Part 4
Πολλαί πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν της πρωίας εκείνης του φθίνοντος Φεβρουαρίου. Επέρασεν ολόκληρος ο Μάρτιος, ήλθε και το Πάσχα, παρήλθεν ο Απρίλιος, και η Πολύμνια δεν εξήλθε πλέον εις περίπατον προς την παραθαλασσίαν του ναυπηγείου. Εις μάτην έτρεχες τακτικά κάθε πρωίαν κ' εσπέραν εις την αμμουδιάν εκείνην. Η Πολύμνια, καθώς αργά έμαθες, είχεν αρρωστήσει, αρχομένου του έαρος, κατά την συμβουλήν δε των ιατρών είχε κάμει, περί τον Μάιον, ταξείδιον μετά της θείας της, συνταξιούχου, χήρας αντιπλοιάρχου του Βασιλικού Στόλου, διά ν' αλλάξη τον αέρα. Τρία μεγάλα σκάφη είχον σκαρωθή από των πρώτων ημερών του Μαρτίου, και συ δεν έπαυες να τρέχης καθ' εκάστην, έως το ναυπηγείον, σταματών επί ώρας πολλάκις, παρά τον ανεμόμυλον, καθεζόμενος επί των κάτω κειμένων καταρτιών πάλαι ποτέ υπαρξάσης γολέττας, αναπολών ότι εις το μέρος εκείνο εστάθη προ μηνών η Πολύμνια, όταν σου εζήτησε να δρέψης προς χάριν της ίτσια· αλλ' η Πολύμνια ήτο μακράν απούσα. Μόνον περί τα μέσα του Αυγούστου, ότε το τρίτον και ογκωδέστατον των ναυπηγηθέντων πλοίων είχε τελειώσει ήδη, επήγες και συ μετά πολλού πλήθους εις το ναυπηγείον, όπως ίδης την καθέλκυσιν του μεγάλου σκάφους, Το θέαμα ήτο επιβλητικόν, όπως λέγουσι σήμερον. Όλη η πολίχνη είχεν ερημωθή σχεδόν, και κόσμος πολυάριθμος επλήρου την μεγάλην μεταξύ της λίμνης και του λιμένος λωρίδα. Εκείθεν του σκάφους ο ήλιος ήτο ήδη δύο κοντάρια υψηλά, και ίσταντο οι τραχείς, οι σκληραγωγημένοι ναύται και οι χειρώνακτες, συμπληρούντες το παλάμισμα της καρίνας, αποκαρφώνοντες τα &βάζια& ή υποσκάπτοντες εις την βάσιν, όπως είνε έτοιμα προς πτώσιν τα κοντοστύλια.
Εντεύθεν του σκάφους, όπου βαθμηδόν ηλαττούτο η σκιά, ίσταντο πλην των συνεργατών της καθελκύσεως και οι θεαταί, και ουκ ολίγαι γυναίκες, ελθούσαι προς τέρψιν. Οποίος τότε παλμός διέσεισε τα στήθη σου, όταν μεταξύ αυτών ανεγνώρισες υπό κοκκίνην ομβρέλλαν την περικαλλή μορφήν της Πολυμνίας! Είχεν επιστρέψει από το ταξείδιον χωρίς να το μάθης. Ο Χριστοδουλής, όστις επήγε με την βάρκαν εις το ατμόπλοιον, την είχεν ιδεί, αλλά δεν σου το είπε. Και όμως ησθάνθης εις τα ενδόμυχά σου κρυφόν και ανεξομολόγητον ευτυχίας αίσθημα, όταν την επανείδες!
