Part 12
Δι' όλων αυτών των μέσων, ως και διά τινων χρηματικών δανείων, τα οποία εδάνειζεν εις τους χωρικούς «το διάφορο κεφάλι», είχεν αποκτήσει ου μικράν περιουσίαν, δημοπρατήσας τας οικίας ή τας αμπέλους χωρικών τινων, οίτινες ουδ' έλειψαν έκτοτε από πλησίον του, ούτε έχθραν ή μνησικακίαν εφαίνοντο τρέφοντας, προς αυτόν, αλλά τουναντίον μάλιστα εφαίνοντο ως να του ήσαν υπόχρεοι. Τούτο δε, διότι εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις, οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των είνε και οι προστάται των. Ο ίδιος όστις επώλησε χθες τον βουν ή τον αγρόν του δεινός γεωργού, ο ίδιος θα δανείση αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώση, επιφυλαττόμενος μετ' ου πολύ να του πωλήση την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά τινα χρόνον, ότε δεν θα έχη πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν, ούτε άμπελον, ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο προστάτης, θα τον μισθώση όπως καλλιεργή αντί ευτελούς αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή την άμπελον. Και ούτω αληθεύει κοινή τις παροιμία λεγομένη περί της λάσπης, εις την οποίαν όσον προσπαθεί ν' απαλλαγή, τις τόσον βαθύτερα χώνεται, ή περί της ψείρας, ήτις όσον μοχθεί να την εξαλείψη τις τόσον πληθύνται. Το αυτό και χειρότερον συμβαίνει, αν ο χωρικός εδοκίμαζεν εις το ήμισυ της οδού να απαλλαχθή του πρώτου καλοθελητού, ωρφανευμένος από τον βουν και τον αγρόν, σώζων την οικίαν και την άμπελον. Θ' αντικαθίστα απλώς τον καλοθελητήν, θα ήλλαζε προστάτην και τύραννον, αλλά δεν θα εγλύτωνεν ούτε την άμπελον ούτε την οικίαν. Ο νέος καλοθελητής θα εφήρμοζεν απλώς το αυτό σύστημα, με την επί το χείρον διαφοράν, προς ζημίαν του χωρικού, ότι θα ησθάνετο ολιγώτερον προς αυτόν οίκτον. Τρίτος τρόπος θα ήτο να καταφύγη ο χωρικός εγκαίρως προς τον δικολάβον. Αλλ' ο δικολάβος είνε το χείριστον κακόν. Θα εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον έπειθε να ψευδορκήση, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της δικομανίας και της φυγοπονίας, και θα του έτρωγεν επίσης τον βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον.
Εις τούτον λοιπόν, τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον είχαν δώσει πάσαν εμπιστοσύνην ο Αλικιάδης και ο Καψιμαΐδης, παραγκωνίσαντες τον Λάμπρον Βατούλαν, όστις, πλην του πλεονεκτήματος των πλησίον του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου εκδηλώσεών του εζήτησε να παρηγορηθή κατ' άλλον τρόπον και εκ του μέρους τούτου. Την ημέραν της εκλογής, παρουσιαζόμενος κάθε τέταρτον, κάθε