Τίμαιος, Τόμος Β

Part 1

Chapter 1158 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni (txt file) and Andrew Sly (html file). Book provided by Iason Konstantinides.

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A table of errors has been taken into account. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes. Bold words are included in &. Words in italics are included in _. Powers are designated by ^, e.g. 1 raised to the second power is shown as 1^2. Four geometrical shapes referred to in the endnotes, can be seen only in the html version of the text.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ο Πίνακας Παροραμάτων έχει ληφθεί υπ' όψη. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες, περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι δυνάμεις παρουσιάζονται με το σήμα ^, π.χ. 1 εις την δευτέρα φαίνεται σαν 1^2. Τέσσερα γεωμετρικά σχήματα τα οποία αναφέρονται στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου μπορεί να τα δει κανείς μόνο στην Html εκδοχή του κειμένου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΤΙΜΑΙΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ

ΤΟΜΟΣ Β

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΤΙΜΑΙΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ

ΤΟΜΟΣ Β

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ 1911

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XIX. &Προ της του κόσμου δημιουργίας ήσαν το ον, ο χώρος και η γένεσις. Αλλ' εν τω χώρω υπάρχουσι πρώτον τα τέσσαρα στοιχεία λογικώς ειμή χρονικώς, συγκεχυμένα, Άνευ είδους και αριθμού, ύστερον όμως διατάσσονται.&

Ούτος λοιπόν είναι ο λόγος, τον οποίον εσκέφθην και δύ- ναμαι να δώσω περιληπτικώς περί της γνώμης μου, δηλ. ότι υπήρχε το ον και ο χώρος και η γένεσις, τρία πράγματα τρι- χώς, και πριν ή γεννηθή ο κόσμος (1) και ότι η τροφός της γεν- νήσεως, υγραινομένη και πυρουμένη, και δεχομένη τας μορφάς της γης και του αέρος και πάσχουσα όλα τα άλλα πάθη, όσα ακολουθούσιν εις ταύτα, εφαίνετο ποικίλη κατά την όψιν· αλλ' επειδή ήτο πλήρης δυνάμεων μήτε ομοίων μήτε ισορρόπων, εις κανέν μέρος της δεν ήτο εις ισορροπίαν, αλλ' όλως ανωμάλως ταλαντευομένη εσείετο αύτη υπ' εκείνων και κινουμένη αυτή πάλιν έσειεν εκείνα. Ταύτα δε τα πράγματα κινούμενα άλλα εις άλλο μέρος, χωριζόμενα πάντοτε μετεφέροντο, όπως εις τον κα- θαρισμόν του σίτου σειόμενα και ανεμιζόμενα υπό του κοσκίνου και των άλλων οργάνων τα μεν πυκνά και βαρέα μέρη σωρεύον- ται εις έν μέρος, τα δε αραιά και ελαφρά φέρονται εις άλλην θέ- σιν (2). Ούτω τότε συνέβη εις τα τέσσαρα γένη εκείνα, σειόμενα υπό της δεξαμενής, ενώ αύτη εκινείτο ως όργανον, το οποίον προξενεί σεισμόν, τα μεν ανομοιότατα μέρη εχωρίζοντο πολύ με- ταξύ των, τα δε ομοιότατα πάλιν συνωθούμενα συνηνούντο. Και διά τούτο κατελάμβανον τα μεν χώρον διάφορον παρά τα άλλα, πριν ή γεννηθή εξ αυτών τούτο το παν συντεταγμένον.

Και όντως προ τούτου πάντα ευρίσκοντο άνευ λόγου και μέ- Β. | τρου· αλλ' ότε ο Θεός επεχείρησε να διακοσμήση το παν, πρώτον το πυρ και το ύδωρ και την γην και τον αέρα, τα οποία είχον μεν ίχνη τινά αυτών, αλλ' ήσαν εις τοιαύτην κατάστασιν εις την οποίαν είναι φυσικόν να ευρίσκηται παν πράγμα, από το οποίον λείπει ο Θεός, ταύτα εις τοιαύτην κατάστασιν φυσι- κώς όντα τότε, ο Θεός τα εκόσμησε με μορφάς και αριθμούς· Το ότι δε ο Θεός συνέστησε τα πράγματα ταύτα κατά τρόπον όσον το δυνατόν κάλλιστον και άριστον, ενώ ήσαν εις πολύ διά- φορον κατάστασιν, τούτο πρέπει να θεωρήται πάντοτε ως υπο- νοούμενον εις τους λόγους ημών περί παντός πράγματος. Τώρα δε πρέπει να επιχειρήσω να δηλώσω με λόγον ασυνήθη την διά- C. | ταξιν εκάστου και την γένεσιν αυτών. Αλλ' επειδή γνωρι- ζετε και τας επιστημονικάς μεθόδους, διά των οποίων είναι αναγ- καίον να αποδεικνύωνται τα λεγόμενα, θέλετε με ακολουθήσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XX. &Τα τέσσαρα στοιχειώδη σώματα, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, είναι και αυτά σύνθετα, τα στοιχεία δ' αυτών είναι τριγωνικά σχήματα απείρως μικρά. Τα τρίγωνα είναι σκαληνά ή ισοσκελή. Τα σκαληνά συνδυαζόμενα γεννώσι τρία στε- ρεά, την πυραμίδα, το οκτάεδρον και το εικοσάεδρον, τα ισοσκελή γεννώσι μόνον τον κύβον.&