Εν τούτοις το παλάμισμα είχε συμπληρωθή, τα βάζια ήσαν όλα καρφωμένα, η σκάρα με τα βουβά, λίπος αλειμμένα, ήτο στρωμμένη προ πολλού. Ο πρωτομάστορης με τον βαρειόν έκαμε τους νενομισμένους τρεις σταυρούς εις το πηδάλιον και έδωκε τον πρώτον κτύπον της ωθήσεως εις το πελώριον σκάφος. Συγχρόνως έπεσαν εν ακαρεί τα κοντοστύλια όλα. Η καπετάνισσα, ωραία μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα, ως νέα ακόμη, διά την περίστασιν πλήρη την νυμφικήν στολήν της, με το λευκόν αναφές και αιθερόπλαστον αλέμι, την χρυσοκέντητον σκούφιαν, εικονίζουσαν γάστραν με άνθη και κλώνας, το βελούδινον βαβουκλί με τα χρυσοΰφαντα προμάνικα ανασηκωμένα, την βυσσινόχρουν ολομέταξον και χρυσοκέντητον τραχηλιάν, την ζώνην με τ' αργυρά και μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια, το φουστάνι το χαρένιο με το ολόχρυσον ποδογύρι, τρεις σπιθαμαίς πλατύ, κρατούσα μέγαν επάργυρον δίσκον διά της αριστεράς, περιήλθεν ολόγυρα το πλοίον και έρρανε διά της δεξιάς, με κοφέτα και με ορύζιον, την πρώραν, την πρύμνην, την τρόπιν και τας πλευράς του σκάφους. Οι ναύται, οι ναυπηγοί και πολλοί των θεατών, ως σταφυλαί εις κλήμα, ως μολυβήθραι επί σαγήνης αλιευτικής επιάσθησαν από το παλάγκον και ήρχισαν να σύρωσι τον χονδρόν κάλων νεύοντες όλοι προς την θάλασσαν, επαναλαμβάνοντες εν ρυθμώ το κέλευσμα: «Ε! γιάσα λέσσα! Ε! γιούργια!» Εν τούτοις, είτε διότι το έδαφος, εφ' ου είχε σκαρωθή το πλοίον, δεν ήτο αρκετά κατωφερές, είτε διά την ατέλειαν των κινητηρίων μέσων, το σκάφος εστέναζε, εστέναζεν και δεν εκινείτο. Παρήλθαν ολίγα λεπτά, η δύναμις εδιπλασιάσθη· ο μέγας όγκος εκινήθη ολίγον τι, έως δύο σπιθαμαίς, το παλάγκον εκόπη από την βίαν του ελκυθμού, η γούμενα με τους δύο μακαράδες έμεινεν άπρακτος περί την πρύμνην, οι ημίσεις των ανθρώπων δυσμόθεν του σκάφους έπεσαν εις την άμμον προς το μέρος της θαλάσσης και οι άλλοι ημίσεις έμειναν με το παλάγκον εις τας χείρας προς το μέρος της λίμνης, καγχασμοί και γογγυσμοί των πεσόντων, ών τινες εμωλωπίσθησαν ελαφρώς εις τον δεξιόν βραχίονα ή την πλευράν, ο πλοίαρχος κάθιδρως, ηλιοκαής, αξιολύπητος, εστενοχωρείτο φοβερά, και ο καπετάν-Δημήτρης ο Κασανδριανός, όστις με το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμμέν, με το τσόχινο πανωβράκι του, με τα υψηλά μέχρι του γόνατος υποδήματά του, τα οποία ηγάπα να φορή χειμώνα και θέρος, είχεν έλθει να πρωτοστατήση εις την καθέλκυσιν του σκάφους και δεν είχε παύσει από πρωίας να δίδη οδηγίας και συμβουλάς, ιδών το ατύχημα εστέναξε και βραδύγλωσσος επεφώνησε·
— Πφου! σκ'ληκομυρμηγκότρυπα!
Εν τω μεταξύ είχαν αμματίσει το παλάγκον, και πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Αλλά δεν παρήλθον ολίγα λεπτά και το παλάγκον εκόπη εις άλλο μέρος, όχι εκεί όπου το είχαν αρτίως αμματίσει. Έφεραν νέον παλάγκον, ενώ ο πλοίαρχος, μη ευκαιρών να σπογγίση τον ιδρώτα του προσώπου του, δεν ηδυνήθη να μη ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην την ακούσιον εκείνην αράν: «&Καλό μπλέξιμο!&», και βεβαίως, αν είχεν εμπρός του, αυτήν την φοράν, τον Αλέξανδρον τον Χάραυλον, κακό μπλέξιμο θα είχε μαζί του. Ο δε καπετάν-Δημήτρης, με το τσιμπούκι του, ιστάμενος παρά την καλύβην του γύφτου, κάτωθεν της πρύμνης, επανελάμβανε·
— Πφου! σκ'ληκομυρμηγκότρυπα! . . .
Οι δύο ιερείς, πρώην ναυτικοί, οίτινες είχαν αναρρίψει τα επιτραχήλια επί τον δεξιόν ώμον, και είχαν αναβή ελαφροί εις το κατάστρωμα, τελέσαντες τον αγιασμόν επλησίασαν εις την κωπαστήν και έβλεπαν τα συμβαίνοντα, διότι καταρριφθείσης ήδη και της προχείρου κλίμακος έμελλον να μείνωσιν επί του πλοίου, και δεν θα κατέβαιναν πριν πέση το πλοίον εις την θάλασσαν, και δυνηθώσι να κατέλθωσι με τας ιεράς εικόνας εις την βάρκαν. Πλήθος δε από αθερίνες — παιδία οκταετή και δεκαετή — έτρεχαν εμπρός και οπίσω επί του καταστρώματος, βοηθούντα διά του μέσου τούτου εις την καθέλκυσιν του πλοίου.