είκοσι λεπτά εις το πρακτορείον, εισερχόμενος, εξερχόμενος, δρομαίος, πολύφροντις, σπογγίζων επί του μετώπου τον ιδρώτα με λευκόν λινομέταξον μανδήλιον, εισέβαλλεν από πίσω από τα κάγκελλα, διέκοπτεν αποτόμως πάσαν συνεννόησιν ή διαπραγμάτευσιν του Στεριωμένου μετά ψηφοφόρων ή ψηφοθηρών, έκυπτεν εις το ους του, του ωμίλει, και εις απάντησιν ο κυρ-Μανουήλος, πότε μορφάζων, πότε στενάζων, πάντοτε σκυθρωπός, του έθετεν εις την παλάμην, άλλοτε έν, άλλοτε δύο δεκάρικα, δύο ή τρία φυσέκια χαλκίνων κερμάτων, και ο Λάμπρος επί ατμού αμέσως έφευγεν, ετρέπετο δεξιά ή αριστερά προς τον δρόμον της συνοικίας, διά να επανέλθη και πάλιν μετά είκοσι λεπτά ή μετά ημίσειαν ώραν. Ιδού τι συνέβαινεν. Ο Λάμπρος την ημέραν εκείνην είχε βάλει εις πράξιν την μέθοδον «των κρυφών εκλογέων». Διηγείτο εκάστοτε εις τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον ότι είχε δύο εκλογείς, δύο σίγουρους ψήφους, κρυφούς, οι οποίοι, ως νοικοκυραίοι άνθρωποι, βλέπεις, πτωχοί και υπερήφανοι, εσυστέλλοντο να παρουσιασθώσι φανερά εις το «πρακτορείον» διά να πάρουν λεπτά. Ο κυρ-Μανουήλος προσεποιείτο ότι τον επίστευε· δεν ηδύνατο ν' αρνηθή απολύτως την πληρωμήν, καθόσον δεν είχεν οδηγίας να φθάση έως εκεί από τον Αλικιάδην και από τον Καψιμαΐδην.
Εφρόντιζε μόνον ως καλός διαχειριστής και ως καλλίτερος έμπορος «να κόφτη» κάτι τι από τας απαιτήσεις του Λάμπρου. Εάν εκείνος εζήτει εικοσιπεντάρικον, ο κυρ-Μανουήλος έδιδεν έν δεκάρικον και δύο φυσέκια των τεσσάρων δραχμών· εάν του εζήτει δύο δεκάρικα, έδιδε δύο πεντάρικα και έν φυσέκιον μ' εξήντα πεντάραις.
Ο Λάμπρος εγόγγυζεν εκάστοτε λέγων ότι «δεν θα ταιριασθούν οι άνθρωποι με τόσα», ο δε Μανουήλος εμορμύριζεν εν σπουδή: «Κύτταξε να τους καταφέρης, δεν έχουμε πολλά λεπτά». Και ο Βατούλας ελάμβανε τα χρήματα κ' εκινείτο να εξέλθη.
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος τον εκράτει τότε και απήτει να του είπη τουλάχιστον τα ονόματα των «κρυφών εκλογέων», διά να τα σημείωση εις το κατάστιχον, αλλ' ο Λάμπρος διεμαρτύρετο με τόνους αισθηματικούς, πρόθυμος να κοκκινήση αυτός διά να παράσχη δείγμα του πώς θα εκοκκίνιζαν οι πελάται του, κ' έλεγε : «δεν κάνει να εκθέσουμε τους ανθρώπους· τότε, καλλίτερα να λείπη!» Κ' ενώ αι χείρες, αι κρατούσαι τα χαρτονομίσματα και τας δεσμίδας των κερμάτων ετείνοντο μακραί προς στιγμήν ως διά να επιστρέψωσι τα χρήματα εις το γραφείον, του κυρ-Μανουήλου με βλέμμα εναγωνίου προσδοκίας παρακολουθούντος την κίνησιν, αίφνης αι χείρες αυταί εχύνοντο βραχείαι εις τα θυλάκια της ιδίας περισκελίδος του, αποθέτουσαι τα χρήματα εκεί.
