Part 5
Ο γέρων τον εκυνήγησε. Μίαν η δύο φοράς είδε τον «διακαμό» του, τον φεύγοντα ίσκιον του όπισθεν των βράχων. Ο Πάπος είξευρε πολλά «κατσαμάκια», ήτοι ελικοειδείς κινήσεις και τα ποδάρια του «τον άκουαν». Δεν έπασχεν από ρευματισμούς. Ο γέρο-Μπαμπούκος πού να τον φθάση!
Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, επέστρεψεν ο Μπαμπούκος άπρακτος, πλησίον των δύο συντρόφων του, οι οποίοι ανυπομόνουν.
— Μα έλα δα! έκραξε προς αυτόν ο Καλούμπας, άμα τον είδε να έρχεται χωρίς τον υιόν του. Έλα, κι' ας κουρεύεται!
— Καλλίτερα, λείπει κι' ο μπελάς του, παρετήρησεν ο Νειόγαμπρος.
Ο γέρων θαλασσινός έκυψεν, έλυσε την μπαρούμαν, κ' επήδησε στη βάρκα. Ομοίως και οι άλλοι δύο.
— Μου έβγαλε την ψυχή ανάποδα, το διαολόσκυλλο, είπεν ο· Μπαμπούκος, να τρέχω να τον κυνηγώ.
Ήτον πράγματι πολύ ωργισμένος. Άμα εμβήκεν εις την βάρκαν, εξέχασε να κάμη τον σταυρόν του, μόνον είπεν αυτομάτως, χωρίς να σκεφθή·
Καλό πνίξιμο, παιδιά.
Ο Καλούμπας εκάγχασεν· ο Νειόγαμπρος εσιώπησεν. Η Νειόνυφη, η σύζυγός του, ήτις τους εκύτταζεν από το παράθυρον, ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν, το λευκόν μέτωπόν της συνεφρυώθη, και στεναγμός εφούσκωσε το εύκολπον στήθος της.
— Αστοχιά στο λόγο σου, εψιθύρισε.
Της ήλθε τότε η παράξενος ιδέα να φωνάξη οπίσω τον σύζυγόν της, να τον κρατήση, να μη τον αφήση να υπάγη. Αλλ' η τόλμη της έλειπεν και θάρρος αρκετόν δεν είχεν αποκτήσει. Είξευρεν ότι εκείνος θα την εσκώπτεν ίσως και ποτέ δεν θα επείθετο.
Μόνον όταν απεμακρύνθη η βάρκα, της ήλθον εις την μνήμην άλλαι τινές περιστάσεις και οι φόβοι της κατέστησαν τυραννικοί. Ο γαμπρός αυτός, με τον οποίον προ πέντε εβδομάδων είχε στεφανωθή, ήτο «ταβατζίδικος», ήτοι διαφιλονεικούμενος, βλασφημημένος, είχεν άλλον αρραβώνα, τον οποίον διέλυσε προ μικρού, εις την γειτονεύουσαν νήσον, οπόθεν κατήγετο. Της έλεγαν ότι η πρώην πενθερά του είξευρε μάγια, ότι θα τον εμάγευε και θα τους έκαμνε κακόν. Πού είξευρε κι' αυτή η κακομοίρα; Αυτόν της έδωκαν, αυτόν επήρε.
Αλλά και τα χρυσοκέντητα ρούχα, τα νυφιάτικα, τα οποία είχε φορέσει διά να στεφανωθή, κι' αυτά επίσης ήσαν βλασφημημένα.
Οι γονείς της τής τα είχαν αγοράσει έτοιμα από μίαν μητέρα, της οποίας η κόρη είχε κατεβή εις τον τάφον, πριν γείνη νύφη διά να τα φορέση. Ω, κακοσημαδιά!
Και η Νειόνυφη έκλαυσεν.
Εν τοσούτω η θαλάσσια ηχώ ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν του γέροντος ναύτου, και από κύμα εις κύμα τον μετεβίβασεν όχι εις την αντίπεραν ακρογιαλιάν, εκεί όπου απλώνονται φιλοπαίγμονα τα ήμερα γαλανά κύματα, αλλ' εις το κέντρον του πόντου, όπου ο βυθός ο αμέτρητος, η άβυσσος η τρομακτική, αλλ' εις την εσχατιάν του πελάγους, παρά τας ακτάς τας απορρώγας και τιτανείους, όπου δεν υπάρχει αγάπη και έλεος, αλλά μανία και φρίκη.
Άλλος θεατής της απομακρυνομένης λέμβου, εκτός της Νειόνυφης, δεν ήτο ειμή η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι. Ευθύς μετ' ολίγον ο Πάπος, φαγκρίζων και γελών ως προσωπίς αποκρηάτικη, κάτισχνος, μελαμψός και ηλιοψημένος, ήλθε πλησίον εκεί, άμα η λέμβος εμακρύνθη ως πενήντα οργυιές, κ' εκύτταζε τους ναυβάτας,
Καθ' ην στιγμήν άφηναν τα κουπιά και ητοιμάζοντο να κάμουν πανιά προς το πέλαγος.