Τέλος, μετά πολλούς αγώνας και τη εφαρμογή πολλών θεραπευτικών μέσων, το μέγα πλοίον αργά — αργά, ως καμαρωμένη νύμφη έπεσεν εις την θάλασσαν. Μέγας τότε ο αλαλαγμός γυναικών σταυροκοπουμένων, παιδίων σκιρτώντων, ανδρών τρεχόντων οπίσω της πρύμνης, ως να ήθελον διά του δρόμου τούτου να εκπτοήσωσι και να πειθαναγκάσωσι το πλοίον να πέση εις την θάλασσαν. Και ο μέγας καραβόσκυλος, ο Τσούρμος, τρέχων και αυτός όσον του επέτρεπεν η άκρα έντασις της αλύσεώς του, εγαύγιζε μανιωδώς προπέμπων το πλοίον, εφ' ου εντός της ημέρας έμελλε να μεταφερθή. Και ενώ όλοι έτρεχαν προς την θάλασσαν κατόπιν του ολισθαίνοντος και καταφερομένου διά της εσχάρας σκάφους, είς μόνος εστράφη αίφνης, κρατών τον βαρειόν του, και έτρεξε προς την αντίθετον διεύθυνσιν, προς την ξηράν, ως διά να κρυβή εις την καλύβην του πλοιάρχου, την χρησιμεύουσαν ως αποθήκην και διά τον ύπνον του νυχτερινού φύλακος. Ο τρέχων ούτος ήτο αυτός ο πρωτομάστορης, και έτρεχεν ουχί δι' άλλον λόγον, ή διά να μη συμμερισθή το λουτρόν του πλοιάρχου, το οποίον τινές εζήτουν κατ' έθος να επεκτείνωσι και εις αυτόν. Ηκούσθη δε τότε αίφνης μεγάλη φωνή, δεσπόσασα όλου του παμμιγούς θορύβου·
— Τον καπετάνιο στο γιαλό!
Η φωνή αύτη εξήλθεν εκ πολλών στομάτων συγχρόνως. Ο καπετάν- Γιωργάκης ενδίδων εις την απαίτησιν του πλήθους, απορρίψας τα ελαφρά υποδήματά του, έτρεξεν επί της σκάρας πατών επί των ονύχων, όπισθεν της πρύμνης, και την στιγμήν, καθ' ην η πρύμνη απηλλάσσετο τέλος της εσχάρας και το σκάφος, φέρον υπερήφανον την κυανόλευκον επί κονταρίου μετ' ερυθρού σταυρού, εβαπτίζετο το πρώτον εις το κύμα, ερρίφθη με όλα τα ενδύματά του κατά κεφαλής εις την θάλασσαν, βυθισθείς πρώτον, είτα ευθύς ανελθών εις την επιφάνειαν, και αφού εκολύμβησε δύο ή τρεις γύραις, επέστρεψεν εις τα ρηχά, επάτησεν εις την άμμον, απέβη εις την ξηράν, και υπό τους αλαλαγμούς του πλήθους έτρεξεν εις την καλύβην, όπου εις την στιγμήν ήλλαξε τα βρεγμένα αμπαδίτικα κ' εφόρεσε τα κυριακάτικα.
Εις όλα ταύτα ήσο παρών, φίλε, και όλα σχεδόν δεν τα έβλεπες. Η καρδία σου, η φαντασία σου, οι οφθαλμοί σου ήσαν προσκεκολλημένα εις εκείνην, ήτις εφόρει τότε λινομέταξην θερινήν εσθήτα κ' εσκιάζετο από το κόκκινον παρασόλι. Μόνον οι αλαλαγμοί του πλήθους σε απέσπασαν από της βυθίας θεωρίας σου, όταν το πλοίον είχε πέσει εις την θάλασσαν και ο πλοίαρχος έγινεν υποβρύχιος κατόπιν αυτού. Αλλ' άπαξ εξύπνησας, είδες, φευ! καί τι άλλο, το οποίον πολλοί των παρεστώτων δεν παρετήρησαν. Κατόπιν του πλοιάρχου, τρέξας μετ' αλλοκότου ενθουσιασμού, ρήξας κραυγήν ηδονής και θριάμβου ερρίφθη εις την θάλασσαν νέος τις, μόλις δεκαπενταετής. Ήτο ο Κ'στοδουλής, ο παιδικός φίλος σου. Πόθεν άρα ωρμήθη να το κάμη; Ίσως διότι ήλπιζε διά της εθελοθυσίας ταύτης, της προσφερόμενης εις την φειδωλήν Μοίραν, ν' αξιωθή να γείνη και αυτός πλοίαρχος μίαν ημέραν; ίσως και απλώς διά να τον ιδή η Πολύμνια; Ούτε το έν, ούτε το άλλο. Ο Χριστοδουλής είχεν έλθει, ολίγον αργά εις το ναυπηγείον, όταν είχεν αφαιρεθή η σανίς η χρησιμεύουσα ως κλίμαξ και αι αντηρίδες είχαν ήδη υποσκαφή. Ησθάνετο δε ακατανίκητον επιθυμίαν ν' αναβή εις το καράβι.. Τι να κάμη; Δις και τρις εδοκίμασε να προσκολληθή πότε εις έν πότε εις άλλο κοντοστύλι, ας ήτο και η βάσις των επισφαλής, και ν' αναρριχηθή τολμηρώς έως την κωπαστήν του καραβιού. Δις και τρις τον είδαν, πότε ο πρωτομάστορης, πότε είς των μαραγκών, και μετ' αυστηρότητος τον εμπόδισαν. Τότε τι να κάμη και αυτός; αφού