Ο Πεντάρφανος

Part 3

Chapter 34 wordsPublic domain

Εχωρίζετο η λίμνη από της θαλάσσης διά πλατείας λωρίδος γης αμμώδους και κισσηρώδους, της οποίας μέρος ήτο το ναυπηγείον της πόλεως και μέρος ήτο ο σικυών του Παρρήση. Κατά την δυτικήν όμως γωνίαν της λωρίδος αυτής όπου ήρχιζε ν' απλούται το μήκος του λιμένος, η λωρίς αύτη έβαινε στενουμένη έως του Αργύρη του Μπαρμαπαναγιώτη τον ανεμόμυλον, όστις με την αενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερή πτέρυγά του, με τα τριγωνικά ιστία, εφαίνετο ως να προεκάλει τα εν τω λιμένι αγκυροβολημένα πλοία, λέγων προς αυτά: «Να, εγώ αρμενίζω και στη στεριά!» Πόσας και πόσας φοράς ηναγκάσθης να θαλασσώσης, αφαιρών κάλτσαις και πέδιλα, ανασηκώνων έως το γόνυ την περισκελίδα, επιμένων πεισμόνως να διαβής το ποτάμιον, όταν πολύ συχνά επήρχετο πλημμύρα, και η θάλασσα εγίνετο έν με τον βάλτον! Και διατί δεν απεφάσιζες ν' ανακόψης τον δρόμον σου και να επιστρέψης εις την πόλιν; Διότι σου εφαίνετο, ότι κάτι έβλεπες, κάτι απήλαυες εις το τοπίον αυτό, ενώ εκείνη, ήτις το εζωντάνευεν, είχε γείνει άφαντος προ πολλού. Και πότε πάλιν επροτίμας να λάβης την βορειοτέραν οδόν, την περιφερή, εκείθεν της λίμνης, διατρέχων όλον το Καβούλι με τους αγρούς και με τους αμπελώνας του. Εκεί επάτεις επί παχείας χλόης, υπό την οποίαν δεν είξευρες πάντοτε, αν υπήρχε στερεά γη. Και εχώνεσο έως τους αστραγάλους εις τον βάλτον, αλλ' ενόμιζες τούτο ευτυχίαν σου, διότι εφαντάζεσο πάντοτε, ότι έτρεχες να κόψης ίτσια δι' εκείνην. Και όταν έφθανες τέλος, με τα υποδήματα βαλτωμένα και τα περιπόδια υγρά εις τον λευκόν οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, και τον εχαιρέτας, εκεί που εσκάλιζε τα κουκκιά, φωνάζων μακρόθεν: «Καλησπέρα, μπάρμπα-Κωνσταντή!», κ' εκείνος σου απήντα μειλιχίως; «Καλώς το παιδί μου!», τότε ηγάπας να φαντάζεσαι σεαυτόν ως μπάρμπα-Κωνσταντήν και την Πολύμνιαν ως θεια- Σινιώραν, και τους δύο κατά σαράντα έτη νεωτέρους, και ανεμέτρεις οποία θα ήτον ευτυχία διά σε, αν ήτο δυνατόν να συζήσης με την αγαπητήν σου, εις τον πάλλευκον εκείνον οικίσκον, (του οποίου όμως η υπερβάλλουσα λευκότης ωφείλετο εις τα ακατάπαυστα ασβεστώματα της θεια-Σινιώρας), και οποία θα ήτο εντρύφησις αισθήματος και ρωμαντισμού, εάν διήγετε τας ημέρας μετά της αγαπητής εν μέσω του ευώδους και χλοερού εκείνου κήπου με τας ροιάς, με τας ροδωνιάς, με τας αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη (τα οποία όμως ωφείλοντο εις τους ενδελεχείς κόπους του μπάρμπα-Κωνσταντή) παρά την όχθην της ωραίας λίμνης, όπου υπήρχεν είς ουρανός επάνω, και άλλος ουρανός εφαίνετο κάτω, λεύκαι και κυπάρισσοι ανέτεινον τας υψηλάς κορυφάς των άνω, και άλλαι λεύκαι και κυπάρισσοι εκρέμαντο ανάποδα κάτω. Και όσαι μυριάδες άστρα εκόσμουν την νύκτα λάμποντα το στερέωμα, άλλαι τόσαι μυριάδες έλαμπον τρεμοσβύνοντα κάτω εις τον πυθμένα. Και καλαμώνες σειάμενοι υπό του ανέμου ύψωναν τούς ασθενείς καυλούς των, δύο οργυιάς υπέρ το κύμα, και βρύα και λύγοι και ασφόδελοι απέζων εκ του έλους της λίμνης και εκ του λίπους του βάλτου, κλίνοντα τας χθαμαλάς κορυφάς των προς το ύδωρ ως ν' απέδιδον εις την λίμνην την οφειλομένην ευγνώμονα υπόκλισιν. Και αντικρύ υψούτο ο λιμήν με τας χλοεράς όχθας του ολόγυρα, τας εξαπλούσας εις τον ήλιον τας πρασινιζούσας κλιτύς των ως εύκολπα στήθη παρθένου αναδίδοντα ζωήν και σφρίγος εις την πλάσιν. Δένδρα εκόσμουν ευπαρύφως τας όχθας τας ορεινάς και τας αμμώδεις, και άλλα δένδρα φυτευμένα εν τη θαλάσση εστόλιζον το κύμα και τους αιγιαλούς, τα ιστία με τα εξάρτιά των. Και εις το βάθος εφαίνοντο προς βορράν τεμνόμεναι αι δύο των λόφων σειραί, αι περιβάλλουσαι ένθεν και ένθεν τον μακρόν αλλ' ευσύνοπτον εις το βλέμμα κάμπον, η μία η ανατολική, υψηλή, εγγυτέρα εις τον θεατήν, επιστεφομένη από το καλύβι του μπάρμπα-Γεωργιού, Θεός σχωρέσ' τον, του Κοψιδάκη, όπου όχι άπαξ εώρτασες την Πρωτομαγιάν, παιδίον, με γάλα και με οβελίαν αμνόν και με στεφάνους και με λελούδια, όταν έζη ο προς μητρός πάππος σου, ο μπάρμπ' Αλέξανδρος, Θεός σχωρέσ' τον, ο Καρονιάρης, όστις ηγάπα να εορτάζη μεγαλοπρεπώς την Πρωτομαγιάν, χορηγός αυτός όχι μόνον δι' όλους τους υιούς, τας θυγατέρας και τα εγγόνια του, αλλά και διά τα αναδεξίμια του και τους κουμπάρους του και διά τας κόρας των κολληγισσών του ακόμη, τας οποίας επταετής ήδη δεν ώκνεις να ερωτεύεσαι, φανταζόμενος ότι τρέχεις κατόπιν αυτών εις τους ορμίσκους, εκεί όπου ελεύκαινον τας οθόνας, και ότι κρύπτεσαι μαζί των εις τα άντρα, τα πατούμενα υπό της θαλάσσης, αφριζούσης υπό την πνοήν του Βορρά, ονειροπολών την ευτυχίαν εις τους λευκούς και γλαφυρούς κόλπους, με τας ολοβροχίους και βυσιννόχρους τραχηλιάς και εις τας κυανόφλεβας και τορνευτάς ωλένας με τας μακράς και κεντητάς χειρίδας των. Πρώιμα όνειρα νεότητος ανυπομόνου, ως η αμυγδαλή η ανθούσα τον Ιανουάριον!

