι εικόνες εφάνησαν, πάσας διά του λογισμού να αναλύη, κατά τίνα τρόπον και προς ποίον δηλουσί τι κακόν ή αγαθόν, μέλλον ή παρελθόν ή παρόν. Ο δε παθών μανίαν και διατελών ακόμη εις το πάθος τούτο δεν δύναται να κρίνη αφ' εαυτού ούτε τα οράματα ούτε τους λόγους αυτού, αλλά από πολλού χρόνου και ορθώς λέ- γεται ότι το να πράττη και να γνωρίζη εαυτόν και τα εαυτού πράγματα είναι έργον μόνου του σώφρονος (57). Εκ τούτου βέβαια Β. | προήλθε και το έθος να γίνωνται κριταί των εμπνευσμένων μαντείων οι προφήται (58), τους οποίους τινές ονομάζουσι μάντεις, διότι αγνοούσιν εντελώς, ότι ούτοι είναι μόνον ερμηνευταί φωνών και οραμάτων αινιγματικών και ουδόλως μάντεις, και δικαιότατα δύνανται να ονομάζωνται ερμηνευταί των μαντείων (προφητειών).

Διά ταύτα λοιπόν η φύσις του ήπατος έγεινε τοιαύτη και ετέθη εις τον τόπον τον οποίον είπομεν, δηλαδή χάριν της μαντικής. Και εφ' όσον τις ζη, το ήπαρ έχει φανερώτατα σημεία, αλλά όταν στερηθή της ζωής, γίνεται τυφλόν και τα μαντεύματα είναι λίαν αμυδρά ή ώστε να δηλώσι τι σαφές (59).

C. | &Σπλην&. Η κατασκευή δε και η έδρα του γειτονεύοντος εις το ήπαρ σπλάγχνου (του σπληνός) έγεινεν εις τα αριστερά χάριν του ήπατος, δηλ. διά να το διατηρή πάντοτε λαμπρόν και καθαρόν, ως εις κάτοπτρον παρακείμενον έν μάκτρον (σπόγγος) έτοιμον πάντοτε και προητοιμασμένον. Διά τούτο και όταν γεννώνται πέ- ριξ του ήπατος ακαθαρσίαι εκ νόσου τινός του σώματος, η αραιό- της του σπληνός καθαρίζει αυτάς όλας δεχομένου εντός εαυτού, διότι έχει υφανθή κοίλος και χωρίς αίματος. Όθεν γεμίζων από Δ. | τας ακαθαρσίας αυξάνει μεγάλως και εξογκούται, και πάλιν όταν το σώμα καθαρισθή, ταπεινούται και επανέρχεται εις τον πρώτον όγκον αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIII. &Το θνητόν μέρος της ψυχής. Έντερα. Μυελός. Οστά. Σπέρ- μα. Εγκέφαλος. Κεφαλή. Σπονδυλική στήλη - Νεύρα και Σάρκες. Στόμα. Δέρμα. Τρίχες - Όνυχες (60).&

