Part 7
Και δίπλα εις το Τριμόρφι εκρέμαντο από καρφίον συνημμένα, εις τεμάχιον λευκού πέπλου τυλιγμένα, τα δύο στέφανα, τα στέφανα του γάμου. Α! ήρχοντο, ναι, ακόμα αι αναμνήσεις του γάμου, αλλ' ήρχοντο απαίσιαι, και κατ' άλλην όψιν. Διότι η μήτηρ της όχι ολίγας φοράς της είχεν είπει έκτοτε, ότι εφοβείτο πολύ τα μάγια, τα οποία ήτο πιθανόν να της κάμη η άλλη, η αντίζηλος, η παραγκωνισθείσα κόρη και αδικηθείσα ορφανή. Τα στοιχειά δεν τα εφοβείτο τόσον, και ας την έλεγαν ελαφροΐσκιωτην, ή μάλλον δι' αυτό την ωνόμαζον ούτω, διότι, όσα και αν έβλεπε, δεν είχε φόβον. Αλλά ως προς τα μάγια όμως, το πράγμα διαφέρει. Κατ' αρχάς εφοβείτο, μη η άλλη «της ρίξη τα κορίτσια», σκοπός όστις κατορθούται διά τινων επωδών μελετωμένων όταν αναγινώσκωνται αι ευχαί του αρραβώνος αμέσως προ της κυρίως τελετής του γάμου. Ο φόβος της επετάθη κατ' αρχάς, όταν η θυγάτηρ της έτεκε θήλυ εις την πρώτην γένναν της, αλλ' εμετριάσθη όταν έκαμεν άρρεν εις την δευτέραν. Τα μάγια δεν έπιασαν, είπεν. Ακολούθως βλέπουσα ότι ο γαμβρός της, ο προκομμένος, δεν επήγαινε καλά εις τας υποθέσεις του, ότι είχεν αναγκασθή να πωλήση την πατρικήν οικίαν και να γείνη αγρομερινός, απεφάνθη·
— Δεν θα κάμης προκοπή, θυγατέρα.
Επόμενον ήτο. Δεν είνε μικρόν πράγμα αυτό, να πάρης την τύχην της ορφανής, για να παντρευτής του λόγου σου. Αλλά πώς να κάμουμε πάλι; Πώς να ζήση κανείς; Ζωή είνε αυτό, πόλεμος είνε. Το να φθάση τις εις την τελειότητα, να προτιμά άλλον από τον εαυτόν του . . . είνε ως να αποφασίση να μη ζήση εις τον κόσμον αυτόν. Ψηλώνει ο νους του άνθρωπου να το συλλογίζεται. Του έρχεται να πάρη τα όρη — τα βουνά.
Αλλά μη αυτό ήτο τάχα το μεγαλείτερον κακόν, το οποίον εξ ανάγκης συμβαίνον κάποτε, επέφερεν αδιάλλακτον έχθραν μεταξύ δύο οικογενειών; Υπήρχον και άλλα χειρότερα. Μικρόν χωρίον, μεγάλη κακία. Το μίσος εμαίνετο, και μαινόμενον εβασίλευεν, εν μέσω οικογενειών και ατόμων. Εκυκλοφόρει εις όλος τας αρτηρίας, εις όλας τας φλέβας της μικράς κοινωνίας. Ο άγιος νόμος του Χριστού κατεπατείτο, απεδίδετο πάντοτε κακόν αντί κακού, πολλάκις κακόν αντί αγαθού, ουδέποτε αγαθόν αντί κακού. Ανυπέρβλητος φραγμός εχώριζε τα δύο κόμματα, τας δύο φατρίας. Έλεγες ότι συνέζων διά να μισώνται, ότι η τύχη τους έβαλε συγκατοίκους της αυτής πόλεως διά να τρώγονται. Ο εκάστοτε ισχυρός της ημέρας, δήμαρχος ή βουλευτής ή όπως εκαλείτο, εφήρμοζε κατά πλάτος το δημώδες αξίωμα: «Τώνα παιδί, καλό παιδί· τάλλο δεν είχε μάννα». Ήτο προστάτης της οικογενείας, των οικείων, των φίλων, του κόμματος, όχι προστάτης της πόλεως. Κατόπιν της κυρίας ταύτης διαιρέσεως, ήρχοντο άλλαι μυρίαι υποδιαιρέσεις. Η μία συνοικία εκήρυττε πόλεμον κατά της άλλης συνοικίας. Πάσα οικογένεια πόλεμον κατά της άλλης οικογενείας. Παν άτομον πόλεμον κατά του άλλου ατόμου. Ο γείτων δεν έλεγε μίαν καλημέραν, που είνε του Θεού, εις τον γείτονα. Έκαστος έχαιρε να βλέπη τον άλλον δυστυχούντα. Προκείμενοι περί κληρονομίας τινός, οι συγγενείς κληρονόμοι ετρώγωντο τις ν' αρπάση τα πλείονα. Θα ηφανίζοντο μάλλον εις τα δικαστήρια, θα επωλούντο σκλάβοι εις την Βαρβαρίαν, παρά να ίδωσι τον συγγενή να έχη περισσότερα απ' αυτούς. Δι' έν στρέμμα αγρού ήσαν ικανοί να φαγωθώσι μεταξύ των, ν' αφανισθώσιν εις «προσωρινά μέτρα» εις «διεξαγωγάς», εις «εφέσεις» και κόντρα-εφέσεις. Εάν κακότυχόν τι ελαιόδενδρον συνέβαινε να κλίνη τον ένα κλώνα προς τον παρακείμενον αγρόν, ο γείτων διά νυκτός έτρεχε με την τσάπαν του να περισκάψη το σύνορον, να μεταθέση την «αποσκαφήν». Την επαύριον το ελαιόδενδρον έκπληκτον εξημερώνετο εις τον ελαιώνα του γείτονος. Είχεν αλλάξει κύριον την νύκτα.
