Part 9
— Σύμφωνοι!
Έδωκαν τας χείρας και απεχωρίσθησαν.
Β'
Την εσπέραν εκείνην, Τρίτην της εβδομάδος, πέντε ημέρας προ της εκλογής, περί την ογδόην ώραν, ο Λάμπρος ο Βατούλας ήναψε μετά τον δείπνον το φαναράκι του, και συνοδευόμενος από τρεις ή τέσσαρας φίλους εξήλθεν εις επισκέψεις κατ' οίκους προς ψηφοθηρίαν. Διήλθον διά της αγοράς, και είτα, δι' ανωφερούς δρομίσκου, εβάδισαν ανερχόμενοι εις την άνω λαϊκήν συνοικίαν. Μόλις επροχώρησαν ολίγα βήματα, και δευτέρα συνοδεία, μετά φανού και αυτή, προέβαλε κατόπιν των ερχόμενη. Ήτον ο Μανώλης ο Πολύχρονος με την παρέαν του, από το άλλο κόμμα. Ο Λάμπρος ο Βατούλας είχε «τα μάτια τέσσερα», αλλ' εκείνην την στιγμήν ησχολείτο αυτός και απησχόλει και τους φίλους του, ενώ εβάδιζαν, διηγούμενος διαφέρουσαν προς αυτούς ιστορίαν. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, αφού είχε κάμει λεπτά εις το Κάιρον, εμπορευόμενος επί δώδεκα έτη ως αλευράς, κατ' άλλους ως φούρναρης, έφθασε με το καλόν εις την πατρίδα του, πρωτεύουσαν της επαρχίας, και το είχεν απόφασιν να πολιτευθή. Εφαίνετο μορφωμένος, είχεν ιδεί κόσμον· τον εγνώριζεν αυτός παιδιόθεν, και προ ημερών, ότε μετέβη εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, ανενέωσε την γνωριμίαν. Ο νεοφερμένος από την ξενιτείαν είχεν αισθήματα, εξέφερε γενικάς σκέψεις περί των πολιτικών πραγμάτων, «ξύλα, κούτσουρα, δαυλειά καμμένα». Δεν ωμοίαζε με τον Αλικιάδην, όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων, ούτε με τον Γεροντιάδην, όστις εξελέγετο βουλευτής διά το καλόν της πατρίδος του. Ήτον αφελής τους τρόπους, και έτι αφελέστερος τας ιδέας. Ήθελε να πολιτευθή «για δόξα». Ευκαιρία λαμπρά. Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος, και τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ειμπορούσες να του βγάλης λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το «παρασούβλι». Δεν έδιδε πέντε χωρίς να είνε βέβαιος ότι θα λάβη δέκα. Εβραίος σωστός. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος ήτον αγαθός, «ψυχαράκι, ο καϋμένος». Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακρυά! Σωστός Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά, σκυλιά τίποτα. «Εφυσούσε». (Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι' ελαφρού φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του δείκτου, υπό το φως του φαναρίου την λέξιν: «φυσάει-φυσάει»). Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν; Τον παλαιόν καιρόν, οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιαίς. Επειδή όμως εκάστοτε ο έτερος των συνδυαζόμενων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κ' έκρινον καλόν να μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των εις τον ιδικόν των, εξέλειπεν η εμπιστοσύνη, και οι συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου ολοσχερώς κατηργήθησαν. Τώρα, ο καϋμένος ο Γιαννάκος, επειδή, καθώς σας είπα, ήρχετο από μακρυά, εζήτησεν εν τη αθωότητί του να συνδυασθή με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια, κ' έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. «Τόσο το καλλίτερο για μας, παιδιά». Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε το οικονομικόν μέρος, και θα του έτρωγε τα λεπτά χωρίς να του δώση ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ' ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανώλης ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ' ο Λάμπρος θα είχε τον νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν ειμπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστύ ψήφους (εκείνος βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι' ας το είχε σίγουρο, μόνον για το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους επουλούσαν προς 15, ας είνε και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην τύχην τους! αφού είπε τοιαύτα τινα ο Λάμπρος ευθύς προσέθηκε·
— Τάχα, ο λόγος το λέει, εμείς δεν είμαστε από κείνους . . . . Α! ο Μανώλης, ναι, εκείνος είνε γι' αυταίς της δουλειαίς.
