Part 11
Την Παρασκευήν εσπέρας και το Σάββατον πρωί έφθασαν τρεις ή τέσσαρες βρατσέραι, μεταφέρουσαι εξ Ωρεών, Στυλίδος, Θρονίου και Θόλου δύο ή τρεις δωδεκάδας εκλογέων, τους οποίους απόστολοι των δύο κομμάτων εκπεμφθέντες προ ημερών είχον στρατολογήσει, πληρώσαντες αυτοίς, εις βάρος των υποψηφίων, τους ναύλους και τα χασομέρια των. Περί δε την δείλην του Σαββάτου επεχείρησαν και τα δύο κόμματα να κάμουν «επίδειξιν», ως να ήθελαν να γελάσωσιν αλλήλους ότι είνε περισσότεροι ούτοι ή εκείνοι. Πρώτοι οι Χαλασοχώρηδες συνεκεντρώθησαν, όπως είχαν συμφωνήσει, εις το καφενείον του γέρο-Ακούκατου. Λέγομεν συνεκεντρώθησαν μεταχειριζόμενοι απλώς συνήθη εις τον πολιτικόν λόγον λέξιν. Το αληθές είνε ότι η απόπειρα της συγκεντρώσεως διήρκει επί δύο ώρας και ακόμη δεν είχαν συγκεντρωθή. Μόλις ο Λάμπρος ο Βατούλας και δύο ή τρεις άλλοι συμβοηθοί του κατώρθουν να σύρωσι δέκα ή δώδεκα εκλογείς προς το καφενείον, και μετ' ολίγα λεπτά οι προσήλωτοι αντί να αυξήσωσιν ωλιγόστευαν, διότι ο είς επροφασίζετο ότι «θέλει να πάη ως το σπίτι για δουλειά, ως ότου να πης κρεμμύδι έφθασε», ο άλλος εξεκλέπτετο χωρίς να είπη τίποτε κ' έφευγεν από την άλλην πόρταν, διότι το καφενείον είχε δύο θύρας, την μίαν προς την αγοράν, την άλλην προς την συνοικίαν. Ολίγοι μόνον ήσαν οι φανεροί και φανατικοί, οι άλλοι υπέσχοντο αλλά δεν ήθελαν να τα χαλάσουν με το άλλο κόμμα. Έπειτα και δεν είχεν ανατείλει ακόμη η ημέρα της εκλογής, ουδ' είχαν αρχίσει ακόμη τα δυο «πρακτορεία» να εισάγουν και να εξάγουν τους ψηφοφόρους να τους ειπούν το «κρυφό», το οποίον ήτο απαραίτητον προ της ψηφοφορίας.
Και όταν εύκολον οπωσούν ήτο ν' ακούσουν αύριον «το κρυφό» και από τα δύο κόμματα, διατί να κηρυχθούν σήμερον υπέρ του ενός; Διότι δεν ήτο συνήθεια να το λέγουν «το κρυφό» προ της ενάρξεως της ψηφοφορίας. Τα φυσέκια εμοιράζοντο εις το στρατόν κατ' αυτήν την ημέραν της μάχης, όχι από της παραμονής.
Τέλος μετά πολλής δυσκολίας, αφού εσυνάχθησαν μερικοί, απεφασίσθη να εκκινήσωσιν, ηγουμένων κοκκίνων και λευκών σημαιών και των μουσικών οργάνων, βιολίου και λαγούτου και κλαρινέτου. Υπήρχεν ελπίς ότι καθώς η κυλιομένη σφαίρα της χιόνος, καθ' όσον διήλαυνε διά των οδών, η διαδήλωσις θα επληθύνετο. Αλλ' ολίγοι τινές έβαινον προς το μέρος της αγοράς, εκεί όπου είχε δώσει ο Λάμπρος ο Βατούλας οδηγίας εις τους μουσικούς και εις τους κρατούντας τα κοντάρια με τας χρωματιστάς οθόνας να κατευθυνθώσιν· οι άλλοι, οι περισσότεροι, διηυθύνοντό προς το αντίθετον μέρος, επιμένοντες ότι έπρεπε να στραφή πρώτον ανά τας οδούς και τας συνοικίας της πολίχνης η διαδήλωσις, αν ήθελε να κάμη εντύπωσιν. Ίσως δεν ήθελον να διελάσωσι διά της αγοράς, όπως επεθύμει ο Λάμπρος, διά να μη εκτεθώσιν απέναντι των αντιθέτων. Μεγάλη δ' έγεινε σύγχυσις και ταραχή. Άλλοι ετραβούσαν απ' εδώ, άλλοι απ' εκεί.
