Part 13
— Όχι δι' αυτό, ανένευσεν εντόνως ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το πρακτικόν, και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου, και δεν θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν. Αλλά και αν σου έλεγα τοιούτον τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα, να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθής, αλλ' ουδέ να μ' εννοήσης και μου αποδώσης εν μέρει δίκαιον, τουλάχιστον. Απλώς σου λέγω, ότι παραιτούμαι δικαιώματος, το οποίον δεν με ωφελεί, ούτε εμέ ούτε τους φίλους.
Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύης ότι την βδελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είνε άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ' εμέ φρονώ ότι η δωροδοκία είνε το μικρότερον κακόν.
— Το μικρότερον; επανέλαβεν έκπληκτος ο ξένος.
Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είνε το μικρότερον κακόν. Μη ακούης μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι' όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής, ως διεξαχθείσης τη βοηθεία της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είνε παντός ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα, περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είνε τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτη εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην.
Διατί δε καί τινες των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι' ους φαίνεται ότι πληρούται, δευτέραν φοράν, εις βάρος μας η κατάρα, την οποίαν ο θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου τον Ισραήλ, λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών — διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι και κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin veut les moyens. Η ηθική δεν είνε επάγγελμα, και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί, και αληθώς πονεί τον τόπον του, και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος, αλλ' εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είνε αδύνατον να πολιτευθή. — Κυάμων απέχεσθε. Ο Χριστός είπε: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμωνά».
Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν είδωλον; Διατί δεν είπε Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ και Βάαλ; Διότι ο Μαμωνάς είνε ισχυρός, ο κραταιότερος, όστις υποτάσσει παν άλλο είδωλον, και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και τον Βάαλ. Η Πλουτοκρατία ήτο, είνε και θα είνε ο μόνιμος άρχων τον κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.
— Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είνε μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος.
— Ναι, διότι κινδυνεύω να πάθω το αυτό πάθημα εφ' ω κατέκρινα τους ευθηνούς ηθικολόγους των ημερών μας, απήντησε ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Να πέσω δηλαδή εις το εσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος των γενικοτήτων. Αλλ' ιδού επανέρχομαι, εις το προκείμενον. Ο λόγος δι' όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είνε ότι, ως είδος εκλογικής διαφθοράς, την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είνε η εν πρυτανεία σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είνε και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είνε και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή είνε και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είνε ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων, ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ τον θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; ποίος είνε πλέον γαλαντόμος;
— Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του, απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.
— Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς και όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η δωροδοκία είνε καλόν τι, λέγω ότι είνε το ολιγώτερον κακόν. Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράση ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθή. Πριν κατέλθη εις τον αγώνα, θα υποδυθή την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέση την δημοτικότητα ως κόθορνον. Θα φροντίση ν' αποδώση μέρος των όσα ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ δύο αντιπάλων, μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχη εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είνε δεδομένον τι και αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγενήθη, πώς γεννάται φυσικώς η δωροδοκία.
Υπόθεσε, φίλε, ότι σ' εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γείνης βουλευτής, διά να υπηρετήσης το έθνος. Διά να επιθυμήσης τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είνε η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είνε των πεινασμένων το νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον, και παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της ψήφου των. Αλλ' είσαι άρα γε εις θέσιν να ειξεύρης πόσοι εκ των προσφιλών συμπολιτών σου είνε χορτάτοι, και πόσοι δεν είνε; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είνε πεινασμένοι, διότι αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας, διά να γείνουν βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι ευρίσκονται τινες, είς, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να υπάγη άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύη την κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχη την δύναμιν να ίσταται ή να βαδίζη, πώς απαιττείς τοιούτος άνθρωπος να υπάγη να ψηφοφορήση εις την κάλπην σου, και να σου δώση μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είνε, αφού θα λάβη τον κόπον προς χάριν σου, να του δώσης τουλάχιστον να φάγη δι' εκείνην την ημέραν.