Συγχρόνως ανήρχετο κατόπιν των η άλλη συνοδεία, και ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εν τω μέσω ιστάμενος, έλεγε ταπεινή τη φωνή, με αλληγορικάς, ως εσυνείθιζε, φράσεις·
— Αύριο, παιδιά, πέφτει το μεγάλο ψάρι . . . Νάχετε το νου σας . . . μη μας φάη το θεριό (κ' εδείκνυεν εκατό βήματα αποτέρω, διά μέσου του σκότους, περί την κινουμένην αμυδράν λάμψιν του προπορευομένου φανού, τον Λάμπρον τον Βατούλαν με την συνοδείαν του). Να πιάσουμε τα πόστα . . . Μη μας φάη το ψάρι ο γαλιός . . . Ως το μεσημέρι ο ροφός αρριβάρει (να πάρουμε, στα χωρατά, μια βάρκα, να πεταχτούμε ως τα νησιά, να κάμουμε καρτέρι) . . . . ροφός εφταοκαδιάρικο, φρέσκο! . . . θα πέσουν και κάτι συναγριδάκια, δε σας λέω . . . . Μα βάρδα απ' το σκυλόψαρο (κ' εδείκνυε τον Λάμπρον τον Βατούλαν). Διπλαίς απετουνιαίς, τριπλά παραγάδια . . . με χονδρούς φελλούς και με μολυβήθραις πενηντάρικαις . . . . Και τα μάτια σας τέσσερα . . . . Να στέκεσθε απρόντο, νάχετε απρόντο και της πράγκαις και τα καμάκια . . . και το σηπιογιάλι έτοιμο . . . γιατί αλλοιώς δε βγαίνει λαδιά.
Είτα ο Μανώλης προσέθηκεν·
— Ας είνε, ημείς τέτοιοι δεν είμαστε . . . Μα έπρεπε κάτι να γείνη, στο πείσμα εκείνου του θεριού, εκείνου του σκυλόψαρου.
Οι περί τον Μανώλην εγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ακούοντες και άμα προυχώρουν, ώστε παρ' ολίγον έφθασαν την πρώτην συνοδείαν, ης τα μέλη ηκροώντο τας λεπτομερείς και σπουδαίας ανακοινώσεις του Λάμπρου, κ' εκοντοστέκοντο, και πάλιν εβάδιζον. Τότε είς των πέντε, ακούσας βήματα, εστράφη, και είδε την δευτέραν συνοδείαν, και την υπέδειξεν εις τους μετ' αυτού, ούτοι δε ετάχυνον το βήμα.
Εισήλθον πρώτον, ο Λάμπρος και δύο των συν αυτώ, εις τον οικίσκον του Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικού, έχοντος τρεις υιούς εκλογείς, οι δε λοιποί δύο της συνοδείας έμειναν εις το προαύλιον ως καραούλι. Εκ της άλλης συντροφείας, ο Μανώλης και δύο άλλοι ανέβησαν εις την οικίαν του Ζυγαράκια, έχοντος τέσσαρας υιούς και ημίσειαν δωδεκάδα ανεψιών, όλους ψηφοφόρους, δύο δε και εκ της συνοδείας ταύτης έμειναν έξω της θύρας βιγλίζοντες. Δεύτερον ανέβησαν οι περί τον Λάμπρον εις την οικίαν του ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οι δε περί τον Μανώλην εισήλθον εις την καλύβην του Μαλλιοδήμου του αιγοβοσκού. Ακολούθως επεσκέφθησαν και άλλας οικίας, κατά την αυτήν πάντοτε τακτικήν, δύο εξ εκατέρας συνοδείας μενόντων πάντοτε ως ουραγών έξω της θύρας ή κάτω της λιθίνης κλίμακος. Ήτο δε ογδόη ή δεκάτη εσπέρα αύτη, καθ' ην ο Μανώλης και ο Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. Παντού ελάμβανον και έδιδαν λιπαράς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς, ώστε είς των μετά του Μανώλη, συνοδεύσας αυτόν παλλάς εσπέρας εις τοιαύτας εκδρομάς, αλλά πρώτην φοράν εφέτος βλέπων εκλογάς, καθόσον ήτο ναυτικός και συνήθως απεδήμει, έλεγεν εύπιστος, οικτείρων της αντιθέτου μερίδος τους τόσους δρόμους·
— Τι χαλνούν τα παπούτσια τους. Τώρα πλεια οι ψήφοι μάς περισσεύουν!
Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, λίαν πεπειραμένος περί τα τοιαύτα έσεισεν οικτιρμόνως την κεφαλήν και του είπε·
— Αχ! δεν ξέρεις, παιδί μ', απ' αυτά. Το ψάρι, ενώ θαρρείς ότι το κρατείς, έξαφνα γλυστράει και φεύγει. «Χάνος είμαι, χάνομαι . . . μπέρκα 'μαι, δεν πιάνουμαι . . . γιούλος είμαι σε γελώ . . . και τα δίχτυα σου χαλώ».
Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος μετά των δύο συντρόφων του ανέβησαν εις του γέροντος πορθμέως μπάρμπα-Διοματάρη, εις καλύβη ανώγεων μετά μικρού σοφά, όπου εύρον τον γηραιόν ναυτικόν καθήμενον, αν και ήτο θέρος ήδη, παρά την εστίαν, καπνίζοντα ελεεινόν καπνόν με την πίππαν του, και θερμαίνοντα τας δύο κνήμας, ων η μία είχε παγώσει προ ετών εις τον Δούναβιν, και ερεθιζομένη από καιρού εις καιρόν τον καθίστα ανίκανον προς εργασίαν. Η γραία επαιδεύετο να βράση δύο ή τρία σκορπιδάκια, τα οποία της είχε φέρει, ο γέρων αργά φθάσας την εσπέραν εκείνην με την μικράν βάρκαν του εκ της ημερησίας ανά τον λιμένα εκδρομής. Ο Λάμπρος εκάθησεν επί τινος παλαιού κιβωτίου με γλυφαίς και με καρφία διατεθειμένα προς κόσμον εις ρόμβους και εις σταυρούς, οι δε δύο ακόλουθοί του εκάθισαν επί τινος χουλουριασμένου τροχίνου σχοινιού, χρησίμου εις την αλιευτικήν. Παραγάδια και δίκτυα επί κονταριών ηπλωμένα εκρέμαντο από τον χθαμαλύν όροφον έως το δάπεδον. Όλα, και το σχοινίον και το κιβώτιον, και τα κυλίμια, και η ψάθα και οι μύστακες του μπάρμπα-Διοματάρη, και το φουστάνι της γραίας του, όλα εμύριζαν ψαρίλας.
Ο Λάμπρος ήρχισε να εξηγή τον σκοπόν της επισκέψεώς του, λέγων, ότι την φοράν ταύτην, επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να φροντίση διά την φτώχεια και να έβγαζαν βουλευτήν τον Αλικιάδην, θα έκαμναν χρυσή δουλειά, διότι αυτός ο Αλικιάδης ήτον φιλότιμος, και είχε να ζήση, και δεν είχεν ανάγκην να διορίση εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν αποκλειστικώς για την φτώχεια. Δεν ωμοίαζε με καμπόσους άλλους «όνομα και μη χωριό». Και ο Λάμπρος δεν είχεν αμφιβολίαν ότι, αυτήν την φοράν, ο μπαρμπα-Διοματάρης θα έδιδεν αποκλειστικήν την ψήφον του εις τον Αλικιάδην. Αυτά τα είπεν εντέχνως ο Λάμπρος, ελπίζων να εύρη τον σφυγμόν του γέροντος ναυτικού. Αλλ' ο μπαρμπα-Διοματάρης, ως να εζήτει αφορμήν να ξεσπάση, ήρχισε να διηγήται διά μακρών τι του είχε συμβή κατόπιν της άλλης εκλογής, καθ' ην είχε δώσει ψήφον εις τους αντιθέτους.