Η άλλη, η δυτική λοφιά, ήτο η Πλατάνα, απωτέρα εις τον θεατήν, υπτία, ανακεκλιμένη, βαθμηδόν ανέρπουσα προς τας υψηλοτέρας κορυφάς, ης την υπώρειαν περικαλλώς κοσμεί ο Πύργος του Μετοχίου με τον ωραίον ναΐσκον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Όλα αυτά τα έβλεπες αντικρύ σου ως τελείαν εικόνα αριστοτέχνου αληθώς, εκείθεν της λίμνης από τον λευκόν οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, καθώς και από το ναυπηγείον, το οποίον εφαίνετο απέναντι, εντεύθεν της λίμνης.

Όλη η μακρά και πλατεία αμμουδιά η απλουμένη μεταξύ της λίμνης και του λιμένος δεν είχεν ουδέ ένα κόκκον άμμου αμιγή από πριονίδια, ουδέ ένα χάλικα ελεύθερον από την γειτονίαν πελεκουδίου. Πόσα δάση αγριοξύλων μετεμορφώθησαν ενταύθα, από αμνημονεύτων χρόνων, εις σκάφας με κατάρτια υψηλά, με μυριάδας οργυιών σχοινιών και πανίων, και πόσαι τοιαύται σκάφαι θα εκοιμώντο τώρα τον ύπνον εις τα βάθη της Μεσογείου ή του Ευξείνου! Δύο τοιούτοι σκελετοί εφαίνοντο σήμερον κείμενοι επί την πλεράν, αντικρύ του ναυπηγείου, με τας σκωληκοβρώτους και μαυρισμένας σανίδας των, με τα σκουριασμένα καρφία των, και τα διέχοντα στραβόξυλα, γυμνά μαδερίων, δι' ων διέρρεεν ελευθέρως η θάλασσα, εφαίνοντο θλιβερώς μειδιώντα, με οδόντας άνευ χειλέων, ως να ώκτειρον βλέποντα εκ του σύνεγγυς την τόσην μανιώδη μέριμναν και μεταλλευτικότητα των ανθρώπων. Πόσαι χείρες ανθρώπων, πυρετωδώς εργασθείσαι άλλοτε εδώ, δεν έκειντο ξηραί εις τα βάθη της γης, πόσαι κεφαλαί, τόσον έχουσαι εγκέφαλον, όσος θα ήρκει, καθ' ό έλεγε γηραιός ναυτικός, «διά να παλαμίση τις ένα καράβι ολόκληρον», δεν έθρεψαν αδηφάγα κήτη εις τον βυθόν του πόντου ! Και όμως ο γέρων εκείνος θαλασσινός, με την πικράν ειρωνείαν, είχε χάσει αρτίως το πλοίον και τους δύο υιούς του από τρικυμίαν παρά τον Μαλέαν, και τώρα, με τα γεράματά του και με τον τρίτον του υιόν, επαιδεύετο να ναυπηγήση άλλο πλοίον μεγαλείτερον, έρημος των κυριοτέρων βοηθών του ! Ούτως η ανάγκη του βίου και η συνήθεια δεσπόζουσι των ανθρωπίνων πραγμάτων! Δι' εκείνον το νέον τούτο πλοίον ίσως να ήτο, αν όχι ικανοποίησις, τουλάχιστον παρηγορία διά το γήρας! Και ούτω θα εξηκολούθει να διάγη τας τελευταίας ημέρας του ο γηραιός θαλάσσιος λύκος, εωσότου θα ήρχετο ίσως ημέρα, καθ' ην η θάλασσα, το μέγιστον τούτο θηρίον, το οποίον επιμόνως προεκάλει, θα τον ανέρριπτεν εξεγειρομένη από των κόλπων της έως το στερέωμα, ως λέγει ο Βάυρων, και θα τον έπεμπεν ολολύζοντα εις τους θεούς του, απορρίπτουσα αυτόν οπίσω εις την γην. «Εκεί ας κείται! — There let him lay»

Κ' εξηκολούθουν διαρκώς να ναυπηγώσι πλοία, και η τέχνη ετελειοποιείτο και το εμπόριον ηύξανε. Πας, όστις ήθελε να ναυπηγήση, είχε πρόθυμον σύμβουλον τον καπετάν-Δημήτρη τον Κασανδριανό, με την μακράν του τσιμπούκαν, με το ηλέκτρινον στόμιον, όστις είχεν ιδεί και ακούσει πολλά εις την ζωήν του, ο μακαρίτης. Τας ημέρας του γήρατός του τας εδαπάνα παριστάμενος θεατής των ναυπηγουμένων πλοίων, ερχόμενος κατά πάσαν εσπέραν με την τσιμπούκαν του, με την μακράν καπνοσακκούλαν του κρεμασμένην επί του τσοχίνου επανωβράκου, διά να καμαρώση τους κόπους και τας ελπίδας των άλλων και παρηγορηθή, διότι, πεισθείς εις τας απαιτήσεις των υιών του, ισχυριζομένων ότι ήτο πάρα πολύ γέρων, είχε παραχωρήσει αυτοίς την πλοαρχίαν. «Σα θα κάμετε το Σταυρό σας να κόψετε τον κερεστέ· παιδιά, να κυττάξετε καλά, πόσων ημερών θα είνε το φεγγάρι . . . Κι' όντας θα σκαρώσετε, με το καλό, να ξετάζετε, πού είνε ο αστέρας . . . &Βάρδα μπένε&, να μη σκαρώσετε, μουδέ να το ρίξετε στο γιαλό, την ημέρα που είνε 'λιοτρόπι . . . » Και έδιδε βραδύγλωσσος πολυτίμους οδηγίας εις τον πλοίαρχον, ως και τον πρωτομάστορην, περί πάντων των συντελούντων εις την επιτυχή ναυπήγησιν ως και εις την ευόδωσιν και προκοπήν του πλοίου. Όστις δεν τον ήκουε, τόσον χειρότερα δι' αυτόν! Νεωτερισταί τινες πλοίαρχοι εδοκίμασαν να τον παρακούσουν, και υπέφεραν σκληρώς.