Περί της ψυχής λοιπόν, πόσον μέρος έχει θνητόν και πόσον θείον και πού και μετά ποίων οργάνων και διά τίνας αιτίας ετοποθετήθη- σαν ταύτα τα μέρη χωριστά, την αλήθειαν, ως είπομεν, μόνον όταν ο Θεός συμφωνήση, τότε δυνάμεθα να διισχυρισθώμεν ότι γνωρί- ζομεν αυτήν. Ότι όμως είπομεν πιθανά, και τώρα και εφεξής όσον περισσότερον εξετάζομεν τούτο, δυνάμεθα να διακινδυνεύσω- Ε. | μεν να το βεβαιώσωμεν και το βεβαιούμεν. Το δε ακολουθούν εις ταύτα πρέπει να επιζητήσωμεν κατά τον αυτόν τρόπον, είναι δε τούτο το πώς έγεινε το επίλοιπον του σώματος (61). Ότι δε συν- ετέθη κατά τον εξής συλλογισμόν, δύναται να αρμόζη εις αυτό περισσότερον πάντων. Οι συστήσαντες το γένος ημών εγνώριζον την ακολασίαν των ποτών και των φαγητών, η οποία θα υπάρχη εις ημάς, και ότι διά την λαιμαργίαν θα κάμνωμεν χρήσιν αυτών πολύ περισσοτέραν του πρέποντος και του αναγκαίου. Λοιπόν διά να μη γείνη διά τας νόσους αιφνιδία καταστροφή, και ίνα μη το ανθρώπινον γένος απολεσθή ευθύς πριν ή φθάση εις την τελειό- 73. | τητά του, ταύτα προβλέποντες, κατεσκεύασαν δοχείον όπερ καλείται κάτω κοιλία, ίνα περιλαμβάνη το περίσσευμα του ποτού και του φαγητού, και συνέστρεψαν εις γύρους τα έντερα, όπως μη διαπερώσα έξω η τροφή ταχέως αναγκάζη το σώμα να ζητή πά- λιν ταχέως άλλην τροφήν, και ίνα μη γεννώσα απληστίαν κατα- στήση όλον το ανθρώπινον γένος ένεκα της γαστριμαργίας αφιλό- σοφον και άμουσον και ανυπότακτον εις το θειότατον μέρος, το οποίον είναι εντός ημών.

Περί δε των οστών και των σαρκών και περί όλου εκείνου, Β. | το οποίον είναι ομοίας φύσεως, λέγομεν ότι ταύτα έχουσιν ως εξής: Εις όλα ταύτα αρχή υπήρξεν η γέννησις του μυελού. Διότι οι δεσμοί της ζωής, διά των οποίων η ψυχή είναι συνδεδε- μένη με το σώμα, επειδή είναι δεδεμένοι εις τον μυελόν, είναι ως αι ρίζαι του ανθρωπίνου γένους. Αυτός δε ο μυελός έγεινεν εξ άλλων πραγμάτων. Δηλαδή εκ των τριγώνων όσα ήσαν αρχικά, κανονικά και λεία, ικανά να παραγάγωσι μετά της μεγίστης ακρι- βείας πυρ και ύδωρ και αέρα και γην, ο Θεός αποχωρίζων από C | τα σχετικά είδη αυτών και αναμιγνύων μεταξύ των μετά τι- νος αναλογίας, ίνα προμηθεύση το κοινόν γεννητικόν σπέρμα εις όλον το ανθρώπινον γένος, κατεσκεύασε τον μυελόν εξ αυτών. Και μετά τούτο εφύτευσεν εις τον μυελόν τα τρία είδη της ψυχής και τα συνέδεσε. Και όσα και οποία ήσαν τα σχήματα, τα οποία έκαστον των ειδών αυτών έμελλε να έχη, εις τοσαύτα και τοι- αύτα σχήματα διήρεσεν αυτόν τον μυελόν ευθύς κατά την αρ- χικήν διανομήν. Και το μέρος αυτού, όπερ έμελλε να έχη εν εαυτώ, ως αγρός, το θείον σπέρμα, πλάσας αυτό στρογγύλον παν- Δ. | ταχόθεν επωνόμασεν εγκέφαλον, διότι όταν έκαστον ζώον ήθελεν αποτελεσθή, το αγγείον, όπερ θα περιείχε το μέρος τούτο, θα ήτο η κεφαλή. Το μέρος δε, το οποίον έμελλε να κατέχη το λοιπόν και θνητόν μέρος της ψυχής, διήρεσεν εις σχήματα στρογ- γύλα άμα και προμήκη και τα ωνόμασεν όλα μυελόν· και εκ τού- των ως εξ αγκυρών ρίπτων τους δεσμούς όλης της ψυχής πέριξ αυτού έπλασεν όλον το σώμα ημών, αφού πρώτον συνέπηξε δι' όλον τον μυελόν έν σκέπασμα οστέινον.