. . . Είχεν υπάγει εις τον Γεροντιάδην προ της διαλύσεως της βουλής, φέρων όλα τα έγγραφά του, τα χαρτιά του, τα πιστοποιητικά του. Αυτός όμως αγρόν ηγόρασε. «Πού σ' είδα πού σε ξέρω;» Δεν τον άφιναν ήσυχον, επί τέλους; Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχη δι' όλαις της παληοκαϊάσσαις, όσους εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον Μανώλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους — τόσα διπλά τάλληρα, ή όσους ψηφοφόρους — τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ' ευθείας με ένα έκαστον των εκλογέων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε, εκείνος έμβαζε κ' έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, ως τετραπερασμένος που ήταν, τα εμβάλωνε λέγων, ότι πρέπει να ξεπεσθούν από τον λογαριασμόν τόσα δεκάρικα, όσα επήγαν εις γενικά έξοδα, ή εις κεράσματα ακόμη, μη αρκέσαντος του κονδυλίου του ειδικού. Τέλος πάντων ό,τι έγινεν έγινεν, αλλά μετά την επιτυχίαν δεν εννοούσε να πληρώση λεπτόν παραπάνω. Και ου μόνον τούτο, αλλ' ήθελε να μη χάση και την ησυχίαν του. Είχεν εξοφλήσει ως ενόμιζεν. Επήρε χίλιους εκατόν ψήφους και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες σωσταίς. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ' ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα έν λεπτά παρά έν κλάσμα η ψήφος. Δεν εξελέχθη αυτός βουλευτής διά να τρέχη διά της δουλειαίς των εκλογέων, καθώς άλλοι, εξελέχθη διά τα γενικά συμφέροντα της επαρχίας, αλλά και του έθνους όλου. Τι λέγει το Σύνταγμα; «Έκαστος βουλευτής αντιπροσωπεύει όλον το έθνος, και όχι μόνον την επαρχίαν εξ ης εκλέγεται». Και ευτυχώς η προλαβούσα βουλή δεν ήτο ως αι προκάτοχοί της, αίτινες διελύοντο μετά έν έτος ή και μετά οκτώ μήνας από του σχηματισμού των. Έφαγε τρεις σωστάς συνόδους τακτικάς και δύο εκτάκτους. Εφαίνετο ότι δεν έμελλε ποτέ να διαλυθή, αλλ' επί τέλους, περί τα τέλη της Γ' συνόδου, διελύθη. Κατά την πρώτην σύνοδον, ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίση εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους του, ως και δύο κουμπάρους, και τον υιόν της κουμπάρας του, και τον αδελφόν της υπηρετρίας του, και άλλους. Κατά την δευτέραν σύνοδον κατώρθωσε ν' ακύρωση δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων, και να ενοικιάση την μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχως δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν. Κατά την τρίτην σύνοδον επρόφθασε κ' έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ' ό ανομοίου κλίσεως και προορισμού. Όσον διά την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε, τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το «Σχολειό της Αμαλίας», ως ασφαλέστερον, μη ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγη. Και άλλα ακόμη θα κατώρθωνε, διότι η βουλή εκείνη παραδόξως εφαίνετο έχουσα «μέραις απ' το θεό» διά να ζήση. Δυστυχώς και παρ' ελπίδα διελύθη τον τέταρτον μήνα της Γ' συνόδου άγουσα.
Γ'
Τοιαύτα ήρχισε να διηγήται εις τον Λάμπρον, όστις τα εγνώριζε καλλίτερ' απ' αυτόν, ο μπάρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ενίοτε εις την σειράν της διηγήσεως έν «καθώς έμαθα, καθώς μου είπαν». Τα πλείστα όμως προς συμπλήρωσιν της εικόνος τα προσέθηκε διακόπτων τον γέροντα αλιέα ο Λάμπρος αυτός, όστις δεν έπαυεν, εις το τέλος εκάστης περιόδου του απλοϊκού αφηγητού, να κατανεύη διά της κεφαλής επιδοκιμάζων και προσδοκών αίσιον δι' αυτόν το αποτέλεσμα. Αλλά το περιεργότερον ήτο το πείσμα και η οξύτης, μεθ' ων τα ήρευεν ο μπαρμπα-Διοματάρης. Αληθώς δε ο Λάμπρος δεν το επερίμενε, και μεγάλως εξεπλάγη, όταν εις το τέλος της διηγήσεως ο αφηγητής προσέθηκε·
— Τέτοιοι είνε όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ' αγόρασαν.
— Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτή τη φορά δεν είνε ο Γεροντιάδης . . . είνε ο Αλικιάδης, και δεν έχεις να κάμης με τον Μανώλην τον Πολύχρονον, έχει να κάμης μ' εμένα . . .
— Όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα- Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον τον Βατούλαν.
— Πως όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη να κάνουμε της δουλειαίς, που κάνει ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
— Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης.
— Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα- Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ' το Μανώλη;
— Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξίν μου.
— Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρης παράδες.
— Γιατί;
— Γιατί ο Μανώλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το ξέρης σίγουρα.
— Τώρα το κατάλαβα κ' εγώ, και γι' αυτό, ούτε ξαναπάω πλειά να ρίξω ψήφο.
— Είσαι κουριόζος άνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, εστέναξεν ο Βατούλας.
— Το ξέρω κ' εγώ . . . Δεν θα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σαν εμένα.
— Δεν υπάρχει κανείς . . . Είσαι μοναχός σου . . . Δεν έχεις ταίρι.
Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου, αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχαν πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα, αλλ' υποσχόμενοι, ουχί ως ο μπαρμπα-Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ' ευχήν, θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν. Εφθόνει δε τον Μανώλην τον Πολύχρονον, όστις είξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκη απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους. Εν τοσούτω δεν απηλπίσθη να μεταπείση τον μπαρμπα-Διοματάρην, και ειξεύρων ότι, αν επέμενεν αποτόμως κατ' αυτήν την ιδίαν εσπέραν, θα εστόμωνε μόνον το γεροντικόν πείσμα του χελωνοδέρμου ναυτικού, τον εκαλονύκτισε δι' απόψε, επιφυλαχθείς να επανέλθη μετά δύο εσπέρας.
Ακολούθως ο Λάμπρος ο Βατούλας μετά των συνοδών του ανήλθεν εις την μικράν οικίαν του Θανάση του Τσιρογεώργη.
— Καλως τακάνετε! καλησπέρα, Θανάση με τη φαμίλια σου!, έκραξεν ο Λάμπρος με την λιγυράν και θωπευτικήν φωνήν του και με την μελισταγή ευπροσηγορίαν του.
— Καλως τον κυρ-Λάμπρο με την παρέα του.
— Ε; είμαστε για νάμαστε;
— Μα βέβαια . . . Εσείς δεν εφανήκατε κανένας σας, ούτε σεις, ούτε οι άλλοι . . . Είπα κ' εγώ μαθέ, γιατί δε μου μιλεί κανένας; . . . Να μη μ' πη κανένας ένα λόγο; . . .
Να που ήρθαμε . . . Ο οικοδεσπότης ωμολόγει αφελώς ότι ήτο έτοιμος να δώση τον λόγον του εις εκείνον των κομματαρχών, όστις πρώτος θα έσπευδε να τον αγκαζάρη. Ηγάπα, ως φαίνεται, τας θωπείας, και εθεώρει ως τιμήν προσγινομένην αυτώ το να έλθη τις παρακαλών να του δώση την ψήφον του.
— Άλλο σόι άνθρωπος, είπε μέσα του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Καλά που πρόφτασα κ' ήρθα . . . πώς δεν το πήρε μυρουδιά εκείνο το σκυλί, ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να έρθη να μου τον πάρη! Ο Θανάσης ο Τσιρογεώργης προσέφερεν οίνον και στραγάλια εις τους επισκέπτας, ο δε Λάμπρος του έδωσε παχείας υποσχέσεις δι' οιανδήποτε απαίτησιν και αν είχεν από τον μέλλοντα βουλευτήν, όστις ήτο σίγουρος «με το παραπάνω» και τον περικάλεσε να περάση από το γραφείον του, όσον είνε το εκλογικόν κέντρον, διά να τα ειπούν καλλίτερα.
Μόλις απήλθεν ούτος μετά των ακολούθων, και ο Μανώλης με τους ιδικούς του ανήλθον εις την οικίαν.
— Λοιπόν, κουμπάρε, πώς είμαστε;
Ο Μανώλης είχε συνηθίσει ν' αποκαλή κουμπάρους σχεδόν όλους τους συντέκνους των συμπεθέρων του.
— Τώρα, κουμπάρε, έδωσα το λόγο μ'.