— Καλό κατευόδιο, πατέρα μου, είπε.
— Γιατί, παληόπαιδο, δεν πήγες μαζί; τον ηρώτησεν η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι.
— Για να ρωτάς εσύ, απήντησε θρασύς ο Πάπος.
— Και πού θα ερμοκατιάσης το βράδυ να ψοφολοήσης; Ο πατέρας θα πήρε μαζί το κλειδί του σπιτιού σας.
— Έρχομαι στο σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, που έχει τους τρεις τοίχους και τη μισή σκεπή, απήντησε πανούργως ο μάγκας.
— Αν θέλης, έλα, είπεν η πτωχή γραία.
Η Σειραϊνώ εκουβαλούσε στάμνες στα σπίτια από τα πηγάδια και τας βρύσεις του χωριού. Ερρόφα ταμβάκον, ήτο συμπαθεστάτη προς τους πάσχοντας, κ' επαρηγόρει τον γέρο-Γατζίνον και τον γέρο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αυτούς πώς να υποφέρωσι τα γηρατεία, οίτινες είχον κοινωνικήν υπόστασιν, και είχον υιούς και θυγατέρας. Κι' αυτή ήτο έρημη και μοναχή εις τον κόσμον.
Είχε χαρίσει το σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εις μίαν γειτονοπούλαν, προς την οποίαν εσυμπάθησε, χωρίς να γνωρίζη διατί. Με την δωρεάν ταύτην ως προίκα υπανδρεύθη η πτωχή γειτονοπούλα. Η Σειραϊνώ είχε ξεχειμωνιάσει δυο χρονιές εις το μισοχαλασμένον σπίτι της Σκωριανίνας, της μακαρίτισσας. Το σπίτι είχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ένα ξυλότοιχον και μισήν στέγην, ανοικτόν, χωρίς χώρισμα. Ο τέταρτος τοίχος είχε καταρρεύσει προ πολλού.
Καθ' όλας τας πιθανότητας, έμελλε κ' εφέτος να ξεχειμωνιάση εις το ίδιον οίκημα. Εάν η κόρη, την οποίαν είχε προικίσει, δεν εύρισκε τύχην τόσον γρήγορα να υπανδρευθή, θα είχεν η Σειραϊνώ καταφύγιον, μένουσα υπό την αυτήν στέγην με εκείνην. Αλλ' ηθέλησε να κάμη το καλόν σωστόν και την απήλλαξε της παρουσίας της.
Εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους επήγε πράγματι να κοιμηθή την νύκτα ο Πάπος. Το κενόν το οποίον άφηνεν ο τέταρτος τοίχος εφράττετο εν μέρει με έν παλαιόν καραβόπανον, το οποίον της είχε χαρίσει άλλος πάλιν γείτων.
— Κ' εβάσταξε η ψυχή σου, μωρέ, να μην πας με τον πατέρα σου, που σε ήθελε; είπεν η Σειραϊνώ, άμα ούτος κατεκλίθη τυλιχθείς εις πάλαιαν τριμμένην βελέντζαν.
Εις απάντησιν ο Πάπος ήρχισε να ροχαλίζη.
Το φεγγάρι είχε «πιασθή χειμωνιάτικο», και όλοι έλεγαν «δίπλα φεγγάρι, ολόρθος καραβοκύρης». Την πρώτην ημέραν ήτο ευδία, και την δευτέραν ως το δειλινόν. Προς το βράδυ ο καιρός εχάλασεν. Απειλητικά σύννεφα είχον σωρευθή προς βορράν και προς ανατολάς· την νύκτα ο καιρός εχειροτέρευσε πολύ, και προς το πρωί αγρίεψε. Βροχή, άνεμος, τρικυμία.
Καιρός διά ψάρευμα δεν ήτο πλέον. Η βάρκα δεν εφάνη να γυρίση. Οι ναυτικοί έλεγον ότι ο άνεμος δεν θα επέτρεπε να πλησιάσουν οι τρεις αλιείς εις την απέναντι στερεάν, αλλ' ή θα ευρίσκοντο τρυπωμένοι είς τινα μικράν αγκάλην της ακτής της νήσου, ή έπρεπε να ερριψοκινδύνευσαν να επαναπλεύσουν εις τον λιμένα. Πιθανόν να ήσαν εις το πέλαγος. Βεβαίως η βάρκα θα έπλεε ξυλάρμενη· εντός ολίγου έπρεπε να έλθουν. «Όπου είνε, θα φανούν».