Το πρακτορείον του άλλου κόμματος έκειτο επίσης ουχί μακράν του σχολείου, αλλ' όπισθεν, εις ολιγώτερον κεντρικόν μέρος, και η θύρα του δεν αντίκρυζε τον τόπον της εκλογής. Όθεν, επειδή ήτο δύσκολον απ' αυτού του πρακτορείου, να επιτηρώσι τους ψηφοφόρους, όσοι εξερχόμενοι μετέβαινον εις τον τόπον της εκλογής ίνα ψηφοφορήσωσιν, ο Μανώλης ο Πολύχρονος ένευε συνήθως εις δύο ή τρεις των στενωτέρων φίλων να τους συνοδεύωσιν, ενίοτε δε και αυτός ο ίδιος τους προέπεμπεν εις τας κάλπας. Ήτο δε λεπτόν και ακανθώδες το πράγμα. Ο συνοδεύων ώφειλε να μη δεικνύη ότι συνοδεύει. Ώφειλε να τους εμβιβάζη με τρόπον εις τον τόπον της εκλογής, χωρίς να κάμνη ότι αυτός τάχα τους ωδήγησε και τους παρέπεμψεν όπως ψηφοφορήσωσιν. Οι εντροπαλώτεροι των εκλογέων, σχεδόν όλοι, με όλην την μέθην ην είχον τινες αυτών εστενοχωρούντο και διεμαρτύροντο λέγοντες ότι «τι; πρόβατα είμαστε, να μας παν έτσι;» Εν τοσούτω ενομίζετο επάναγκες να τους επιτηρώσιν. Οι πονηρότεροι των ψηφοφόρων, μη απαξιούντες να λάβωσι «βαμβακόσπορον» και από τα δύο κόμματα, έβαινον μετά της υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, και αν δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ' εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. Ολίγοι μόνον εκλογείς εφόρουν φανερά το σημείον του κόμματος, άσπρην κορδέλλαν ως Χαλασοχώρηδες ή κοκκίνην ως Ανδρογυνοχωρίστραις. Πολλοί δε, αν και εβιάζοντο υπό των κομματαρχών των δύο μερίδων να φορέσωσιν εις απόκεντρου μέρος το λευκόν ή ερυθρόν σήμα, ευθύς ως επρόβαλλαν εις την αγοράν, το απέσπων από της κομβιοδόχης των και το έκρυπταν εις το θυλάκιον.
Ο «βαμβακόσπορος», τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε, ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις ή τέσσαρες. Είχαν φέρει επί κραββάτου και τον γέρο-Κώσταν τον Γιούλαρην, δυστυχή παραλυτικόν, ίνα ψηφοφορήση υπέρ των Χαλασοχώρηδων. Αλλοκότως δε πένθιμον ήτο το θέαμα του ταλαιπώρου πρεσβύτου, βασταζομένου επί φορείου υπό τριών ρωμαλέων ανδρών, εισκομιζομένου εις τον τόπον της εκλογής, περιαγομένου έμπροσθεν των καλπών, μετά κόπου κινούντος τον βραχίονα και ρίπτοντος εις το «σκασμένον» στόμιον τα σφαιρίδια. Είχαν φέρει από τα Καλύβια και τον μπαρμπα-Γιώργην τον Ξοπούλην, αγροίκον, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε καταβή εικοσάκις εις την πόλιν, και τούτο μόνον εν καιρώ εκλογών. Του είχαν τάξει ζεύγος τσαρουχίων και μίαν τραγόκαπαν, και ούτως επείσθη να έλθη. Κατήλθε περί μεσημβρίαν με όλον το αιπόλιόν του, μη εμπιστευόμενος να το αφήση προς ώραν εις την φροντίδα άλλου βοσκού. Έφερε τας αίγας του έως τα πρόθυρα του σχολείου, εισήχθη εις το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων, είτα ευθύς μετέβη εις τον τόπον της εκλογής, κρατών και την πήραν του ανηρτημένην υπό την αριστεράν μασχάλην, μόλις πεισθείς ν' αφήση την μαγκούραν του έξω της θύρας. Εισήλθεν, εχαιρέτησε την επιτροπήν και τους παρεστώτας ειπών «γεια σας». Εψηφοφόρησεν, εξήλθεν αμέσως, και συρίξας συνήγαγε το αιπόλιόν του, και απήλθεν εν βοή και κωδωνισμώ.
Οι Ανδρογυνοχωρίστραις έδωκαν αντί χαρτονομίσματος εξώφυλλα σιγαροχάρτου επίχρυσα και κυανίζοντα εις τον Γιάννην Ψειροκόνιδαν, βλάκα εκ γενετής, όν από εβδομάδος δεν έπαυσαν εμπράκτως να διδάσκωσιν όπως μάθη να διακρίνη το λευκόν και το μέλαν της κάλπης, αποστηθίση δε και των υποψηφίων τα ονόματα.