Πρώτον μεν, ότι το πυρ, η γη, το ύδωρ και ο αήρ είναι σώ- ματα, είναι βέβαια γνωστόν εις πάντας. Παν δε είδος σώματος πρέπει να έχη και βάθος και στερεότητα (3) και το στερεόν πάλιν αναγκαίως περιορίζεται υπό επιπέδων επιφανειών (4). Αλλ' η επί- πεδος και ευθύγραμμος επιφάνεια αποτελείται εκ τριγώνων, τα Δ. | δε τρίγωνα πάντα αρχήν έχουσι δύο άλλα έχοντα και το έν και το άλλο μίαν γωνίαν ορθήν και δύο οξείας. Εκ τούτων δέ τινα (τα ισοσκελή) έχουσιν εκ των δύο μερών ίσον μέρος γω- νίας ορθής περιεχομένης υπό πλευρών ίσων, άλλα δε (τα σκα- ληνά) έχουσι μέρη άνισα διηρημένα διά πλευρών ανίσων. Ας υποθέσωμεν λοιπόν ότι αύτη είναι η αρχή του πυρός και των άλλων σωμάτων, προχωρούντες αναγκαίως κατά τον πιθανόν λό- γον (5), διότι τας ανωτέρας αρχάς τούτων γινώσκει μόνος ο Θεός και Ε. | εκείνος εκ των ανδρών, όστις είναι φίλος αυτού. Πρέπει λοιπόν να είπωμεν ποία είναι τα κάλλιστα εκείνα σώματα, τα οποία δύ- νανται να γίνωσι, τα τέσσαρα δηλαδή, ανόμοια μεν μεταξύ των, αλλά τινά εξ αυτών ικανά όντα να γεννώνται τα μεν εκ των δε, καθόσον ταύτα διαλύονται. Διότι εάν επιτύχωμεν τούτο, θα έχω- μεν την αλήθειαν περί γενέσεως της γης και του πυρός και των δύο άλλων, τα οποία είναι μέσοι ανάλογοι αυτών. Διότι κατά τούτο δεν θα υποχωρήσωμεν εις κανένα, ότι δηλ. δύνανται να υπάρχωσί πού σώματα ορατά ωραιότερα από ταύτα, έκαστον εις το γένος του. Πρέπει λοιπόν να έχωμεν προθυμίαν, ίνα συναρ- μόσωμεν τα τέσσαρα είδη σωμάτων, διαφέροντα κατά την καλ- λονήν, και είτα είπωμεν, ότι ικανώς κατελάβομεν την φύσιν αυτών.

54. | Εκ των δύο ειδών τριγώνων το ισοσκελές μίαν μόνην έχει φύσιν, το δε σκαληνόν απείρους, πρέπει δε εκ των απείρων να προτιμώμεν το κάλλιστον, εάν θέλωμεν να αρχίσωμεν καθώς πρέπει. Αν λοιπόν τις δύναται να εκλέξη και να είπη άλλο ωραιότερον διά την σύστασιν των σωμάτων τούτων, ούτος ουχί ως εχθρός αλλ' ως φίλος νικά. Ημείς δε εκ των πολλών τριγώνων θέτομεν έν ως το κάλλιστον, παραλείποντες τα άλλα, εκείνο δηλ. εκ του οποίου επαναλαμβανομένου σχηματίζεται τρίτον, ισόπλευ- Β. | ρον (6) διατί δε τούτο, ο λόγος είναι μακρός, αλλ' εις εκείνον όστις δύναται να αναιρέση τούτο και να εύρη ότι δεν έχει ού- τως, ως βραβείον πρόκειται η φιλία ημών. Ας εκλέξωμεν λοιπόν δύο τρίγωνα, εκ των οποίων κατεσκευάσθησαν το σώμα του πυρός και το των άλλων (στοιχείων), το μεν (να είναι) ισοσκελές, το δε άλλο να έχη την μεγαλυτέραν των καθέτων κατά την δύναμιν τριπλασίαν της μικροτέρας (7).