Ε. | Το οστούν δε τούτο συνέστησεν ως εξής: Κοσκινίσας γην καθαράν και λεπτήν εζύμωσεν αυτήν και ύγρανε με μυελόν· μετά δε τούτο την έβαλεν εις το πυρ, έπειτα την εβύθισεν εις το ύδωρ και πάλιν εις το πυρ και πάλιν εις το ύδωρ, και μεταφέρων τοιου- τοτρόπως πολλάκις αυτήν εις τούτο και εις εκείνο την έκαμε τοιαύτην, ώστε να μη δύναται να διαλυθή ούτε υπό του ενός ούτε υπό του άλλου. Μεταχειριζόμενος λοιπόν ταύτην την ύλην ετόρ- νευσε πέριξ του εγκεφάλου οστεΐνην σφαίραν, εις την οποίαν 74. | αφήκε στενήν διέξοδον. Και πέριξ του αυχενίου και του νω- τιαίου μυελού πλάσας εκ της αυτής ύλης σπονδύλους, διέταξε τον ένα υπό τον άλλον ως στρόφιγγας αρχίσας από της κεφαλής καθ' όλον τον κορμόν. Και ίνα διασώση το όλον σπέρμα, περι- έφραξεν αυτό εντός λιθίνου περιβόλου, κατασκευάσας αρθρώσεις, και μεταχειριζόμενος την ενέργειαν του ετέρου (του μεταβλητού), ίνα ούτω μεταξύ αυτών εκτελήται κίνησις και κάμψις (62).

Θεωρήσας δε ότι ο τρόπος του είναι της οστεΐνης φύσεως ήτο Β. | πολύ σαθρότερος του δέοντος και ακαμπτότερος, και ότι γι- νόμενος διάπυρος και ψυχόμενος (63) εναλλάξ, θα σαπή και θα δια- φθείρη ταχέως το σπέρμα εντός αυτού, διά τούτο επενόησε τα νεύρα και την σάρκα, ίνα με εκείνα μεν, συνδέσας όλα τα άλλα μέλη, καθ' όσον (τα νεύρα) εντείνονται ή χαλαρούνται, δώση εις το σώμα την ευκολίαν να κάμπτηται και να εκτείνηται πέριξ των σπονδύλων. Την δε σάρκα επενόησεν, ίνα γίνη προπύργιον κατά των υπερβολικών καυμάτων και ασφάλεια κατά του χειμώνος, προ- σέτι δε και κατά των πτώσεων, ως ένδυμα συμπιλητόν, διότι η σαρξ C. | μαλακώς και ευκόλως υποχωρεί εις τα άλλα σώματα και έχει εν εαυτή υγρόν θερμόν, το οποίον κατά μεν το θέρος ιδρώνει και νοτίζον την επιφάνειαν δύναται να προξενή εις όλον το σώμα φυσι- κόν ψύχος, τον δε χειμώνα απεναντίας με αυτό τούτο το πυρ δύνα- ται να υπερασπίζηται αρκούντως κατά του ψύχους, το οποίον την προσβάλλει και την περικυκλώνει έξωθεν. Ταύτα διανοηθείς ο Πλά- στης ημών, συμμείξας και συναρμόσας την σάρκα εξ ύδατος και πυρός και γης συνθέσας ζύμωμα από οξύ και αλμυρόν, και Δ. | αναμίξας ταύτα εσχημάτισεν ούτω την σάρκα πλήρη χυμών και μαλακήν. Τα δε νεύρα έκαμεν από μίγμα οστών και αζύμου σαρκός, ως μίαν μέσην φύσιν μεταξύ εκείνων και ταύτης, μετα- χειρισθείς προσέτι, χρώμα ξανθόν. Διά τούτο τα νεύρα απέκτησαν φύσιν περισσότερον έντονον και γλοιώδη, παρά τας σάρκας, πε- ρισσότερον δε μαλακήν και υγράν παρά τα οστά. Διά τούτων (νεύ- ρων και σαρκών) περικαλύψας ο Θεός τα οστά και τον μυελόν, Ε. | τα συνέδεσε μεταξύ των διά των νεύρων και μετά ταύτα εσκέ- πασε πάντα ταύτα διά σαρκών. Και όσα μεν οστά περιείχον μεγαλύ- τερον μέρος ψυχής, τα περιέφραξε με ολιγίστας σάρκας, όσα δε είχον ολιγώτερον με πλείστας και πυκνοτάτας (64). Και προσέτι κατά τας συνδέσεις των οστών, όπου ο λόγος δεν εδείκνυεν ανάγκην τινά, διά την οποίαν έπρεπε να υπάρχωσι σάρκες, έθεσεν ολίγας σάρκας, ίνα μη εμπόδιον γινόμεναι εις τας κάμψεις κάμνωσι τα σώ- ματα δυσμεταχείριστα (βαρέα), ως γινόμενα ούτω δυσκίνητα, και ίνα πάλιν, όταν θα ήσαν πολλαί και πυκναί και πολύ πεπιεσμέναι μεταξύ των, διά την στερεότητα αυτών παράγουσαι αναισθησίαν, μη καθιστώσι τας ενεργείας της διανοίας περισσότερον δυσμνημο- νεύτους και περισσότερον μωράς.