Μάχαι ολόκληροι συνεκροτούντο δι' έν θήλιασμα ελαιώνος, διά τρία κλήματα αμπέλου, δι' ήμισυ «πινάκι» σιτοφόρου αγρού. Και αι ελαίαι από επτά ετών είχον παύσει να καρποφορώσιν, ως να απηξίουν να λιπάνωσι διά του καρπού των τας κεφάλας των αμαρτωλών και τα κλίματα προώρως ωχραινόμενα δεν παρείχον ωρίμους τους οινωπούς βότρυς, αρνούμενα να ευφράνωσι διά του αμβροσίου χυμού των τας καρδίας αναξίων ανθρώπων, και ο ξανθός στάχυς της γης έκυπτε προώρως την μαραινομένην κεφαλήν προς την μητέρα του, ζητών να επιστρέψη ταχέως εις τα στέρνα αυτής, μη θέλων να θρέψη κοιλίας ασεβών ανθρώπων.
Τοιούτους πολέμους διεξήγον προς αλλήλους οι άνδρες και τοιαύτα λάφυρα απεκόμιζον. Αλλά μη αι γυναίκες ήσαν ολιγώτερον μάχιμοι;
Η μήτηρ δεν ήθελε το καλόν της κόρης, η πενθερά εμίσει ολοψύχως την νύμφην. Η νύμφη δεν έλεγε καλημέρα εις την ανδραδέλφην.
Δι' ένα απρόσεκτον λόγον, διά μίαν ελαφράν κακολογίαν, την οποίαν ευρίσκοντο πρόθυμοι οχετοί όπως μεταβιβάζωσι μεγαλοποιημένην συνήθως εις το ενδιαφερόμενον πρόσωπον, ήσαν ικαναί να μην ομιληθούν ισοβίως. «Ούτε τα κόκκαλά μας να μη σμίξουν», ήτο η πολεμική κραυγή εις τας τάξεις των γυναικών. Η θεια-Συνοδιά είχεν ιδεί μίαν νύκτα τρομακτικόν όνειρον, το οποίον θα ήτο σωστή οπτασία, αν δεν το είχεν από πριν εις το νουν της. Απεκοιμήθη μίαν εσπέραν ελαφρά, υποψιθυρίζουσα καθ' εαυτήν την λέξιν ταύτην, την οποίαν της είχεν εκσφενδονίσει την ιδίαν ημέραν μία συγγενής εχθρά της: «Ούτε τα κόκκαλά μας να μη σμίξουν!» Απεκοιμήθη και ενθυμείτο το κοιμητήρι, το οστεοφυλάκιον του παλαιού νεκροταφείου της μικράς πόλεως, πλησίον του οποίου συχνά επερνούσεν επιστρέφουσα την εσπέραν από τον αγρόν της, και όπου έβλεπε τα λευκά ή κιτρινωπά κόκκαλα των νεκρών, όλα φύρδην μίγδην, όλα ομού κείμενα, χωρίς να δύναται οφθαλμός να διακρίνη τίνα ήσαν το οστά των υπαρξάντων πάλαι ποτέ φίλων και τίνα τα των εχθρών. Εκεί, ενώ ελαγοκοιμάτο μόλις, της εφάνη ότι διήρχετο έξωθεν του κοιμητηρίου, και ακούει φοβερόν κρότον συρράξεως σκληρών σωμάτων. Ύψωσε τους οφθαλμούς και βλέπει τα κόκκαλα των νεκρών ορθά, σηκωμένα επάνω, κινούμενα, τα βλέπει να συνταράσσονται και να κτυπώνται αμοιβαίως. Η ωλένη εκτύπα την ωλένην, ο βραχίων τον βραχίονα, η περόνη την περόνην, η πλευρά την πλευράν, ο σπόνδυλος τον σπόνδυλον. Δύο κρανία γυμνά, τα οποία ευρέθησαν εκεί ως παραπεταμένα, ίσως διότι δεν ηξιώθησαν εντίμου ανακομιδής και τριτοετούς μνημοσύνου, κατεσυνετρίβησαν από την χάλαζαν των πληγών, όσας υπέστησαν από τας εξαγριωθείσας κνήμας. Η θεια-Συνοδιά, βλέπουσα το παράδοξον θέαμα, εδοκίμαζε να κάμη τον σταυρόν της