Οι μουσικοί και οι σημαιοφόροι τα έχασαν μη ειξεύροντες εις τίνας να υπακούσωσι. Περί τα εκατόν παιδία του δρόμου ανυπόδητα, τα οποία είχε στρατολογήσει προς μίαν πεντάραν το έν ο Λάμπρος ο Βατούλας, δεν έπαυσαν να φωνάζουν σπαρακτικώς: Ζήτω οι καλοί πατριώταις! Ζήτω ο Αλικιάδης! Ζήτω η νοικοκυρωσύνη!
Τέλος ο Λάμπρος ο Βατούλας ηναγκάσθη να υποχωρήση εις τους πολλούς, επιφυλαχθείς να μεθύση τόσον κατά την ανά τας συνοικίας περιοδίαν τους απροθύμους διαδηλωτάς, ώστε να τους φέρη οπίσω εις την αγοράν φανερούς και παραπαίοντας οπαδούς του χαλασοχωρικού κόμματος. Ετήρησε δε τον ενδιάθετον όρκον του, όσον ηδυνήθη. Ανά τας συνοικίας υπήρχον πάμπολλα μικρά καπηλίδια και κατώγεια οινοπωλικά, τα οποία είχαν φυτρώσει έξαφνα ως μανητάρια, άδηλον διατί. Εποχή της εσοδείας του νέου οίνου δεν ήτο, διά ν' ανοίξωσι διά τρεις μήνας, και είτα να κλείσωσι, τουναντίον η ενιαύσιος είχαν εξαντληθή ήδη, και ο τόπος εισήγεν έξωθεν τον οίνον. Αλλά φαίνεται ότι είχαν ανοίξει επίτηδες χάριν των εκλογών. Βοσκοί πωλήσαντες τελευταίον τας προβατίνας των εις τον επιτήδειον περί τον εξαρρενισμόν των θηλέων χασάπην, αγωγιάται έχοντες δεμένον τον όνον των απ' αυτής της κρικέλλας του παραστάτου της θύρας του αυτοσχεδίου καπηλείου των, είχαν παραιτήσει το επάγγελμά των και ήνοιξαν μαγαζεία χάριν των εκλογών. Δι' όλων εκείνων των μερών εφρόντισε να διευθύνη την διαδήλωσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας, και αι ολίγαι δαμετζάνες όσας είχε πλήρεις παραπλεύρως των κενών και προς επίδειξιν μόνον τεταγμένων βαρελίων πας κάπηλος, εκενώθησαν προς τιμήν των υποψηφίων.
Εν τω χρόνω τούτω ο Μανώλης και οι φίλοι του κατεγείνοντο να χορδίσωσι και αυτοί την διαδήλωσίν των. Είχον συναχθή εις το μπακάλικο—εμπορικόν του Θόδωρου του Μοστροπούλου, αρκάδος αποπλανηθέντος εις τα μέρη εκείνα περί τους δέκα πέντε χρόνους, διά τους οποίους είχε παρασκευάσει γιουβέτσι ο Μανώλης διά να πιάση «μαγιά», και αφού τους εμέθυσεν, ήρχισαν αυθορμήτως τον χορόν και το τραγούδι. Επιάσθηκαν επί της μικράς πλατείας, έμπροσθεν του μαγαζείου, και έστησαν τον χορόν, όστις εντός μιας ώρας ηύξησε κ' εμεγαλύνθη κατά πολλάς δωδεκάδας, καθόσον πάμπολοι αυθόρμητοι ή καλούμενοι υπό του Μανώλη προσήρχοντο διά να τους κεράση, και αφού εδευτέρωναν και ετρίτευαν, επροσηλυτίζοντο και δεν εξεκολλούσαν πλέον. Ο Θόδωρος ο Μοστρόπουλος, προ διετίας μόλις αποκατασταθείς εις το χωρίον, είχε χωθή όλος εις τα πολιτικά, κ' επιτηδεύετο μέγαν ζήλον και φανατισμόν υπέρ του κόμματος. Επέτα την σκούφιαν του κατά γης, την εδάγκανε, την εποδοπατούσε, επήδα και εχόρευε από την κομματικήν ζέσιν. Έρριπτε τας δεκάρας ασφαλώς εις το συρτάριον, και όλα τα είδη του μαγαζείου τα είχεν ελεύθερα, εθυσιάζετο διά τους φίλους : «Ό,τι θέλετε, ό,τι θέλετε!»