75. | Διά τούτο και οι μηροί και αι κνήμαι, τα ισχία, τα οστά των βραχιόνων και πήχεων, και πάντα τα άλλα όσα είναι άνευ αρθρώσεων, και όσα εντός ημών δι' ολιγότητα ψυχής εις τον μυε- λόν είναι κενά νοήσεως, πάντα ταύτα είναι πλήρη σαρκών· όσα δε έχουσιν εντός αυτών νόησιν, έχουσιν ολίγας σάρκας, εκτός εκεί όπου ο Θεός συνέστησεν ούτω σάρκα τινά, ίνα υπάρχη αυτή καθ' εαυτήν όργανον αισθήσεων, καθώς είναι η γλώσσα. Αλλά τα πλείστα συνέστησε κατά τον ανωτέρω τρόπον. Διότι ο οργανισμός όστις γίνεται και συντηρείται κατά τους νόμους της ανάγκης (65) ου- Β. | δαμώς επιδέχεται πυκνόν οστούν και πολλήν σάρκα και μετά τούτων συγχρόνως οξύτητα αισθήσεων. Τω όντι περισσότερον παν- τός άλλου οργάνου η κεφαλή θα είχε τα δύο ταύτα, εάν ηδύνατο να ευρίσκωνται αυτά ομού, και το ανθρώπινον γένος, έχον κε- φαλήν σαρκώδη και νευρώδη και ισχυράν, ήθελεν αποκτήσει βίον δις και πολλάκις μακροχρονιώτερον και υγιεινότερον και αλυπό- τερον του σημερινού. Νυν όμως οι δημιουργοί της γενέσεως ημών συλλογιζόμενοι, εάν έπρεπε να πλάσωσι γένος πολυχρονιώτερον C. | και χειρότερον, ή βραχυχρονιώτερον αλλά καλύτερον, έκριναν ομοφώνως, ότι κατά πάντα τρόπον ο ολιγοχρονιώτερος και κα- λύτερος βίος είναι απολύτως προτιμότερος του πολυχρονιωτέρου αλλά φαυλοτέρου. Διά τούτο και με λεπτόν μεν οστούν, ουχί όμως με σάρκας και με νεύρα, εστέγασαν την κεφαλήν, διότι δεν έμελλε να έχη ουδέ κάμψεις. Συμφώνως λοιπόν προς πάσας ταύτας τας αιτίας, η κεφαλή ευαισθητοτέρα και φρονιμωτέρα αλλά πολύ ασθενεστέρα του λοιπού μέρους του ανθρώπου προσετέθη εις το σώμα αυτού. Διά τούτο και τα νεύρα ο Θεός ομοίως στήσας πέριξ του κάτω άκρου της κεφαλής ολόγυρα περί τον τράχηλον, εκόλ- Δ. | λησεν αυτά ομοιομόρφως και συνέδεσε μετ' αυτών τα άκρα (κλείδας) των σιαγόνων υπό το πρόσωπον, τα άλλα δε διένειμεν εις όλα τα άλλα μέλη συνδέων άρθρωσιν με άρθρωσιν.