δεν ηξιώθη ν' αναβή εγκαίρως εις το πλοίον, επαρηγορήθη ριφθείς εις την θάλασσαν, και ακολουθήσας το σκάφος εις τον δρόμον του. Εν τούτοις συ ησθάνθης πικρόν νυγμόν ζηλοτυπίας. Η καρδία σου επληγώθη από το παιδαριώδες τούτο κατόρθωμα. Πτωχός Χριστοδουλής! Τι του είχεν έλθει; Και ούτε εξήλθεν εις την ξηράν διά ν' αλλάξη, όπου άλλως δεν θα εύρισκεν ενδύματα, αλλ' ηκολούθησε κολυμβών το απομακρυνθέν πλοίον, με το υποκάμισον και την περισκελίδα φουσκωμένα ως πανία βάρκας, υπεράνω της επιφανείας της θαλάσσης, είτα δε ανελθών εις λέμβον, εζήτησε διά νευμάτων από τους επί του πλοίου θριαμβευτικώς αλαλάζοντας παίδας να του ρίψωσιν ενδύματα· μικρός μούτσος ευσπλαγχνισθείς, του έρριψεν υποκάμισον και περισκελίδα ιδικά του, και ο Χριστοδουλής, αφού ήλλαξε, προσεκολλήθη εις μίαν των πλευρών, και πιασθείς από σχοινίον, ανήλθε θριαμβεύων εις το υψηλόν και ανερμάτιστον σκάφος.
Το πλήθος εις το ναυπηγείον συνωθείτο τώρα περί την καλύβην του πλοιάρχου όπου η μεγαλοπρεπώς στολισμένη καπετάνισσα μετά προθυμίας και αβρότητος προσέφερεν εις όλους γλυκίσματα και ποτά. Αλλά συ ησθάνεσο τόσην πικρίαν εις τον ουρανίσκον, ως να είχεν αναβή η χολή σου όλη κ' εχύθη προώρως εις το στόμα σου. Κ' επιστρέφουσαν εις την πόλιν ηκολούθησες μακρόθεν την Πολύμνιαν, την οποίαν είχες ιδεί μειδιώσαν προς την τρέλλαν του παιδικού σου φίλου, και την είχες ακούσει ψιθυρίζουσαν: «Τι παράξενο παιδί, αυτός ο Χριστοδουλής!»
Δεν ήτο αύτη η μόνη φορά, καθ' ην ο Χριστοδουλής ερρίφθη εις το ύδωρ με όλα τα ενδύματά του προ των οφθαλμών της Πολυμνίας ή και χάριν αυτής. Ολίγας ημέρας ύστερον, μίαν Κυριακήν περί τα τέλη Αυγούστου, ο Παρρήσης ο καλλιεργητής του σικυώνος, καλόκαρδος, άφροντις, μελαψός, με μακράν την φούνταν του φεσιού, κρεμαμένην επί του ώμου, και ο Λούκας ο εκμισθωτής της λίμνης, υψηλόκορμος, με μακρά σκέλη, με λινόχρουν τον μακρόν πέραν των ώτων μύστακα με αστακού βρασμένου τον χρώτα του προσώπου, είχαν καθίσει, καθώς πολύ συχνά το εσυνήθιζαν, «να το κλάψουν» ολίγον παρά το χείλος της λίμνης, υπό την δροσεράν αναδενδράδα, έξωθεν της καλύβης των. Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, και από μιας ώρας ήδη είχον δώσει και λάβει εναλλάξ πολλούς αδελφικούς ασπασμούς εις τα χείλη της φλάσκας, ήτις ήτο τετραόκαδος και είχε κομισθή αρτίως εκ της πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ο πιστός φίλος των, ο Αργύρης, ο συνιδιοκτήτης του ανεμομύλου, τους είχεν επισκεφθή προ μικρού με τα αστεία του, και εις μεν τον Λούκαν είχε προσφέρει τσιγάρον μετά πυρίτιδος, όπερ ανάψας εκείνος έκαυσεν ολίγον διά της εκρήξεως τον πυρρόν μύστακά του, και ατάραχος είπε: «ζαράρ γιοκ!», εις τον Παρρήσην δε είχεν επιδώσει σπασμένην γκάιδαν, προτρέπων αυτόν «να παίξη κανένα χαβά», αλλ' όσον και αν ηγωνίζετο πνευστιών ο Παρρήσης, η γκάιδα ουδένα εξέβαλλε φθόγγον. Τέλος ο Αργύρης είπε: «δε φελάτε τίποτε κ' οι δυο σας, κρίμα 'ς εσάς, κρίμα 'ς!», και προσποιηθείς δυσαρέσκειαν απήλθεν. Οι δύο φίλοι έμειναν μόνοι εξακολουθούντες να εκκενώσι σιγά-σιγά και μεθοδικώς την φλάσκαν. Είχαν ψήσει εις ανθρακιάν ημίσειαν δωδεκάδα κεφαλόπουλα και ουκ ολίγα καβούρια, και το μοσχάτον κατέβαινε μια χαρά κάτω. Είχαν ενθυμηθή παλαιάς ιστορίας, διηγούντο προς αλλήλους τα παθήματά των, τα οποία δεν είχον τελειωμόν. Ο Παρρήσης μάλιστα εξαρθείς από της πεζότητος ετραγούδει κατά προτίμησιν «μερακλίδικα» τραγούδια, οίον τον στίχον:
Σαν κλήμα με κλαδεύουνε και κλαδεμούς δεν έχω.