Έδωκαν προσέτι τρία παλαιά σβάντζικα αυστριακά εις τον μαστρο-Δημητρόν τον Λογαριασμόν, όστις δεν είχε μάθει ν' αναγνωρίζη άλλο νόμισμα, όπως ψηφοφορήση υπέρ των ιδικών των. Είχε προσαχθή το πρωί φορών την κοκκίνην σκούφιαν του αποκαείς ακόμη από την εσπερινήν κραιπάλην, και δεν εχρειάσθη περισσότερον από δύο μαστίχας διά να μεθύση εντελώς. Τον είχε προσαγάγει, με μέγαν επιδεικνύων ζήλον, ως νεοφώτιστον υπέρ του κόμματος, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος, και οδηγών αυτόν τον επαρουσίασεν εις τον Μανώλην. Δεν ετύχομεν ευκαιρίας να είπωμεν ότι οι δύο εμπιστευμένοι φίλοι, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους, τα είχον γυρίσει εν τω μεταξύ αμφότεροι. Τώρα ο Γιάννης ήτο υπέρ των Χαλασοχώρηδων, διότι είχεν εύρει εκεί, φαίνεται, το συμφέρον του, ο δε Κωνσταντής είχε μεταστή προς τους Ανδρογυνοχωρίστραις απλώς διότι τα είχε γυρύσει ο Γιάννης. Ούτω καθίστατο προβληματικόν του λοιπού και το σπουδαίον στοίχημα, το οποίον τους ηνάγκασε να στοιχηματίσωσιν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, καθ' ά ιστορήσαμεν εν τη εισαγωγή της παρούσης πραγματείας.
Περί την μεσημβρίαν δε ήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μόσκοβος, παλαιός ναυτικός, μικρόσωμος, παχέως και δυσκρινώς ομιλών, ψημένος από την θαλασσίαν άλμην, μελαψοκοκκινισμένος από τας τρικυμίας του πελάγους, φέρων δύο τολύπας πυρρόφαια μαλλία περί τους κροτάφους και δύο στοίβας χονδρών και ακανθωδών τριχών περί τας γνάθους. Εξελθόντα του πρακτορείου, ο Μανώλης ο Πολύχρονος έκαμεν απόπειραν να τον συνοδεύση μέχρι του τόπου της εκλογής, προσπαθών ν' αρχίση μετ' αυτού ομιλίαν επί τετριμμένου θέματος.
— Έ! πως τα βλέπεις τα πράμματα, μπαρμπα-Στεφανή;
— Πώς θέλεις να τα βλέπω; εμορμύρισε δυσφορών ο παλαιός θαλασσινός.
— Απ' το άλλο κόμμα σκύλιασαν . . . . Δεν είδες τι πηλάλα την έχουν;
— Ας πα να σκυλιάσουν όλοι, έγρυξεν ο μπάρμπα-Στεφανής..
— Εγώ λέω θα τους ρίξουμε κάτω, επανέλαβε, κατά βήμα παρακολουθών αυτόν βαδίζοντα ο Μανώλης.
Αίφνης στραφείς προς αυτόν ο μπαρμπα-Στεφανής·
— Για να σου πω, κυρ-Μανώλη, του είπε με την ραγδαίαν και όχι πολύ καθαρεύουσαν προφοράν του· μη θαρρής πως είμαι βολικό πράμμα για να με μπαρκάρης εσύ στο σκολειό μέσα; . . . Εμένα εύκολα δε με τσουρμάρεις . . . οι άνθρωποι δεν είνε μπαούλα για να τους μπατάρετε σεις όπως θέλετε, μπάττει από δω, μπάττει από κει . . . μη σας χρειάζεται ακόμα και κανένας κάβος, καμμιά γούμενα για να μας δέσετε, μη μπας και σας σκαπουλάρουμε; . . . τίποτες αμπάσιαις μούδαις μη θέλετε για να μας αρμενίζετε πρύμα; Καλούμα από δω, όρτσα από κει, φούντα εκεί! Εμένα, για να σου πω, εύκολα-εύκολα δεν μπορείς να με σκουντζάρης με το μυαλό το δικό σου. Ίσσα τρίγκο, ίσσα παροκέττο, μάινα μπαμπαφίγκο! Για καμμιά τσομπανοφλοέρα μ' επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν' αρμενίσουμε κουσέρβα; Αβάρα! Σία! Ανοιχτά!