Ούτω, αφού ηυξήθη μεγάλως η συνάθροισις, εξεκίνησαν προηγουμένης εκατοντάδος παιδίων, εκλαρυγγιζομένων να φωνάζωσι, μετά των οργάνων και των κυματιζουσών χρωματιστών οθονών. Η διαδήλωσις εξεκίνησεν εν είδει ορχήσεως κατ' ευθείαν γραμμήν βαινούσης. Όπως ήσαν πιασμένοι εις τον χορόν, ούτως εκίνησαν εκ του υψηλοτέρου μέρους της αγοράς, διά ν' ανέλθωσιν εις την ενορίαν. Άμα έκαμψαν την πρώτην ανωφερή γωνίαν, επί της παραλλήλου οδού εφάνη η αντίθετος διαδήλωσις κατερχομένη εκ της άνω συνοικίας, προς την αγοράν βαίνουσα, με τας κραυγάς των γυμνοπόδων παίδων·
— Ζήτω οι καλοί, πατριώταις! Ζήτω η νοικοκυρωσύνη!
Οι παίδες της δευτέρας διαδηλώσεως έκραζον αφ' ετέρου
— Ζήτω ο Γεροντιάδης! Ζήτω το τσαρούχι! Ζήτω οι ξυπόλητοι!
— Τ' ακούς, βρε Μιχάλη; είπεν είς των αγυιοπαίδων της πρώτης διαδηλώσεως προς τον παραπλεύρως αυτού βαδίζοντα, ομήλικόν του, εμάς το φωνάζουν το ζήτω.
— Πώς το ξέρεις;
— Δεν ακούς που φωνάζουν, ζήτω οι ξυπόλητοι!
— Τότες τι να τους φωνάζουμε κ' εμείς;
— Φωνάζουμε κ' εμείς : Ζήτω οι ξυπόλητοι;
— Όχι να φωνάξουμε καλλίτερα : Ζήτω οι ξ'σκιζάνιδες!
Και διά μιας εφώναξαν όλοι με καθαράν καί διάτορον φωνήν·
— Ζήτω οι ξ'σκιζάνιδες!
— Σουτ, βρε! έκραξε προς τους παίδας ο Λάμπρος ο Βατούλας· και συγχρόνως αποταθείς προς τους άνδρας, εξηγών ως ειρωνείαν τάχα την κραυγήν, είπε·
— Καλά τους εκορόιδεψαν οι δίαυλοι.
Καθ' όσον δε επλησίαζαν εις την αγοράν, οι τελευταίοι βαδίζοντες, οίτινες, φαίνεται, είχαν μείνει τελευταίοι επίτηδες, εβράδυναν έτι μάλλον το βήμα. Ο Λάμπρος, όστις υπώπτευε τους σκοπούς των, έστειλε δύο των στενωτέρων αυτώ να μεταβώσιν ουραγοί, όπως τους επιτηρώσιν. Αλλά μεθ' όλην την επαγρύπνησιν ταύτην, εις την πρώτην καμπήν της οδού, πριν αρχίσωσι να κατέρχωνται το αντικρύζον την αγοράν μέγα λιθόστρωτον, ανά δύο, ανά τρεις, οι τελευταίοι βαίνοντες, έμενον διά τινα αφορμήν οπίσω, έσκυφταν εις την πεζούλαν να δέσωσι τα λωρία των ή να ξεσκονίσωσι την περισκελίδα των, και είτα, εξεκλέπτοντο, απεκόπτοντο από την διαδήλωσιν, κ' έφευγον δι' άλλης οδού, μη θέλοντες να προβάλωσι κεκυρωμένοι οπαδοί του ενός κόμματος εις την αγοράν, με όλην την μοναξίαν, ήτις επεκράτει εν ταύτη, μετά την αναχώρησιν των δύο διαδηλώσεων.
Απεσπάσθησαν ούτω πολλοί, σχεδόν οι ημίσεις των ανδρών. Όθεν, όταν η διαδήλωσις του Λάμπρου του Βατούλα έφθασεν εις την προκυμαίαν, έκαμεν εις όλους πενιχράν εντύπωσιν.
Εν τούτοις ο Λάμπρος εζήτησε να την αναζωπυρήση διά του χορού και της μουσικής, και οδηγών αυτός τον κάβο ήρχισε τον χορόν επί της αποβάθρας και της προκυμαίας.
Μετά μίαν ώραν επέστρεψε και η δευτέρα διαδήλωσις, και έστησε τον χορόν έξωθεν του μαγαζείου του Θόδωρου του Μοστροπούλου υπέρ ποτέ προθύμου και ενθουσιώδους οπαδού του κόμματος.
