Part 6
Είς των καλεσμένων ακούσας απ' επάνω την τραχείαν φωνήν του Γκιουλή, δι' ης απεδίωκε τους οχληρούς απαιτητάς (τους οποίους αυτός ο ίδιος είχεν αποπέμψει προ μικρού από την οικίαν, αφού τους εφίλευσε δις και τρις μπακλαβάδες και μαστίχαις και ρώμια), επρόβαλεν από το παράθυρον και βλέπει τον Γκιουλήν, όστις ήτο κεκηρυγμένος εχθρός του μπακλαβά και όλων των γλυκυσμάτων, εγχειρούντα γενναίως με την πλατείαν μάχαιράν του επί των νεφραμιών του ροδοκοκκινίζοντος ψητού. Τότε ο εκ των καλεσμένων, όχι μόνον δεν τον εμέμφθη, αλλ' αισθανθείς και αυτός την όρεξίν του να τον κεντά, έλαβε λάθρα μίαν από τας πολλάς φλάσκας, τας οποίας είχον εισφέρει πλήρεις οίνου οι καλεσμένοι, και κατελθών ηρέμα εις την αυλήν, την επρόσφερεν εις τον Γκιουλήν, όστις ερρόφησεν όχι μετρίαν δόσιν, και κόψας ευγνωμόνως μέγαν μεζέν τον αντιπροσέφερεν εις τον διακριτικόν άνθρωπον. Μετά δύο δε ή τρεις αμοιβαίας φιλοφρονήσεις η φλάσκα εμέσασεν.
Αλλ' έμελλον οπωσδήποτε να ψηθώσι τέλος τα δύο σφαχτά, ώφειλε και το πιλάφι να γείνη επί τέλους. Τότε ο Γκιουλής κατεβίβασεν από το πυρ το πελώριον ρακοκάζανον, μετετόπισε και τας δύο σούβλας. Και αφού ανεκάτωσεν, ανεκάτωσε το ορύζιον κ' έφαγε δύο ή τρεις κουταλιές διά να το δοκιμάση, ήρχισε να κενώνη εις πλατέα βαθουλά πινάκια το πιλάφι, να κόπτη δε εις μεγάλα τεμάχια τα δύο ψητά, εξακολουθών εν τω μεταξύ να διπλοδοκιμάζη την γεύσιν των. Αλλ' ήτο καιρός να μεταφερθώσι τέλος επάνω εις την οικίαν τα πλήρη πινάκια, και οι καλεσμένοι εστρώθησαν εις μακροτάτην σειράν κατά μήκος και πλάτος του μεγάλου θαλάμου, και έφαγον και ευφράνθησαν εις τιμήν των νεονύμφων.
Τότε αι διάφοροι φλάσκαι και φιάλαι ήρχισαν να κυκλοφορώσι κατά πολλάς διευθύνσεις ανά τας τάξεις των συμποσιαστών. Και ο μπάρμπα-Κωσταντής ο Ξέσουρος, θείος της νύμφης, κρατών διά της αριστεράς ακουμβημένην επί του γόνατος του μεγάλην χιλιάρικην και διά της δεξιάς μικρόν πενηντάρικον ποτήριον, εκέρνα τους καλεσμένους προσφέρων φιλοφρόνως έν ποτήριον εις τον πρώτον γείτονά του προς τα δεξιά, είτα πίνων μετριοφρόνως και αυτός έν, είτα κερνών έν τον πρώτον γείτονά του προς τα αριστερά, υποφέρων και αυτός έν, διά να διπλοχαιρετήση· είτα μεταβιβάζων έν ποτήριον εις τον δεύτερον προς τα δεξιά γείτονά του, ροφών και αυτός έν διά ν' αποδώση τον χαιρετισμόν, και ούτω καθεξής. Μεγίστη δε υπήρξεν η ευθυμία, και, το πάτωμα εκινδύνευσε να πέση από τον χορόν. Η χαρά εκείνη διήρκεσεν επί εβδομάδα. Τον γάμον αυτόν, έλεγεν η Αφέντρα, θα τον ενθυμείτο ακόμη διά πολύν καιρόν το χωρίον.
Από μιας ώρας ήδη είχε γείνει σκότος, και ο λύχνος νυστασμένα έφεγγε τον πενιχρόν θάλαμον τον χωρισμένον μέσα εις αυτό το κτίριον του μύλου, και η εστία έκαιε παρηγόρως εις την γωνίαν, και τα λάχανα, τα οποία η Αφέντρα είχε κόψει δροσερά μοναχή της, μετά κόπου εκλέξασα αυτά ανάμεσα εις την χιονισμένην κλιτύν του ρεύματος, μεταξύ βράχων και θάμνων, περικυκλούντων ολόγυρα τον πενιχρόν νερόμυλον, υπό τας γηραιάς πλατάνους, τα λάχανα είχαν βράσει.