Την δευτέραν νύκτα ο Πάπος «εκάτιασε» πάλιν ή «εκούρνιασε», καθώς αι όρνιθες και τα περιστέρια, εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους και την μισήν στέγην. Καθώς είχεν αρχίσει να βρέχη χιονόνερον, και να βοΐζη ο άνεμος σείων το καραβόπανον, το οποίον εφαίνετο πασχίζον να φράζη το φοβερόν χάσμα του τοίχου και της οροφής, όπως τα ράκη καλύπτουσι την γύμνωσιν της πτωχείας, κ' εγίνετο βοή, κ' εκρότουν από το ψύχος τα ολίγα δόντια που έμενον εις το στόμα της Σειραϊνώς, ο Πάπος, έτριζε τα δόντια τα ιδικά του, παρόμοια με μουτσούνας Αράπη, την αποκρηά, κ' έτριβε τας χείρας και εφώναζε·
— Κύττα, θεια-Σειραϊνώ . . . Δεν σου φαίνεται σα ν' αρμενίζουμε στο πέλαγο τώρα, μαζί με τον πατέρα μου, με τη βάρκα του Καλούμπα; Όλο το ίδιο δεν είνε; Ακούς, θεια- Σειραϊνώ, πώς πέφτει η βροχή, πώς βοΐζει ο αέρας, βρρρρ ! . . . κρρρρ! . . . μπρρρρ! . . . θεια-Σειραϊνώ.
Την τρίτην νύκτα, ήτοι μετά νυχθήμερον και εξάωρον από της δείλης της Δευτέρας, ο Πάπος δεν εφάνη πλέον εκεί. Η θεια- Σειραϊνώ τον επερίμενεν αργά, έως τα μεσάνυκτα, και ηρώτα όλας τας γυναίκας της γειτονιάς εάν τον είδαν. Αλλά μάτην. Ο Πάπος δεν ήλθεν.
Επί της ερήμου ακτής, επί της προβλήτος άκρας, εξ ης σχηματίζεται ο λιμήν έν μίλιον αντικρύ της πολίχνης, ενύκτωνεν ήδη και κάτι ζωντανόν εσάλευεν εκεί, πλησίον εις μίαν σπηλιάν, κάτω από ένα υψηλόν απόκρημνον βράχον. Είχεν έλθει εκεί περί την δύσιν του ηλίου. Με την αμφιλύκην της νυκτός, υπό τον συννεφιασμένον ουρανόν της τρικυμίας, δεν εφαίνετο πλέον αν ήτο αγρίμιον ή παιδίον το ζωντανόν, το οποίον εκινείτο εκεί εις το σκότος.
Ο Πάπος είχεν αρχίσει να εντρέπεται, διότι δεν είχεν υπάγει μαζί με τον πατέρα του. Όλοι οι θαλασσινοί έλεγον, τους ήκουεν αυτός να λέγουν, ότι διά να γείνη τις καλός ναυτικός, πρέπει να περάση από φουρτούναν, από πολλές μάλιστα φουρτούνες. Και έπειτα να «κατιάζη» τις απαράλλακτα, όπως η κόττες 'ς το σπιτάκι της θεια-Σειραϊνώς με τους τρεις τοίχους και την μισήν στέγην και με το καραβόπανον, δοκιμάζει όλα τα δυσάρεστα της τρικυμίας — χωρίς να μπορή ποτέ να γείνη καλός ναυτικός.
Ως είδεν ο Πάπος ότι παρήλθον σαρανταοκτώ ώραι, και η βάρκα δεν εφάνη πουθενά, και οι θαλασσινοί έλεγαν, ότι δεν ηδύνατο να είνε εις την αντιπέραν ακτήν, αλλά κάπου περί την νήσον θα ευρίσκεται, και πιθανόν να φανή οσονούπω — το κακοκέφαλον παιδίον ανησύχησεν, όσον μπορούσε ν' ανησυχήση, και έφερεν όλον τον γύρον του λιμένος, κ' έφθασεν αντικρύ προς το μέρος όπου είχεν εκπλεύσει η βάρκα. Εκεί, έμενε κ' εκύτταζε το πέλαγος, το χορεύον από αγρίαν τρικυμίαν, κι' αγνάντευε, ζητούν να ξανοίξη πουθενά την βάρκαν. Κ' έκλαιεν η ψυχή του μέσα βαθειά, κ' εδάκνετο η καρδία του, διότι είχε κάμει παρακοήν και δεν επήγε μαζί με τον πατέρα του.
Η χιονώδης βροχή είχε διακοπή, και πάλιν επανελήφθη, και πάλιν έπαυσε. Και ο άνεμος, βορειοανατολικός, Γραίος, εφύσα δυνατά, με όλην την δύναμιν όπου μπορούσεν ο Γραίος να έχη και την οποίαν ο Πάπος ησθάνετο ότι δεν μπορούσεν αυτός να έχη ποτέ, μόλις δε το τρίτον ή το τέταρτον της δυνάμεως αυτής, επίστευεν, ότι μπορούσε να έχη.