Εκείνο δε, το οποίον πρότερον έχω ειπεί όχι σαφώς, τώρα πρέπει καλύτερα να προσδιορίσω. Τα τέσσαρα δηλαδή είδη (στοιχεία) μας εφαίνοντο τότε ότι όλα αμοιβαίως εγεννώντο τα μεν εκ των δε, αλλά δεν εφανταζόμεθα ορθώς. Διότι γεννώνται C. | μεν εκ των τριγώνων, τα οποία εξελέξαμεν, τέσσαρα είδη, τα τρία μεν εκ του ενός, το οποίον έχει τας πλευράς ανίσους, αλλ' έν μόνον, το τέταρτον, αποτελείται εκ του ισοσκελούς τρι- γώνου. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν όλα, διαλυόμενα εις άλληλα να γίνωνται εκ πολλών μικρών ολίγα μεγάλα, και αντιστρόφως, αλλά μόνα τα τρία πρώτα. Διότι ταύτα, επειδή εγεννήθησαν όλα εξ ενός τριγώνου, όταν λυθώσι τα μεγαλύτερα συστήματα (αθροί- Δ. | σματα), πολλά μικρότερα θα συσταθώσι, λαμβάνοντα τας καταλλήλους εις αυτά μορφάς, και ούτως, όταν πάλιν τα πολύ μικρά χωρισθώσιν εις τρίγωνα, εάν εξ ενός όγκου γίνη μία ενό- της, δύναται να αποτελεσθή έν άλλο είδος μέγα (8). Aρκούσι λοι- πόν όσα είπομεν περί της αμοιβαίας γενέσεως του ενός εκ του άλλου των ειδών τούτων. Εκείνο δε όπερ ων ακόλουθον εις ταύτα πρέπει να είπωμεν, είναι: τι είναι έκαστον είδος, όπερ γί- νεται εξ αυτών, και εκ της συμπτώσεως ποίων αριθμών γίνεται. Και θα αρχίσωμεν με το είδος το πρώτον και έχον την σμικρο- τάτην σύστασιν. Στοιχείον τούτου είναι το τρίγωνον το έχον την υποτείνουσαν διπλασίαν της μικροτέρας καθέτου κατά το μήκος, συνδυάζοντες δε ανά δύο εκ των τριγώνων τούτων διά της δια- Ε. | γωνίου, και τούτο ποιούντες τρεις φοράς, ούτως ώστε αι δια- γώνιοι και αι μικρότεραι κάθετοι να συνενώνται εις έν κοινόν σημείον ως εις κέντρον, γίνεται έν ισόπλευρον τρίγωνον εκ των έξ τα οποία υπήρχον (9). Όταν έπειτα συνενωθώσι τέσσαρα τρίγωνα 55. | ισόπλευρα, ανά τρεις ομού επίπεδοι γωνίαι αποτελούσι μίαν στερεάν γωνίαν, κειμένην εφεξής της αμβλυτέρας των επιπέδων γωνιών· και επειδή απετελέσθησαν τέσσαρες τοιούτοι συνδυασμοί σχηματίζεται ούτω το πρώτον στερεόν είδος (10), όπερ έχει την ιδιό- τητα να διαιρή εις μέρη ίσα και όμοια την όλην επιφάνειαν σφαίρας (εις την οποίαν είναι εγγεγραμμένη). Δεύτερον είδος γίνε- ται εκ των αυτών τριγώνων, αλλ' ενουμένων εις οκτώ ισόπλευρα τρίγωνα, ώστε να αποτελώσι μίαν στερεάν γωνίαν έχουσαν τέσ- σαρας επιπέδους γωνίας, και όταν γίνωσιν έξ τοιαύτα, τότε το Β. | δεύτερον πάλιν σώμα αποτελείται (11). Το τρίτον είδος στερεού σύγκειται εξ εκατόν είκοσι στοιχείων (τριγώνων) ομού ηνωμένων και εκ δώδεκα στερεών γωνιών, των οποίων εκάστη περιέχεται υπό πέντε επιπέδων ισοπλεύρων τριγώνων, και έχει ως βάσεις (όψεις) είκοσι ισόπλευρα τρίγωνα (12). Και ούτω το έν εκ των στοι- χείων, αφού εγέννησε πάντα ταύτα, εξηντλήθη. Το δε ισοσκελές τρίγωνον εγέννησε το τέταρτον είδος σώματος, καθ' όσον ανά τέσσαρα ισοσκελή ηνούντο ούτως, ώστε αι ορθαί γωνίαι να συν- ενώνται εις το κέντρον και να γεννάται έν τετράγωνον ισόπλευ- C. | ρον (13). Έξ δε τοιαύτα συνενωθέντα αποτελούσιν οκτώ στε- ρεάς γωνίας, των οποίων εκάστη συνίσταται από τρεις επιπέδους ορθάς· το δε σχήμα του ούτω συναποτελεσθέντος σώματος γίνε- ται κυβικόν έχον έξ επιπέδους τετραγώνους ισοπλεύρους βάσεις (έδρας) (14). Προσέτι δε, επειδή υπήρχεν είς πέμπτος συνδυασμός, ο Θεός μετεχειρίσθη αυτόν, ίνα κοσμήση το σχήμα του παντός (15).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXI. &Τα ειρημένα 4 στερεά συνδυαζόμενα γεννώσι τα 4 στοι- χειώδη σώματα. Η μεν γη σύγκειται εκ κύβων, το ύδωρ εξ εικοσαέδρων, ο αήρ εξ οκταέδρων και το πυρ εκ τρι- γωνικών πυραμίδων. Όθεν τα σωμάτια του πυρός είναι τα οξύτατα, τμητικώτατα, ευκινητότατα και κουφότατα σχετικώς προς τα των άλλων, τα της γης δε είναι τα μέγιστα, αμβλύτατα, βαρύτατα και δυσκινητότατα.&