Προ της δύσεως δε του ηλίου, ο χορός εγενικεύθη καθ' όλην την αγοράν, ώστε δεν υπήρχεν ανήρ ή παις, γερόντιον ή νεανίας, όστις να μη χορεύση εκουσίως, ακουσίως, αυθορμήτως ή εντέχνως.
Τινές μάλιστα των γερόντων επέστρεψαν οίκαδε βαδίζοντες «μπουντουβάρ μπενίμ, μπουντουβάρ σενίμ», χάρις εις τας αφθόνους σπονδάς τας γενομένας προς τιμήν των κ. κ. Γεροντιάδου, Αλικιάδου, Χαρτουλαρίου και λοιπών. Και περί το μεσονύκτιον ακόμη, μετά τον πρώτον ύπνον, οι τοίχοι, και τα πατώματα πάσης οικίας υφίσταντο τον αντίκτυπον του μανιώδους χορού της εσπέρας, χορεύοντες κατ' αντανάκλασιν, ως να είχον συμπίει μετά των ιδιοκτητών των εκ του εκλογικού οίνου του σπεισθέντος αναλώμασι των κ. κ. Γεροντιάδου, Αλικιάδου και συντροφίας.
Η'
Ανέτειλε τέλος η ημέρα της εκλογής, και το δημοτικόν σχολείον, προς μεγίστην αγαλλίασιν των παιδίων, τα οποία εσχόλασαν ένεκα τούτο από της εσπέρας της Παρασκευής, είχε κοσμηθή με δύο μικρά άκομψα κιβώτια, φέροντα πέντε κάλπας παμπαλαίας, βαναυσουργείς, μετ' ακόμψων πιττακών φερόντων των υποψηφίων τα ονόματα. Ο κυρ-Αγγελής ο Μάλλινης επερίμενεν ανυπομόνως την ημέραν ταύτην, πότε ν' ανατείλη. Προ δέκα ετών ακόμη μετήρχετο ευδοκίμως τον δικολάβον, είχε δε υπηρετήσει και ως δημόσιος υπάλληλος. Αλλ' έκτοτε η ανάδειξις νεωτέρων ανθρώπων επιτρίπτων και παμπονήρων και η υπέρμετρος χρήσις του οίνου τον είχον καταστήσει απόμαχον. Από δεκαετίας δεν έκαμε πλέον άλλο έργον ειμή επερίμενε πότε να διαταχθώσιν εκλογαί, δημοτικαί ή βουλευτικοί ή και των επαρχιακών συμβούλων, ή πότε να ενεργηθή τοπική τις συμπληρωματική ή επαναληπτική εκλογή, ένεκα θανάτου, παραιτήσεως ή ακυρώσεως, βέβαιος ων ότι η εφορευτική επιτροπή, εξ οιωνδήποτε και αν απετελείτο, αυτόν θα προσελάμβανον ως γραμματέα. Είχεν αποκτήσει εις τούτο αδιαφιλονείκητον ειδικότητα, και ήτο η μόνη ενασχόλησίς του. Ευτυχώς δεν είχε τέκνα, αυτός δε και η γραία του απέζων από τα τελευταία λείψανα των δανείων, τα οποία είχε λάβει επ' υποθήκη του αρτίως εκπλειστηριασθέντος ελαιώνος του, ή από το αντίτιμον των δύο τελευταίων χωραφίων, τα οποία είχεν ο ίδιος πωλήσει. Τον παλαιόν καιρόν, ότε η εκλογή ήτο τετραήμερος, ήτο λίαν ευάρεστος δι' αυτόν, διότι και καλλίτερον μισθόν ελάμβανε και πλείονα δείπνα ειστιάτο, υπό της φιλοτιμίας των υποψηφίων, αντιπροσώπων και λοιπών προσφερόμενα. Αυτός και ο πρόεδρος της επιτροπής, ο γέρο- Αγωνιστής Νιαουστεύς, διηγούτο προς αλλήλους τας παλαιάς αναμνήσεις των εκλογών επί Όθωνος, εξυμνούντες την επί της πρώτης βασιλείας ακμήν και ζωτικότητα, ταλανίζοντες την σημερινήν νάρκην και αηδίαν. Τον παλαιόν καιρόν αι εκλογαί εγίνοντο με όρεξιν, με πείσμα και με μυθιστορικάς πολλάκις περιπετείας.