κ' εψιθύριζε: Κύριε ελέησον! Και πώς να μη παραξενευθή, ας ήτο και καθ' ύπνον; Φαντασθήτε να βλέπη τις τα κόκκαλα των νεκρών εις το κοιμητήρι να ζωντανεύουν, να ορθούνται, να κτυπώνται μεταξύ των και να κάμνωσι τοιούτον φοβερόν θόρυβον! (1) Τέλος, ενώ έμενεν έντρομος βλέπουσα και διαπορούσα τάχα τι θα απογείνη, ακούει δυνατόν ροίβδον και πάταγον έτι μεγαλείτερον, και βλέπει τον ένα τοίχον του κοιμητηρίου, τον βορεινόν, όστις ήτο υψηλότερος των άλλων, να καταρρεύση έξαφνα διά μιας προς τα έσω, να πλακώση όλα τα κόκκαλα και να τα κάμη σύντριμμα. Η θεια-Συνοδιά εσκέφθη χαιρεκάκως: «Καλά να τα κάμη», κ' εξύπνησεν.
Ήθελε να είπη το δράμα τούτο, το οποίον προ ολίγων ημερών μόνον είδεν, εις τον πνευματικόν, και δεν ηυκαίρησε την παραμονήν των Χριστουγέννων να υπάγη. Ήλπιζεν ότι θα είχε καιρόν το πρωί, εις τον Άγιον Ηλίαν, όπου εμελέτα να μεταβή, όπως εξομολογηθή κ' ελαφρύνη την συνείδησίν της. Αλλ' ελθούσα εις τον μύλον βλέπει ότι ο γαμβρός της ήτο απών, και δεν ηδύνατο να εννοήση πόθεν η παράδοξος αργοπορία του. Τώρα είχεν αφήσει την κόρην της περιμένουσαν μετά των κοιμωμένων τεκνίων εις τον μύλον, και αυτή μετά του Παγώνα, τον οποίον ευμενής πρόνοια είχε στείλει βοηθόν, «αρμένιζε» διά νυκτός, καίτοι κατά ξηράν, άνω του ρεύματος, προς την Παναγίαν. Και η Αφέντρα, κ' εκείνη, εμβλέπουσα εν τη μοναξία μέσα της, καθημένη απέναντι εις το ωραίον εικόνισμα, το Τριμόρφι, ησθάνετο την ανάγκην ν' ανακουφίση την συνείδησίν της. Προ του γάμου είχε τείνει το ους εις ανοήτους εισηγήσεις γυναίων τινών περί μαγείας και περί ποτίσματος γαμβρού, και διά μίαν στιγμήν είχεν ελπίσει διά φαρμάκων και φίλτρων ν' αποστρέψη την καρδίαν του μνηστήρος της από της ορφανής, της αντιζήλου, και να την ελκύση προς το μέρος της. Και από επτά ετών, εκατοντάκις είχεν αποφασίσει και ουδέ άπαξ έσχε την γενναιότητα να εξομολογηθή την αμαρτίαν ταύτην.
Ήτο ήδη μεσονύκτιον, νυξ βαθεία, και η Αφέντρα, από την βαθείαν εκείνην σιγήν, από τους αμυδρούς εκείνους κρότους, τους τόσον λεπτούς, ώστε αδυνατεί τις να εννοήση αν είνε της ακοής ή της φαντασίας, από το αόριστον εκείνο και μυστηριώδες και ανεξήγητον θέλγητρον, χωρίς επί στιγμήν να νυστάξη, ησθάνετο ότι είνε παράωρα. Νυξ μακρά του Δεκεμβρίου, χρόνος η νύκτα. Αίφνης ακούει το πρώτον λάλημα του αλέκτορος. Ο πετεινός, όστις με επτά όρνιθας εκοιτάζετο εις μικρόν διάφραγμα όπισθεν της μυλόπετρας και της χοάνης του αλεύρου, ως πασάς εις το χαρέμι του, είχεν αισθανθή την ώραν και εξέβαλε την συνήθη κραυγήν του. Η Αφέντρα, ήτις είχεν αρχίσει ν' αποναρκούται ήδη, χωρίς να κατακλιθή, αποτόμως εξύπνησε.