— Κάμε, Θε μου, έλεγεν ο Πάπος, να' ρθη ο πατέρας μου, και να μη με καταριέται που δεν επήγα μαζί του. Άι μ' Νικόλα μ', που σ' έχω γείτονα, ούτε σου έφερα ποτέ κερί και λιβάνι . . . αχ! καμμιά φορά έκλεψα κανένα σπίρτο ή κανέν απόκερο από μέσ' απ' το εκκλησιδάκι σου, μπροστά στο κόνισμά σου, οπού συ έκανες πως δε με γλέπεις . . . για να κυνηγώ της νυχτερίδες και τα κουκουβαγιόπουλα τη νύχτα . . . μη με ξεσυνερίζεσαι, και φέρε γλήγορα τον πατέρα μου πίσω . . . και να μη βαρυγνωμά που δεν πήγα μαζί του . . . κ' εγώ να σου φέρω άλλα τόσα, κι' άλλα τόσα, κι' άλλα τόσα, όσα σπίρτα και κεριά σου έκλεψα.
Με την αμφιλύκην της εσπέρας είχεν ιδεί ο Πάπος, πέραν εκεί, ανοικτά, εις το πέλαγος, ένα πράγμα ωσάν φελλόν, ωσάν κέλυφος καρυδίου, να παραδαίρνη και να κατέρχεται εις τον αφρόν των κυμάτων. Λευκόν ιστίον όχι, αλλά μαύρον πράγμα, ως μίαν κηλίδα. Ύστερον επυκνώθη η αμφιλύκη και έγεινε νυξ. Και αφού παρήλθεν ώρα αρκετή, πόση δεν είξευρεν, αλλά «μία ώρα, μια ωρίτσα», του εφάνη ν' ακούση βρόντον, είτα συγκεχυμένας κραυγάς, είτα πάλιν συριγμούς οξείς και φοβερόν ροίβδον, είτα τον ρόχθον του κύματος, όστις τα συνεκάλυπτεν όλα και τον οξύν γογγυσμόν του ανέμου, όστις τα έπνιγεν όλα.
Ο Πάπος ήλπισεν, επίστευσεν, ότι εκείνο το μελανόν σημείον ήτο, χωρίς άλλο, η βάρκα η φέρουσα τον πατέρα του. Και ήκουε τον ρόχθον εκείνον και την κραυγήν, τα οποία ηπείλει να συγχέη ο άνεμος, και δυνατόν να μην ήσαν άλλο τι ειμή ιδιότροποι ήχοι της τρικυμίας, και όμως ο μικρός θαλασσινός μάγκας ήτο βέβαιος ότι οι θόρυβοι εκείνοι ήσαν χωριστοί, ότι ο κρότος ήτο προσαράξαντος σώματος, και η κραυγή, κραυγή αγωνίας.
Είς την κραυγήν ταύτην απήντησεν ο Πάπος διά σπαρακτικού ολολυγμού. Ήρχισε να κλαίη μετά λυγμών. Ο πατήρ του βεβαίως επνίγετο. Και αυτός δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Ω! να είχε τόσην δύναμιν, τόσην, όσην ο άνεμος και η θάλασσα!
Αστραπή διέσχισε το σκότος. Ως εκατόν οργυιάς ανοικτά εις το πέλαγος είδεν ο Πάπος εν ακαρεί μαύρα τινα σώματα, προεξέχοντα του κύματος.
— Τ' Αραπάκια! επρόφερεν εν μέσω των λυγμών του ο νέος. Απάνω στ' αραπάκια έπεσαν. Ω! κ' εγώ που δεν επήγα μαζί τους.
Η πρώτη ιδέα του ήτο ότι, αν είχε πάγει μαζί, θα τους εγλύτωνε. Η δευτέρα ορμή του ήτο να γδυθή να πέση εις την θάλασσαν ή χωρίς να γδυθή να κολυμβήση να τρέξη εις βοήθειαν του πατρός του. Αλλά πώς; Πού να πάγη; Πώς να φθάση εκεί; Μήπως ήτο πλησίον; Ησθάνθη ότι θα εγίνετο ασφαλώς λεία του κύματος ή σύντριμμα των βράχων.
Η τρίτη σκέψις του υπήρξε να φωνάξη προς την πολίχνην, εις τους κατοίκους, εις τους φίλους και τους γείτονας να τρέξουν με βάρκες να σώσουν τους πνιγομένους. Αλλ' έπρεπε να τρέξη χίλια βήματα τον ανήφορον διά να φθάση εις την κορυφήν της ακτής, οπόθεν αντίκρυζεν η πολίχνη. Και αι φωναί του όσον οξείαι, όσον διαπεραστικαί και αν ήσαν, δεν θα ηκούοντο πέραν· θα επνίγοντο και θα εβωβαίνοντο εν μέσω του φοβερού βόμβου της τρικυμίας.