Εις τας ημέρας του γέροντος προέδρου, ότε, εις τας δημοτικάς εκλογάς εψηφοφόρουν οι μάλλον φορολογούμενοι, ήρκει να λάβη τις είκοσιν ή είκοσι πέντε ψήφους νοικοκυραίων, διά να γείνη δήμαρχος· δεν εχρειάζετο, καθώς σήμερον, να ψηφίζωσιν όλοι οι παρακατινοί, όλοι οι ξωμερίταις, όλαις η τσομπανοφλοέρες. Και αν τυχόν ηπειλείτο ισοψηφία, και χωρικός τις έχων ψήφον εδείκνυτο σκληροτράχηλος και δεν ήθελε να τα γυρίση, τον έκλεπτον, τον ήρπαζον, τον απήγον, τον έκρυπτον εις ασφαλές μέρος, όπου έτρωγε και έπινεν εκτάκτως παχυνόμενος επί τρεις ή τέσσαρας ημέρας, εωσότου παρέλθουν αι εκλογαί. Είτα τον άφηναν ελεύθερον. Ούτω πως εξησφαλίζετο η επιτυχία του δημάρχου, αν ήθελεν η τάξις των φρονίμων να εκλέξη. Εις τας βουλευτικάς εκλογάς πάλιν, αν και εψηφοφόρουν πολλοί, το καλόν ήτο ότι δεν εχρειάζοντο σφαιρίδια, ίσχυον τα ψηφοδέλτια. Τοιαύτα μικρά δελτάρια χάρτου, είς καλός γραμματεύς, ηδύνατο να συντάξη πεντακόσια εις δύο ώρας. Επ' αυτών έγραφε τα ονόματα των υποψηφίων, ους ήθελε, χωρίς καν να ερωτήση τον ψηφοφόρον τίνας επιθυμεί να εκλέξη. Και εις τον κατάλογον των ψηφοφορησάντων δεν ήτο ανάγκη να εγγράφωνται πάντοτε ονόματα ζώντων. Διά της προσθήκης διακοσίων ή τριακοσίων δελτίων επ' ονόματι ισαρίθμων συχωρεμένων, ο δήμαρχος και η επιτροπή ηδύναντο να κεραυνοβολήσωσι τους αντιπάλους, πλάσσοντες αυτοί αντιπροσώπους ους ήθελον. Εάν όμως οι αντίπαλοι τους διέβαλλον επί κιβδηλεία και πλαστογραφία, εύκολον ήτο να εξαφανίσωσι παν ίχνος εισορμούντες διά του παραθύρου εις τον τόπον της εκλογής, κλέπτοντες διά νυκτός την μοναδικήν και ευμετακόμιστον με το χάρτινον φορτίον της κάλπην, και καταστρέφοντες αυτήν και το περιεχόμενον, συγχρόνως δε υπογράφοντες αναφοράν προς τον κύριον νομάρχην, και παρακαλούντες αυτόν ευσεβάστως να διατάξη νέας εκλογάς, «επειδή οι αντίθετοι, βλέποντες την αποτυχίαν των, εξηφάνισαν την κάλπην».
Ο γέρων πρόεδρος, υψηλός, ευθυτενής, ογδοηκοντούτης, πάσχων την όρασιν, αναμασσών διά χιλιοστήν φοράν τας αναμνήσεις ταύτας, επλησίασε προς το κιβώτιον των καλπών κ' έκυψε να ίδη αν αι κάλπαι ήσαν καλώς συνδεδεμένοι, αν η σιδηρά ράβδος είχε σφραγισθή και προσαρμοσθή καλώς. Δεν ήτο βέβαιος αν θα έβλεπε καλώς αυτός, ήθελε μόνον να τον ίδωσιν οι άλλοι ότι καλώς επιβλέπει. Αι πέντε κάλπαι συνδεδεμένοι όπως ήσαν διά χονδρού σύρματος, αλλόκοτοι, ατερπείς, πένθιμοι κατά το ήμισυ, λευκοί και μαύροι, ωμοίαζον με πέντε καταδίκους του κατέργου, το ήμισυ της κεφαλής ξυραφισμένους, δεσμίους με την αυτήν άλυσον, κόπτοντας επιπόνως, εκτελούντας την ημερησίαν υπηρεσίαν εις τον ναύσταθμον. Ο γέρων πρόεδρος έκυψεν επί της μιας πλευράς του πλάτους του κιβωτίου και επί της άλλης κ' εκύτταξε διά μακρών τας αρτίως επιτεθείσας σφραγίδας, κ' επί του στήθους του εκρότησαν ελαφρώς τα παράσημα. Έφερε το αριστείον του αγώνος αργυρούν και δύο αργυρούς σταυρούς του Σωτήρος. Είχε παρακαλέσει προ πολλού ένα συνηλικιώτην του αρχαίον ναυτικόν, όστις είχε ρίψει όχι ολίγα τουφέκια υπό τον Καρατάσσον και πολλαίς κανονιαίς υπό τον Κριεζήν, και