Εάν δεν του δώσης χρήματα, θα του προσφέρης γεύμα. Και τούτο δωροδοκία δεν είνε; Ή θα του στείλης κατ' οίκον βακαλιάρον και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσης εγκαίρως συ, θα σε προλάβη ο αντίπαλός σου, όστις θα φορή τον κόθορνον της φιλανθρωπίας δεξιώτερον.
Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρονται διά τον Καψιμαΐδην και τον Γεροντιάδην, αν θα γείνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είνε χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. Αλλ' αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του βαλλαντίου των.
Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είνε άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ' αποκτώνται τ' αξιώματα; Πράγμα, το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είνε κτητόν. Και ούτως επόμενον ήτο να καταντήσουν τα πράγματα. Ουδέν κακόν άμικτον καλού. Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτικός εις τα μέρη ταύτα.
— Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.
— Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γείνει τις υπουργός βουλευτής γείτονας επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, αι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός όστις να μη διωρισθή τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης όστις να μη προεχειρίσθη εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κ' εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός, μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μας ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθή επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρριπτον έξω τα πλοία των, αι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσης ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει τον φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, το οποία τον περιστοινίζουσιν, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν. Ευτυχώς δεν υπήρξεν ενταύθα έδαφος κατάλληλον διά να γεννηθή το θρέμμα το καλούμενον επιφανής, και ούτως απηλλάγημεν της τοιαύτης αθλιότητητος μέχρι της ώρας. Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είνε κατ' εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη, ας μη μετέχη του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς, μήτε ως εκλέξιμος. Κυάμων απέχεσθε . . .
ΙΒ'
Οι πέντε εγκαρδιακοί φίλοι, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσουρής, ο μπάρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο Γιαννιός ο Κάβουρας και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, είχον εκκινήσει, ως είπομεν, εκ του κήπου, όπου είχον συμποσιάσει και ευθυμήσει επί πολλάς ώρας, και κατήρχοντο εν πομπή εις τον τόπον της εκλογής, διά να ψηφοφορήσωσιν, ηγουμένου του κυρ-Μανουήλου του Στεριωμένου, όστις καίτοι μη βλέπων αυτούς, όπισθεν ακολουθούντας, έβλεπεν όμως τους ίσκιους των μηκυνομένους από τας τελευταίας ακτίνος του δύοντος ηλίου, προς ανατολάς, όπου εβάδιζον, και τους εμέτρει επιμελώς και τους εύρισκε πέντε. Ενίοτε όμως, βαίνοντος του ενός των εταίρων όπισθεν του άλλου, οι ίσκιοι των συνεχωνεύοντο εις δύο ή τρεις, και τότε ανησύχει κ' εστρέφετο αποτόμως να ίδη. Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, τον οποίον κανείς εξ όλων δεν είχεν ιδεί κατασκοπεύοντα όπισθεν του φράκτου, είχε προπορευθή αυτών κατά πολύ, κ' είχε φθάσει έξωθεν του δημοτικού Σχολείου. Εκεί εκάλεσεν εις την θύραν τον κυρ- Ανδρέαν τον Απίκον, έν των μελών της επιτροπής, και του εσύριξεν ολίγας λέξεις εις το ους.
Ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος και δύο άλλα μέλη απετέλουν την πλειοψηφίαν της επιτροπής και ήσαν αφωσιωμένοι εις τους Ανδρογυνοχωρίστραις. Ευθύς ως ήκουσε την ανακοίνωσιν του Μανώλη, ο κυρ-Ανδρέας έσυρε το ωρολόγιόν εκ της μικράς τσέπης του περιστηθίου του, και κρατών αυτό εις την παλάμην, επανήλθεν εις τους συναδέλφους του καθημένους περί την τράπεζαν, με τον κυρ-Αγγελήν τον Μαλλίνην εν τω μέσω, όστις με την πένναν εις την χείρα, εσημείωνεν έν όνομα εκλογέως κάθε τέταρτον της ώρας, και εν τω μεταξύ εφλυάρει κ' εκάπνιζεν ογκωδέστατα τσιγάρα, τα οποία ελάμβανεν αυτοδικαίως από τους αντιπροσώπους και αναπληρωτάς των υποψηφίων.
— Κύριοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, η ώρα είνε επτά και πέντε· καιρός να κηρύξωμεν την λήξιν της ψηφοφορίας, να κλείσωμεν το κιβώτιον των καλπών, να συντάξωμεν το πρακτικόν και να ετοιμασθώμεν διά την διαλογήν.
Έσυραν όλοι τα ωρολόγια των. Τα ωρολόγια των δύο άλλων μελών της πλειοψηφίας εδείκνυον, του ενός επτά παρά τρία, του ετέρου επτά παρά εννέα. Το ωρολόγιον του προέδρου, κυρίου Νιαουστέως, εδείκνυεν επτά παρά είκοσι. Τέλος το ωρολόγιον του ελληνοδιδασκάλου εδείκνυεν έξ και δέκα οκτώ λεπτά.
Προ τριών ετών το δημοτικόν συμβούλιον είχε φιλοτίμως ψηφίσει, ο κ. Νομάρχης είχεν ευαρεστηθή να εγκρίνη και ο κ. Δήμαρχος είχεν επιμεληθή δραστηρίως να κατασκευασθή μαρμαρίνη μεριδιάνα υψηλά επί του τοίχου του Ελλ. Σχολείου του βλέποντος προς μεσημβρίαν ακριβώς. Τη βοηθεία της μεριδιάνας εκείνης εκανόνιζεν έκτοτε ο ελληνοδιδάσκαλος το ωρολόγιόν του. Αλλ' αι μάγκαι του σχολείου πριν αρχίση το μάθημα ή ευθύς ως ήθελον σχολάσει, είχον εύρει τερπνήν ενασχόλησιν το να ρίπτωσι λίθους εκεί υψηλά εις το λευκόν και χαρακωμένον με πολλάς μαύρας γραμμάς μάρμαρον, και είχον καταστήσει σκοπόν των πετροβολημάτων των το λεπτόν σιδηρούν πέταλον, το χρησιμεύον ως δείκτης της μεριδιάνας. Όθεν δεν είχον παρέλθει ολίγαι εβδομάδες και το λεπτόν σιδηρούν πέταλον εστράβωσεν ελεεινά, και αντί να δεικνύη μεσημβρίαν εδείκνυε μίαν και ημίσειαν ώραν, κανείς δε δεν είχε φροντίσει εν τω μεταξύ να το διορθώση ή το αντικαταστήση. Ο ελληνοδιδάσκαλος εν τούτοις προσεπάθει του λοιπού να κανονίζη το ωρολόγιόν του μάλλον κατά συμπερασμόν, και δεν εβασίζετο πολύ εις την μεριδιάναν, ήτις ίστατο εκεί υψηλά αρχίσασα να μαυρίζη εν μέρει από την βροχήν και την υγρασίαν, πολλώ δε μάλλον από τας κηλίδας των βωλοκοπημάτων των μαθητών, ομοία μ' εκλογικόν πρόγραμμα το οποίον εκόλλησαν υψηλά διά να το σώσουν από τα λασποβολήματα των διαβατών.
Διά να μη μας μεμφθώσι δε ότι κάμνομεν κατάχρησιν της ελευθερίας των παρομοιώσεων, θα προσθέσωμεν ότι ολιγώτερον τολμηρόν θα ήτο να παραβάλη τις το άτυχον εκείνο ηλιακόν ωρολόγιον με πρόσωπον υποψηφίου βουλευτού, ωχρόν κ' ελεεινόν εκ της αϋπνίας ή εκ του φόβου της αποτυχίας, υποψηφίου κολλημένου σύρριζα εις τον τοίχον, στριμωγμένου όπισθεν του ανοικτού καλύμματος του κιβωτίου των καλπών, επαιτούντος εν συντριβή καρδίας τας ψήφους των εκλογέων, με ορθήν ή λοξήν την ρίνα και με χάσκον το στόμα δεικνύοντος, κατά το τραϊάνειον επίγραμμα, τας ώρας εις τους προ των καλπών διαβαίνοντας ψηφοφόρους (3).