&Στόμα&. Ομοίως δε την σύστασιν του στόματος ημών με τους οδόντας και την γλώσσαν και τα χείλη διέταξαν οι διακο- σμήσαντες αυτόν, όπως είναι τώρα διατεταγμένος και ένεκα της Ε. | ανάγκης και χάριν του αρίστου (αγαθού). Και την είσοδον μεν εποίησαν χάριν της ανάγκης, την έξοδον δε χάριν του αρίστου. Διότι αναγκαίον μεν είναι παν ό,τι εισέρχεται, ίνα δίδη τροφήν εις το σώμα, αλλά το ρεύμα των λόγων, όπερ ρέει έξω και υπηρετεί την νόησιν, είναι το κάλλιστον και άριστον πάντων των ναμάτων.

&Δέρμα&. Εξ άλλου την κεφαλήν δεν ήτο δυνατόν να αφήση μόνον οστεΐνην και γυμνήν διά την κατά τας εποχάς υπερβο- λικήν ζέστην ή το ψύχος, ούτε να επιτρέψη αφού αύτη σκε- πασθή να γίνη κωφή και αναίσθητος από το βάρος των σαρκών. 76. | Διά τούτο, όταν η σαρξ ξηραίνεται, συνήθως αποχωρίζεται (66) πέριξ έν κατάλειμμα μεγαλύτερον της σαρκός, εκείνο όπερ τώρα λέγεται δέρμα· τούτο δε διά την πέριξ του εγκεφάλου υγρασίαν αυξάνον κυκλικώς και συνερχόμενον εις εαυτό περιέ- βαλαν όλην την κεφαλήν. Η δε υγρασία εξερχομένη υπό τας ραφάς επότιζεν αυτό και συνέκλειεν εις την κορυφήν της κεφα- λής, συλλέγουσα αυτό ως εις ένα δεσμόν. Τα διάφορα δε είδη των ραφών υπάρχουσι διά την ενέργειαν των περιόδων (της ψυ- χής) και διά την της τροφής, και όταν αύται μάχωνται περισσότε- Β. | ρον αναμεταξύ των, αι ραφαί είναι περισσότεραι, όταν δε ολι- γώτερον, ολιγώτεραι. Όλον λοιπόν τούτο το δέρμα η θεότης εκέντει ολόγυρα διά πυρός, αφού δε ετρυπήθη, και το υγρόν εφέρετο έξω δι' αυτού, το μεν υγρόν και θερμόν, καθ' όσον ήτο καθαρόν, απ- ήρχετο, το δε μικτόν εκ των στοιχείων, εκ των οποίων ήτο και το δέρμα, ωθούμενον άνω υπό της ιδίας αυτού ορμής, εξετείνετο μακράν, έχον λεπτότητα ίσην με το κέντημα. Αλλ' ένεκα της βραδύτητός του απωθούμενον υπό του αέρος του περιεστώτος έξω- θεν, πάλιν στρεφόμενον εντός ελάμβανε ρίζας υπό το δέρμα. Κατ' C. | ακολουθίαν λοιπόν των παθημάτων τούτων, εγεννήθησαν &αι τρί- χες& εις το δέρμα, συγγενείς με αυτό, καθ' όσον είναι όμοιαι με ιμάντας, αλλά είναι σκληρότεραι και πυκνότεραι ένεκα της εκ του ψύχους πυκνώσεως, την οποίαν υπέστη εκάστη θριξ ψυχθείσα, όταν απεχωρίζετο από του δέρματος. Ούτω λοιπόν πυκνότριχα έπλασε την κεφαλήν ο ποιήσας αυτήν, μεταχειριζόμενος τας ειρη- μένας αιτίας, φρονών ότι τούτο, αντί της σαρκός, πέριξ του εγκε- Δ. | φάλου έπρεπε να είναι το κάλυμμα αυτού προς ασφάλειάν του ελαφρόν, και κατά τε το θέρος και τον χειμώνα ικανόν να παρέ- χη σκιάν και σκέπην, αλλά μη δυνάμενον να γείνη ουδόλως εμ- πόδιον εις την ορθότητα των αισθήσεων.