Ο Μανώλης δεν ηδυνήθη να μη γελάση, κ' έσπευσε να απαλλάξη τον μπαρμπα-Στεφανήν της φορτικής συνοδείας του.
Ι'
Ήτο δειλινόν ήδη, και το πολύ των επιδημούντιον εκλογέων είχε ψηφοφορήσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ -Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους μεγάλα δένδρα, βερυκοκιάν και συκήν και απιδέαν, είχε στρωθή από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης, ο Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευτέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουρακομμένος. Καίτοι διαφόρων ηλικιών κ' επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες, και το είχαν στρώσει εκεί, ουδ' είχαν σκοπόν να υπάγουν να ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, περιφερομένη από αυλακειάς εις αυλακειάν, μύωψ ούσα, έκοπτε κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλωρής, από τεσσαρακονταετίας δεν είχε παύσει να καλλιεργή τον κήπον, αλλ' ενώ όλον τον άλλον καιρόν τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ- Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κ' εγίνοντο από δύο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος εχύνετο έως της μασχάλαις, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον λαιμόν. Αλλ' από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είνε οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε παλαιόν δημώδες δίστιχον το εξής:
Σκόρδα πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι ο Νιανιός θα θυσιάση για να βλάλη βουλευτή.
Εις τας παραμονάς δε εκάστης εκλογής, εάν ο ιδιοκτήτης ηρώτα απλώς τον μπαρμπα-Νικόλαν, αν την φοράν ταύτην θα είνε με το αυτό κόμμα, ο γέρων κηπουρός εφουρκίζετο τόσον, ώστε άφηνε τον κήπον έρημον και έφευγεν, εωσού μετά τας εκλογάς επήρχετο η συνδιαλλαγή και η επάνοδος εις τον κήπον. Δις ή τρις ο κυρ -Χαράλαμπος είχεν αποπειραθή ν' αντικαταστήση τον κηπουρόν, αλλά μόνον διά ν' αποδειχθή ότι ούτε αυτός ούτε ο κήπος του ειμπορούσαν να κάμουν χωρίς τον μπαρμπα-Νικολόν, ούτε ούτος χωρίς τον κυρ-Χαράλαμπον και τον κήπον του.
Την εξαιρετικήν ταύτην κατάστασιν επωφελούμενοι οι πέντε εγκαρδιακοί φίλοι έκοπτον μόνοι των, χωρίς να κρατώσι λογαριασμόν, όσα αγγούρια ήθελαν, είχαν δε αδειάσει ήδη ολόκληρον δαμιτζάναν του αντικρινού καπηλειού, ως μόνον πρόγευμα έχοντες χλωραίς πεπεριαίς και τομάταις με άλας. Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινον γιουβέτσι με χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσαις και καρδιαίς, μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. Εκ της αφορμής ταύτης απεδείχθη ότι καλώς είχε προβλέψει ο κάπηλος, φροντίσας να γεμίση εκ νέου την κενωθείσαν δαμιτζάναν. Ο γέρο-Λευθέρης ο Κουσερής ήτο εν ευθυμία, και μετά μικρόν ήρχισε να τραγουδή τα οικεία αυτώ παλαιά μερακλίδικα τραγούδια:
Απ' τα πολλά μου βάσανα, κι' απ' τα πολλά μου πάθη, 'ς ένα δενδρί ακούμβησα, κ' εκείνο εμαράθη.