Αλλ' ιδού ήγγιζεν ήδη το πέρας της αγωνίας των υποψηφίων, της ανησυχίας των κομματαρχών και ψηφοθηρών και της ενοχλήσεως τόσου κόσμου, και ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος φιλάνθρωπος λίαν απήτει να προβώσιν εις την διαλογήν μίαν ώραν αρχήτερα.
Το πράγμα δεν ήρεσεν εις τον πρόεδρον τον γέρο-Νιαουστέα, όστις ολίγην ευχαρίστησιν είχεν αισθανθή εκ της προεδρείας του καθ' όλην την ημέραν. Διότι δεν ήτο αληθώς πρόεδρος ειμή της μειοψηφίας της επιτροπής, ήτοι του ελληνοδιδασκάλου κ. Μυροκλείδου. Η πλειονοψηφία, απειθής, αχαλίνωτος, τον αντέπραττεν, έκαμνε «του κεφαλιού της», ως να μην ήτο αυτός πρόεδρος.
— Δεν είνε ακόμα ώρα, κυρ Ανδρέα, είπεν ο κ. Νιαουστεύς. Από τώρα να κλείσουμε;
— Είνε επτά και πέντε, αντέλεξεν ο Απίκος.
— Είνε επτά παρά είκοσι, επέμεινεν ο πρόεδρος.
— Κ' εγώ έχω επτά παρά τρία, είπε το άλλο μέλος της επιτροπής.
— Κ' εγώ επτά παρά δέκα.
— Κ' εγώ έχω έξ και δεκαοκτώ, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
— Είνε επτά η ώρα, επέμεινεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος. Δεν βλέπετε που ο ήλιος εβασίλεψε! εις τας επτά γράφει και το πρόγραμμα.
— Γράφει εις τας επτά και είκοσι δύο λεπτά, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
— Ως που να κλείσουμε της κάλπαις και να υπογράψωμε το πρακτικό θα πάη εφτάμισυ.
— Εγώ είμαι ο πρόεδρος, είπεν αγερώχως ο κ. Νιαουστεύς.
— Ημείς είμαστε η πλειοψηφία.
Ο κυρ-Ανδρέας έσπευδε και δεν ήθελε πολλά λόγια. Έστρεφεν από καιρού εις καιρόν βλέμμα προς την θύραν, ως να επερίμενε δυσάρεστόν τι εκείθεν. Φαίνεται ότι η ανακοίνωσις του Μανώλη του Πολυχρόνου απέβλεπε τους πέντε εμπιστευμένους φίλους, τους οποίους ωδήγει όπως ψηφίσωσιν υπέρ του αντιθέτου κόμματος ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
— Δεν με μέλει τόσο για τη διαλογή αν θ' αργήση, είπε με τόνον ειλικρινείας ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος· αρκεί να κλείσουν η κάλπαις για να ησυχάσουμε.
— Είνε και άλλοι να ψηφοφορήσουν, είπεν ο ελληνοδιδάσκάλος, όστις ενώ το πρωί επεδείκνυεν αμεροληψίαν, έως την εσπέραν είχε καταντήσει βαθμηδόν να φανατισθή υπέρ των Χαλασοχώρηδων.
— Δεν είνε άλλοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας. Αλλά και αν είνε, ο κύριος πρόεδρος ας κάμη το χρέος του, και ας διατάξη τον τελάλη να φωνάξη τρεις φοραίς, πριν κλείσωμε της κασσέλαις. Ορίστε, κύριε πρόεδρε. Αλλοιώς, θα διατάξη η πλειοψηφία.
— Θα διατάξετε τον πρόεδρον;
— Θα διατάξωμε τον τελάλη.