&Όνυχες&. Εκείνη δε η πλοκή νεύρου, δέρματος και οστού η πέριξ των δακτύλων, αφού εμίχθη εκ των τριών τούτων και εξηράνθη, έγει- νεν εξ όλων έν μόνον πράγμα, έν σκληρόν δέρμα, το οποίον εδη- μιουργήθη μεν διά τας δευτέρας ταύτας αιτίας, αλλά παρήχθη υπό της ανωτάτης αιτίας, της Διανοίας, χάριν εκείνων τα οποία έμελλον να υπάρξωσιν έπειτα. Διότι οι συστήσαντες ημάς εγίνω- σκον ότι ένα καιρόν εκ των ανδρών θα γεννηθώσι γυναίκες και Ε. | τάλλα ζώα, και ότι πολλά θρέμματα θα λάβωσιν ανάγκην να μεταχειρισθώσι τους &όνυχας& εις πολλάς περιστάσεις. Όθεν και τους όνυχας έπλασαν ευθύς άμα εγεννήθησαν οι άνθρωποι. Διά τον λόγον τούτον και διά τας αιτίας ταύτας δέρμα, τρίχας και όνυχας έπλασαν εις τας άκρας των μελών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIV. &Δημιουργία των φυτών. Μετέχουσι της επιθυμητικής ψυχής και είναι μόνον χρήσιμα προς συντήρησιν του ανθρώπου.&

Ότε δε πάντα τα μέρη και τα μέλη του θνητού ζώου φυσι- 77. | κώς συνηνώθησαν, επειδή συνέβαινεν εξ ανάγκης να έχη τούτο την ζωήν εκ του πυρός και του αέρος, και δι' αυτό διαλυό- μενον και γινόμενον ισχνόν υπό τούτων εφθείρετο, οι Θεοί εμη- χανεύθησαν μέσον βοηθείας εις αυτόν. Τω όντι αναμίξαντες την ανθρωπίνην φύσιν με άλλας μορφάς και αισθήσεις, παρήγαγον φύσιν συγγενή με αυτήν, ώστε να γίνη άλλο είδος ζώων, τα οποία είναι τα νυν ήμερα δένδρα και τα φυτά και τα σπέρματα τα καλ- λιεργηθέντα υπό της γεωργίας, τα οποία μας έγειναν οικεία, ενώ Β. | πρότερον (67) υπήρχον μόνον τα άγρια είδη, αρχαιότερα όντα των ημέρων. Διότι παν πράγμα μετέχον της ζωής, ευλόγως δύνα- ται να λέγηται ορθότατα ζων. Και τούτο δε, περί του οποίου τώρα λέγομεν, μετέχει του τρίτου είδους της ψυχής, το οποίον ελέχθη ότι ετοποθετήθη μεταξύ του διαφράγματος και του ομφα- λού, και το οποίον ουδόλως μετέχει γνώμης, συλλογισμού και νου, αλλά μόνον αισθήσεως ευαρέστου και δυσαρέστου και επιθυμιών. Διότι είναι πάντοτε παθητικόν και η γένεσίς του δεν επέτρεψε ώστε στρεφόμενον εις εαυτό, απωθών την εξωτερικήν κίνησιν, και μετα- C. | χειριζόμενον την ιδικήν του, να σκεφθή τι των ιδικών του πραγμάτων, γνωρίζον την φύσιν αυτού. Διό τούτο ζη μεν και δεν είναι διάφορον του ζώου, αλλά ίσταται ακίνητον και ερριζωμένον εις το έδαφος, διότι είναι εστερημένον αυτοκινησίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXV. &Περί αναπνοής&.