Τ' Αραπάκια ήσαν ύφαλοι, ή μάλλον σκόπελοι, ολίγον ανέχοντες άνω του κύματος μαύρας οξείας κορυφάς. Ο Πάπος ενεθυμήθη ακουσίως την στιγμήν εκείνην έν αυστριακόν θωρηκτόν, το οποίον κατά τον αποκλεισμόν του 1886, εφάνη ότι εκινδύνευσε να πέση στ' Αραπάκια, αλλά δεν έπεσε. Τότε αυτός ήτο επτά ετών, και το ενθυμείτο καλά.
— Ήσαν μαζωμένοι (έλεγεν ακουσίως μέσα του) πέρα στο Μεγάλο Λιμάνι, ο μπάρμπα-Λουκάς, ο Κοτίμπας, ο Διολέττας και τόσοι άλλοι θαλασσινοί, κ' εκύτταζαν τ' Αυστριακό, κοτζάμ' βουνό, που γύριζε κατά τα νησιά, και λιγάκι ήθελε ακόμη να πέση στα ρηχά, κοντά στ' Αραπάκια, κ' επαρακαλούσαν κ' έλεγαν : «Παναϊά μ', να πέση απάν' στ' Αραπάκια, Παναϊά μ' να πέσ' απάν'». Και με μια βόλτα έστρηψε πάλι κ' έφτασε κατά τα Μυρμήγκια, κι' ο μπάρμπα-Λουκάς είπε : «Γλύτωσ' απ' τ' Αραπάκια, απ' τ' Μυρμηγκάκια να μη γλυτώσ'». Μα κι' απ' εκεί γλύτωσε.
Και τ' Αραπάκια, τα οποία εφείσθησαν των Αυστριακών, συνέτριβον σήμερον την βάρκαν του πατρός του, και τον έπνιγον αυτόν και δύο άλλους δικούς μας! Ω, κάμετε έλεος, καλά Αραπάκια, γλυτώστε τους και μην τους αφήνετε να πνιγούν! Έλεος, Αραπάκια, έλεος!
Λίαν πρωί, τα εξημερώματα της Πέμπτης, δύο μεγάλαι και δυναταί λέμβοι επήγαν κ' έψαξαν τριγύρω εις τ' Αραπάκια, μεταξύ της Ασπρονήσου και της Άρκτου, και κατά μήκος της Πούντας ακτής και πλησίον εις τα Μυρμήγκια, τους άλλους σκοπέλους, προς τον λιμένα. Αλλά δεν εύρον σώμα, ούτε ανθρώπου, ούτε λέμβου.
Δύο ή τρεις ημέρας ύστερον, όταν έγεινε γαλήνη, μία βρατσέρα ξένη, εύρε κωπίον επιπλέον εις το κύμα, προς το μέρος το αντίθετον του πελάγους. Και άλλος πάλιν αλιεύς εύρεν αλιευτικά σύνεργα, τα οποία είχον εξοκείλει εις την άμμον.
Και αν ήτο πραγματική η όψις την οποίαν είχεν ιδεί ο Πάπος, σώματα προσκεκολλημένα επάνω εις τας υφάλους Αραπάκια, και αν πράγματι είχεν ακούσει αγωνίας κραυγάς, και αν η φαντασία τον είχεν απατήσει, οι άνθρωποι εθεωρούντο χαμένοι πλέον. Μετά τόσας ημέρας δεν ανεφάνησαν. Είτε εις τ' Αραπάκια, είτε αλλού, ενομίζοντο πνιγμένοι.
Την ογδόην ημέραν από της εκδρομής των, τα πτώματα των δύο πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν ευρέθη.
Ω, τις θα διηγηθή τα συναξάρια των θαλασσομαρτύρων τούτων, των βιοπαλαιστών, των αξίων παντός οίκτου και συμπαθείας; Κατά παν έτος η θάλασσά μας ζητεί το θύμα της. Φρίκη και πένθος διαχύνεται ανά την μικράν μας νήσον.
Όταν μετά την συμφοράν επανείδε τον Πάπον, όστις εφαίνετο τόσον σύννους και σοβαρός, ώστε εφάνη ότι διά της συμφοράς είχε γείνει διά μιας ανήρ, η πτωχή Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι, κλαίουσα, όσα δάκρυα της είχαν μείνει από τα ιδικά της παθήματα, η πρώτη λέξις την οποίαν εύρε να του είπη ήτον·
— Καλά που δεν επήγες μαζί, παιδάκι μου.
ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ
Είχε κινήσει αποβραδής, ημίσειαν ώραν πριν κρυφθή εις το βουνόν ο ήλιος, να υπάγη 'πίσω μακράν εις τ' Αρβανίτη τ' Μανώλη τ' Σουφριά . . . , όχι στον Αραδιά, στης Κεχριάς το ρέμμα, ο άγαλλος Μανουήλ Αγάλλου. Δεν ήτο και πολύ σιμά . . . όχι, δεν ήτο και πολύ μακρυά ο νερόμυλος, ολιγώτερον από δύο ώραις με τα πόδια. Αλλ' εις τον δρόμον είχεν αργοπορήσει, ποιος ξεύρει διατί. Ίσως ενθυμείτο την προ ολίγων χρόνων τερπνήν και ευάρεστον και ζηλεμμένην θέσιν του, όταν ήτο γαμβρός ωραίος και περιζήτητος, με μακρυά φούντα, με γλυκά μάτια, με φέσι ψηλό, μεγάλο και κατακόκκινο, που να το φορή στραβά ως το αυτί. Και την παρέβαλε με την σημερινήν κατάστασίν του, να κάθεται γυναίκα χάσασα όλην την δρόσον και την περιποίησίν της να σε καρτερή εις τον νερόμυλον με δύο παιδιά, οπού το ένα να διηγήται παραμύθια στο άλλο. Βεβαίως η δευτέρα θέσις τον συνεκίνει κάπως, αλλ' η πρώτη του εφαίνετο πλέον επιθυμητή, και ευχαρίστως θα εδέχετο να ξαναρχίση πάλιν. Βάλε με το νου σου, οκτώ χρόνια να είσαι αρραβωνιασμένος, με δύο αρραβωνιαστηκές, πότε με την μίαν πότε με την άλλην, κάποτε συγχρόνως και με τας δύο. Αν εκαλοπέρασέ ποτε γαμβρός εις τον κόσμον, εκαλοπέρασε κι' αυτός. Και η γρηά-Αγάλλαινα, ας είνε άγια τα κόκκαλά της εκεί που είνε, ήτον πολύ ευχαριστημένη. Ήρχετο του Χριστού, χριστόψωμα η μία αρραβωνιαστική, χριστόψωμα η άλλη. Λοκμάδες η πρώτη, τηγανίτες η δεύτερη. Σε οκτώ ημέρας πάλιν του Αγίου Βασιλείου, βασιλόπητα η μία, βασιλόπητα η άλλη. Ήρχετο πάλιν η Λαμπρή, χαμαλιά εκείνη, μπακλαβά αυτή. Ήρχετο του Αγίου Αγαθονίκου, μπακλαβά η Σμαράγδω, μπακλαβά η Αφέντρα. Και δος του η Μπονώραινα η επιτηδεία τεχνίτις χαμαλιά, και δος του μπακλαβάδες. Και την κάθε φοράν ηύξανε το μέγεθος των χαμαλιών, και το πάχος του μπακλαβά εδιπλασιάζετο. Αλλ' η πρώτη δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα με την δεύτερη. Ήτο, η ατυχής, πεντάρφανη, ποίος να την προστατεύση, ποίος να της ειπή καλόν εις τα συμπεθερικά της. Η άλλη είχε και παραείχε γονείς, ώστε της επερίσσευαν, και οι αδελφοί της, με την βρατσέραν, της εκουβαλούσαν καλούδια. Και της έκαμναν προικιά και πανωπροίκια. Διά τούτο και ενίκησεν αυτή.
Άμα ενύκτωσεν, η Αφέντρα ήναψε τον λύχνον, έκλεισε την πόρταν της και πλύνασα τα αγρολάχανα, τα έβαλεν εις το μικρόν χάλκωμα, έχυσε νερόν εντός, έρριψε ξηρά ξύλα εις την εστίαν, και ανεβίβασε το χάλκωμα εις την πυροστιάν· είτα ήρχισε να φυσά το πυρ. Τα δύο της παιδία, καθήμενα επί της ψάθης, έπαιζαν, η Λενιώ με την κούκλαν της, ο Μανώλης με το καραβάκι του. Η πρώτη πενταέτις εδοκίμαζε να ειπή ένα παραμύθι εις τον δεύρον, τετραετή, όστις έχασκε να την ακούη. Ήρχιζε δε πάντοτε από στίχους:
Άδζα μάννα, βάτος μαμή, αητός μ' επήρε . . .
Σχεδόν δεν είξευρε να ειπή άλλα.
Αλλά και τόσα ήρκουν διά τον Μανώλην.
Η Λινιώ παρεκάλει την μητέρα της να είπη τα λοιπά.
— Πώς το λένε, μάννα;
— «Αητός μ' επήρε, στο δέντρο μ' ανέβασε».
— Ύστερα; ύστερα; ηρώτα το Λενιώ.
— Ύτελα; επανελάμβανε και ο Μανώλης.
— Και η Αφέντρα διηγείτο με ολίγας λέξεις, πώς η εκ του γαστροκνημίου ανδρός τη βοηθεία βάτου μαιευτήρος γεννηθείσα ηγαπήθη υπό του βασιλέως και είτα τη διαβολή της πενθεράς της εγκατελείφθη υπ' αυτού καταδικασθείσα να βόσκη χήνας.