Έλεγαν δε προς αλλήλους: «Θυμάσαι, καρδάσ', τούτο; θυμάσαι, γιολδάσ', αυτό;» Όταν είνε τις με τον άριστον φίλον του εις ωραίαν εξοχήν, συμπαραστατούσης και φλάσκας με μοσχάτον, λησμονεί τα πάντα, και οι δύο άνδρες ουδ' υπώπτευον ότι τους έβλεπέ τις, όπερ άλλως τους ήτο αδιάφορον. Αλλ' όπισθεν των καλαμώνων, επί της αντιπέραν όχθης, ήμισυ μίλιον μακράν, ήτο χωμένος από δύο ωρών αφανής, ο παιδικός φίλος σου ο Χριστοδουλής. Τι εζήτει εκεί; Κατά πάσαν πιθανότητα παρεμόνευε πότε θ' απεμακρύνοντο προς στιγμήν από της όχθης ο Παρρήσης και ο Λουκάς, διά να χωθή γοργά εις την λίμνην και κλέψη ο πονηρός κανένα έγχελυν ή κεφαλόπουλά τινα και ολίγα καβούρια. Αλλά μάτην επερίμενε, και ήδη είχεν αποφασίσει, αναγνωρίσας μακρόθεν την τσότραν και ελπίζων ότι οι δύο φίλοι εν τη ευθυμία των δεν θα τον έβλεπον, να επιχειρήση το τόλμημα και απέναντι αυτών. Αλλά την στιγμήν εκείνην απροσδόκητον συμβάν είλκυσε την προσοχήν του.
Ήγγιζεν ο ήλιος εις την δύσιν, όταν εις την καλύβην, έξωθεν της οποίας εκάθηντο οι δύο συμπόται, επλησίασε γυνή τις συνοδευομένη υπό μειρακίου. Εφόρει λευκήν εσθήτα κ' εκράτει κόκκινον παρασόλι, και ο Χριστοδουλής με όλην την απόστασιν την ανεγνώρισεν ευθύς. Ήτο η Πολύμνια μετά του αδελφού της του Νίκου. Οι δύο άνδρες εσηκώθησαν ευθύς, και εκ των νευμάτων και υποκλίσεών των ενόησεν ο Χριστοδουλής, χωμένος μέσα εις της καλαμιαίς, ότι την επεριποιούντο και ήσαν πρόθυμοι εις τους ορισμούς της. Ολίγαι παρήλθον στιγμαί, και βλέπει την Πολύμνιαν να πηδήση και να επιβή εις την μικράν φελούκαν, είδος σκάφης, μ' επίπεδον το κύτος, χωρίς καρίναν, ήτις ήτο δεμένη εις το χείλος της λίμνης, ου μακράν της καλύβης, και ης επιβαίνων ο Λούκας εθήρευεν ανά την λίμνην τας εγχέλεις και τα κεφαλόπουλα. Κατόπιν της νεάνιδος, ο μικρός αδελφός της λύσας την μπαρούμαν, επέβη, και λαβών το κοντάριον ήρχισε να &αβαράρη& εις τον βυθόν της αβαθούς λίμνης. Ο Χριστοδουλής εσυμπέρανεν ορθώς ότι της Πολυμνίας, θα της είχεν έλθει η φαντασία να κάμη μίαν φοράν με την φελούκαν περίπατον επί της λίμνης, και ο Λούκας ευδιάθετος ευρεθείς, της έδωκε την άδειαν.