Εάν δε τις ταύτα πάντα ακριβώς αναλογιζόμενος απορή αν πρέπη να λέγη ότι οι κόσμοι είναι άπειροι, ή ότι έχουσι πέρας, το δόγμα ότι είναι άπειροι δύναται να το θεωρή αληθώς ότι εί- Δ. | ναι γνώμη ανθρώπου απείρου (αμαθούς) εις πράγματα εις τα οποία οφείλει να είναι έμπειρος. Αλλά, αν πρέπη να λέγη ότι όντως ούτοι εγεννήθησαν είς ή πέντε, επιμείνας εις τούτο, μάλλον ευλόγως δύναται να απορή. Η γνώμη όμως ημών είναι ότι κατά πάντα ορθόν λόγον είς μόνος κόσμος εγεννήθη, άλλος όμως αποβλέπων εις άλλα, θα έχη ίσως διάφορον γνώμην.

Αλλ' ας αφήσωμεν τούτον, και ας διανείμωμεν τα είδη, τα οποία εύρομεν διά του λόγου, εις πυρ, γην, ύδωρ και αέρα. Και εις την γην ας δώσωμεν το κυβικόν σχήμα, διότι αύτη είναι εκ Ε. | των τεσσάρων ειδών η μάλλον ευκίνητος και εξ όλων των σωμάτων η μάλλον εύπλαστος, και τοιούτο προ πάντων πρέπει να είναι εκείνο, όπερ έχει τας βάσεις ασφαλεστάτας. Διότι εκ των κατ' αρχάς υποτεθέντων τριγώνων φύσει ασφαλεστέρα είναι η βάσις των εχόντων δύο πλευράς ίσας παρά την βάσιν των εχόν- των αυτάς ανίσους, και εκ των επιφανειών, αίτινες αποτελούνται εκ του ενός και εκ του άλλου, το ισόπλευρον τετράγωνον είναι κατ' ανάγκην σταθερώτερον του ισοπλεύρου τριγώνου και κατά τα μέρη και κατά το όλον. Διό αποδίδοντες τούτο εις την γην 56. | διατηρούμεν την πιθανότητα του λόγου· εις το ύδωρ δε έπειτα (ας δώσωμεν) το σχήμα, όπερ εκ των υπολοίπων είναι το μάλλον δυσκίνητον, εις δε το πυρ το ευκινητότατον πάντων, και εις τον αέρα το μέσον σχήμα· και το σμικρότατον σώμα ας δώ- σωμεν εις το πυρ, το μέγιστον εις το ύδωρ και το μέσον εις τον αέρα, και ακόμη το μεν οξύτατον εις το πυρ, το δεύτερον (μετά το πυρ) εις τον αέρα και το τρίτον εις το ύδωρ. Εξ όλων λοιπόν Β. | τούτων το έχον τας ολιγωτέρας βάσεις αναγκαίως είναι το μάλλον ευκίνητον, διότι εξ όλων είναι πανταχόθεν το μάλλον κοπτικόν και οξύ, και προσέτι το ελαφρότατον, διότι αποτελείται εξ ολιγίστου αριθμού των αυτών μερών· το δε ερχόμενον δεύτε- ρον πρέπει να έχη τας αυτάς ιδιότητας εις δεύτερον βαθμόν, και το τρίτον εις τρίτον βαθμόν. Λοιπόν συμφώνως με τον ορθόν λόγον και τον πιθανόν, το στερεόν το λαβόν το σχήμα της πυ- ραμίδος είναι το στοιχείον και το σπέρμα του πυρός, και το δεύτερον κατά την γέννησιν (το κανονικόν οκτάεδρον) ας το εί- πωμεν του αέρος, και το τρίτον (το κανονικόν εικοσάεδρον) του ύδατος. Πάντα λοιπόν ταύτα πρέπει να τα συλλαμβάνωμεν με C. | την διάνοιαν τόσον σμικρά, ώστε έν έκαστον εξ εκάστου εί- δους μόνον μας είναι όλως αόρατον και όταν πολλά αυτών συναθροισθώσιν εις έν τότε φαίνεται η μάζα αυτών. Και ως προς τας αναλογίας εις τας ποσότητας και τας κινήσεις και τας άλλας δυνάμεις πάσας πρέπει να νοώμεν ότι ο Θεός, καθ' ίσον του φυσικού νόμου η ανάγκη εκουσίως και πειθομένη υπε- χώρει εις αυτόν, κατά τόσον, αφού πανταχού ακριβώς τας απε- τέλεσε, τας συνήρμοσε λογικώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXII. &Μεταμορφώσεις των τεσσάρων στοιχειωδών σωμάτων εις άλληλα. Σωμάτιον ύδατος (20εδρον) δύναται να δώση δύο αέρος (8εδρα) και έν πυρός (4εδρον). Έν αέρος αποτελεί δύο πυρός κ.λ. Ανάπαλιν εκ πυρός γίνεται αήρ και εξ αέρος ύδωρ. Αι μεταμορφώσεις αύται φέ- ρουσι μεταβολήν θέσεως. Εκ της μίξεως των στοιχείων γεννώνται τα διάφορα ορατά σώματα.&