ήτο κάπως γνησιώτερος αγωνιστής από αυτόν, να τον απαλλάξη του ενός σταυρού του Σωτήρος, λέγων ότι, αφού κατά λάθος η κυβέρνησις τον ενθυμήθη δις, «ημπορούσε να τον φορή αυτός, και το ίδιον θα ήτο». Αλλ' ο παράξενος γέρων του απήντησεν ότι δεν εξαναμωράθη ακόμη και «δεν του αρέσουν τα λιλιά». Το βέβαιον είνε ότι, κατά τινα χύσιν παρασήμων γενομένην ου προ πολλού επ' ευκαιρία δεν ενθυμούμαι ποίας εορτής, η Κυβέρνησις έστειλεν εις τον κύριον Νιαουστέα τον αργυρούν σταυρόν του Σωτήρος, τον οποίον ο γέρων είχεν από του 188 . . . Αλλ' η πρώτη απονομή είχε λησμονηθή, μη τηρουμένων καταλόγων, ως φαίνεται. Έκπληκτος ο κ. Νιαουστεύς έλαβε το δώρον, και δι' αναφοράς παρεκάλεσε το υπουργείον να τον προβιβάση, αν ευαρεστήται, εις τον χρυσούν σταυρόν. Αλλ' ουκ ην φωνή, ουκ ην ακρόασις. Τότε ο Νιαουστεύς ηναγκάσθη ν' αρκεσθή εις τους δύο αργυρούς, και εις πάσαν εορτήν, βασιλικήν ή και θρησκευτικήν, τους εκρέμα επί του στήθους και τους δύο, σήμερον δε, ημέραν εκλογής, αφού μάλιστα ήτο και πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής, θέσις ήτις δεν του εφαίνετο μικροτέρα από την του προέδρου του συμβουλίου της επικρατείας, καθήκον του ενόμισε να εμφανισθή εις τον τόπον της εκλογής φορών τα παράσημά του.
Κατά την τοποθέτησιν των καλπών, περί της αλφαβητικής τάξεως προκειμένου, ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης, μέλος της εφορευτικής επιτροπής, όχι διότι εμερολήπτει υπέρ τον ενός κόμματος είτε υπέρ του άλλου, αλλ' εξ ευσυνειδησίας διδασκαλικής, απήτει να τεθή πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου και δευτέρα η του Αβαρίδου, λόγω ότι η ορθή γραφή του ονόματος είνε Αυαρίδης διά διφθόγγου, το δε αλ προηγείται του αυ. Ισχυρίζετο δε ότι η παραγωγή της λέξεως δεν είνε εκ του αβαρία, καθόσον τότε θα ήτο Αβαριάδης, ούτε εκ του αβαρής δύναται να είνε, διότι δεν δύναται να φαντασθή τις υποψήφιον βουλευτήν, όστις να μην έχη την απαιτουμένην βαρύτητα. Ο κ. Αβαρίδης μάλιστα δεν παρουσιάζετο πρώτην φοράν τώρα ως υποψήφιος, ότε δεν εφαίνετο να έχη και παλλάς πιθανότητας επιτυχίας, αλλ' είχεν εκλεχθή άλλοτε και διατελέσει δις βουλευτής. Την τελευταίαν φοράν μάλιστα, κάποιος εν Αθήναις ιδών αυτόν μια των ημερών αναγινώσκοντα εν καφενείω τα πρακτικά της συνεδριάσεως της προτεραίας εν τη Νέα Εφημερίδι, τον ηρώτησεν αν δεν ήτο παρών εις την συνεδρίασιν. «Όχι, ήμουν, απήντησεν ο κ. Αβαρίδης, αλλά καλλίτερα τα γράφει εδώ». Είνε αληθές ότι κατά την σύνοδον εκείνην, ως και καθ' όλην την περίοδον δεν είχε καλοχορτάσει τον ύπνον επί των εδωλίων της αιθούσης των συνεδριάσεων. Μόλις έκλειε τους οφθαλμούς, και γείτων συνάδελφος, λίαν υποχρεωτικός, πολιτικός φίλος, τον εξύπνα αποτόμως σείων αυτού τον βραχίονα, και του εσύριζεν εις το ους μίαν λέξιν πάντοτε : Ναι ή όχι. Σχεδόν κάθε δέκα λεπτά εγίνετο ψηφοφορία. Κοπιωδεστάτη υπήρξεν η σύνοδος εκείνη. Τα νομοσχέδια επέπιπτον σωρηδόν, ως βροχή, ως χάλαζα, κ' ετάραττον τον ύπνον του αγαθού επαρχιώτου. Μόλις απεκοιμάτο κ' ετάραττον τον ύπνον