Η μικρά σκάφη απεμακρύνθη προς το κέντρον της λίμνης· οι δύο άνδρες καθίσαντες εκ νέου ησχολούντο ν' αποτελειώσουν την φλάσκαν, και ο Χριστοδουλής κρυμμένος εις τους καλαμώνας, έβλεπε θαυμάζων, όπως θα εθαύμαζες συ, το χαριέστατον σύμπλεγμα της νεάνιδος και του μικρού αδελφού της, εξακολουθούντος με όλην του την δύναμιν διά του κονταρίου ν' αντωθή τον πυθμένα. Η Πολύμνια εφαίνετο ακτινοβολούσα εκ χαράς. Ο περίπατος ούτος την ηύφραινε, την κατεγοήτευεν, ως τα αθύρματα τας τριετείς κορασίδας, ενώ ο αδελφός της εφαίνετο αισθανόμενος ίσην χαράν με τα επταετή παιδία, τα οποία φεύγοντα το σχολείον, με τον &φύλακα& ανηρτημένον υπό την μασχάλην, ευρίσκουσιν άφατον την ηδονήν να τρέχουν εις της ακρογιαλιαίς και εις τους βάλτους, και να &καραβίζουν& με σμικρότατα κομψά καραβάκια, τα οποία οι επιδεξιώτεροι μεταξύ των κατασκευάζουσιν. Ο Χριστοδουλής ελησμόνησε τα χέλια, το καβουράκια και τα κεφαλόπουλα, τα οποία διενοείτο να κλέψη, και δεν εχόρταινε να βλέπη την παιδικήν εκείνην επί της λίμνης περιπλάνησιν. Αλλά δεν του διέφυγε και η &ατζαμωσύνη& του Νίκου, όστις δεν είξευρε ν' &αβαράρη& κανονικά, καθώς έπρεπε, και χωμένος μέσα εις τους καλαμώνας ο παιδικός φίλος σου εστέναζε κ' έλεγε: «Α! να ήμουν εγώ»!. . .»
Εκεί, εις μίαν στιγμήν, καθώς &αβαράριζεν& αδεξίως ο Νίκος, η φελούκα περιεπλάκη εις συστάδα λιμναίων χόρτων υψηλών, σχεδόν έως την επιφάνειαν, και ο Νίκος έκαμνεν, έκαμνε ν' αβαράρη, και όσον αβαράριζε τόσον χειρότερον περιεπλέκετο η φελούκα, και το κοντάριον δεν εύρισκε πλέον πυθμένα, και τέλος το κοντάριον περιεπλάκη και αυτό εις τα πολύκλαδα, αδρά, μέλανα εκείνα χόρτα, και ο Νίκος εις μάτην επάσχιζε ν' απαλλάξη εκείθεν το κοντάριον, και όσον ετράβα ο Νίκος, τόσον το κοντάριον έφευγεν από τας χείρας του, εωσού έπεσεν από τους ασθενείς δακτύλους, και το μισόν ήτο εμπλεγμένον κάτω, το μισόν έπλεεν εις την επιφάνειαν.
Η Πολύμνια εγερθείσα με προφύλαξιν έκυψε διά να ίδη πού επήγε το κοντάριον από την αυτήν πλευράν της φελούκας, προς ην ίστατο και ο Νίκος, αλλά τότε η φελούκα έγειρε μονόπλευρα, και παρ' ολίγον ανετρέπετο. Εννοήσασα τον κίνδυνον η Πολύμνια, και μη επιθυμούσα να κάμη ακούσιον λουτρόν μέσα εις τα λιμναία χόρτα, ανεκάθισε ταχεία παρά την πρύμνην, και πάλιν υπεγερθείσα, ύψωσε το λευκόν μανδήλιόν της προς τους δύο συμπότας της μικρός καλύβης και συγχρόνως ήρχισε να φωνάζη·
— Ε! μπάρμπα-Λούκα!
Αλλ' έως να πάρη είδησιν ο Λούκας και αποφασίση να έλθη εις βοήθειαν (όπερ άλλως θα ήτο δύσκολον, διότι το έδαφος του πυθμένος ήτο πανταχού βαλτώδες και πας ο επιβαίνων εις το ύδωρ θα εχώνετο μέχρι του γόνατος εις ιλύν, το αβαθές δε του ύδατος δεν επέτρεπε να κολυμβήση μέγα σώμα, οίον το ίδιόν του), θα ενύκτωνε χωρίς να κατορθωθή τίποτε. Αλλ' ο Χριστοδουλής ευτυχώς, ο παιδικός φίλος σου, ήτο πολύ σιμώτερα εις την φελούκαν, από εκεί όπου ήτο χωμένος, μέσα εις τους καλαμώνας. Χωρίς να διστάση, με το υποκάμισον και την περισκελίδα, τα οποία απετέλουν πάντοτε όλην την ενδυμασίαν του, εκπηδήσας από τον καλαμώνα απροσδοκήτως, θαυμασίως, ως τελευταίον απομεινάριον αρχαίας θεότητος, λιμναίας και υδροβίου, άγνωστον και νοθογενές, λησμονημένον από δεκαεννέα αιώνων, διαιτώμενον εκεί εις τους καλαμώνας, διαφυγόν την προσοχήν του χριστιανικού κόσμου, ερρίφθη κολυμβών εις την λίμνην. Και με δέκα ειρεσίας των χειρών, με άλλα τόσα λακτίσματα των ποδών, με την κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εις τους βάλτους, έφθασεν εις το μέρος όπου είχεν εμπλακή η βάρκα, ανεπήδησε στιβαρώς επί την δεξιάν πλευράν, έδραξε την πρώραν της σκάφης, και με απίστευτον διά την ηλικίαν του ρώμην, την ανεσήκωσε και την απήλλαξεν από του εμποδίου των υψηλών χόρτων. Είτα εξέπλεξε και το κοντάρι από το μέρος, όπου είχεν εμπλακή, και είπεν εις τον Νίκον·
— Να, πώς ν' αβαράρης!