— Σε ποιόνε;
— Στο Λάμπρο το Βατούλα . . . Τώρ-δα, τώρ-δα, ό,τι κατέβηκε . . . Δεν ειξεύρατε ναρθήτε μισή ώρα μπροστά;
Δ
Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγεως, με δύο δωμάτια και μέγαν πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου, λιθίνης κλίμακος, έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα εξελθών της οικίας του Τσιρογεώργη.
Μετ' ολίγα λεπτά, ότε ο Μανώλης κατήλθεν άπρακτος εκ της τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή, επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπραϋντική, ηκούοντο συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ' αμφοτέρων εδέσποζεν οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς, διαμαρτυρομένη με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας ακούοντες ευλόγως υπέθετον ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει. Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο Μανώλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να σεβασθή τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και έσπευσε να παραβιάση την σύμβασιν. Χωρίς να διστάση, ένευσεν εις τους δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη εις την οικίαν.
Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας, διεμαρτυρήθησαν δι' υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν' αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες επ' αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανώλη, απώτερον ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του αρχηγού των.
Μόλις είχεν αναβή ο Μανώλης εις του Σπληνογιάννη, και παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογεώργαινα και έτεινεν άπληστον το ους. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων, κ.τ.λ., είδε την διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την ανεγνώρισε, και εψιθύρισε προς αυτήν
— Τακούς, γειτόνισσα;
— Τι ν' ακούσω, γειτόνισσα;
— Να, που μαλλώνουν, τ' ανδρόγυνο.
— Γιατί τάχα;
— Να, από άλλο κόμμα, είνε, λέει, ο άνδρας και από άλλο η γυναίκα.
— Μη χειρότερα.
— Είνε και άλλα χειρότερα, γειτόνισσα;
Και η φαιδρά όψις επανέκλεισε το παράθυρόν κ' έγεινεν άφαντος, ενώ η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν εξετίμα εν παντί την χρησιμότητα της λυχνίας, έμεινε πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα τα συμβαίνοντα εν τη αντικρυνή οικία.
Μικρόν πριν εισέλθη ο Μανώλης, ιδού τίνες φράσεις διημείβοντο εν τη οικία:
— Έννοια σου, κουμπάρε, μην την ακούς αυτή, έλεγε δεικνύων διά νεύματος την σύζυγόν του προς τον Λάμπρον Βατούλαν ο Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ισχνός, κίτρινος, μ' εσβεσμένα όμματα, προξενών οίκτον.
— Κείνο που θέλω εγώ θα γείνη! ανέκραζεν απειλούσα διά χειρονομίας η σύζυγός του, ωραία, τριακοντούτης, υψηλή, ροδόχρους, γλυκυτάτη, με μεθυστικόν το βλέμμα και το μειδίαμα, την οποίαν διά του πρώτου βλέμματος ο θεατής, συγκρίνων αυτήν εκ του σύνεγγυς με τον σύζυγόν της, ακουσίως θ' άφινε να του εκφύγη η επιφώνησις: Κρίμα 'ς τη γυναίκα!
— Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο λέγων ο σύζυγος.
— Το δικό μου θα περάση, το δικό μου! επέμενε πάλιν η συμβία.
— Και τι; θα με κουμαντάρης εσύ; έκραζεν απειλητικώς ο Σπληνογιάννης.
— Σας παρακαλώ . . . ησυχάσατε τώρα, παρενέβαλλε διά της μελιχράς και θωπευτικής φωνής του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Να τώξορα έτσι δα. .. καλλίτερα να μην ερχόμουνα . . . Δεν ήλθα εγώ για να σπείρω σκάνδαλα στ' ανδρόγυνο . . .
Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ανελπίστως ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
Ο Σπληνογιάννης ηγέρθη αυτομάτως με βλέμμα εκπλήξεως και αμηχανίας. Η γυνή εξεπήδησεν εκ του σκίμποδος εφ' ου εκάθητο, και προέβη εις υποδοχήν του.
Ο Λάμπρος ο Βατούλας ουδ' εσάλευσεν από την θέσιν του,
— Καλώς τον κουμπάρο! έκραξεν η οικοδέσποινα.
— Καλώς τον κουμπάρο! ετραύλισε και ο Σπληνογιάννης.