Εκ πάντων όσα προείπομεν περί των τεσσάρων ειδών τού- των, ιδού πώς κατά μεγίστην πιθανότητα δύνανται να έχωσι Δ. | ταύτα. Η γη ερχομένη εις συνάντησιν με το πυρ και διαλυ- θείσα υπό της οξύτητος αυτού διασκορπίζεται, είτε διαλυομένη τυχόν εις αυτό το πυρ είτε εις την μάζαν του αέρος είτε εις την του ύδατος· έως ου τα μέρη αυτής τα τυχόν ευρεθέντα ομού εις μέρος τι συναρμοσθώσι μεταξύ των και ούτω γίνη πάλιν γη. Διότι βεβαίως δεν δύναταί ποτε η γη να μεταβή εις άλλο είδος. Το ύδωρ όμως διαιρεθέν υπό του πυρός ή και υπό του αέρος, δυνάμεθα να δεχθώμεν ότι γίνεται ανασυνιστώμενον (16) έν σώμα πυρός και δύο αέρος. Ως προς τα τμήματα δε του αέρος, εξ ενός Ε. | μέρους αυτών, όταν διαλυθή, δύνανται να γίνωσι δύο σώ- ματα πυρός. Και ανάπαλιν, όταν ολίγον πυρ περιλαμβανόμενον υπό πολλού αέρος ή ύδατος ή γης τινος, παρασυρόμενον υπό της κινήσεως αυτών και νικηθέν εις την μάχην, θραυσθή, δύο σώματα πυρός δύνανται να συντεθώσιν εις έν μόνον είδος αέρος· και όταν ο αήρ νικηθή και κατακερματισθή, εκ δύο όλων και ενός ημίσεος αυτού, αποτελεσθή έν όλον συμπαγές ύδατος. Τω 57. | όντι, ας εξετάσωμεν αυτά πάλιν κατά τον ακόλουθον τρό- πον: Όταν έν είδος εκ των άλλων περιεχόμενων εντός του πυρός κόπτηται υπ' αυτού διά της οξύτητος των γωνιών και των πλευ- ρών του, μεταβαίνον ως προς την σύστασίν του εις την φύσιν του πυρός παύει πλέον από του να κόπτηται. Διότι έκαστον εί- δος, όμοιον ον και ταυτόν προς εαυτό, δεν είναι δυνατόν ούτε να επιφέρη μεταβολήν ούτε να πάθη τι υπό είδους ίσου και ομοίου προς αυτό (17). Εν όσω όμως έν είδος μεταβαίνει εις άλλο, και ασθενέστερον ον μάχεται κατά ισχυροτέρου, δεν παύει από του να διαλύηται. Αλλ' όταν τα μικρότερα είδη, ολίγα όντα, περι- κλεισμένα εντός των μεγαλυτέρων, πολλών όντων σβύνωνται θραυόμενα, εάν μεν θέλωσι να έλθωσιν εις το είδος του νικήσαν- τος αυτά, παύουσιν από του να σβύνωνται και εκ του πυρός γί- Β. | νεται αήρ, εκ δε του αέρος γίνεται ύδωρ. Αν όμως κινών- ται κατ' αυτού (του ισχυροτέρου) (18) και αν έν από τα άλλα είδη συνδραμόν συμπολεμή, δεν παύουσιν από του να διαλύωνται πριν ή ολοσχερώς απωθούμενα και διαλελυμένα καταφύγωσιν εις το είδος της φύσεώς των, ή αφού νικηθώσι και γίνωσιν εκ πολλών έν μόνον πράγμα όμοιον προς το νικήσαν, μείνωσιν ίνα κατοικώσι μετ' αυτού. Και βεβαίως διά τα παθήματα ταύτα έκα- C. | στον των ειδών τούτων μεταβάλλει τόπον (19). Διότι ο (αρχικός) όγκος εκάστου είδους είναι αποχωρισμένος των άλλων εις ιδιαίτε- ρον τόπον ένεκα της κινήσεως του περιέχοντος αυτά χώρου, και εκείνα, άπερ εκάστοτε γίνονται ανόμοια προς εαυτά, όμοια δε προς άλλα, μεταφέρονται υπό του σεισμού εις τον τόπον εκείνων, με τα οποία ήθελον ομοιωθή.