Και πάλιν:
Όλοι κακό μου θέλουνε, η πέτραις και τα ξύλα, σαν ακουμβήσω σε δενδρί μαραίνονται τα φύλλα.
Οι άλλοι, συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικοί λέξεις, υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι, και πάντοτε αι αυταί:
— Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;
— Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε.
— Χωρίς σεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.
— Ας φέξη!
— Χρειάζεται, και λιγάκι βοτάνι.
— Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.
— Τι λες και συ, Άγγουρε;.....που να ρημάξη το κεφάλι σου!
— Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.
— Θέλουμε και προικιό.
— ......Το τράχωμα, που λένε
— Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ . . . . Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν της μαύραις . . . .
— Μη μπας και θα με διορίση εμένα σε θέσι, ο Καψιμαΐδης, πώς τον λένε, κι' ο Αλικιάδης τους;
— Ή ο Αβαρίδης κι' ο Γεροντιάδης;
Έως εδώ ήτο η συνομιλία των πέντε εγκαρδιακών φίλων, όταν εισήλθε, διά τρίτην φοράν ήδη ο Μανώλης ο Πολύχρονος. Εχαιρέτησε την παρέαν, εστάθη ολίγον παράμερα, υπό την σκιάν δένδρου, και καλέσας διά νευμάτων τον μπάρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον και τον Γιαννιόν τον Κάβουραν, ήρχισε να ομιλή διά μακρών, ζωηρώς και με πολλάς χειρονομίας, προς αυτούς. Εκείνοι επανειλημμένως ανένευαν. Ο Μανώλης έσεισε την κεφαλήν, και απεμακρύνθη βραδέως, υποσχόμενος ότι θα επανέλθη.
Μόλις είχεν εξέλθει ούτος, κ' επαρουσιάσθη ο Λάμπρος ο Βατούλας. Εκάλεσε και ούτος τον μπάρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον και τον Δημήτρην τον Ζάβαλον, και ήρχισε να τους ομιλή. Αλλά μετά πολλάς προσπαθείας απήλθεν άπρακτος.
Ο μπαρμπα-Γιώργης επανελθών προς τους ιδικούς του, ανεκοίνωσεν αυτοίς τας προτάσεις αμφοτέρων των ψηφοκαπήλων. Εκείνοι επεδοκίμασαν την απάντησιν, ην είχε δώσει ο γέρο- Απίκραντος.
— Ό,τ' κάμ' ς, μπαρμπα-Γιώργη, καλά καμωμένα, είπε και ο Κώστας ο Άγγουρος.
Όσον διά τον γερο-Λευθέρην τον Κουσερήν, ούτος δεν έπαυσε να τραγουδή τα παλαιά μερακλήδικα τραγούδια του.
Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήση μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου, αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονιών οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχιών περιπλέον διά τον Κώσταν τον Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να τρέχη πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο ίδιος.
Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής : θα ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες, και θα έδιδαν τας λοιπάς δέκα ως και τα τσαρούχια εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. «Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω», εβεβαίου ο μπαρμπα- Γιώργης.
Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο- Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβή εις δραχμάς 170 μετρητός, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου, και ζεύγος τσαρουχιών διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του παγουρίου της ρακής.
Βραδύτερον περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 και ζεύγος τσαρουχιών παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες, και δέκα δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, πλέον του ζεύγους των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα, οι τέσσαρες εταίροι εφυλάττοντο καλώς ν' αναφέρωσι το ποσόν.
Ούτος, καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια, υπέθετεν ότι εζήτουν απλώς δύο είκοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να δώσωσι ψήφον.
Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εκατόν είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν ενόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.
Εν τούτοις η ώρα παρήρχετο, ήτο ήδη οψία δείλη. Ο ήλιος εχαμήλωνεν.