Ενθυμείσαι, υπήρχον τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον αλλήλων ναυπηγούμενα υπό τον αυτόν αρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος άνθρωπος! Πώς ηδύνατο να επαρκή και εις τα τρία, τρέχων από σκάφης εις σκάφην, μ' ένα πήχυν εις την χείρα, με μίαν στάθμην και μ' ένα σκέπαρνον από του αυχένος κρεμάμενον με την λαβήν επί του στέρνου. Και οποία στρατιά ανθρώπων ετέλει υπό τας διαταγάς του ! Ο πλοίαρχος, οι βοηθοί του, οι πριονισταί, οι πελεκητοί, οι μαραγκοί, και οι καλαφάται. Δεν έλειπον και οι γύφτοι, οίτινες είχον ιδρύσει προχείρως μίαν καλύβην όπισθεν ενός εκάστου των σκαφών. Και με την κάμινον πλήρη ανθράκων, με τους φυσητήρας, με τους άκμονας, με τους ραιστήρας και τας βαρείας σφύρας των, έκοπτον, έκοπτον μεγάλα καρφιά, &τζαβέτταις&. Οποίος φοβερός θόρυβος. Οι κτύποι του ραιστήρος έπνιγον τον έρρυθμον τριγμόν του πρίονος, ο κρότος του σκεπάρνου εκάλυπτε τον δούπον της ξυλίνης ματσόλας, δι' ης εκτύπα το στουπίον ο καλαφάτης, και υπέρ πάντας τους άλλους κρότους εδέσποζεν ο βαρύς ροίβδος του πελωρίου ραιστήρος, δι' ου ενέπηγον τα χονδρά καρφιά και τους ξυλίνους ήλους, &ταις καβήλιαις&, εις τας στρογγύλας πλευράς του κολοσσιαίου σκάφους. Και υψηλός, μεγαλόκορμος ανήρ, με ορθάς τας πλάτας, με το κόκκινον πλατύ ζωνάρι, συνέχον την μακράν σέλλαν του βρακίου υπό τους βουβώνας του, είχεν αναβή, ο δαιμόνιος, υψηλά επί της κουπαστής, και ο ίσκιος του, μακρός υπό τας τελευταίας ακτίνας του δύοντος ηλίου, εμεγεθύνετο τεραστίως, των μεν σκελών πιπτόντων εντεύθεν της λίμνης, επί των φυτών του σικυώνος, του δε κορμού αορίστως κυμαινομένου επί του ύδατος, και της κεφαλής ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπώς πέραν της λίμνης, προς ανατολάς, εις την υπώρειαν του βουνού. Ούτος ήτο ο &πουργοτζής&, έργον έχων ν' ανοίγη τρύπαις. Υπερμέγεθες πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ανάμεσα εις δύο &βουβά&, μεγάλα ξύλα, υπό την πρύμνην, ήτο γεμάτον από τριβέλια διαφόρων μεγεθών, έως τρεις δωδεκάδας, ων το μεν μικρότερον θα ήτο έως δύο σπιθαμών, το δε μέγιστον, βαρύ, ογκώδες, ήτο σχεδόν τόσον με το ανάστημα του κατόχου του. Την στιγμήν ταύτην εχειρίζετο έν των μεγίστων τρυπανίων, και έκυπτεν, ο θαυμάσιος, επί της κωπαστής, αιωρούμενος ως σχοινοβάτης, και ήνοιγε βαθείαν κάθετον οπήν εις μίαν των πλευρών του σκάφους. Ω, της ακαταληψίας!