Ο Αγάλλος εν τούτοις δεν ήρχετο και η Λενιώ εξηκολούθει ακόμη να διηγήται προς τον αδελφόν της το παραμύθι. Είχεν ήδη δεκάκις επαναλάβει τους πρώτους στίχους του τραγουδιού, τους συνοψίζοντας εις το στόμα της ωραίας του παραμυθιού την παράδοξον ιστορίαν της και ακόμη δεν τους είχε μάθει. Ευρίσκετο δε τώρα εις τους τελευταίους στίχους:
Γρηά μ' εξεπλάνεσε σ' βασιληά τα χέρια.
Κ' επεκαλείτο εις βοήθειαν την μητέρα της, ήτις συνεπλήρου το τραγούδι ως εξής :
σ' βασιληά τα χέρια . . . βασιληάς με τ' μάννα τ' κ' εγώ φλάω τα χηνάρια.
Και η Λενιώ πριν τους μάθη αυτή εφιλοτιμείτο να διδάξη εις τον Μανώλην τους στίχους, όστις τραυλίζων επανελάμβανε:
Σληά μ' εξεπλάνεσε σ' βασιληά τα χίδια.
Αίφνης ηκούσθη κρότος. Έκρουον έξωθεν την θύραν, εις την οποίαν είχε βάλει τον σύρτην έσωθεν η Αφέντρα, καθώς συνήθιζεν, όταν ήτο εις τον νερόμυλον μόνη με τα παιδάκια της. Η Αφέντρα με κίνημα χαράς εσηκώθη, έλαβε τον λύχνον, κατέβη τας τεσσάρας βαθμίδας της ξυλίνης κλίμακος, δι' ης ανήρχετο τις από το έδαφος του μύλου εις τον θάλαμον, κ' επήγε ν' ανοίξη την εξωτερικήν θύραν. Τα παιδία σκιρτώντα έτρεξαν κατόπιν της.
Πριν ανοίξη ακόμη την θύραν η Αφέντρα ηκούσθη έξωθεν γυναικεία φωνή απορηματική·
— Τι κλειστήκατε, θα-πω, μέσα; ακόμη δεν ενύκτωσε.
Δεν ήτο ο Αγάλλος. Η Αφέντρα εγνώρισε την φωνήν. Ήτο η μήτηρ της.
Η γραία εισήλθε κρατούσα καλάθιον υπό τον αγκώνα, κ' έχουσα την μαύρην φουστάναν της περασμένην υπό κάτω εις το χερούλι του καλαθιού, φορούσα μόνον επάνω της το κοντόν, παλαιόν, ξασπρισμένον φουστάνι της, μάλλινα τσοράπια τρύπια εις τους δακτύλους και τας πτέρνας, και ξυπόλητη. Τα παιδία ώρμησαν αμέσως εις το καλάθιον, κ' έψαξαν να εύρουν τι εκρύπτετο εντός αυτού, υπό την διπλωμένην φουστάναν, ελπίζοντα ότι θα τους είχε φέρει η μάμμη κάτι τι διά να τα φιλεύση από το χωρίον, αλλά δεν ηύραν ειμή μόνα τα παλαιά τσόκαρα της γραίας, το οποία αύτη έθετε πάντοτε εντός του καλαθιού, προτιμώσα να βαδίζη ξυπόλητη, διά να είνε ελεύθερα τα πόδια της και χάριν οικονομίας.
Η Αφέντρα ιδούσα την μητέρα της ελθούσαν αντί του συζύγου, υπέθεσεν ότι ο τελευταίος θα είχε μείνει εις την πολίχνην να διανυκτερεύση, όπως ενίοτε έκαμνε, και δεν επαραξενεύθη πολύ. Αλλ' άμα ανέβησαν εις τον θάλαμον, η γρηα-Συνοδιά ιδούσα ότι έλειπεν ο Αγάλλος ηρώτησε·
— Πού είνε ο άντρας σου;
Η Αφέντρα την εκύτταξεν εν απορία.
— Δεν τον άφηκες στο χωριό;
— Όχι· έφυγε μια ώρα μπροστήτερα από μένα.
— Για δω;
— Για δω·
— Και πώς δεν ήρθε;
— Πώς δεν ήρθε μαθές;
— Τι γείνηκε;
— Τι γείνηκε, σ' ερωτώ κ' εγώ!
Εναγώνιος ανησυχία εκυρίευσε τας δύο γυναίκας. Η Αφέντρα συνήψε τας χείρας εν απογνώσει.
— Τι να έπαθε τάχα;
— Πού είνε τος;
— Γιατί δεν ήρθατε μαζί, αφού ήσουν για νάρθης και συ; ήρχισε να παραπονήται η Αφέντρα.
— Δεν ήμουν σίγουρη· εγώ είχα δουλειαίς. Ή έρχομαι, ή δεν έρχομαι του είπα. Πήγαινε συ, του είπα, να μη νυχτώσης, κ' εγώ, όπως διω. Εγώ είμαι μαθημένη να περπατώ τη νύκτα στα ρέμματα.
