Part 10
— Όχι ! Να δώσης τώρα το λόγο σου ! Ν' αποφασίσης τι θα κάμης. Δεν τους έχεις τους ανθρώπους σαν τα ζωντανά σου, να έρχωνται και να ξαναέρχωνται χίλιες φορές.
Ο Λάμπρος και ο Μανώλης ηυχαρίστησαν διά μειδιάματος την σύζυγον του Σπληνογιάννη διά το φιλοφρόνημα.
— Μα κάμε φρόνιμα, γυναίκα! έκραξεν αγανακτών ο ποιμήν. Είνε τρόπος αυτός να επιμένης τόσον εσύ, εμπρός εις τόσους άνδρας! Αλλοίμονό μας, αν αρχίσουν να μας κουμαντάρουν η γυναίκες μας!
— Ακούστε τον! ακούστε τον! Με βρίζει κι' όλα . . . με φοβερίζει! ανέκραξεν η γυνή δράττουσα περί τους κροτάφους τους δυο κρεμαμένους θυσάνους της κόμης της.
— Δεν ξέρω στην πάρα πάνω σκάλα, είπε με πικρόν πόνον τρωθείσης αξιοπρεπείας, ρίπτων εμφαντικόν βλέμμα προς τους επισκέπτας ο ποιμήν, δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν η γυναίκες τους· μα ημείς οι βοσκοί το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! Ο παππάς που μας εστεφάνωσε άκουσα να λέη την ώρα που διάβαζε τον Απόστολο, πριν ειπή το Βαγγέλιο, πως «η γυνή πρέπει να φοβήται τον άνδρα».
Ο Λάμπρος ο Βατούλας, μειδιών ίσως διά να δώση αφορμήν ειρηνεύσεως εις τα δύο πρόσωπα της σκηνής, τρέπων το θέμα επί το αστειότερον, είπε·
— Μα ξέρεις, κουμπάρε, τί την δασκαλεύει τη νύφη, η μάννα της;
— Τι;
— Την ώρα που λέει αυτόν τον λόγον ο παππάς, την ορμηνεύει να πη μέσα της τρεις φοραίς: «Αστοχιά στο λόγο σου, παππά μ', δάκω τη γλώσσα σου».
Εγέλασαν όλοι και αυτή η Σπληνογιάνναινα.
Ό Λάμπρος εγερθείς μετά την παρατήρησιν ταύτην, επλησίασεν ως την θύραν, όπου εστάθη επί τινα λεπτά, ως να εσκέπτετο αν έπρεπε ν' απέλθη. Αλλ' ουχ' ήττον επανήλθε πάλιν εις την θέσιν του και εκάθησεν.
Ο Μανώλης ηγέρθη και αυτός, επλησίασεν εις το παράθυρον, εστήριξε τα νώτα επί του τοίχου, κ' εστάθη αναποφάσιστος.
Ουδείς των δύο απεφάσιζε να δώση πρώτος το παράδειγμα της αποχωρήσεως. Ο μεν Λάμπρος εσκέπτετο ότι ο Μανώλης, τελευταίος ελθών, ήτο αδιάκριτος, και επομένως ώφειλε να τους αφήση ησύχους να τελειώσουν την συνδιάλεξιν ην είχον ή υπετίθετο ότι είχον μετά του οικοδεσπότου, ο δε Μανώλης εφρόνει ότι, αφού ήλθε τελευταίος, τελευταίος έπρεπε και να απέλθη.
Τέλος ο Λάμπρος εσκέφθη ότι η σκηνή αύτη έπρεπε να λάβη πέρας, και όπως ευπροσώπως εξέλθη εκ της δυσχερούς θέσεως·
— Ας είνε, είπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ημείς δεν είμαστε από κείνους όπου πάνε και βάζουν σκάνδαλα στα ανδρόγυνα· κάμε ό,τι σε φωτίσει ο θεός, καθώς είπες. Κ' ένα ψήφο να μας δώσης στη μία μας κάλπη μοναχά, για να δώσης κι' από κει (δείξας τον Μανώλην) και μικτόν να δώσης και στα δύο κόμματα, ημείς θα σου το γνωρίζουμε χάρι.
— Όχι! όχι! επέμεινεν η γυνή. Στον κουμπάρο έδωκε τον λόγον του από μπροστήτερα.