— Και πού ηκούσθη αυτό να προστάττη η πλειονοψηφία τον πρόεδρον; ήρχισε ν' απαγγέλλη εν είδει λογυδρίου ο ελληνοδιδάσκαλος. Σφετερίζεσθε αλλότρια δικαιώματα. Φατριάζετε. Δεν σέβεσθε τους γεροντοτέρους σας. Ο κύριος πρόεδρος . . . . ο κύριος πρόεδρος, κύριοι, είνε . . .
— Κήρυξ, εφώναξε προς την θύραν στραφείς ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, βλέπων ότι η ώρα παρήρχετο.
Ο κήρυξ όστις ανήκε φαίνεται εις τους Ανδρογενοχωρίστραις, μυρισθείς ότι κάτι τον ήθελαν, είχε πλησιάσει προς την θύραν.
— Κήρυξ, επανέλαβεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε δυνατά τρεις φοραίς, όποιος είνε για να ψηφίση ναρθή, γιατί θα κλείσουμε της κάλπαις.
Ο κήρυξ επανέλαβε διά τον τύπον τρις, αργά και με νυστασμένην φωνήν: «Όποιος δεν εψηφοφόρησε να τρέξη αμέσως γιατί θα κλείσουν η κάλπαις».
Συγχρόνως τα τρία μέλη της πλειονοψηφίας, χωρίς να περιμένωσιν όπως παρέλθωσιν ολίγα λεπτά, άνευ των οποίων ουδεμίαν είχεν έννοιαν η κλήσις του κήρυκος, προέβησαν εν σπουδή, παρά τας διαμαρτυρίας του προέδρου και του ελληνοδιδασκάλου, εις το κλείσιμον των δύο κιβωτίων.
— Κήρυξ, έκραξεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε ότι η ψηφοφορία ετελείωσε και ότι αρχίζει η διαλογή.
Ο κήρυξ ήνοιξε το στόμα, όπως εκτελέση την διαταγήν ταύτην, όταν εις την θύραν του σχολείου εφάνη ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος, ακολουθούμενος υπό των πέντε αχωρίστων φίλων, των περί τον Κουσουρήν και Απίκραντον.
— Πώς αρχίζει η διαλογή; εψέλλισε με ηλλοιωμένον το πρόσωπον ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
— Φώναξε, υπέγρυξε προς τον κήρυκα ο κυρ-Ανδρέας, ευθύς ως είδε τα νέα εμφανισθέντα πρόσωπα.
Ο κήρυξ εφώνησεν: «Η ψηφοφορία ετελείωσε, κύριοι! άρχεται η διαλογή. . . . »
Εν τω μεταξύ εστάλη έγγραφον προς τον Ειρηνοδίκην, αντιπρόσωπον του Επάρχου, όπως ευαρεστηθή να προσέλθη, διά να πρωτοστατήση εις την διαλογήν.
Ο πρόεδρος και ο ελληνοδιδάσκαλος, εκόντες άκοντες υπέγραψαν το έγγραφον τούτο, ως και το πρακτικόν της λήξεως της ψηφοφορίας.
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος διεμαρτύρετο από της θύρας κ' έστελλεν απειλητικά βλέμματα προς τον Απίκον. Ο κυρ-Ανδρέας του απήντα διά περιφρονητικού μειδιάματος.
— Τώρα; είπεν ο Μπάρμπα Γιώργης ο Απίκραντος.
— Τώρα. . . δεν θα ψηφοφορήσετε πλέον. . . αργήσατε πολύ να το αποφασίσετε. . . ποιος σας φταίει; . . σας παρακαλώ πολύ να μου δώσετε πίσω κείνα που σας έδωσα . . . ετραύλισεν ο κυρ -Μανουήλος ο Στεριωμένος.
— Και τι φταίμε ημείς; . . τα δοσμένα είνε καλώς δοσμένα . . . υπέλαβεν ο Γιαννιός ο Κάβουρας.
— Και ό,τι πάρουμε δεν τα ξαναδίνουμε πίσω, προσέθηκεν ο Δημήτρης ο Ζάβαλος.
— Και δε μου δώσατε εκείνα-δα τα τσαρούχια που μούπατε, παρετήρησεν ο Κώστας ο Άγγουρος.