Τω όντι, όλοι τους ήσαν συνειθισμένοι εις νυκτερινάς οδοιπορίας ανά τα όρη και τας κοιλάδας. Η δύο συμπεθέραις, η θεια-Συνοδιά, και η μάννα του Αγάλλου η μακαρίτισσα, είχαν δύο νερομύλους εις της Κεχρεάς το ρέμμα. Ο μύλος ο πατρικός του Αγάλλου είχε χαλάσει προ πολλού και ήτον έρημος τώρα. Αλλ' ο μύλος της Συνοδιάς χηρευσάσης τελευταίον από του ανδρός της ήτο εν ακμή εισέτι. Ο Αγάλλος, επειδή ήτο συνειθισμένος να έχη μύλον, απήτησε τον μύλον ως προίκα, και η θεια-Συνοδιά ηναγκάσθη να τον δώση. Και αι δύο οικογένειαι, από γονέων και προγόνων, είχαν ανατραφή εν μέρει εις την πολίχνην, όπου είχαν οικίσκους, εν μέρει εις της Κεχρεάς το ρέμμα, όπου είχαν τους μύλους των. Γυναίκες και άνδρες, παίδες και κοράσια, δεν εφοβούντο να περιπατώσι την νύκτα εις το δάσος.
Τους έλεγαν ολίγον «ελαφροΐσκιωτους», αλλ' αυτοί δεν εφοβούντο τα στοιχειά. Είνε αληθές ότι οι ίδιοι διηγούντο πολλάκις ότι έβλεπαν εξωτικά πράγματα, αλλ' ωμίλουν με φιλόφρονα γλώσσαν περί φαντασμάτων. Δεν τους κατέτρεχαν, δεν τους έκαμναν κακόν. Είχα φιλικάς σχέσεις μεταξύ των. Ο Αγάλλος διηγείτο πολλάκις ότι είχεν ιδεί νεράιδας με τα μάτια του, ότι του είχαν ομιλήσει, αλλ' αυτός εφυλάχθη καλώς να ταις δώση απάντησιν, γνωρίζων ότι είχαν την δύναμιν «να του πάρουν την μιλιά του». Μίαν φοράν πάλιν παρουσιασθείσα προς αυτόν, όταν ήτο παιδί, εις τον μύλον του πατρός του, η Μοίρα του, του είχε δώσει με την χείρα της έν φλωρίον. Το εβεβαίου, και είχε ακόμη το φλωρί και το εδείκνυε. Μη νομίση τις ότι ήτο απατεών, ότι δεν επίστευεν ο ίδιος ό,τι έλεγε. Τουναντίον. Το επίστευε με τα σωστά του.
Εμπρός όμως εις την θεια-Συνοδιά κανείς δεν ηδύνατο να παραβγή όσον αφορά τα εξωτικά πράγματα. Αυτή είχεν εκ γενετής φιλικωτάτας σχέσεις με της νεράιδες. Εγνώριζε τα στοιχειά, τους αράπηδες με την τσιμπούκα, της λάμιες και τους καλικαντζάρους, όπου έρχονται τώρα τα Χριστούγεννα. Το στοιχειό του σπιτιού ποτέ δεν κάμνει κακόν. Επιφαίνεται πότε ως ήμερον αρνάκι, πότε ως κλώσσα με τα πουλιά. Η νεράιδες αγαπούν να βγαίνουν την ημέραν εις τον ήλιον, όταν είνε ζέστη, καταμεσήμερα, και να χορεύουν.
Να μη γελασθής και ανοίξης το στόμα σου, να ταις ομιλήσης, γιατί θα σου πάρουν την φωνήν να μείνης βουβός. Ο αράπης με την τσιμπούκα του, η καντίνα με τον φερετζέ της, βγαίνουν την νύκτα εις τα ρέμματα και κάθονται κοντά εις της βρύσαις. Οι καλικάντζαροι αγαπούν να σκιάζουν τον κόσμον, να κρύπτωνται με τους καπνοδόχους και να παίζουν δυσάρεστα παιγνίδια. Κατά τα άλλα είνε ακίνδυνοι. Μόνον ο βρυκόλακας είνε κακό πράγμα. Θεός να φυλάη. Αλλά μόνον τη γενειά του κυνηγά.
Η θεια-Συνοδιά ήτο βεβαία ότι ο γαμβρός της δεν θα έπαθε τίποτε από τους καλικαντζάρους, οι οποίοι, μόλις θα ήσαν εις τον δρόμον τώρα, να έρχονται, διότι εξημέρωνε Χριστούγεννα. Άλλως ο Αγάλλος ήτο σαββατογεννημένος, και είνε γνωστόν ότι οι έχοντες το πλεονέκτημα τούτο δεν υπόκεινται εις εξωτικάς επηρείας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο να εννοήση διατί ο γαμβρός της εβράδυνε τόσον, αφού είχεν εκκινήσει από του χωρίου μίαν ώραν προ αυτής, αφού αυτή είχεν έλθει από τον ίδιον δρόμον τον συνήθη, δι' ου πάντοτε ήρχοντο.