Και του έδειξεν εμπράκτως τον τρόπον, ρίψας αυτώ το κοντάριον. Είτα ώθησε την φελούκαν από της πρύμνης, απομακρύνας αυτήν των λιμναίων χόρτων, ως και των ρηχών, ενώ η Πολυμνία τον εκύτταζε μειδιώσα και άκουσα τον εθαύμαζεν υποψιθυρίζουσα·
— Τι παράξενο παιδί!
Και τους κατευώδωσε προς το μέρος της καλύβης, όπου οι δύο συμπόται είχαν σηκωθή έκπληκτοι, μη εννοούντες τι συνέβαινε, και ο Λούκας φανταζόμενος την λίμνην ως θάλασσαν, έλεγε·
— Κανένα δελφίνι θα έπεσε κοντά στη βάρκα.
— Φθάνει να μην είνε κανένα σκυλόψαρο, και σου αφανίση τα κεφολόπ'λα, καρδάσ', είπεν ο Παρρήσης.
Ο Χριστοδουλής επέστρεψεν εις τον καλαμώνα του, όπου ο μπάρμπα-Κωνσταντής, αιωνία η μνήμη του, ο Μιτζέλος, από του λευκού του οικίσκου του γειτονεύοντος με τον καλαμώνα, είχεν ιδεί το συμβεβηκός, και καλέσας τον νέον, όστις γυμνωθείς προσεπάθει να στεγνώση τα ενδύματά του επί βράχου καίοντος ακόμη από το καύμα του άρτι δύσαντος ηλίου, του έδωκεν αυτός ενδύματα να φορέση. Και ο μπάρμπα-Γιωργός, Θεός χωρέσ' τον, ο Κοψιδάκης, όστις ευρίσκετο εκεί πλησίον με τας ολίγας αμνάδας του, του έδωκε «μιαν ευχή» και του είπεν ότι θα έχη «μεγάλον μισθό», χωρίς να υποπτεύση ότι αυτός ήτο νοθογενές απότοκον λησμονημένης θεότητος. Και ο Λούκας μαθών εκ στόματος της Πολυμνίας το μικρόν συμβεβηκός, κρατών εις χείρας την φλάσκαν, με τας απομεινάσας ολίγας σταγόνας μοσχάτου, έκραζεν από της αντίπεραν όχθης·
— Στην υγειά σ', Κ'στοδουλή!
Προς τι να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η Πολύμνια ήτο διά σε ή δι' εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο μεγαλειτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναταί τις να γείνη ανήρ χωρίς ν' αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν' απατηθή;
Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ· ίσως και συ επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινε ναυτικός περίφημος, αλλ' από ετών δεν ήκουσέ τις περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις.
ΤΟ ΕΝΙΑΥΣΙΟΝ ΘΥΜΑ
Εμβαρκάρισαν και οι τρεις, από την παλαιάν ξυλίνην θαλασσοφαγωμένην αποβάθραν, κάτω από το κυματόπληκτον σπιτάκι της Μορφούλαινας, ο Καλούμπας, ο Νειόγαμπρος κι' ο Μπαμπούκος. Το παλαιόν θαλασσόπληκτον σπιτάκι είχε δοθή ένα καιρόν ως προιξ εις την Μορφούλαιναν, ακολούθως είχε μεταβή ως κληρονομία εις την θυγατέρα της και τέλος είχε δοθή εις την θυγατέρα της θυγατρός της.
Μίαν Κυριακήν, περί τα μέσα Νοεμβρίου, είχε τελεσθή ο γάμος. Όλη η γειτονιά και άλλοι καλεσμένοι είχον διασκεδάσει ολονυχτίς με άσματα και χορούς και με βιολιά και λαγούτα. Και μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω από το παλαιόν σπιτάκι, από την σκάλαν την θαλασσοφαγωμένην από τα γρίφφια και τας πέτρας τας τραχείας και παραμερισμένας, εμβήκαν εις την φελούκαν ο Νειόγαμπρος και ο Μπαμπούκος, διά να υπάγουν προς αλιείαν.