— Κύτταξε, μπάρμπα-Γιώργη, πράγγα το χέρι σου, μη σε καταφέρη και του τα δώσης πίσω, είπεν ο Κάβουρας περισφίγγων εκείθεν τον Απίκραντον, φόβω μη ούτος εξ ευσυνειδησίας επιστρέψη τον γνωστόν φάκελλον οπίσω. Ο γερω-Κουσουρής είχε πέσει εις σκέψεις και ηρέμα ανένευε διά της κεφαλής. Εφαίνετο της γνώμης ότι έπρεπε να επιστραφή ο φάκελλος.
Όταν ήλθεν ο αντιπρόσωπος της διοικητικής αρχής και ήρχισεν η διαλογή, ηκούετο ακόμη η λογομαχία των έξ ανθρώπων έξωθεν του σχολείου. Ύστερον εγνώσθη ότι εξευρέθη μέσος όρος και επήλθε συμβιβασμός, τον οποίον διά το ασκανδάλιστον ηναγκάσθη να παραδεχθή ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
Εξήχθη το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης, ψηφοφορησάντων 498 (ο κατάλογος είχε διπλασίους, αλλ' οι ημίσεις των εκλογέων ήσαν εν διαρκεί αποδημία)· ο Αβαρίδης ο Δημήτριος έλαβεν εις το ναι ψήφους 289 και εις το όχι 209.
Δεύτερον εξήχθη το αποτέλεσμα της κάλπης του Αλικιάδου Παναγιώτου (συγγραφεύς όστις εστοχάσθη να γράψη ηθογραφικήν μελέτην εκλογικού θέματος, οφείλει να είνε ο αυτός και υποψήφιος και κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας), όστις έλαβεν εις το ναι ψήφους 263 και εις το όχι ψήφους 237, ευρεθέντων και δύο πλεοναζόντων σφαιριδίων, τα οποία αφηρέθησαν εκ του ναι, εν ω κατελογίσθησαν ψήφοι 261.
Τρίτη ηνοίχθη η κάλπη του Γεροντιάδου Κωνσταντίνου, λαβόντος εις το ναι ψήφους 317 και εις το όχι ψήφους 182, ευρέθη δε έν πλεονάζον σφαιρίδιον, αφαιρεθέν εκ του ναι (=316).
Τέταρτον αποτέλεσμα εγνώσθη το της κάλπης του Καψιμαΐδου Θεοδώρου, λαβόντος ψήφους 243 εις το ναι και 245 εις το όχι.
Πέμπτη τέλος ηνοίχθη η κάλπη του Χαρτουλαρίου Ιωάννου, τιμηθέντος διά ψήφων 104 εις το ναι και 344 εις το όχι.
Την αγγελίαν ενός εκάστου των αποτελεσμάτων υπεδέχετο έξω ο λαός δι' επευφημιών, δι' αλαλαγμών και καγχασμών ευθυμοτάτων.
Την αυτήν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας έσπευσε να τηλεγραφήση εις τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον πολλά συγχαρητήρια και πολλά εγκώμια διά τον εαυτόν του, λόγω ότι, καίτοι μόνος υπηρετών αυτόν, πρώτην φοράν εκτεθέντα ως υποψήφιον, καίτοι πολεμούμενος λυσσωδώς από δύο ισχυρότατα κόμματα, κατώρθωσεν ουχ ήττον να του δώση τόσας ψήφους.
Μετ' ολίγας ώρας ήλθε τηλεγραφικώς το γενικόν της επαρχίας αποτέλεσμα, και πολλοί τενεκέδες εβρόντησαν ως σύνηθες εις βάρος των αποτυχόντων Καψιμαΐδου, Αβαρίδου και Χαρτουλαρίου.
Εξελέχθησαν δ' ευτυχώς βουλευταί της επαρχίας ο κ. Γεροντιάδης, διά ψήφων 1239, και ο κ. Αλκιάδης, διά ψήφων 1158, απέναντι 1644 ψηφοφορησάντων εις τους τέσσαρας δήμους.