— Από κει που αραδίζομε πάντα, παιδάκι μου, έλεγεν εις την κόρην της, τι θελά πάθη; Τ' ήταν αυτό;
— Μην ήτο πιωμένος κ' έπεσε πουθενά με τα χιόνια;
— Δεν εφαίνετο νάνε πολύ πιωμένος, παιδί μου· και πού βρεθήκανε τα χιόνια; Ο δρόμος ανοιχτός όλος πέρα-πέρα . . . . Ολίγο πατημένο χιόνι δω εκεί . . . . Καμπόσο χιόνι έχει μοναχά στα ψηλώματα. Και πού τα ίδετε σεις τα χιόνια; Να βλέπατε στον καιρό του παππού μου, που ήμουνα μικρό κορίτσι, δύο μπόια, τρία μπόια χιόνι . . . . Μας σφράγιζε μπροστά την πόρτα, ίσα με το ανώφλιο, δυο οργυιαίς. Όσο να ξεχιονίσουμε την πόρτα που παιδευόμαστε δύο ώραις με της τσάπες και με τα φτυάρια, η σκεπή που ήταν καταφορτωμένη απ' τα χιόνια έπεφτε κρακ, και μας πλάκωνε.
Τα δύο παιδία τα οποία είχαν χάσει την ευθυμίαν των, και ήσαν έτοιμα να κλαύσωσιν, ύψωσαν ακουσίως τους οφθαλμούς προς την οροφήν, την οποίαν είχε δείξει διηγουμένη και άμα χειρονομούσα η γραία.
— Μάννα! τι λέει η μαννού; έκραξε βάλλουσα τα κλάμματα η Λενιώ. Τον πατέρα τον επλάκωσε το χιόνι . . . . κ' εμάς θα πέση η σκεπή να μας πλακώση!
— Σιώπα! σιώπα! μην κλαις, παιδί μου, έκραξεν η Αφέντρα, έτσι το είπε, η μαννού . . . μη φοβάσαι, κι' ο πατέρας τώρα θαρθή να σου φέρη και κοφέτα . . .
— Σιώπα, Λενιώ μου! είπε και η γραία. Εγώ ήρθα ξαργούγια να σε σηκώσω ταχιά το πουρνό, να σε πάω στον ·Άι-Λια, να σε μεταλάβω, κορίτσι μου . . .
— Κ' εμένα, κ' εμένα! έκραξεν ο Μανώλης.
— Κ' εσένα, μικρέ μου . . .
— Θα έχη λειτουργιά αύριο στον Άι-Λια; ηρώτησε λησμονήσασα προς στιγμήν την ανησυχίαν της η Αφέντρα.
— Θα έχη . . . φτάνει πλεια, νισάφι, τόσον καιρό που μένετε αλιβάνιστοι . . . Ετοιμάσου, κυρά μου, να στολιστής ταχύ-ταχύ να πάμε . . . Ο άνδρας σου θα έστρεψε το δρόμο κ' επήγε σε κανένα καλύβι να βρη κανένα φίλο του . . . ίσως πήγε να ψωνίση τίποτε ξερή μυζήθρα και πρωτογαλιά φρέσκη για αύριο . . . Ησυχάσατε . . . Κι' όπου είνε, θα φτάση.
Τωόντι η γραία, αντί να μείνη εις το χωρίον να κάμη Χριστούγεννα, μαθούσα ότι ο παππα-Κωσταντής ο Μπρικόλας έμελλε ν' ανέλθη το πρωί, κατά πρόσκλησιν ποιμένων και γεωργών τινων, εις το βουνόν να λειτουργήση το εξωκκλήσιον του Προφήτου Ηλία, επροτίμησε να υπάγη εις της Κεχρεάς το ρέμμα, να πειθαναγκάση την κόρην της και τα εγγονάκια της να σηκωθώσι το πρωί ν' ανέλθωσιν εις το εξωκκλήσιον, το οποίον ευρίσκετο εις το ήμισυ του δρόμου, επί οροπεδίου γείτονος της κορυφής του βουνού, μίαν ώραν από το χωρίον και μίαν ώραν από την Κεχρεάν, διά να λειτουργηθούν και μεταλάβουν, διά να τους ανθρωπέψη ολίγον, έλεγε, καθόσον έμενον επί μήνας αλειτούργητοι κάτω εις το βαθύ ρέμμα.