Αλλ' ο ήλιος εκρύβη ήδη εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους βουνού, και ο ίσκιος του &πουργοτζή& διεγράφη και αυτός από την επιφάνειαν του ύδατος και από την άμμον της παραλίας. Οι μαστόροι, καθώς και οι πολλοί επισκέπται, οι περιπατηταί της εσπέρας, οίτινες ήρχοντο να συγκοπιάζωσι και αυτοί με το βλέμμα εις τους ιδρώτας των άλλων κ' ενίοτε να τους χασομερώσι με τας ακαίρους ερωτήσεις των, διασκελίσαντες τα παντού εσκορπισμένα ανά το ναυπηγείον &βουβά&, δοκούς και στραβόξυλα, συνήχθησαν όλοι εν συγκεχυμένω βόμβω περί την μικράν καλύβην του πλοιάρχου, ήτις ήτο πλήρης τάκων και τεμαχίων ξύλων και σπειρίδων με εργαλεία καί τινων ενδυμάτων και κλινοσκεπασμάτων, διά να πίωσιν όλοι το &τσίπουρο& από μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, με το αυτό ποτήριον όλοι. Μόνος ο πελώριος καραβόσκυλος, ο προσδεδεμένος με την στερεάν άλυσον έξωθεν της καλύβης, όπισθεν της πρύμνης του μεγάλου σκάφους, εξέπεμπεν απειλητικόν υπόκωφον γρυλλισμόν, ως να διέκρινεν αυτός μόνος τον βόμβον των κηφήνων από του βόμβου των μελισσών, κ' εφαίνετο, αν του το επέτρεπαν, έτοιμος να εφορμήση. Αλλ' ο πλοίαρχος, ο καπετάν-Γιωργάκης κάπως μορφωμένος, με τους μακρούς αγκιστροειδείς ξανθούς μύστακάς του, το ηλιοκαές πρόσωπον και το μικρόν ανάστημα, διά μονοσυλλάβων ανέκοπτε την ορμήν του : «Πίσω Τσούρμο! . . . κάτω, Τσούρμο!» Ο Τσούρμος υπήκουεν, αλλά μετά δυσκολίας, και εξέφραζεν την λύπην του διά παρατεταμένων γαυγισμών. Ήρχισε να κυκλοφορή το ποτήριον της ρακής, και οι ναυπηγοί όλοι και οι περιπατηταί έλεγαν τας συνήθεις ευχάς: Καλορρίζικο! μάλαμα το καρφί τ', καπετάνιο! Καλό πλέψιμο!» Την τελευταίαν λέξιν οι πλείστοι την επρόφεραν, κατά παραφθοράν, &πλέξιμον&. Και είς περίεργος άνθρωπος με χονδρόν άσχημον πρόσωπον, με παχύτατον μύστακα επικαθήμενον ως στοιβιά επί των μήλων των παρειών του έως τους οφθαλμούς, ημιναύτης και ημιεργάτης και ημιεκφορτωτής (ούτος ήτο ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ο ίδιος όστις πηδαλιουχών ποτε εν μακρώ ταξειδίω, κατά την Μαύρην Θάλασσαν, επί μεγάλου πλοίου, την νύκτα, ηρωτήθη υπό του πλοιάρχου, περιπατούντος κατά μήκος του καταστρώματος από την πρύμναν έως την πρώραν: «Τι έχεις, βρε Αλέξανδρε, κι αναστενάζεις»; κ' εκείνος απήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πώς θα πληρώσουμε τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το έθνος!»· ούτος λοιπόν ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ολίγον πέραν του δέοντος αφελής, προσληφθείς από της προτεραίας διά να υπηρετή εις την ναυπήγησιν του σκάφους, όταν ήλθεν η σειρά του διά να πίη και να χαιρετίση, επρόφερεν εξ υπερβαλλούσης αδεξιότητος ως εξής την ανωτέρω σημειωθείσαν λέξιν·

— Καλό &μπλέξιμο&, καπετάνιο!

Οι άλλοι εκάγχασαν· ο ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, ο Τσούρμος ηγέρθη εκ των οπισθίων ποδών και αφήκε φοβεράν υλακήν! Ο αδελφός του πλοιάρχου, ο Δημήτρης ο Τσιμπήδας ήγειρε την χείρα ν' αρπάση από τον σβέρκον τον Αλέξανδρον τον Χάραυλον και να του καταφέρη ολίγους κονδύλους. Ο καπετάν- Γιωργάκης τον εμπόδισεν, αν και του εκόστισε πολύ. Διότι όλοι οι ναυτικοί, και οι πλέον μορφωμένοι σχετικώς, δεν είναι απηλλαγμένοι δεισιδαιμονιών και προλήψεων. Πώς να μην είναι τις δεισιδαίμων, όταν «πολεμή με το μεγαλείτερον θηρίον», όταν παλαίη με το άγνωστον, και δεν ειξεύρη αν αύριον θα επιπλέη ή θα ποντισθή, αν θα είνε εις την επιφάνειαν ή εις τον πυθμένα; Ο πλοίαρχος ηρκέσθη μόνον να είπη οργίλως·

— Δάκω τη γλώσσα σ', βρε στραβο — Χάραυλε . . . να μην αρπάξω τη σαλαμάστρα, τώρα . . .

Και μετά δυσκολίας πολλής εμπόδισε τον αδελφόν του να μη τον αικίση.

Εκεί, όπισθεν των θάμνων του φράκτου, εν μέσω των χωραφίων, αμπέλων και του αιγιαλού, όπου όχι σπανίως η μεν θαλασσα επάτει και αφωμοίου το ήμισυ κήπου ή αγρού με συκάς, μηλέας και απιδέας, οι δε διαβάται έκαμαν δρόμον το άλλο ήμισυ του αυτού κήπου ή αγρού (και οι ατυχείς ιδιοκτήται εις ποίον να προσκλαυθώσιν;) ήκουες πολλάκις την εσπέραν περί το λυκόφως, ενώ οι ναυπηγοί φορτωμένοι τα ζεμπίλια με τα σιδερικά των επέστρεφαν εις την πολίχνην, ήκουες, μεταξύ δύο ή τριών μαραγκών, μετρούντων τας ημέρας έως ου έλθη η πρώτη Κυριακή, κατόπιν της οποίας είποντο κατά σειράν τρεις ή τέσσαρες εορταί (των Κορυφαίων Αποστόλων, των Δώδεκα, των αγίων Αναργύρων και της αγίας Εσθήτος), και αναλογιζομένων μετά προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος, ότι θα έπλεον όσον ούπω αντικρύ εις την ανατολικήν νήσον, την κρατούσαν δέσμια πανταχόσε της γης όλα τα τέκνα της με αόρατον συμπαθές νήμα πόθου και νοσταλγίας, θα έπλεον όλοι στοιβαζόμενοι εις δύο μεγάλας ολκάδας, έργα των χειρών των, όπως επί τετραήμερον εορτάσωσιν· ήκουες, λέγω, διάλογον, οίος ο εξής·