Όσα λοιπόν είναι άκρατα (απλά) και πρώτα σώματα όλα έγιναν διά τοιούτων αιτίων. Ότι δε εις τα γένη αυτών άλλα είδη εγεννήθησαν, τούτου την αιτίαν πρέπει ν' αποδώσωμεν εις την σύστασιν εκάστου των δύο στοιχείων (20)· διότι, δι' εκάστην Δ. | σύστασιν δεν παρήχθη κατ' αρχάς το τρίγωνον με έν μόνον μέγεθος, αλλά έγιναν και μεγαλύτερα και μικρότερα, τοσαύτα δε τον αριθμόν, όσα δύνανται να είναι τα είδη εις τα γένη (21). Τοιου- τοτρόπως αναμιγνυόμενα ταύτα προς εαυτά και μεταξύ των είναι άπειρα κατά την ποικιλίαν, της οποίας πρέπει να γίνωσι θεωροί οι μέλλοντες να είπωσιν ορθά περί της φύσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIII. &Η κίνησις και η στάσις. Αίτια κινήσεως η ανομοιότης και η ανισότης (διαφορά). Το σύμπαν κυκλοτερές ον σφίγ- γει τα σώματα και ουδαμού αφίνει κενόν. Συνοχή σω- μάτων. Η κίνησις είναι αδιάλειπτος.&

Περί κινήσεως όμως και ηρεμίας, με ποίον τρόπον και διά ποίας αιτίας γίνονται, εάν δεν συμφωνήσωμεν πρώτον, πολλά θα υπάρξωσιν εμπόδια εις τους επομένους συλλογισμούς. Τινά Ε. | μεν περί αυτών έχομεν ήδη είπει· αλλ' εκτός εκείνων θα είπωμεν και ταύτα: ότι όπου υπάρχει ομαλότης (το ομοιό- μορφον) δεν δύναται να υπάρχη κίνησις. Διότι πράγμα μέλλον να κινηθή χωρίς το μέλλον να κινήση ή πράγμα μέλλον να κι- νήση χωρίς το μέλλον να κινηθή είναι δύσκολον ή μάλλον αδύ- νατον. Λοιπόν άνευ των δύο τούτων κίνησις δεν υπάρχει· ταύτα δε να είναι όμοια είναι αδύνατον (22). Ούτω πάντοτε την ηρεμίαν ας ανάγωμεν εις την ομαλότητα, την δε κίνησιν εις την ανωμα- 58 | λίαν (διαφοράν). Η ανισότης δε πάλιν είναι αιτία της ανω- μαλίας. Και της μεν ανισότητος εξητάσαμεν (23) την γένεσιν. Αλλά πώς άρα γε δεν συμβαίνει ώστε χωρισθέντα ταύτα κατά τα είδη αυτών έκαστα να παύσωσιν από του να κινώνται και να μεταφέρωνται τα μεν διά των δε, ταύτα δεν έχομεν είπει. Λοιπόν πάλιν θα είπωμεν ούτως: Η περιφορά του σύμπαντος αφού περιέλαβεν εις εαυτήν τα ειρημένα γένη, επειδή είναι κυ- κλική κατά την μορφήν και έχει την φυσικήν τάσιν να επανέρχη- ται εις εαυτήν, συσφίγγει πάντα τα πράγματα και δεν αφίνει να μένη τόπος κενός ουδείς. Διά τούτο προ πάντων το πυρ εισδύει Β. | εις όλα τα πράγματα και κατά δεύτερον λόγον ο αήρ, καθό φύσει δεύτερος κατά την λεπτότητα, και τα άλλα είδη κατά τον αυτόν τρόπον. Διότι όσα έγιναν εκ μερών μεγίστων αφίνουσι μέγιστον κενόν εις την σύστασιν αυτών, τα δε σμικρότατα ελά- χιστον. Όθεν η κίνησις της συμπυκνώσεως ωθεί τα μικρά εις τα κενά των μεγάλων (24). Όταν λοιπόν τα μικρά τίθενται πλη- σίων των μεγάλων, και τα μεν σμικρά χωρίζωσι τα μεγάλα, τα δε μεγάλα συμπιέζωσι τα μικρά, όλα άνω-κάτω μεταφέρον- ται εις τους ιδιαιτέρους αυτών τόπους. Διότι έκαστον μεταβάλ- C | λον το μέγεθος μεταβάλλει και τον τόπον, εν ω ίσταται. Ούτω και διά τους λόγους τούτους η γέννησις της ανωμαλίας, διατηρουμένη πάντοτε, παράγει την συνεχή κίνησιν των στοι- χείων τούτων, ήτις είναι και θα είναι αδιακόπως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIV. &Τα διάφορα γένη ή ποιότητες του πυρός — του αέρος — και του ύδατος (Χημεία)&.