Εις τον ναΐσκον της Κεχρεάς, παλαιόν διαλυμένον μονύδριον, προσηρτημένον ως μετόχιον εις το κοινόβιον του Ευαγγελισμού, σπανίως ήρχετο ιερεύς να λειτουργήση, και, εάν ήρχετο, οι εντός του ρεύματος διαιτώμενοι και ως ποταμαία καβούρια στραβοπατούντες, ο Αγάλλος, η Αφέντρα, και τα δύο τέκνα των, δυσκόλως θα έπαιρναν είδησιν ν' ανέλθωσι διά ν' ακούσωσι την λειτουργίαν. Αφ' ότου ο Αγάλλος είχε πωλήσει την πατρικήν εν τη πολίχνη οικίαν του, και κατώκει έκτοτε διαρκώς εις τον νερόμυλον, άπαξ μόνον του έτους ελειτουργούντο, και τούτο κατά την 23 Αυγούστου, ότε ο ναΐσκος της Κεχρεάς εώρταζε τα εννηάμερα, ήτοι την μετάστασιν της Θεοτόκου.
Η γρηά-Συνοδιά έβαλε τέλος τας χείρας εις τους κόλπους της κ' εξήγαγεν αυτήν πλήρη αμυγδάλων και λεπτοκαρύων, τα οποία εμοίρασεν εις τα δύο παιδία. Εξεδίπλωσε και την μαύρην καινουργή φουστάναν της, και εντός αυτής ευρέθη παραδόξως προσόψιον φέρον τυλιγμένον μικρόν ευώδες χριστόψωμον, το οποίον επρόσφερεν εις την κόρην της ειπούσα·
— Καλή χρονιά.
Η Αφέντρα εκένωσεν εις έν πινάκιον μέρος των λαχάνων κ' έβαλε τα δύο παιδία να φάγωσι, βεβαία ούσα ότι, άμα έτρωγον, θα εκοιμώντο αμέσως, και «διά να λείψη ο μπελάς τους και διά να ξυπνήσουν πρωί».
Ο Μανώλης πρώτος, αφού έφαγε πρότερον τα αμύγδαλα, τα οποία του είχε δώσει η μάμμη του, και ύστερον εμάσσησε και δύο περονιαίς χόρτα, έκλεισε τα όμματα και απεκοιμήθη καθήμενος. Η μήτηρ του τον κατέκλινε δίπλα εις την παραστιάν, επί μαλλίνου κυλιμίου, τον εσκέπασε με μίαν άκραν της βελέντζας, εσταύρωσε τρις το προσκέφαλόν του και τον άφησε να κοιμηθή.
Η Λενιώ δεν ηθέλησε να πλαγιάση, λέγουσα ότι ήθελε να περιμείνη τον πατέρα της, όστις είχε τάξει να της φέρη ένα ώμορφο στολίδι από το χωρίον. Αλλ' η γραία-Συνοδιά την έλαβεν εις τα γόνατά της, την εσκέπασε με το παληό φουστάνι της, και την εζέστανε, και την εχάδευσε τόσον, ώστε την έκαμε να νυστάξη.
Εντός ολίγου απεκοιμήθη, και η μήτηρ της, λαβούσα αυτήν από τα γόνατα της γραίας, λικνίζουσα άμα αυτήν διά των χειρών και διά τινος μονοσυλλάβου «κι-κι», την επλάγιασε δίπλα εις τον Μανώλην.
Ως τόσον ο Αγάλλος δεν εφάνη, και αι δύο γυναίκες, των οποίων η ανησυχία ηύξησε καθόσον προυχώρει η νυξ, απαλλαγείσαι ήδη της ενοχλήσεως των δύο παιδιών, έστησαν συμβούλιον περί του πρακτέου. Η γραία είπεν ότι αν, Θεός να φυλάη, ο γαμβρός της είχε πέσει πουθενά εις τον δρόμον, αυτή θα τον έβλεπε, διότι είχεν έλθει από τον ίδιον, τον συνήθη δρόμον. Μόνον όταν έφθασεν εις την Κεχρεάν, ηναγκάσθη να ομολογήση, ολίγον αργά, δεν είχε περάσει πλησίον από το μοναστηράκι της Παναγίας.
— Γιατί; ηρώτησεν η κόρη της.
— Πήγα χαμ' λά, απ' τον Ιληώνα.
Βορειότερον ολίγον του μονυδρίου της Παναγίας της Κεχρεάς ευρίσκετο είς ελαιών της. Αυτή, πριν φθάση εις την Παναγίαν, είχε στρέψει κ' επήγε να ιδή τον ελαιώνα, αν και είχε νυχτώσει ήδη. Εφοβείτο μήπως η προ πέντε ημερών πεσούσα χιών είχε σπάσει τίποτε κλωνάρια από τα ελαιόδενδρα, κ' επήγεν ως εκεί διά να ίδη και βεβαιωθή, ας ήτο και νυξ φθάσασα εκεί, εβεβαιώθη ότι δεν είχε γείνει ζημία τις από την χιόνα, και μείνασα ευχαριστημένη, εγύρισεν εις τον δρόμον της χαμηλότερα διά του ρεύματος, κ' έφθασεν εις τον μύλον, χωρίς να περάση από την Παναγίαν την Κεχρεάν.