— Να, κοντεύουε τώρα, Νταντή . . .

— Αργούμε ακόμα, Μπεφάνη . . .

— Τι λες, βρε Νταντή; . . . Δευτέρα πέρασε, Τρίτ' Τετράδ' μια, Πέφτ' Παρασκευή δυο, Σαββάτο, πρώτα ο Θεός είμαστε πέρα.

Και &ούτως οδός βραχεία γίγνεται&, όχι κατά τον Σοφοκλέα.

Αλλά δεν ήτο πάντοτε εσπέρα, όταν έβαινες προς την αμμώδη εκείνην παραλίαν με ταβαθή ύδατα, και δεν έβλεπες πάντοτε ομάδας ανθρώπων επιστρεφόντων εκ του ναυπηγείου, ουδέ πτωχών γυναικών φορτωμένων σάκκους πλήρεις πελεκουδίων επί των ισχνών ώμων των. Ήτο πρωία, και δεν είχε παρέλθει ο χειμών, και δεν είχαν ακόμη σκαρώσει τα μεγάλα σκάφη. Είς το ναυπηγείον μία μόνον βρατσέρα και δύο βάρκαι μικραί υπήρχαν σκαρωμέναι. Δεν ειργάζοντο εκεί ειμή ο μαστρο — Γιωργός, Θεός σχωρέσ' τον, ο Βαγγελάκης, με την κοκκίνην σκούφιαν του, ήτις δεν ήτο ούτε φέσι, ούτε κούκκος, ούτε καπέλλο, αλλά μετείχεν από όλα αυτά, με τους πισσωμένους αμπάδες του και με την πολύχρουν από εμβαλώματα καμιζόλαν του, και ο Γιάννης της Παναγιούς, με το υψηλόν και ορθόν φέσι του, με την μακράν και πολύπτυχον βράκαν του, με την άσπρην φανέλλαν και με την μεγάλην ζεμπίλαν του. Ο ήλιος μόλις είχεν ανατείλει, διαλύων τους ανερχομένους από την θάλασσαν προς την πρασινίζουσαν ακτήν λευκούς ατμούς, τα ύδατα ήσαν ρηχά από τον ασθενή άνεμον, όστις εφύσα. Εφαίνετο την πρωίαν εκείνην, ότι και αυτός ο Βορράς ευρέθη εις διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων μαλακά την θάλασσαν. Και η ψυχρά ροπή δεν ήτο δυσάρεστος εις τον μικρόν κτηματίαν τον επιβαίνοντα του όνου του και απερχόμενον εις τον αγρόν του, ουδέ εις τον ζευγηλάτην, τον διά της φωνής αποτείνοντα τα κελεύσματα εις τους βους του: «Ο! μελίσσ' όξου μαυρομμάτ'!» και διά του βλέμματος θωπεύοντα την μεγάλην χύτραν με τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες έλαιον φασόλια και με άφθονον κόκκινην πιπεριάν, την οποίαν με το εξησκημένον βλέμμα του, είχεν ανακαλύψει ήδη ερχομένην όπισθεν των θάμνων ολονέν και πλησιάζουσαν, σκεπασμένην καλά δια να μη κρυώση το φαγητόν, επιστέφουσαν τον μέγαν κόφφινον, επί των ώμων της φιλοτίμου οικοκυράς, σχεδόν αρμενίζουσαν ως βάρκαν, χωρίς να φαίνονται ούτε αι χείρες αι υποβαστάζουσαι ούτε οι πόδες οι βηματίζοντες. Ολίγαι στιγμαί θα παρήρχοντο ακόμη, και ο μεν μελίσσης καί ο μαυρομμάτης, απολυόμενοι προς ώραν του ζυγού, θα έβοσκον μακαρίως παρά τας χονδράς και οζώδεις ρίζας των ελαιών, ο δε ζευγηλάτης και ο βοηθός του, θα παρεκάθιζον επιφθόνως υπό το ευλογημένον φύλλωμα, και θα επειρώντο εγγύτερον της χύτρας.