— Λαλεί τορνίθι, εψιθύρισε· πέρασαν το μεσάνυχτα . . . Κ' η μάννα μου τι να έγεινε;
Ουδέν καλόν εσήμαινεν η αργοπορία αύτη της μητρός της. Και όμως παραδόξως η ελπίς την εθέρμαινε, και ήτο βεβαία ότι ουδέν κακόν είχε συμβή.
Ηγέρθη και συνεδαύλισε το πυρ. Έλαβε τον λύχνον, κατέβη εις το ισόγειον, και επήρε ξηρά ξύλα, ναι επανελθούσα τα έρριψεν εις την εστίαν. Είτα εκεί με τρις τον σταυρόν της προ της αγίας εικόνος και είπε το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω», τας μόνας προσευχάς τας οποίας είξευρε.
Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη βήμα ανδρικόν έξω. Έκρουσαν την θύραν της. Ήτο η φωνή του Παγώνα. Εσηκώθη ν' ανοίξη.
Κατερχόμενος ο Αγάλλος σιγά — σιγά, αργοστόλιστος ως νύμφη, την κλιτύν του βουνού, πριν φθάση εις την Κεχρεάν, ενώ είχε νυκτώσει ήδη, δεν εχόρταινε να ενθυμήται τα καλά εκείνα χρόνια, όταν ήτο ακριβώς γαμβρός, ζηλεμμένος και πολυγυρεμένος, και είχε καλοπεράσει επί οκτώ έτη με δύο αρραβωνιαστικαίς, πότε γελών την μίαν, πότε την άλλην.
Αλλ' όταν έφθασεν έμπροσθεν του παλαιού μονυδρίου της Παναγίας της Κεχρεάς, κ' εστράφη αριστερά να κάμη τον σταυρόν του προς την εκκλησίαν, διά της ανοικτής θύρας του περιβόλου βλέπει μέγα φως εντός του ναού. Κάποια ευσεβής γυνή θα ενθυμήθη ίσως ν' ανάψη τα κανδήλια της Παναγίας, επί τη παραμονή του Αχράντου Τοκετού της, και θα το είχε παρακάμει εις το λάδι και τα φιτύλια, ώστε να μεταβάλλη τας κανδήλας εις πυροφάνεια. Αλλά συγχρόνως ακούει φωνήν και ψίθυρον έσωθεν του ναού, ως αναγνώσεις ή σιγανάς ψαλμωδίας μοναχών προσευχομένων. Ποίος να ήτο; Το μονύδριον ήτο διαλελυμένον από τον καιρόν της Αντιβασιλείας, ο ναΐσκος έμενεν έρημος.
Ο Αγάλλος δυνατόν να ήτο ελαφροΐσκιωτος, αλλ' ήτο και σαββατογεννημένος και δεν εφοβείτο. Επλησίασεν εις την θύραν του μονυδρίου, εισήλθεν εις τον περίβολον, διέβη την αυλήν και εισήλθεν εις τον ναόν. Τα κανδήλια ήσαν αναμμένα έμπροσθεν των εικόνων του τέμπλου, αλλά με κανονικά φώτα και όχι ως πυροφάνεια. Αλλ' υπήρχον και δύο μεγάλαι λαμπάδες καίουσαι εις τα μανουάλια, και πέντε ή έξ κηρία. Εντεύθεν το πολύ φως.
Δεξιά εις την αχιβάδα, μοναχός τις, μεσήλιξ, φορών επανοκαλύμμαυχον, έψαλλε το «Κύριε εκέκραξα». Εξημέρωνε Δευτέρα και δεν είχε ψαλή ο εσπερινός το πρωί, ουδ' είχε τελεσθή την παραμονήν η λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Αριστερά έτερος μοναχός αντεφώνει εις τον πρώτον. Δύο ή τρεις άλλοι μοναχοί ή δόκιμοι, με ράσα, αλλά χωρίς επανοκαλύμμαυχα, ίσταντο εις το δυτικόν μέρος του ναού εντός των στασιδίων. Έσωθεν του ιερού βήματος σεβάσμιος πρεσβύτης ιερομόναχος, υψηλός, οστεώδης, πολιός, βαθυπώγων, με ωχρούς, λιποσάρκους, και οιονεί διαφανείς τους χαρακτήρας του προσώπου, εξήλθε την στιγμήν εκείνην με επιτραχήλιον, φελόνιον και κρατών το θυμιατόν. Τίνες ήσαν όλοι αυτοί; Ο Αγάλλος πρώτην φοράν τους έβλεπεν.