— Τότε να πηγαίναμε ως εκεί να βλέπαμε, είπε δειλώς η Αφέντρα, ήτις προς τον σκοπόν τούτον, ως φαίνεται, έσπευδε να αποκοιμήση τα δύο παιδία.
— Δεν είνε φρόνιμο ναρθής εσύ, είπεν η Συνοδιά. Σα ξυπνήσουν τα παιδιά, και ιδούν πως είνε μοναχά τους, θα κτυπηθούν, θα ζουρλαθούν από το φόβο τους.
— Πώς να κάμουμε; είπεν η Αφέντρα.
— Να πάω εγώ μοναχή μου, να ιδώ, μην έπεσε πουθενά. ..... Μπορεί να μπήκε μες την Παναγιά να κάμη το σταυρό του.
— Πώς να πας μοναχή σου, πάλι;
— Θα πάρω και το λαδικό ν' ανάψω τα κανδήλια της Παναγίας . . . Κεράκια έφερα απ' το χωριό . . . Μη φοβάσαι!
— Και τι να έγεινε αυτός ο άνθρωπος! θα τρελλαθώ! θα ψηλώση ο νους μου! έκραξεν η Αφέντρα, τείνουσα, να εξάψη ακόμη, ως κάμνουν αι γυναίκες, δι' αυθαιρέτου αλλ' ασυνειδήτου ενεργείας, τα εξημμένα νεύρα της.
Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη φωνή οξεία τραγουδιστού άδοντος:
Τζιμ, τζιμ, τζιμ, τζιμ, παγώνα μου! έλα κοντά στο γόνα μου . . .
— Α! να ο Παγώνας είνε, είπεν η γρηά-Συνοδιά. Στάσου να τον φωνάξουμε.
Και χωρίς να περιμένη την συγκατάθεση της θυγατρός της, η θεια-Συνοδιά κατέβη εις το ισόγειον, ήνοιξε την εξώθυραν του μύλου, και ήρχισε να κράζη δυνατά·
— Παγώνα! ε! Παγώνα!
Ο τραγουδιστής διήρχετο επί όνου καθήμενος, απέναντι του μύλου, επί της ετέρας κατωφερείας του ρεύματος, κατερχόμενος. μονοπάτι φέρον από του δάσους Αραδιά εις τον αιγιαλόν της Κεχρεάς.
Δεν εφαίνετο εις το σκότος ανάμεσα εις τα δένδρα. Αλλ' ηκούετο το βήμα του όνου, η βέργα η πλήττουσα τα νώτα αυτού και το κέλευσμα του αναβάτου «α! ντε, ντε! όξου», το οποίον ούτος απηύθυνε προς το υποζύγιον οσάκις διέκοπτε το προσφιλές άσμα, εις το οποίον ώφειλε και το παρατσούκλι, δι' ου τον είχε καλέσει η θεια-Συνοδιά.
Ήτο παραγυιός γεωργοκτηματίου τινός κατοικούντος εις την πόλιν, κ' έβοσκε τα βώδια του κυρίου του κάτω εις την Αγίαν Ελένην, όπου ούτος είχεν εκτεταμένους αγρούς με μικράν έπαυλιν, κ' επέστρεφεν αργά εις την έπαυλιν, όπως όχι σπανίως του συνέβαινε.
— Παγώνα! ε! Παγώνα!
— Τι θέλεις, θεια-Συνοδιά; απήντησεν ο νεαρός αγρότης γνωρίζων την φωνήν της.
— Έρχεσαι τα-ίσα απ' το χωριό, ή όχι;
— Έρχομαι, απ' το χωριό, απ' τον ·Άι-Γιαννάκη, απ' του Συνοδάρη, απ' τη βρωμόβρυσι, απ' τα Φιλιππέικα, απ' της Μαμούς το ρέμμα, απ' της βίγλαις, απ' του Σαμέλου, απ' το Πετράλωνο . . .
— Όλα αυτά τα μέρη τα έχεις γυρίσει, Παγώνα;
— Όλα, κι' άλλα ακόμα . . .
— Μην είδες πουθενά τον γαμπρό μου τον Αγάλλο;
— Το γαμπρό σου τον Αγάλλο; . . . Πώς! δεν ήρθε; .. Θα ηύρε πουθενά τη μοίρα του πάλι . . . Ίσως να τον ωνείρεψε να πάη πουθενά ναυρή τίποτα γρόσια, και του είπε να πάη νύχτα, για να μη τον ιδή κανείς . . . Ή τίποτα στοιχειά θα ηύρε στο δρόμο κ' έπιασε κουβέντα μαζί τους, κ' εξέχασε . . .
— Άφτε τώρα τα χωρατά, γιατί μας έπιασε μεγάλος φόβος, καϋμένε . . . . Μην τώχεις μικρό πράμμα . . . . Ποιος ξέρει αν έπαθε και τίποτα. . . . Μου κάνεις τη χάρι, Παγώνα μου, να πάμε μαζί ως απάνου, στην Παναϊά, να ιδούμε, μην είνε πουθενά;
— Πάμε, τι θα χάσουμε; είπε πρόθυμος ο νέος.