Από μιας ώρας δεν είχε παρουσιασθή εις την θύραν του περιβόλου κανείς απεσταλμένος ούτε του ενός ούτε του άλλου κόμματος. Οιονεί διά σιωπηλής συμφωνίας τους άφησαν να παραδοθώσι διά της ολιγωρίας και δι' αναγκαστικής απραξίας.
Τέλος, περί την έκτην ώραν, όταν ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, εφάνη εισελθών και βαίνων δρομαίως προς την στέρναν, εγγύς της οποίας το είχαν στρωμένον οι πέντε φίλοι, εξ ων ο γέρο-Λευτέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Άγγουρος είχαν αποκοιμηθή επί της παχείας φυλλάδος, ήτις τους είχε χρησιμεύσει ως τάπης και ως τράπεζα, ενώ οι λοιποί τρεις ησχολούντο περιτρώγοντες τα τελευταία λείψανα του συμποσίου και παρηγορούμενοι διά της φλάσκας, της επτάκις γεμισθείσης ήδη από της δαμιτζάνας του γείτονος καπήλου, εφάνη, λέγω, βαίνων προς την στέρναν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος, αυτοπροσώπως.
Φαίνεται, ότι μετά πολλάς ανωφελείς αποπείρας, τας γενομένας διά του Λάμπρου του Βατούλα, ηθέλησεν ο ίδιος να πραγματευθή προς τους πέντε συνωμότας. Επλησίασεν. Ο μπάρμπα-Γιώργης και ο Δημήτρης ο Ζάβαλος εσηκώθησαν και μετέβησαν όπισθεν του μαγγανοπηγάδου, όπου τους ένευσε να τον ακολουθήσωσι.
Κατόπιν τούτων, απρόσκλητος, ηκολούθησε και ο Γιαννιός ο Κάβουρας. Όσον διά τον γέρο-Κουσερήν και τον Άγγουρον, ούτοι εξηκολούθησαν να κοιμώνται πλησίον αλλήλων, εναμίλλως ρέγχοντες.
Την ιδίαν στιγμήν, εις εκατόν πεντήκοντα βημάτων απόστασιν, έξω του κήπου, όπισθεν της λιθίνης αιμασιάς και του επιστέφοντος αυτήν από αρικοκκιαίς φράκτου, εφάνη προκύψασα η κεφαλή του Μανώλη του Πολυχρόνου.
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ωμίλει ταπεινή τη φωνή και μετά χειρονομιών προς τους τρεις φίλους. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, μετά συντόνου προσοχής κατασκοπεύων όπισθεν του φράκτου, αδύνατον ήτο ν' ακούση λέξιν, αλλ' ενόει πολύ καλά τι ελέγετο εκεί, παρά το μαγγανοπήγαδον.
Ο γέρο-Απίκραντος απήντα εκάστοτε εις τας προτάσεις του κυρ -Μανουήλου, τείνων λίαν εκφραστικώς τας χείρας. Οι δύο άλλοι έσειον τους ώμους.
Ο κυρ-Μανουήλος εφαίνετο ανυπόμονος, και ομιλών άμα έκαμνε βραχείς περιπάτους περί το μαγγανοπήγαδον. Δύο ή τρεις φοράς έβγαλεν από την τσέπην του γελέκου το ωρολόγιόν του, το εκύτταξε, κ' εφαίνετο λέγων προς τους τρεις εταίρους ότι η ώρα περνά και ότι πρέπει να σπεύσωσι.
Τέλος, αφού περιέφερε βλέμμα εις τους τεσσάρας φράκτας και εις τας τέσσαρας γωνίας του κήπου, εστράφη προς το μαγγανοπήγαδον, έβγαλεν από την εσωτερικήν τσέπην του επενδύτου μικρόν φάκελλον και τον ενεχείρισεν εις τον μπαρμπα -Γιώργην τον Απίκραντον.
Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος έλαβε τον μικρόν φάκελλον και στραφείς προς τους δύο συντρόφους του, ήρχισε να διερευνά το περιεχόμενον.