Το ανδρόγυνον είχεν, ως φαίνεται, διπλαίς κουμπαριαίς, και εντεύθεν ηδύνατο να εικάση τις ότι θα επήγαζεν η διαφωνία μεταξύ των δύο συζύγων. Διότι ο Σπληνογιάννης είχεν υποσχεθή, να δώση την ψήφον του εις τους κουμπάρους του, Λάμπρον Βατούλαν και λοιπούς. Η Σπληνογιάνναινα όμως έτρεφε φανεράν εκτίμησιν προς τους κουμπάρους της, του κόμματος Μανώλη Πολυχρόνου και συντροφίας.
Είνε αληθές ότι, κατ' ιδίαν, ο Σπληνογιάννης διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι από πολιτικήν απλώς υπέσχετο εις τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Αλλ' η γυνή εσκύλιαζε και εδαιμονίζετο, όταν τον ήκουεν ανανεούντα την υπόσχεσιν ταύτην, και απήτει να κηρύξη φανερά ο σύζυγός της εις τον Λάμπρον ότι θα του έδιδε ψήφον. Την θυσίαν ταύτην εδυσκολεύετο να κάμη ο Σπληνογιάννης, και από εβδομάδων ήδη το ανδρόγυνον «δεν έτρωε μερωμένο ψωμί».
— Τα βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, είπε μετά προσποιητής σοβαρότητος, δάκνων τα χείλη, ο Μανώλης.
— Τι να ιδώ;
— Δεν πρέπει να βάζουμε σκάνδαλα στο ανδρόγυνο . . .
— Μάλιστα, σ' αυτό συμφωνώ κ' εγώ, είπε μεθ' ετοιμότητος ο Λάμπρος· δεν πρέπει να βάζετε σκάνδαλα, καθώς το λέτε.
— Εγώ έβαλα! είπεν οργίλως ο Μανώλη. Εγώ ήρθα να τους ειρηνεύσω, μήπως τυχόν και τους ηρεθίσατε . . .
Ο Σπληνογιάννης έδιδε καθέκλαν εις τον Μανώλην.
— Ας είνε, θα τα καταφέρωμεν, είπεν.
— Ας είνε, κάνομε καλά, είπε. Εσείς, βλοημένοι, έρχεσθε κ' οι δυο μαζί, και δεν μπορεί κανείς να . . .
Ακουσίως αμφότεροι αι ψηφοκάπηλοι εγέλασαν, μαντεύσαντες τι ήθελε να είπη ο Σπληνογιάννης.
— Κείνο που σου λέω εγώ ! . . .
— Κείνο που σου λέω εγώ! ανέκραξε με οξείαν φωνήν η γυνή.
Ησθάνετο δε τώρα ενισχυομένην την θέσιν της εκ της επικουρίας ην παρείχεν αυτή η παρουσία του Μανώλη και εγίνετο θρασυτέρα.
Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ' ένα έκαστον, αν τους είχε συναντήσει, ήτον ικανός, διά της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους χωρικούς όπως ανταγωνίζωνται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή κοινωνικών και βιωτικών πιέσεων και διωγμών (όπλον το οποίον ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και ειρηνοδικεία όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να τα βγάλη πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις κατά πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων, και ορκιζόμενος καθ' εαυτόν να μαυρίση περιφρονητικώς όλας κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου.
Αλλ' ενώ η παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ήδη ανίσχυρον το μόνον όπλον του, εις επίμετρον προσετέθη και η έφοδος του Μανώλη του Πολυχρόνου, όστις θα έλεγέ τις ότι ήλθεν επίτηδες διά να παρασταθή εις δωρεάν περίεργον οικογενειακήν κωμωδίαν.
Ουδέν άλλο καταφύγιον είχεν ή να ζητήση μικράν ανακωχήν.
— Ας είνε, είπε, θα ιδούμε· σήμερα Τρίτη, ως την Κυριακή που θα είνε η εκλογαίς, θα μας φωτίση ο Θεός τι να κάνουμε . . .
— Όχι! Όχι! έκραξεν η γυνή γελώσα ακουσίως, αρχίσασα φαίνεται και αυτή να εννοή το κωμικόν της θέσεως. Όχι! Όχι!
Και εκτύπησε θορυβωδώς τον δεξιόν γρόνθον επί της παλάμης της αριστεράς.