Και διευθύνας το υποζύγιόν του προς την κοίτην του ρεύματος, έφθασεν εις μέρος όπου είξευρεν ότι το ρεύμα εστένευε μέχρι δύο σπιθαμών πλάτους, εβίασε τον όνον του, όστις εκοντοστάθη και δεν ηθέλησε να πατήση εις τον νερόν, να υπερβή το ρεύμα, και έφθασεν έμπροσθεν του μύλου.
Η Αφέντρα, πεισθείσα να μείνη αυτή μετά των τέκνων της εις τον μύλον, ήναψε μικρόν φανάριον, και έβαλεν εις καλάθιον το ληκύθιον του ελαίου και τρία κηρία. Η θεια-Συνοδιά εφόρεσε την φοράν ταύτην την μαύρην φουστάναν της, έβαλε και τα τσόκαρα εις τους πόδας, και λαβούσα το καλάθιον και το φανάρι, ηκολούθησε τον Παγώναν, όστις επέζευσεν, έδεσε τον όνον του εις την ρίζαν δένδρου κ' εξεκίνησε πεζός.
Ο Παγώνας προεπορεύετο σιωπών, διότι ιδών την αγωνίαν της ανησυχούσης περί του συζύγου γυναικός, είχεν αισθανθή στενοχωρίαν τινά ομοίαν με σέβας, και είχε παύσει αυθορμήτως το εύθυμον άσμα του.
Η θεια-Συνοδιά τον ηκολούθει αργοπατούσα επί του υγρού στενού δρομίσκου, όπου προ μικρού είχε πατηθή και σκληρυνθή η χιών, κατελθούσα εις λεπτόν στρώμα, και μέχρι του χθαμαλού κοιλώματος, του δρομικού και γείτονος της θαλάσσης. Εκύτταξε δι' αυθορμήτου κινήματος δεξιά και αριστερά, μέσα εις τα κλαδιά τα διαχαράσσοντα κατά μήκος εν πρασίνω δροσερώ πλαισίω τον ανωφερή δρομίσκον, μετ' εμφύτου τρόμου, φοβουμένη μη ίδη έξαφνα εξηπλωμένον ανάμεσα εις ένα σχοίνον και μίαν κομαριάν το σώμα του γαμβρού της. Διότι ανησύχει πολύ, και δεν είξευρε τι είχε γείνει, ο προκομμένος. Ενίοτε από υψηλόν τινα θάμνον κατέπιπτε μετά τριγμού και κρότου, αποσπωμένη από τα κλαδία, τολύπη τις χιόνος, θωπεύουσα δροσιστικώς τους οφθαλμούς και τα μέτωπα των δύο νυκτοβατών. Αριστερόθεν κατήρχετο διά μέσου των κλάδων και των θάμνων τελευταία τις ασθενής ριπή του Βορρά, επισκεπτομένη εις τα χθαμαλώτερα εκείνα μέρη την παρθενικήν αδελφήν της, την χιόνα, σκληρύνουσα αυτήν επί των κλώνων των δένδρων, περί ους είχε περιχυθή καταστρώσασα μεγαλοπρεπώς τους πολυκλάδους και απειροποικίλους σχηματισμούς των. Ουχί άνευ λόγου ωνομάσθη Πρωτεύς το πρόσωπον εκείνο της αρχαίας μυθολογίας. Αλληγορικώς ηθέλησε να δείξη ο πλαστικός νους του εκλεκτοτάτου πάντων των λαών ότι έν πρωτογενές φύτρον εμφυσηθέν υπό του Δημιουργού εις την πλάσιν δι' απείρων συνδυασμών, διαιωνιζόμενον έμελλε να παράγη τόσον άπειρον ποικιλίαν τύπων και μορφών κατά άτομα, ώστε ούτε φύλλον να μην ομοιάζη απαραλλάκτως με φύλλον, κατά την αληθεστάτην παροιμίαν.