Ο Καλούμπας ήτον ο εξακουστός «ψαράς με το ένα χέρι» — το άλλο του το είχε φάγει η δυναμίτις — όπου ηλίευε τους περιφήμους ορφούς, από 5 έως 12 οκάδων το βάρος, τους οποίους έδενεν ως βώδια από την πρύμνην της βάρκας, και τους έσυρεν εις το κύμα ζωντανούς, με το τεράστιον άγκιστρον εις το ρύγχος, ετοίμους προς σφαγήν άμα δύο ή τρεις αγορασταί προσήρχοντο. Ο Μπαμπούκος ήτον γηραιός θαλασσινός, ο οποίος επί σαράντα χρόνους είχε γυρίσει όλην την Μαύρην και την Άσπρην θάλασσαν, την Μεσόγειον και μέρος του Ωκεανού, ως λοστρόμος με τα καράβια. Είτα είχε ζητήσει να λάβη σύνταξιν, αλλά τα «χαρτιά του δεν ήσαν καλά», του είπαν. Τώρα επήγαινεν ως σύντροφος με μισό μερίδιον, με τας λέμβους τας αλιευτικάς και πορθμητικάς.
Ο Νειόγαμπρος είχε στεφανωθή την προ πέντε εβδομάδων Κυριακήν, και ο γάμος δεν είχε σαραντήσει ακόμα.
Επί δύο ώρας ο Καλούμπας και ο Νειόγαμπρος επερίμεναν τον Μπαμπούκον πότε να έλθη διά να λύσουν την μπαρούμαν καί αποπλεύσουν. Επί δύο ώρας ο Μπομπούκος έτρεχεν από βράχον εις βράχον, από μονοπάτι εις κρημνόν, κυνηγών τον υιόν του τον Πάπον. Οι άλλοι δύο υιοί του γέρο-Μπαμπούκου έλειπαν. Ο ένας εταξείδευε με τα καράβια, ο άλλος υπηρέτει εις τα βασιλικά.
Εκ των θυγατέρων του, άλλη είχεν αποθάνει, άλλη υπανδρεύθη εις τα ξένα, άλλη ευρίσκετο εις ξένον σπίτι. Βάκτρον του γήρατός του, διά να υποβαστάζη τα ρευματισμένα γόνατά του, ο γέρων θαλασσινός δεν είχε παρά τον υιόν του τον Παναγιώτην, παιδίον δώδεκα ετών, τον οποίον είχε παρονοματίσει με γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» η μακαρίτισσα η Αργυρώ, η σύζυγος του Μπαμπούκου.
Αλλ' ο Πάπος του έφευγεν. Επηδούσεν από βράχον εις βράχον, από ακρογιαλιάν εις ακρογιαλιάν. Αγαπούσε πολύ να τρέχη, να χαζεύη και να μην υπακούη. Όταν δεν ευρίσκετο εις τους αιγιαλούς, κυνηγών καβούρια εις τα θαλάμια ή μικρά χταποδάκια εν καιρώ γαλήνης εις τα ρηχά, έτρεχεν εις τα Κοτρώνια, άνωθεν της συνοικίας, επί του βραχώδους λόφου, όπου ήτο κτισμένον, σιμά εις τον ναΐσκον του αγίου Νικολάου, υψηλά εν απόπτω, το σπιτάκι των. Εκυνηγούσε τας φωλεάς. Δεν άφηνε μικράν κουκουβάγιαν να μεγαλώση, διά να μη λαλούν την νύκτα απαισίως εις τους βράχους. Αν έπεφτε μικρός γλάρος εις τα χέρια του, του έκοφτε τα φτερά, κ' εζητούσε να μάθη απ' αυτόν την τέχνην, πως να καταπίνη, χωρίς να μασσά τα μικρά γλυκά, όσα κατώρθωνε να κλέπτη από τον Βασίλην τον Καραμελάν.
Η θαλασσία εκδρομή έμελλε να διαρκέση 48 ώρας ή το πολύ τρεις ημέρας. Ο Μπαμπούκος δεν ήθελε ν' αφήση τον υιόν του να «ξεμπουρδαλιάζη» και εζήτει να τον πάρη μαζί. Αλλ' ο Πάπος αγαπούσε, ναι, της βάρκες, αγαπούσε και την θάλασσαν, αλλά δεν έστεργε την πειθαρχίαν. Η βάρκα εκείνη, επί της οποίας θα έπλεε με δύο άλλους ακόμη ο πατήρ του, θα ήτο πλωτή φυλακή δι' αυτόν. Και άμα εμυρίσθη, ότι ο πατήρ του εσκέπτετο να τον πάρη μαζί, εφρόντισε να γείνη άφαντος.