Στο δέντρο μ' ανέβασε, γρηά μ' εξεπλάνεσε.
Και η Αφέντρα κύπτουσα εφύσα το πυρ, διακοπτομένη μόνον διά να είπη εις τα τέκνα της·
— Τώρα θαρθή ο πατέρας σας . . . όπου είνε, έφτασε. Να κάμετε φρόνιμα . . . Θα σας φέρη καλούδια . . . Στραγάλια και μύγδαλα.
— Ταάλια κη μύλαλα! επανελάμβανεν ο Μανώλης με το στόμα ανοικτόν.
Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα και ο Αγάλλος δεν εφαίνετο.
Η Αφέντρα δεν ανησύχει, είξευρεν ότι ο σύζυγός της ήτον «αργοστόλιστος». Ωμοίαζε με την νύμφην που αργεί να στολισθή και, ως νύμφη, επερπατούσε καμαρωμένα. Α! νύμφη! . . . Υπήρξε και αυτή νύμφη . . . Το ενθυμείτο ακόμη . . . Και πώς να το ξεχάση; Οκτώ χρόνια, η πενθερά της, «τους είχε ψήσει το ψάρι εις τα χείλη», αυτής και των οικείων της. Ο Αγάλλος ήτον περιμάχητος γαμβρός. Οκτώ χρόνια, δέκα έξ μπακλαβάδες, εικοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω από σαράντα κότταις και πήτταις. Και ποιος τα λυπείται αυτά; Μόνον εκατό φοραίς πείσματα, κακιώματα. Πότε με την μίαν αρραβωνιαστικήν τα εχαλνούσε, πότε με την άλλην. Κατ' αρχάς είχε δώσει σημάδια εις την άλλην. Ύστερον τα εχάλασε κ' «έδεσε πανδρειαίς» μ' αυτήν. Κατόπιν τα σκαρώνει πάλιν με την άλλην, και γυρίζει πίσω την αρραβώνα εις αυτήν. Ακολούθως πετά τα σημάδια της Σμαράγδως και τα σάζει πάλιν με την Αφέντραν. Και ήτον εύμορφος γαμβρός, να έχη ζωήν, και τον αγαπούσαν και η δυο. Από την άλλην ήτο βεβαίως πλέον εύμορφος, εφρόνει η Αφέντρα, άσπρος, γαλανός, κοκκινοροϊδίτης. Πλέον εύμορφος ήτον ακόμη και από την Αφέντραν, ήτις ήτο ισχνή, χλωμή και αδύνατος. Τέλος, αφού έκαμε τελευταίαν βόλταν προς την Σμαράγδω, και όλην την εβδομάδα δεν τον είχαν ιδεί στα μάτια, ανελπίστως την Κυριακήν το μεσημέρι οι δύο αδελφοί, οίτινες είχαν φθάσει το Σάββατον με την βρατσέραν, τον καταφέρνουν, βγάζουν της άδειαις, και τον στεφανώνουν την Κυριακήν το βράδυ με την Αφέντραν.
Μόλις έλαβον καιρόν η γενειαίς της να στολίσουν την νύμφην. Τόσα καλούδια, τόσα πανωπροίκια. Είχε κεντήσει η ιδία τον ήλιον και το φεγγάρι εις τα μανίκια του μεταξωτού άλικου υποκαμίσου της. Εις την σκούφιαν της πάλιν είχε κεντήσει μεγάλην γάστραν με λουλούδια και με κλαδιά. Και εις την τραχηλιάν της είχε κεντήσει, διάφοραις κλάραις. Είχε και ωραία προμάνικα ανασηκωμένα εκ βαρυτίμου ρωσσικού χρυσοϋφάντου. Και το ποδογύρι ολόχρυσον τρεις σπιθαμαίς πλατύ.
Η πενθερά της, μόλις είχε πεισθή την τελευταίαν ώραν να δώση την ευχήν της, σκληρυνομένη έως τότε, λέγουσα ότι επόνεσε την άλλην, ότι την λυπείται, ως ορφανήν. Τέλος εφόρεσε τα καλά της και ήλθε, φέρουσα την μαύρην μανδήλαν της χηρείας της, επιφυλαχθείσα να φορέση χρωματιστήν «πολίτικην» την στιγμήν μόνον που ήθελεν ασπασθή τα στέφανα. Ήλθε και η ανδραδέλφη της κ' εστάθη υψηλή, σιμά εις την τέμπλαν, άλλη τέμπλα έμψυχος αυτή, πλατεία, ακίνητος, στολισμένη ως νύμφη. Διότι η τέμπλα δεν είνε να λείψη από την αίθουσαν όπου θα τελεσθή ο γάμος. Στρώματα, και παπλώματα, και κηλίμια, επιμελώς διπλωμένα, προσκέφαλα, σινδόνια, σωρεύονται ευτάκτως και κοσμίως κατά τον τοίχον, παρά μίαν γωνίαν του θαλάμου, καλύπτονται με μεταξωτήν σινδόνα, και επιστέφονται με δύο προσκεφαλάδες με μεταξωτά περιβλήματα. Αυτή είνε η τέμπλα.