Δεξιόθεν, από την άλλην πλευράν του ρεύματος, ήρχιζε το δάσος του Αραδιά εκ χιλιετών δρυών, να σχηματίζεται και ν' ανέρπη ολονέν ανά το βουνόν, το κορυφούμενον υψηλά άνω, εις τον άγιον Κωνσταντίνον, και το βουνόν ήτο ορθόν, απότομον, κ' εφαίνετο ως πελώριος τοίχος καλυπτόμενος υπό κισσού. Και η χιών έστιλβε τήδε κακείσε ανάμεσα εις την επιφάνειαν του σκοτεινού δρυμώνος, λευκόν μυστήριον, σιωπηλόν, εν τη γλώσση των άστρων ανταποκρινόμενον, επάνω με την πούλιαν, με τον πολικόν αστέρα, με την Άρκτον και με τον Γαλαξίαν. Και διά της ριπής του Βορρά, όστις εφύσα εις τα φύλλα των παναρχαίων δένδρων, ο δρυμός, μεγαλοπρεπής, στοιχειωμένος, ασινής, ανάλωτος από εμπρησμόν, ως λέγουσι, βλάπτων τον υλοτόμον όστις θα ετόλμα να υψώση εναντίον του πέλεκυν ασεβή, διηγείτο εις γλώσσαν ακατάληπτον εις πάντας πόσους καιρούς και χρόνους είχε ζήσει, και πόσας γενεάς ανθρώπων είχεν ιδεί διαμαχομένας αλλήλας, χωρίς οι μεταγενέστεροι να διδάσκωνται εκ της πείρας των προγενεστέρων και γίνωνται λογικώτεροι. Και η φριξ του δρυμού, ριγηλή, παγερά, θρηνώδης, θροούσα διά δένδρων και κρημνών, έφθανεν αντικρύ εις την άλλην ημερωτέραν πλευράν, και μετέδιδε το ρίγος της εις τους ώμους και την ράχιν των δύο νυκτερινών οδοιπόρων.
Είχαν φθάσει ήδη εις το πρώτον ύψωμα, οπόθεν ήρχιζαν να εκτείνονται αριστερά των ελαιώνες. Αίφνης ο Παγώνας, ίσως διότι ησθάνετο κρύος και ήθελε να ζεσταθή, ίσως και διά να παρηγορήση κάπως την θεια-Συνοδιά, την οποίαν έβλεπε λυπημένην και ανησυχούσαν διά τον γαμβρόν της, ήρχισε πάλιν να τραγουδή τον προσφιλές άσμα του:
Τζιμ, τζιμ, τζιμ, τζιμ, παγώνα μου! έλα κοντά στο γόνα μου . . .
Η θεια-Συνοδιά ήτις έμεινεν επί τινας στιγμάς κυττάζουσα προς το ανατολικόν μέρος, τον διέκοψεν αποτόμως·
— Για ιδές, του λέγει, τ' είν' εκεί;
Του έδειχνε τον θόλον του ναΐσκου της Παναγίας της Κεχρεάς, όστις υπερείχε των τοίχων του ναού και του μονυδρίου, και είχεν αρχίσει να φαίνεται ήδη όπισθεν των δένδρων, τη βοηθεία λάμψεως τίνος επιφανείσης αίφνης. Όπισθεν του δυτικού τοίχου του μονυδρίου, όστις ήτο χθαμαλώτερος, απλούς και άνευ κελλίων, σπινθήρες τίνες ανήρχοντο εις τον ουρανόν φωτίζοντες τον θόλον και το δυτικόν της οροφής του ναΐσκου, ως να ήτο πυρά τις αναμμένη εντός του περιβόλου.
Η θεια-Συνοδιά έκαμε τον σταυρόν της κ' εστέναξε·
— Παναΐτσα μου!
— Τι να είνε τάχα; είπεν ο Παγώνας, αναγκασθείς να διακόψη και δευτέραν φοράν το άσμα του.
— Δεν απέρασες από την Παναΐά, πρωτήτερα, που ηρχόσουν κάτω;
— Όχι!
— Ούτ' εγώ. Πάμε να ιδούμε;
— Πάμε!
Η Αφέντρα επερίμενεν εις τον νερόμυλον, ζαρωμένη παρά την εστίαν πλησίον των παιδίων της κοιμωμένων. Δεν ηκούοντο πλέον ούτε παραμύθια, ούτε τραγούδια εις τον σιωπηλόν μύλον, δεν ήτο η παρουσία της μητρός της, ήτις την παρηγόρει διά του ευθύμου και θαλερού γήρατός της, και αυταί αι αναμνήσεις του γάμου της, ανακληθείσαι προς στιγμήν, έφυγαν, μη θέλουσαι να επιφοιτώσιν εις θλιμμένον πνεύμα και εις μελαγχολικόν οικίσκον. Μόνος ήχος ηκούετο και μόνη συντροφιά της ήτο η αναπνοή των κοιμωμένων παιδίων και ο ροίβδος του πυρός ον ανέδιδον κάποτε οι καίοντες δαυλοί, και το όμμα της έμενε προσηλωμένον ακουσίως εις το κανδήλιον, το καίον εμπρός εις την εικόνα το Τριμόρφι, ην είχε λάβει προίκα, φέρουσαν εν τω μέσω τον Χριστόν, όρθιον, ολόσωμον, ευλογούντα διά της δεξιάς και τόμον εν τη αριστερά κατέχοντα, μετά του πράου βλέμματος, της ωραίας κάλλει μορφής, του σχιστού ξανθού γενείου, με το ιμάτιον κυανούν και ερυθρόν τον άρραφον χιτώνα· δεξιόθεν του Χριστού την υπεραγίαν Θεοτόκον, αριστερόθεν τον τίμιον Πρόδρομον, αμφοτέρους πλαγιόθεν, κύπτοντας μ' εσταυρωμένας τας χείρας παραπλεύρως του Κυρίου.