Ο σεβάσμιος πρεσβύτης εθυμίασε τας εικόνας πρώτον, είτα τον δεξιόν ψάλτην, είτα τον αριστερόν, ακολούθως τους τρεις μοναχούς ή δοκίμους και τελευταίον τον Αγάλλον. Ο Αγάλλος υπέκλινε προς το θυμίαμα, είδε τους αλλοκότους ισχνούς και διαυγείς χαρακτήρας του σεβασμίου πρεσβύτου, κ' επίστευσε πλέον ότι επήγε ζωντανός εις τον Παράδεισον. Άλλως δεν ηδύνατο να εξηγήση το δράμα.
Ουδείς των πέντε μοναχών έστρεψε βλέμμα προς τον νεωστί ελθόντα. Μόνον ο τελευταίος, ο νεώτερος των ρασοφόρων, όστις δεν εφόρει καλυμμαύχιον, αλλ' εκράτει υπό την μασχάλην διπλωμένην την μαύρην σκούφιαν του, έστρεψε προς τον Αγάλλον, όχι τον οφθαλμόν, αλλά τον κρόταφον και την ούλην στοιβήν της κόμης του και το άκρον του κανθού, και τότε ο Αγάλλος έλαβε το θάρρος να προσέλθη πλησίον του και να τον ερωτήση·
— Ποιοι είστε του λόγου σας;
Ο δόκιμος απήντησε διά νεύματος ότι δεν είνε καιρός εξηγήσεων τώρα, αλλ' ο γεραρός πρεσβύτης, όστις είχεν επιστρέψει εις το ιερόν βήμα, και εφαίνετο έχων το προορατικόν χάρισμα, έστρεψε την κεφαλήν προς τον δόκιμον και του επέτρεψε διά νεύματος να δώση εξηγήσεις εις τον αδελφόν.
Αφού ο Αγάλλος ηυχαρίστησε την περιέργειάν του, ήτο αποφασισμένος ν' απέλθη, να καταβή εις τον μύλον, όπως παραλάβη την γυναίκα και τα τέκνα του και υπάγωσιν όλοι ομού εις την Παναγίαν, διότι οι παράδοξοι μοναχοί έμελλον να ψάλωσι παννύχιον αγρυπνίαν και τελέσωσι λειτουργίαν προς τα χαράγματα. Αλλ' ενώ ήτο έτοιμος ν' απέλθη, πάλιν έλεγε μέσα του: «Ας καθίσω ακόμα λίγο», και πάλιν «ακόμα λίγο», και είχε γείνει μεσονύκτιον ήδη χωρίς να αισθανθή τον κόπον. Διότι το τρυφερόν και σεμνόν της ψαλμωδίας μεγάλως τον έτερπε.
Τέλος, μικρόν προ του μεσονυκτίου, ότε είχεν αρχίσει να γίνεται ανάγνωσις του πανηγυρικού της ημέρας, ενώ ο Αγάλλος είχε κινηθή να εξέλθη του ναού διά να πυρωθή ολίγον εις το έξωθεν αναμμένον πυρ, κ' εσυλλογίζετο την ανησυχίαν της γυναικός του, διότι ήτο βέβαιος ότι η πενθερά του θα έφθασεν από την χώραν και επληροφόρησε την Αφέντραν περί της αναχωρήσεώς του εκ της πολίχνης, βλέπει έξαφνα την πενθεράν του και τον Παγώναν και παρουσιάζονται.
Ο Αγάλλος δεν άφησε τον ελαφρόν ίσκιον να ενεργήση διά την γραίαν Συνοδιάν. Την εκάλεσεν έξω του ναού και της είπε ποίοι τινες ήσαν οι μοναχοί εκείνοι.
Απεφασίσθη να υπάγη ο Παγώνας, όστις άλλως είχεν αφήσει δεμένον τον όνον του έξωθεν του μύλου, και δώση απλήν είδησιν εις την Αφέντραν, και της είπη ότι μετά δύο ώρας ακόμη θα κατήρχοντο ο σύζυγός της και η μήτηρ της διά να εξυπνήσωσι τα δύο τέκνα και οδηγήσωσι ταύτα και την μητέρα των εις την Παναγίαν διά να λειτουργηθή.
Η Αφέντρα εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν.
— Μοναχός σου ήλθες; πού είνε η μάννα μου;
— Στην Παναγιά.
— Στην Παναγιά; Κ' ο Αγαλλάκης;
— Κι' ο Αγαλλάκης μαζί. Κάνουν αγρυπνία.
— Αγρυπνία;
— Να, ολονυχτιά.
— Ποιος την κάνει;
— Κάτι νεοφερμένοι καλόγεροι.