Αλλά συ φίλε, δεν προσείχες τότε εις τα τετριμμένα αυτά, αλλ' εφθόνεις μάλλον τους μικρούς δεκαετείς παίδας, τους ανασηκώνοντας την περισκελίδα ως τον μηρόν, φέροντας τα πέδιλα εις το θυλάκιον και θαλασσώνοντας υπέρ το γόνυ εις το κύμα. Έβλεπες άξαφνα ένα τούτων να κύπτη να συλλαμβάνη με την παλάμην μικρόν οκταπόδιον, να το δαγκάνη εις τον λαιμόν, ν' αγωνίζεται ν' αποσπάση από τον καρπόν της χειρός του τους μυζητήρας, να τρέχη εις την άμμον και να το κοπανίζη γενναίως, εις τον πρώτον λίθον τον οποίον θα εύρισκε λείψανον παρασυρθέντος από τα κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ή ερείπιον πάλαι ποτέ υπαρξάσης προκυμαίας. Και η μήτηρ σου η φιλότεχνος, όχι μόνον δεν σου επέτρεπε να τρέχης, όπως άλλοι, ανυπόδητος και συ, αλλ' απήτει να φορής και κάλτσαις. Οποία δεσμά παιδαγωγικής δουλοσύνης! Ευτυχώς είχες πλησίον σου τον φίλον σου Χριστοδουλήν, όστις ομήλιξ με σε, ήτο ευτυχέστερος προς τούτο, ότι ήτο πάντοτε ξυπόλυτος και ουδ' εφόρει ποτέ κάλτσαις. Φιλότιμον παιδίον! Έτρεχε δι' όλης της ημέρας από γιαλόν εις γιαλόν, έβγαζε γρινιάτσαις, πορφύραις και πεταλίδες διά δυο, καβούρια διά τρεις, οκταπόδια διά τέσσαρες. Και μέρος μεν αυτών έκαμνε δολώματα, διά να ψαρεύη με την καλαμιάν από τον δειλινόν έως το βράδυ, μέρος δε εμοιράζετο φιλαδέλφως με σε. Την πρωίαν εκείνην ολίγον πριν φθάσητε εις τον μύλον του Μπαρμπαπαναγιώτη, όστις ίσταται ως φρουρός προς το δυτικόν στόμιον της λίμνης, εκεί όπου ήτο ουδέτερον έδαφος μεταξύ θαλάσσης και ξηράς, ο φίλος σου ο Χριστοδουλής, επειδή εις το μέρος τούτο τα ύδατα εβαθύνοντο ολίγον τι αποτόμως, δεν ευρίσκετο πολύ μακράν εις το κύμα, και άμα είδεν, ότι η Πολυμνία πλησιάσασα ήρχισε να σου ομιλή, έσπευσε να αποβή εις την ξηράν διά να ακούση τι σου έλεγεν.

Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! Πώς διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον χρώμα και τα ερυθρά μήλα των παρειών με τον μελίχρυσον λαιμόν καί με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Πόσον αβραί ήσαν αι χείρες, και πόσον μελωδική έπαλλεν εις το ους σου η θεσπεσία φωνή της ! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον, ως να εβιάσθη να καλλωπιστή διά να εξέλθη και απολαύση την θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον, αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της με τα μακρά ματόκλαδα ως πτεροφόρος οϊστός σ' εσαΐτευε γλυκά εις την καρδίαν. Ενθυμείσαι! οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς δεκατετραετής μόλις, ηρωτεύθης ήδη; Η Πολύμνια σου ωμίλησεν! Η Πολύμνια σ' εκάλει ονομαστί! Οποία παιδική μέθη, ευκόλως παραχθείσα, διά μικράς δόσεως ρευστού! Εφαίνετο, ότι &δεν εσήκωνες& περισσότερον. Και όμως το πράγμα ήτο απλούστατον. Ο αδελφός της δωδεκαέτης, εκείνος είξευρε τόνομά σου και είπε τις είσαι εις την Πολύμνιαν. Και αυτή δεν ενόμισεν ότι θα εσαγίτευε την καρδίαν σου, αν σου απέτεινε τον λόγον, αφού μάλιστα ήθελε να σου ζητήση εκδούλευσιν. Εν τούτοις ο Χριστοδουλής έτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας εν σπουδή την περισκελίδα του, ως διά να μοιρασθή το βάρος της ευτυχίας.

Η μελωδική φωνή της Πολυμνίας είπε·

— Ξέρεις, πού είνε ίτσια; μπορείς να μου κόψης τίποτα ίτσια;

Συ έμενες κεχηνώς.