Αφού έφθασε με τα βιολιά ο κουμπάρος, ήλθαν και οι καλεσμένοι, ύστερον οι παππάδες, και ήρχισεν η τελετή. Αντηλλάγησαν οι δακτύλιοι, είτα τα στέφανα, ανεγνώσθησαν αι ωραίαι ευχαί, εψάλη το «Ησαΐα χόρευε», έφεραν γύρον τρεις φοραίς, έρραναν τους νεονύμφους με ορύζιον και με κοφέτα, και τέλος ο Παππα-Νικόλας με την σκληράν και οστεώδη χείρα του, λαβών εκ του βραχίονος οκταετές παιδίον, το οποίον είχε μάννα και πατέρα, το ώθησεν εν τω μέσω των νεονύμφων, κ' εχώρισε διά της κεφαλής του παιδιού τας συνδεδεμένος χείρας των, επευχηθείς μεγαλοφώνως·
— Όλο κεφαλάδες.
Ακολούθως ο γαμβρός, λαβών τον μέγαν δίσκον, εκέρασεν ο ίδιος τους ιερείς, τον κουμπάρον και τους καλεσμένους, ενώ η νύμφη ισταμένη ορθή, μεταξύ της τέμπλας και της ανδραδέλφης της, εκαμάρωνε, κ' εχρειάζετο να της σείουν όπισθεν την κεφαλήν ηρέμα αι παράνυμφοι, στολισμέναι όλαι παριστάμενοι, διά να απαντήση διά κατανεύσεως εις τας αφθόνους ευχάς των καλεσμένων: «στερεωμένοι, καλορρίζικοι, με γυιούς», ενώ μόλις εκινούντο τα χείλη της χωρίς ν' ακούηται η φωνή της, λεγούσης «ευχαριστώ».
Εν τω μεταξύ, ο μπάρμπα-Γκιουλής, ο κατ' αποκοπήν μάγειρος όλων των γάμων, είχεν ανάψει κάτω, εις την αυλήν του οικίσκου, δύο μεγάλας πυράς, και επί της μιας ανεβίβασε τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας εντός του οκτάμηνον πρόβατον και ήρχισε να το τσιγαρίζη διά να κάμη το σύνηθες εις τους γάμους περσικόν πιλάφι, ενώ επί της άλλης, ευθύς ως έγεινεν ανθρακιά, έτεινε παραλλήλους δύο σούβλας με δύο άλλα σφαχτά.
Κύπτων επί των δύο πυρών, με την μίαν χείρα εγύριζε την σούβλαν, με την άλλην εχειρίζετο την τεραστίαν κουτάλαν, δι' ης ανεκάτωνε κ' ετσιγάριζε το κρέας με τα κρόμμυα. Ήλθε και ο γέρο-Σιγουράντσας αυτόκλητος βοηθός, διά να γυρίζη την άλλην σούβλαν. Μόλις ήρχισε να ροδοκοκκινίζη το ψητόν, μόλις ήρχισε να μυρίζη προκλητικώς το τσιγαριστόν, και ο Γκιουλής, ανασπάσας την μάχαιραν από το πλατύ κίτρινον ζωνάρι του, ήρχισε να κόπτη γενναίους μεζέδες από τα δύο ψητά, και διά της κουτάλας έβγαζε μεγάλα κομμάτια από το τσιγαριστόν. Κατεβρόχθιζεν αυτός τρία, διά προφταστήρα, ως έλεγεν, έδιδε και εις τον γέρο-Σιγουράντσαν έν διά ψυχόστασμα, και συγχρόνως ιδών δύο ή τρεις άλλους προθύμους μουστερήδες, εξ εκείνων τους οποίους οι παλαιοί εκάλουν μνάμονας, και οίτινες φαίνονται ως να κρατούν κατάστιχον ακριβές με πιστάς χρονολογίας δι' όλας τας γεννήσεις, τους γάμους και μάλιστα τα εορταζόμενα εις τας μνήμας των Αγίων ονόματα, ήρχισε να τους αποδιώκη με ονειδισμούς και απειλάς, όμοιος με την γάτταν του σπιτιού, την ανευρίσκουσαν όλην την φύσιν της τίγριδος και ανορθούσαν τας τρίχας και γρύζουσαν υπούλως και εξαπίνης σχίζουσαν εις τους οφθαλμούς τον απονήρευτον και υπό του εμφύτου μόνον ελαυνόμενον επιδρομέα σκύλον.