— Καλόγεροι;
— Να, άνθρωποι με ράσα.
— Απ' το μοναστήρι ήλθαν;
— Όχι, είνε άλλοι. Ήλθαν τώρα γρήγορα. Κάθονται στον ·Άι- Θανάση.
— Στον Άι-Θανάση;
— Ναι. Πλειότερα δεν ξέρω. Είπαν να κοιμηθήτε, και τώρα — τώρα θαρθή ο Αγάλλος μαζί με τη θεια-Συνοδιά να σας ξυπνίσουν, να σηκώσουν και τα παιδιά, να πάτε να μεταλάβετε. Καλή νύκτα κι' αύριο με υγεία.
Μόλις η Αφέντρα επρόφθασε να κλέψη έναν ύπνον, και εκρούσθη η θύρα του νερόμυλου. Ήτον ο Αγάλλος και η θεια-Συνοδιά.
Η Αφέντρα εξύπνισε τα παιδία, τα ένιψε, τα ενέδυσε, τα εκτένισεν, εστολίσθη και αύτη με ό,τι πρόχειρον είχεν εις τον μύλον και λαβόντες το φανάριον εξεκίνησαν και οι πέντε διά την Παναγίαν.
Οι έξ μοναχοί ήσαν νεοφερμένοι πράγματι. Ήρχοντο εκ μιας των Κυκλάδων, όπου είχον διατρίψει επί πολλά έτη ασκητεύοντες. Έφθασαν προ ολίγων εβδομάδων, και οι πλείστοι των κατοίκων δεν τους είχαν γνωρίσει ακόμη. Ο Αγάλλος πρώτην φοράν τους έβλεπε, και διά τούτο του εφάνησαν ως παράδοξος οπτασία. Άμα φθάσαντες, είχον αρχίσει να κτίζωσι κελλίον τι προς διαμονήν των, στεγαζόμενοι προσωρινώς εις χωρικόν τι καλύβιον.
Επειδή δεν υπήρχε ναός εις το μέρος εκείνο, είχον κατέλθει να εορτάσωσι τα Χριστούγεννα εις την Κεχρεάν, μιας ώρας δρόμου απέχουσαν.
Οι μεν τους έλεγον αιρετικούς, οι δε τους εσέβοντο ως πολύ εναρέτους. Η κοινή φήμη έλεγεν ότι ησπάζοντο τας δοξασίας θρησκευτικού τινος διδασκάλου, τας οποίας είχεν αποκηρύξει η Ιερά Σύνοδος. Το αληθές ήτο ότι ο εν λόγω διδάσκαλος, αυτός μάλλον είχεν ακολουθήσει τινά των παλαιών εθίμων μοναστικής τινος κοινότητος, λίαν αρχαιοπρεπούς, εις την οποίαν ανήκον οι ασκηταί ούτοι. Ούτω συνέπεσαν εν μέρει εις τας δοξασίας. Πολλοί όμως εφρόνουν ότι, επειδή το πολύ του λαού διψά θρησκευτικής διδασκαλίας, οι δε αρμόδιοι και υπεύθυνοι ουδεμίαν μέριμναν λαμβάνουσι προς θεραπείαν της ανάγκης ταύτης διά των αγνών και ορθοδόξων, ουχί διά ξενοπρεπών και κακοζήλων πηγών, επόμενον ήτο πολλοί ευσεβείς και καλοπροαίρετοι άνθρωποι να πλανηθώσι, καλή τη πίστει, ακούοντες τον χριστιανικόν λόγον, έστω και νοθευμένον, παντού όπου αυτός ηχεί, διότι όταν αι βρύσεις και κρήναι θολωθώσιν, οι δε υδρονομείς αποκρύπτωσι τα διαυγή νάματα, άνθρωποι και κτήνη, διψώντες μέχρι θανάτου, θα προτιμήσουν να πίωσιν εκ του θολού ρεύματος, ασθενή ευρίσκοντες ελπίδα σωτηρίας εν τούτω μάλλον ή ν' αποθάνωσι της δίψης. «Ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε, ως επλήθυνας το έλεός σου, ο Θεός».
Η θεια-Συνοδιά εξωμολογήθη εις τον πατέρα Ιεζεκιήλ (ούτως εκαλείτο ο προϊστάμενος της αδελφότητος ιερομόναχος), και ούτος την ωδήγησεν ότι, εάν η ορφανή κόρη, η παραγκωνισθείσα διά του γάμου της θυγατρός της, έμεινεν έκτοτε άγαμος, οφείλει, όπως τύχη συγχωρήσεως, να συντέλεση αυτή το κατά δύναμιν προς αποκατάστασίν της· εάν όμως εκείνη υπανδρεύθη ή απέθανεν έκτοτε, τότε ανάγκη να κάμη άλλας ελεημοσύνας, ως και έν σαρανταλείτουργον εις τον ναόν της ενορίας της, κατά προτίμησιν.