Μετά ταύτα πρέπει να έχωμεν κατά νουν ότι πολλά είδη πυρός υπάρχουσιν, ως η φλοξ και εκείνο όπερ απορρέει εκ της φλογός και όπερ δεν καίει μεν, αλλά δίδει φως εις τους οφθαλ- μούς, και εκείνο όπερ εκ του πυρός μένει εις τα διάπυρα σώ- Δ. | ματα, όταν η φλοξ σβεσθή (25). Κατά τον αυτόν τρόπον εις τον αέρα υπάρχει το καθαρώτατον μέρος ονομαζόμενον αιθήρ, και το θολερώτατον καλούμενον νέφος και σκότος, και άλλα είδη χωρίς όνομα, τα οποία εγεννήθησαν διά την ανισότητα των τρι- γώνων. Τα δε είδη του ύδατος είναι κατά πρώτον δύο, το υγρόν και το χυτόν (26). Το μεν υγρόν, επειδή σύγκειται εκ μερών ύδατος σμικρών και ανίσων, είναι κινητόν υφ' εαυτού και υπ' άλλου, ένεκα της ανωμαλίας του και των ιδιοτήτων του Ε. | σχήματός του. Το άλλο όμως, επειδή αποτελείται εκ με- ρών μεγάλων και ίσων, ον στασιμώτερον του πρώτου και βαρύ, είναι συμπαγές ένεκα της ομαλότητός του, αλλ' υπό την ενέρ- γειαν του πυρός, το οποίον διαπερά και διαλύει αυτό, απο- βάλλον το ομοιόμορφον αυτού αποκτά περισσοτέραν κίνησιν, και επειδή γίνεται ευκίνητον, ωθείται υπό του πλησίον αέρος και εκτείνεται επί της γης, και &τήξις& μεν η διάλυσις της μάζης του, &ροή& δε η επί της γης διάχυσις αυτού ωνομάσθησαν, έκα- 59. | στον των παθών τούτων. Και πάλιν, όταν εξέρχηται εξ αυ- τού το πυρ, επειδή τούτο δεν μεταβαίνει εις το κενόν, ο πλησίον αήρ, ωθούμενος υπ' αυτού και ωθών τον υγρόν όγκον, ακόμη ευκίνητον όντα, εις τους τόπους τους οποίους αφήκε κενούς το πυρ, τον συμπιέζει εις εαυτόν· ούτος δε (ο υγρός όγκος) διά της πιέσεως επανακτών την ομαλότητα αυτού, διότι απήλθε το πυρ, το αίτιον της ανωμαλίας, γίνεται ως πρότερον ο αυτός προς εαυ- τόν. Και η μεν αποχώρησις του πυρός ωνομάσθη &ψύξις&, η δε μετά την αποχώρησιν τούτου συμπύκνωσις ωνομάσθη &πήξις&.