Και ούτω διπλούν επήλθε κέρδος. Πρώτον ησύχασε προς καιρόν ο κόσμος, και δεύτερον, δεν εκλείσθη το στάδιον των δύο προμνημονευθέντων πολιτευτών, οίτινες έμελλον να συνεχίσωσιν επί μίαν εισέτι περίοδον της διακεκριμένας υπηρεσίας των ο είς διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα, ο έτερος διά τα δημόσια έργα της επαρχίας.
ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΑ
Πελώριον κύμα, λυσσωδέστερον των άλλων, εκορυφώθη ου μακράν της ακτής, μανιώδες, παφλάζον, μετά ροίβδου φοβερού ρηγνύμενον κατά του βράχου, αφήσαν οπίσω τους ασθενεστέρους του συντρόφους, αναλαβόν δε αυτό τον αγώνα, ως να έτρεφεν ατομικόν πάθος κατά του ελαφρού σκάφους, ελεεινού φελλού, περιφέροντος εν εαυτώ, προς τη συμφυεί ελαφρότητι του ξύλου, και την τρικέφαλον ανθρωπίνην κουφότητα των ναυβατών. Σφοδρότατος Εύρος είχεν αρχίσει να φυσά από της δείλης, συρίζων λυσσωδώς εις θαλάσσας και ηπείρους, συσφίγγων και περιελίσσων εγγύθεν τα κύματα, εμβάλλων δίνας και στροβιλισμούς εις το πέλαγος, πεδίον άπτερον ασπόνδου πολέμου, όπου δυσδιακρίτον ήτο το τε ορμητήριον και η κατεύθυνσις του εχθρού. Ο ορίζων είχε συσκοτασθή ήδη πριν ή δύση ο ήλιος, και ουρανός μολύβδινος, στεγνός και αφεγγής, εκρέματο ύπερθεν αγρίως μαινομένου πελάγους, άφωνος επί βρέμοντος, ακίνητος επί συνταραττομένου, ως θόλος σκοτεινού τζαμίου επί δαπέδου ορχουμένων δερβισσών. Είτα κατήλθε κατά μικρόν η νυξ, συγχέουσα και συγκαλύπτουσα διά της αμέτρου μαυρίλας της την αταξίαν της πλάσεως, κρύπτουσα επάνω τους αστέρας και κάτω τας ηπείρους και τας θαλάσσας. Τρία άστρα έτρεμον άνω προς βορράν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε επιφαινόμενα, έτοιμα να πέσωσιν εις το ατέρμον κράτος του Ποσειδώνος να ταφώσι, και άλλα δύο έφαινον προς μεσημβρίαν, ετοιμόσβεστα ως λύχνος πενιχρός καλύβης χωρικού εν ενιαυτώ εφορίας. Και τα κύματα φρίσσοντα, ορχούμενα, λυσσώντα, εθραύοντο μετά παιδικής πεισμονής κατά του βράχου, ηττώμενα αλλά μη καταβαλλόμενα, υπερήφανα ως να είχαν την συνείδησιν του ισχυροτέρου και της τελικής νίκης την πρόγνωσιν. Και έν κύμα πελώριον, φουσκωμένον, εωσφορικόν, πλαταγίζον, ογκούμενον, ως να είχεν εισέλθει κ' εκρύπτετο έσω αυτού το δαιμόνιον του μίσους, φαντάζον οιονεί υγρόν κήτος, προτείνον αφρούς αντί οδόντων λευκών, συνέλαβεν ως διά πελωρίας αρπάγης από την πρύμνην και από την πρώραν, από την τρόπιν και από τας δύο πλευράς, το μικρόν σκάφος και φέρον το έρριψεν επί του βράχου, όπου μετά φοβερού ροίβδου και πολυκτύπου πλαταγισμού ο ασθενής φλοιός κατασυνετρίβη διά να πέση πάλιν εις τεμάχια εις τα πολλά μικρά κύματα, εις ά διελύθη εν ακαρεί το έν, το μέγα, τα οποία μετά φλοίσβου θωπευτικού εδέχθησαν την βοράν των.