του, εμφανιζόμενα ως «αναβάται και τριστάται», ως άμαξαι τέθριπποι, ως στρατεύματα παρελαύνοντα εν ήχω σαλπίγγων, εν βοή και αλαλαγμώ. Φοβεράς αναμνήσεις του είχεν αφήσει όλη η σύνοδος εκείνη. Και τώρα, αν επαρουσιάζετο πάλιν κ' εζήτει τας ψήφους των συμπολιτών του, αυτός δεν καλοήθελε, άλλοι τον είχαν παρακινήσει. Τοιαύτα τινά διηγείτο προχθές, όταν επεσκέφθη τον δήμον μετά των συνυποψήφιων του. Δια τούτο και ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης δεν ενόμιζεν ότι τον έβλαπτεν, αν μετέθετε δευτέραν την κάλπην του. Το όνομα είνε σύνθετον, είπεν εκ του αύος — ξηρός, και αρίς — το σκέλος. Αλλά και εκ του αμπάρι, Αμπαρίδης, αν είνε, και ο κάτοχος του ονόματος ηθέλησε να το εξελληνίση, κατά το έθος (καθ' όν τρόπον ο ίδιος ο ελληνοδιδάσκαλος, έλεγεν, είχεν ένα μαθητήν Μπογιατζήν καλούμενον, τον οποίον εξηυγένισεν εις Βοϊαζίδην), πάλιν το αλ προηγείται του αμ. Τοιαύτα τινα ισχυρίζετο ο διδάσκαλος. Ο πρόεδρος δε, ο γέρο-Νιαουστεύς, όστις εφρόνει τα των Χαλασοχώρηδων και ήτο ευνοϊκός προς τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην, χωρίς να εννοή καλά-καλά τα διδασκαλικά επιχειρήματα, έσπευσε να τον δικαιώση, και ήτο έτοιμος να διατάξη όπως τεθή πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου, μεταβαλλομένης της ορθογραφίας του ονόματος του Αβαρίδου επί της πινακίδος της οικείας κάλπης. Ουδ' εσυλλογίσθη μάλιστα ότι η αριθμητική τάξις των καλπών και η ορθογραφία των ονομάτων ήτο έργον της διοικητικής αρχής, και ότι αν έπραττεν αυθαίρετόν τι η επιτροπή, λόγους μόνον ακυρώτητος θα εδημιούργει και λαβήν προς ενστάσεις θα παρείχεν. Ο γέρο-Νιαουστεύς δεν εχώνευε τον Αβαρίδην, συνεπάθει δ' εξόχως προς τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην. Τον δεύτερον μάλιστα εξετίμα πολύ, και αν ήτο εις το χέρι του, θα ετοποθέτει πρώτην, όχι την κάλπην του Αλικιάδου, αλλά την του Καψιμαΐδου, τον οποίον είχεν επονομάσει τις «το άρτυμα της παρέας των υποψηφίων». Εβεβαίουν, όσοι τον είχαν πλησιάσει, ότι τα ενδύματά του ή ο ίδρως του απέπνεαν πολύ άρωμα αφρογάλακτος και βουτύρου.
Ήτο λίαν ευδόκιμος διοικητικός υπάλληλος, και διωρίζετο κατ' εκλογήν ιδίως εις τας βαυτυροφόρους επαρχίας. Ίσως απέκτησε την οσμήν ταύτην εκ της πολυχρονίου αναστροφής μετά κτηνοτρόφων και τυροκόμων, των οποίων τα συμφέροντα μετά ζήλου επροστάτευε. Προ δύο ετών ακόμη, ότε ήτο διωρισμένος, είχε λάβει ποτέ ενός μηνός άδειαν, όπως μεταβή εις την πατρίδα του. Ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, όστις τον παρέλαβεν εις το κόττερον από τινος παραλίας της Φθιώτιδος, τον είδε να μπαρκάρη φέροντα ολόκληρον δωδεκάδα δερματοτυρίων και δύο κολοσσιαίους πίθους βουτύρου. Ήρχετο έκ τινος πολυθρέμμονος επαρχίας και δεν είχε νομίσει αξιοπρεπές να υπάγη «με άδεια χέρια» εις την πατρίδα του. Ήτο λίαν καλοφορεμένος και σεβαστός κύριος, και ο κυβερνήτης του κοττέρου τον έβλεπε διά πρώτην φοράν.
— Κάνεις το εμπόριο των τυριών του λόγου σου; τον ηρώτησεν ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι.