Επειδή η θεια-Συνοδιά έδωκε την πληροφορίαν ότι η κόρη ήτο άγαμος ακόμη, ο πρώτος κανών της επεβάλλετο.
Εις την Αφέντραν, ήτις έσχε τέλος το θάρρος να εξομολογηθή το αμάρτημα της μαγείας, έδωκε, κανόνα μακράν αποχήν από της Μεταλήψεως και προσθέτους νηστείας και προσευχάς. Την εσυμβούλευσε ν' ανάψη και μεγάλην λαμπάδα εις την αγίαν Αναστασίαν την Φαρμακολύτριαν.
Τα δύο παιδία μετέλαβον της ιεράς Κοινωνίας, και η οικογένεια όλη επέστρεψεν άμα τη ανατολή του ηλίου εις τον μύλον της.
Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΝΑ
— Ακούστε εμέ να σα πω! Να μην ανοίγετε χαρτί! . . . Να μην ακούτε το δάσκαλο! . . . Να μη φοβάστε τσ' πατεράδες σας! . . . Να δέρνετε τσ' μαννάδες σας! . . .
Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου του απωτάτου από της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, είς των μεγαλειτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζη συλλαβιστά! Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρη την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήταν μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήταν όλο μεγάλοι. «Πού να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος, ο Φλάσκος Φλασκο-μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!» Και σείων την κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοχτώ χρόνων, υψηλός, με ανορθωμένα σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήση το κτένιον, έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, «τον Φλάσκο Φλασκο- μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείση εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου έβοσκον βλατούδες και ψαλλίδες πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ' η επιτροπή αντέτεινε, μη θέλουσα να δυσαρεστήση τους οικείους του μεγαλοσώμου και φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλ. λίαν ευλόγως, ο Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν, είχε φοιτήσει εις το σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζη (μόνον ότι συνέχεε κάποτε το &η& με το &π& και το &ζ& με το &ξ&, ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξη τ' αφόρητα εκείνα δεσμά και να εμβαρκάρη με το καράβι του θείου του! Ίσως μάλιστα δι' αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες διά να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους οικείους του, να τον αποσύρωσιν ευσχήμως.
Τοιαύτα τινα πορίσματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπέβαλλε συχνά εις την μελέτην των συμμαθητών του ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης. Την ημέραν δ' εκείνην είχεν αναβή επί του θρανίου και απήγγελλε την διδαχήν, την οποίαν ο διδάσκαλος, κύπτων, επί της τραπέζης του, πνιγομένων των λέξεων εν μέσω του θορύβου δεν ήκουεν, ουδ' έβλεπε καν τον υψηλόν μαθητήν, όστις προς την δασκαλοκαθέδραν βλέπων (ο διδάσκαλος εκάθητο ενώπιον της τραπέζης κάτω της δασκαλοκαθέδρας) επροφυλάσσετο, και ήτο έτοιμος να πηδήση κάτω του θρανίου, αν ο διδάσκαλος έστρεφε το βλέμμα προς τα εδώ.