Ο κυρ-Μανουήλος, αφού είπεν ολίγας τελευταίας λέξεις, εστάθη ολίγον τι παράμερα και εφαίνετο περιμένων. Ο Ζάβαλος και ο Κάβουρας, αφού εξήλεγξαν το περιεχόμενον του φακέλλου, έτρεξαν προς την στέρναν, υπό τα μεγάλα δένδρα, όπου εκοιμώντο οι δύο σύντροφοί των.
Έκυψαν, έσεισαν τους ώμους των και τους εξύπνησαν.
Ο Κώστας ο Άγγουρος, μόλις εξυπνήσας, έτριψε τους οφθαλμούς, και δεν ανεσηκώθη, αλλ' εσήκωσε τον πόδα διά να ιδή αν εφόρει τα τσαρούχια τα οποία ωνειρεύετο.
Ο γέρο-Λευθέρης ο Κουσερής εξύπνησε μετά ψιθυρισμού ατελώς διασκεδασθείσης μέθης, και ήρχισε να τραγουδή το προσφιλές ούτω άσμα :
Σ' ένα δενδρί ακούμβησα, κι' εκείνο εμαράθη . . .
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος εξηκολούθει να. περιμένη ολίγα βήματα απωτέρω.
Οι υπνηλοί εσηκώθησαν ετινάχθησαν, και οι σύντροφοί των τους έβρεξαν τα πρόσωπα με νερόν από την στέρναν.
Οι πέντε άνδρες ητοιμάσθησαν, ετίναξαν τα ενδύματά των, εφόρεσαν έκαστος το έν μανίκι της τσάκας του ή της σουρτούκας του.
Ο κυρ-Μανουήλος είπε: Πάμε! κ' εστράφη προς την θύραν. Οι πέντε φίλοι τον ηκολούθησαν.
Συγχρόνως ο Μανώλης ο Πολύχρονος, όστις δεν έπαυσε να κατασκοπεύη μετά συντόνου προσοχής τα συμβαίνοντα όπισθεν του φράκτου, εστράφη τρέχων προς την πρώτην καμπήν της οδού κ' έγεινεν άφαντος.
ΙΑ'
. . . Τώρα δεν τους βλέπεις, και τα δύο τα κόμματα, διά ποίων μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν του λογιστηρίου; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να μετρούν δεκάραις;
Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν τον γέροντα χωρικόν, όστις εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων είχε σταθή ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον ήρχισε κ' εμέτρα διά να ίδη αν ήσαν σωσταίς η δεκάραις. Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί του: «Τέσσαρες δραχμαίς βάσταξ' η ψυχή του; . . . τέσσαρες, όχι παραπάνω.., έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, πέντε, έξ, εφτά, οχτώ . . . εφτά, οχτώ, εννιά . . . μία δραχμή . . . Έχουμε και λέμε . . . » Κ' επειδή ευκόλως έχανε τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.
— Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.
— Τους βλέπω, απήντησεν ο ομιλητής του.
— Λοιπόν, αύριον, να έχης όρεξιν ν' ακούης τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είνε εν αποτυχία, θα χαλάσουν τον κόσμον με της φωναίς, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτη η συνείδησις επί τω ότι και ούτοι μετήλθον το αυτό μέσον. Ουδέ φοβούνται τον Θεόν ότι εν τω αυτώ κρίματί εισι.
— Δι' αυτό λοιπόν συ δεν πηγαίνεις να ψηφοφορήσης; ηρώτησεν ο άλλος.
Ο ούτως ερωτήσας ήτο ξένος παρεπιδημών προς καιρόν εν τη νήσω. Ο δ' εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης, και κατήγετο εκ του τόπου. Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη, νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν ασχολούμενος εις έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Ήτο υψηλός, υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον μελαμψόν, με αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων αλλοκότους ιδέας. Περί το δειλινόν, ο ξένος φίλος του, περίεργος ως πας άνθρωπος, τον είχε παρακαλέσει, και μετέβησαν ομού αντικρύ του σχολείου, όπου σταθέντες παρά τινα γωνίαν εθεώντο την εκλογικήν κίνησιν.