Αλλ' ευτυχώς ο Χριστοδουλής είχε φθάσει ήδη.

— Μπράβο! μπράβο ! . . . κυρία Πολύμνια! Εγώ τα ξέρω που είνε τα ίτσια . . . τώρα να πάμε να κόψουμε . . .

— Θα με υποχρεώσετε πολύ, επανέλαβε και προς τους δύο η Πολύμνια.

Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν ελαφρόπους, με το έν μπουδονάρι του ανασηκωμένον ακόμη έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον εις τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια &παπουδιασμένα&, μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος. Έτρεξες και συ κατόπιν του οκνός, ασθμαίνων, αλλ' έως να φθάσης εις την όχθην της λίμνης πατών επί του ολισθηρού βάλτου, γλυστρών ανάμεσα εις ταις αρμυρήθραις και εις ταις βουρλιαίς, ο Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη ολόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων ευωδών και μεθιστικών ανθέων, τα οποία εζήτει η Πολύμνια, τρέχων από συστάδα χόρτου εις συστάδα, αίτινες εσκίαζαν φιλαδέλφως τα πτωχά ωραία άνθη, τα τόσον τρυφερά και ασθενή, με τα λευκά πέταλα και τον ωχρόν ύπερον, τα οποία εφαίνοντο ως να παραπονούνται, διά τί να φύωνται εις το χώμα και να είνε τόσον χαμαιπετή· ο Χριστοδουλής τα έκοπτεν ασπλάγχνως ανά δύο και τρία, μεμιγμένα με χόρτα, και τα εστοίβαζεν επί της ωλένης της χειρός του, μεταβαίνων από βουρλιάν εις βουρλιάν, βλέπων τα βούρλα και αναστενάζων, διά τι να μην έχη αλιεύσει με τας χείρας του τόσαις πέρκαις, και τριγλία, όσα βούρλα έβλεπε, και διατί να μη δύναται να χρησιμοποιήση ταύτα όπως ορμαθιάση εκείνα.

Μέχρις ου κατορθώσης και συ να εύρης ολίγα ίτσια να κόψης, ο Χριστοδουλής είχε καταρτίσει ήδη ολόκληρον αγκαλίδα, κ' επέστρεφε τρέχων προς τον ανεμόμυλον, εκεί όπου ίστατο περιμένουσα μετά του αδελφού της η Πολύμνια. Εν τούτοις επρόφθασες και συ και της έφερες μικράν, όση ηδύνατο να συνθλιβή μεταξύ αντίχειρος και λιχανού, δεσμίδα, αλλά το &ευχαριστώ& το προς σε ήτο, ως εικός χλιαρώτερον από το &ευχαριστώ& το προς τον φίλον σου. Και ουχ ήττον έμεινες ευχαριστημένος, ολιγαρκής και κυριευόμενος υπό αυταρέσκου νάρκης, ομωνύμου με το τρυφερόν εκείνο άνθος, το οποίον εζήτει μεν από σε, έλαβε δε από τον φίλον σου η Πολύμνια.

Έκτοτε ο Χριστοδουλής ηραίωσε κατ' αρχάς, είτα οριστικώς έπαυσε το μερίδιον, το οποίον σου έδιδε τέως από τα κογχύλια, από τα καβούρια και από τους γωβιούς, συ δε ήργησες πολύ να μάθης ότι τα έδιδε εις τον Νίκον, τον αδελφόν της Πολυμνίας. Εις μάτην τον εσυνώδευες, ως πάντοτε, βαδίζων επί της άμμου, θαλασσώνοντα έως τον μηρόν, και από καιρού εις καιρόν και του εφώναζες·

— Κ'στοδουλή, βρε ! δεν έβγαλες ακόμα κανένα χταπόδι;

Εκείνος τα χταπόδια και τα καβουράκια τα έβαζεν εις τον φουσκωμένον και βρεγμένον κόλπον του υποκαμίσου του, έχων τρόπον να τα ψοφά με δαγκωματιαίς και με ακρωτηριασμούς, και σου έδειχνε μόνον ταις γρινιάτσαις, λέγων ότι θα υπάγη ύστερ' από το μεσημέρι να ψαρέψη με την καλαμιά. Και όταν, περί την δείλην, τον παρεμόνευες, παρά την αγοράν, επί της αποβάθρας κι έβλεπες ιδίοις όμμασι να σπαρταρίζη κανείς γωβιός εις το άκρον του αγκίστρου του, και τότε σ' εγέλα λέγων ότι θα κάμη τον γωβιόν δόλωμα διά να βγάλη μεγάλα ψάρια. Ούτω χάνεται η φιλία!