Εξ όλων δε τούτων, όσα ωνομάσαμεν χυτά ύδατα, εκείνο το Β. | οποίον, επειδή γίνεται εκ λεπτοτάτων και ομαλωτάτων με- ρών, είναι το πυκνότατον, έν απλούν είδος μετέχον χρώματος στιλ- πνού και ξανθού, απόκτημα πολυτιμότατον, είναι ο &χρυσός&, όσ- τις γίνεται στερεός, διότι υπέστη διήθησιν διά μέσου πέτρας. Και ο όζος του χρυσού, όστις διά την πυκνότητα αυτού είναι σκληρότατος και μελανός το χρώμα, ωνομάσθη &αδάμας& (27). Εκείνο δε ου τα μέρη είναι μικρά ως τα του χρυσού, αλλ' έχει είδη πλείω του ενός, είναι δε και πυκνότερον του χρυσού, και C. | έχει ολίγον και λεπτόν μέρος γης, ώστε να είναι σκλη- ρότερον, αλλά επειδή έχει εντός εαυτού μεγάλα διαλείμματα, είναι ελαφρότερον, τούτο είναι έν είδος εκ των λαμπρών και συμπιεστών υδάτων και στερεοποιηθέν αποτελεί τον &χαλκόν&. Το δε μέρος της γης το μιχθέν μετ' αυτού, όταν και τα δύο πα- λαιούμενα αποχωρίζωνται πάλιν απ' αλλήλων, γινόμενον φανε- ρόν ως υπάρχον καθ' εαυτό λέγεται ιός (σκωρία). Περί δε των άλλων, εκ των τοιούτων ουδόλως είναι δύσκολον να εξηγηθή τις ακόμη, ακολουθών την πιθαναλογίαν διά της οποίας, (όταν Δ. | χάριν αναπαύσεως αφίνη τους λόγους περί των αιωνίων όντων και προσέχων εις τους πιθανούς λόγους περί εκείνου, όπερ γίνεται, αποκτά ηδονήν αμεταμέλητον), δύναται να εύρη παιδιάν μεμετρημένην και φρόνιμον εν τη ζωή του. Ούτω δε και ημείς τώρα ομοίως οδηγούμενοι, ως πρότερον, θα εκθέ- σωμεν περί των πραγμάτων τούτων τας εξής πιθανότητας τοιου- τοτρόπως.

Το ύδωρ, αναμιχθέν με το πυρ, όσον είναι λεπτόν και υγρόν (και διά την κίνησιν και τον δρόμον, τον οποίον λαμβάνει κυλιό- μενον επί της γης, λέγεται &υγρόν&), και μαλακόν συνάμα, διότι αι βάσεις αυτού, ούσαι ολιγώτερον στερεαί παρά τας βάσεις της γης, ευκόλως υποχωρούσι, τούτο (το ύδωρ), όταν αποχωρισθέν Ε. | από του πυρός και από του αέρος μείνη μόνον, γίνεται ομαλώτερον και διά την αποχώρησιν εκείνην συνωθείται εις εαυτό· και τοιουτοτρόπως πυκνωθέν, εκείνο όπερ πάσχει τούτο εις μέγαν βαθμόν υπεράνω της γης λέγεται &χάλαζα&, το δε επί της γης παθόν τούτο ονομάζεται &κρύσταλλος& (πάγος), το δε πα- θόν εις ολιγώτερον βαθμόν και κατά το ήμισυ μόνον πηχθέν, τούτο, αν είναι υπεράνω της γης, καλείται &χιών&, και εάν πυ- κνωθή επί της γης και γεννάται εκ της δρόσου, λέγεται &πάχνη&. Αι δε πολυάριθμοι ποιότητες ύδατος, αι οποίαι είναι ανάμικτοι 60. | μεταξύ των και διυλίζονται διά των φυτών της γης όλαι ομού λέγονται &χυμοί&. Ούτοι δε, ένεκα των αναμίξεων, επειδή εί- ναι έκαστος διάφορος του άλλου, οι μεν περισσότεροι απετέλε- σαν ανώνυμα είδη, τέσσαρα όμως, τα οποία περιέχουσι πυρ, επειδή ήσαν μάλλον προφανή, έλαβον ίδια ονόματα· και το μεν δυνάμενον να θερμαίνη την ψυχήν άμα και το σώμα είναι ο οί- νος· το δε άλλο, το οποίον είναι λείον και ικανόν να διαστέλλη την όρασιν και διά τούτο, είναι λαμπρόν κατά την όψιν και φαί- νεται στιλπνόν και παχύ είναι το &ελαιώδες& είδος, ήτοι η &πίσσα&, Β. | ο χυμός της &ρητίνης&, αυτό το &έλαιον& και όσοι άλλοι χυμοί είναι της αυτής φύσεως. Εκείνο δε το είδος, το οποίον είναι δια- χυτικόν όσον το επιτρέπει η φύσις του οργανισμού του στόματος, και διά της ιδιότητος ταύτης παράγει την γλυκύτητα, έλαβεν εν γένει το όνομα &μέλι&· και εκείνο, όπερ διαλύει με την καυστικό- τητα αυτού τας σάρκας και κάμνει αφρόν και καλώς διακρίνεται από όλους τους άλλους χυμούς, ωνομάσθη &οπός&.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXV. &Τα διάφορα είδη ή ποιότητες της γης.&