— Όχι, είμαι έπαρχος, απήντησε μετά σοβαράς υπεροψίας ο κ. Καψιμαΐδης . . .
— Α! κατάλαβα . . .
Και δεν αντήλλαξαν πλέον λέξιν καθ' όλον τον πλουν. Τούτον λοιπόν τον Καψιμαΐδην θα επεθύμει να βάλη πρώτον τη τάξει ο γέρο-Νιαουστεύς ο και πρόεδρος, αντί του Αβαρίδου, αντί και του Αλικιάδου αυτού. Αλλ' η πλειονοψηφία της επιτροπής, ήτις ανήκεν εις τους Ανδρογυνοχωρίστραις και υπεστήριξε τον Γεροντιάδην και Αβαρίδην, αντέστη, και ούτως έμεινε πρώτη η Κάλπη του Αβαρίδου.
Θ'
Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου, και η μία θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή. Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή κάγκελλα αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ- Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί οι εκλογείς ήκουον «τον κρυφό λόγο», εφωδιάζοντο με δύο ή τρία «φυσέκια» και εξήρχοντο διά της άλλης θύρας, όπου ο Λάμπρος ο Βατούλας τους προέπεμπεν επιτηρών αυτούς, διά να βλέπη αν θα μετέβαινον κατ' ευθείαν εις τον τόπον της εκλογής. Οι πλείστοι είτε διότι είχαν επισκεφθή ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη «κουκουλόσπορο», επήγαιναν κατ' ευθείαν· μερικοί όμως, ενώ εκαμώνοντο ότι επερίμεναν να εύρουν σειράν διά να εισέλθουν, με τρόπον «το έστριβαν». Τότε ο Λάμπρος ο Βατούλας προσεποιείτο γενναιοτέραν αγανάκτησιν παρ' όσην πράγματι ησθάνετο. Διότι δεν ήτο και πολύ ευχαριστημένος κατά την ημέραν της εκλογής.
Τούτο δε, διότι οι ίδιοι άνθρωποι του κόμματός του τον είχαν διαβάλει παρά τω Αλικιάδη και Καψιμαΐδη, ευρόντες λαβήν την φανεράν προσπάθειαν και τον ζήλον ον εδείκνυεν ο Λάμπρος προς τον Χαρτουλάριον προτιμών τούτον μάλλον ως βουλευτήν, ή ενδυναμώνων, διά της προς αυτόν παρεχομένης ανωφελούς άλλως συνδρομής, τους αντιπάλους Γεροντιάδην και Αβαρίδην. Όθεν οι δύο υποψήφιοι, οι υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος των Χαλασοχώρηδων, τείνοντες το ους εις τας διαβολάς ταύτας, απέσυραν από του Λάμπρου μέρος της προς αυτόν παρεχομένης εμπιστοσύνης, και έδωκαν τα πιστά εις τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον, εις χείρας του οποίου ενεπιστεύθησαν και τα εκλογικά έξοδα.
Ήτο δε ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος «καλός νοικοκύρης», εμποροπαντοπώλης και κτηματίας και σύμβουλος του δήμου ισόβιος, τόσον ώστε μίαν φοράν μόνον, ότε ήλθε δέκατος τέταρτος, ήτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ο ίσκιος του ή η καλή του τύχη «εψωμόφαγε» μετ' ολίγας εβδομάδας δύο των προ αυτού πλειονοψηφισάντων, και ούτως εισήλθεν εις το δημοτικόν συμβούλιον ως ενεργόν μέλος.
Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι είξευρε να κάμη «ευκολίας» εις τους χωρικούς. Μίαν οκάν αχύρου έδιδε τον χειμώνα εκ της προμηθείας του, μίαν οκάν κριθής ελάμβανε το θέρος εκ του αλωνίου. Είχεν όλας τας αρετάς του μύρμηκος και υπερείχεν αυτού κατά μίαν, ότι ήτο δανειστής. Μίαν οκάν ελαίας έδιδε την μεγάλην τεσσαρακοστήν εις πτωχήν χήραν, μίαν οκάν έλαιον ελάμβανε το φθινόπωρον εις την αποθήκην, όπου είχε αραδιασμένας περί τας δύο δωδεκάδας μεγάλους πίθους κτιστούς, ασβεστωμένους και χωμένους εις την γην. Περίεργον δε ότι, ενώ τα σταθμά του μαγαζείου του ήσαν όχι λιποβαρέστερα ή τα των άλλων παντοπωλών, τα μέτρα της αποθήκης του εφημίζοντο ως σωστά και μάλιστα ως πρόσβαρα.