Ταύτα συνέβαιναν καθ' ον χρόνον ο διδάσκαλος, μεγαλόσωμος με ηρακλείους ώμους και βραχίονας, επικαλούμενος συνήθως η «Δασκαλομάννα», προ μικρού είχεν εισέλθει εις το σχολείον, και σχετική ησυχία επεκράτει μεθ' υπόκωφου βοής, ομοία με την φουσκοθαλασσιάν. Αλλά προ ημισείας ώρας, εάν τις διήρχετο εις απόστασιν διακοσίων βημάτων έξωθεν του σχολείου θα ενόμιζεν ότι ήτο θηριοτροφείον ειδικόν διά θώας της ερήμου, και δι' άλλα ανήσυχα αγρίμια. Τα παιδία εχόρευον, επήδων, εσκίρτων, εφώναζον, διεπληκτίζοντο, εγέλων, έκλαιον. Ήτο θέρος και καύσων πνιγηρός. Παμμιγής βοή ανήρχετο διά των οκτώ ανοικτών μεγάλων παραθύρων, εχόντων όλα σχεδόν τα υαλία σπασμένα και τα πλείστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τους στροφείς εσκωριασμένους. Τα θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, εφαίνοντο ως σχεδίαι πλέουσαι εντός του κύματος των παιδικών κεφαλών. Η διδασκαλική έδρα, υψηλή, με τα φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ωμοίαζε με βάρκαν ξουριασμένην μακράν του λιμένος υπό του ανέμου. Ο πρωτόσχολος, γυμνόπους, ελαφρά και μετά προφυλάξεως πατών, διά να μη βυθισθή και εμπέση παρ' αξίαν εις το πειθαρχείον, πότε γελών και πότε σοβαρευόμενος, προσεπάθει να επιβάλη σιωπήν. Αλλά την σφυρίκτραν, το έτερον σύμβολον του αξιώματός του, την είχε κλέψει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, και δι' αυτής εξέβαλλε μανιώδεις συριγμούς, παρωδών τον απόντα διδάσκαλον. Έμεινε μόνον εις τον πρωτόσχολον η βέργα, το κυριώτερον όπλον του, αλλά και ταύτην την εξουδετέρωσεν ο Γιώργος ο Χατζηδημήτρης, ο Στρατής ο Καραθύμιος και άλλοι τολμηροί παίδες, ανοίξαντες κρυφίως την θύραν του σωφρονιστηρίου, όπου είξευραν ότι είχε ταμιευμένην ο διδάσκαλος την δέσμην του, και αρπάσαντες πολλαίς βέργαις, τας οποίας εμοίρασαν εις τους συμμαθητάς των, κρατήσαντες τας λιγυρώτερας και τσουχτερωτέρας δι' εαυτούς τότε ήρχισε μάχη, και άλλοι μαθηταί απέσπασαν τους &δείκτας& από του τοίχου, άλλοι κατεβίβασαν τους &τηλεγράφους& από της καθέτου σανίδος των θρανίων, και κυνηγούμενοι έτυπτον αλλήλους.
Τέλος εισήλθεν ο διδάσκαλος, με το τσιγάρον εις το στόμα, και ο πρωτόσχολος έκραξεν: εις &προσοχήν&! Ο διδάσκαλος ήτο μεγαλόσωμος, υψίκορμος, εύσαρκος, αλλά ταχύς κ' ευκίνητος. Ήρχετο από την αρραβωνιαστικήν του, όπου τρις ή τετράκις της ημέρας παραιτών το σχολείον εις την τύχην του απήρχετο εις επίσκεψιν. Άλλοτε το σχολείον είχε και βοηθόν, αλλά τελευταίον το δημοτικόν συμβούλιον δεν εψήφισεν ή ο νομάρχης δεν ενέκρινε το κονδύλιον χάριν οικονομίας.
Ο διδάσκαλος, καπνίζων το τσιγάρον του, εσήμανε τον κώδωνα κ' εζήτησε να εξετάση μίαν των ανωτέρων κλάσεων. Προσήλθον έξ ή επτά παιδία και τα ηρώτησε·
— Την εμάθετε την ιερά ιστορία;
Τα παιδία, αντί ν' απαντήσωσιν, έκυψαν εις το βιβλίον των, και προσεπάθουν να κλέψωσι τίποτε εκ του προχείρου. Μόνον την στιγμήν εκείνην ενόησαν ότι δεν είχαν μελετήσει τίποτε εκ της &Αριστορίας&, καθώς την ωνόμαζαν.
Το πρώτον παιδίον, το οποίον ηθέλησε να εξετάση ο διδάσκαλος, εκράτει Γεωγραφίαν αντί Ιεράς Ιστορίας.
— Πού είναι η Ιερά Ιστορία σου;
— Δάσκαλε, εψέλλισε το παιδίον, &κάμνον το σχήμα& με τον δάκτυλον εις το ωτίον, την έχασα την &Αρ — ιστορία& μου.
— Αμελή! κακοήθη! άτακτε! ωρμάθιασεν ο διδάσκαλος κ' εκοκκίνησε δι' ελαφρού ραπίσματος την παρειάν του μαθητού. Άλλοτε εκτύπα πολύ γερώτερα, έσπαζε μάλιστα βέργαις εις την ράχιν των παιδίων. Αλλ' αφότου ηρραβωνίσθη, δεν του ήρεσκε να κτυπά.
Μετέβη εις τον δεύτερον.
— Τις έκτισε τον κόσμον;
Το παιδίον απήντησεν
— Ο Θεός έκτισε τον κόσμον εις έξ ημέρας με μόνον τον λόγον αυτού.
— Πολύ ωραία! είπεν ο διδάσκαλος, και αποταθείς προς τον τρίτον·
— Τις ήτον ο πρώτος άνθρωπος;
— Ο πρώτος άνθρωπος ήτον ο Αδάμ, απήντησε το παιδίον.
— Καλά, είπεν ο διδάσκαλος. Και είτα ηρώτησε τον τέταρτον·
— Τις και πόθεν τον έκτισεν;
Ο τέταρτος απεκρίθη·
— Διά τας αμαρτίας του Αδάμ κατεστάθησαν όλοι οι άνθρωποι αμαρτωλοί και θνητοί.