Ο Λάμπρος εκινήθη να εξέλθη, ο δε Μανώλης μείνας επί δύο ή τρία λεπτά, αφού αντήλλαξε με ψίθυρον φωνήν ολίγας λέξεις με τον οικοδεσπότην και με την συμβίαν του, τους ευχήθη την καλήν νύκτα, και από του εξώστου μεγάλη τη φωνή, διά ν' ακουσθή από τον Λάμπρον, όστις δεν θα ήτο μακράν, είπε·
— Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, χαλασοχώρηδες.
— Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, είστε πάρ' τον ένανε, χτύπα τον άλλονε.
— Το λοιπόν κ' ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες, σαν αυτούς;
— Δεν είσθε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είσθε ανδρογυνοχωρίστρες!
Ε'
Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν ανδρογυνοχωρίστρες.
Από της αυγής της επαύριον Τετάρτης ο Μανώλης και δύο των φίλων του, λαβόντες βάρκαν, εξήλθον εις το Μαραγκό, νησίδιον φράττον προς εύρον τον λιμένα, κ' επαραμόνευαν πότε θα ενεφανίζοντο όπισθεν της Άρκτου και της Τρυπητής, δύο άλλων ανατολικώτερον κειμένων νησιδίων, αι βάρκαι αι φέρουσαι τον ροφόν, κατά το λεξιλόγιον του Μανώλη του Πολυχρόνου. Αλλ' από βαθέος όρθρου, ο Λάμπρος ο Βατούλας οσφρανθείς, φαίνεται, το δόλωμα των αντιπάλων, έσπευσε να ξυπνήση τον καπετάν-Νικολάκην, το Τρυποκαρύδι, ένα των στενωτέρων φίλων του, και επιβιβασθέντες οι δύο εις ωραίον κόττερον, έλυσαν τα πανιά, εσήκωσαν την άγκυραν, και ανάψαντες τους ναργιλέδες των με τα κάρβουνα, τα οποία είχαν λάβει από το καφενείον του γέρο-Ακούκατου, όστις αγρυπνότερος αλέκτορος ήνοιγε το καφενείον τέσσαρας ώρας πριν φέξη, εξηπλώθησαν παρά την πρύμνην καπνίζοντες και πλέοντες τη βοηθεία της πρωινής απογείου αύρας. Εξήλθον εις το Ασπρόνησον, βορειοανατολικώς, όπου έκαμναν καρτέρι περιμένοντες πότε ήθελε φανή το κελεπούρι, κατά το ύψος του Λάμπρου του Βατούλα. Οι Χαλασοχώρηδες κάμψαντες την ακτήν είχαν κρυφθή όπισθεν του Ασπρονήσου, και οι Ανδρογυνοχωρίστρες ούτε τους είδαν, ούτε υπώπτευσαν καν ότι τους είχαν προλάβει.
Μετά ικανήν ώραν, άμα τη ανατολή του ηλίου, προέκυψαν από του απέναντι ακρωτηρίου δύο βάρκαι ερχόμεναι προς τα εδώ, αίτινες, έχουσαι ούριον τον άνεμον, καθότι είχε σουρώσει ήδη το μελτέμι, ταχέως επλησίασαν. Οι Χαλασοχώρηδες με το κόττερόν των έπλευσαν εις προϋπάντησιν των δύο λέμβων. Ανεγνώρισαν δε μετ' ου πολύ τα πρόσωπα, τα οποία έφερον αύται. Της μιας τούτων επέβαιναν ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, της δευτέρας επέβαιναν ο Γεροντιάδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, και οι πέντε υποψήφιοι βουλευταί. Είχον ορμηθή εκ της πρωτευούσης της Επαρχίας και ήρχοντο προς άγραν ψήφων και προς επίσκεψιν των εν τω δευτερεύοντι δήμω φίλων του. Τούτων ο Αλικιάδης εκ της μιας λέμβου και ο Καψιμαΐδης εκ της άλλης υπηρετούντο χωρίς να είνε συνδυασμένοι, από τους Χαλασοχώρηδες, ο δε Γεροντιάδης και ο Αβαρίδης υπεστηρίζοντο, χωρίς ν' αποτελώσι συνδυασμόν, από τους Ανδρογυνοχωρίστραις. (Διότι όλα τα εις ιδης και αδης, ως να προέβλεπον, θα έλεγέ τις μέλλουσαν εξορίαν και διωγμόν, είχον ζητήσει εγκαίρως να εξασφαλισθώσιν εις τον προσφυή εκείνον τόπον). Όσον αφορά τον πέμπτον, τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος ήτο το μήλον της έριδος, και αμφότερα τα τοπικά κόμματα εμάχοντο ποίος να τον πρωτοϋπηρετήση.
Ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν ηυχαριστήθη πολύ ιδών τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον επιβαίνοντα της αυτής λέμβου μετά δύο άλλων υποψηφίων. Επεθύμει και ήλπιζε να τον έβλεπεν επί χωριστής λέμβου πλέοντα. Διότι διά τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην δεν τον έμελλε και πολύ, καθόσον ούτοι ως φανερώς υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος, και μη έχοντες άλλους φίλους, δεν είχον ανάγκην πολλών περιποιήσεων, αλλά διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, τον οποίον αυτός διενοείτο να υπηρετήση αριστερά τη χειρί και διά λογαριασμόν του είχε πλεύσει μέχρι Ασπρονήσου, σχεδιάζων να τον παρακαλέση να μεταβή τιμητικώς εις το κόττερον, και να υψώση και σημαίαν εις τον ιστόν, άμα θα εισέπλεον εις τον λιμένα. Δυστυχώς τώρα η υπόθεσις περιεπλέκετο. Ούτε τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον μόνον ηδύνατο ευπροσώπως να αποσπάση εις το κομψόν και λευκόν χρωματισμένον κόττερον, ούτε τους άλλους, τους δύο φανερούς υποψηφίους του, ηδύνατο ευλόγως να καρπολογήση από τας δύο χωριστάς λέμβους. Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, μόνος ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του κοττέρου, αναλογισθείς το φιλοδώρημα, το οποίον ήτο δυνατόν να δώσουν οι υποψήφιοι, αν τους έπειθε να επιβιβασθώσιν εις το κόττερον, όπως εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα μετά πομπής, αποβλέψας εις την εγγύτερον ισταμένην λέμβον, ης επέβαινον οι δύο των υποψηφίων, μετέβη εις την πρώραν και ήρχισε να φωνάζη·
— Ορίστε, κύριοι, στο κόττερο! Κύριε Αλικιάδη! κύριε Αβαρίδη! θα ισσάρουμε και μπαντέρα μες το λιμάνι . . .
Την ιδίαν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας ήρχισε να νεύη απελπιστικώς και να χειρονομή από της πρύμνης προς τον νεαρόν ναυτικόν, αποτρέπων αυτόν. Διότι την στιγμήν εκείνην, αφού πολύ εσκέφθη, του είχεν έλθει η ιδέα ότι, αφού τα πράγματα του παρουσιάζοντο ούτω πολύπλοκα, ο άριστος τρόπος προς λύσιν της δυσχερείας ήτο να καλέσωσιν επί του κοττέρου τους τρεις υποψηφίους, τους επί της άλλης λέμβου. Ούτω θα είχον το πλεονέκτημα ότι θα είχον δύο αντί ενός ή μάλλον τρεις αντί δύο, να περιποιηθώσι. Διότι ναι μεν ο είς των τριών, ο Γεροντιάδης, ήτο από το άλλο κόμμα, αλλ' ο τρίτος ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, κατά τους υπολογισμούς του Βατούλα, ήξιζε τουλάχιστον διά δύο. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον κέρδος, ως ήτο και ο σκοπός της θαλασσίας εκδρομής του, το να έχη τον Χαρτουλάριον υπό τας όψεις και υπό την χείρα του. Αλλ' ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, επειδή «δεν ήτο μέσα του» διά να ειξεύρη τους πόθους και τους υπολογισμούς του, επεδίωκε δε ως αμαθής ναύτης το προχειρότερον και το ευκολώτερον κέρδος, δεν έδωκε προσοχήν εις τα νεύματα και εις τας χειρονομίας του, και εξηκολούθησε να φωνάζη προς τους κ. κ. Αλικιάδην και Αβαρίδην·
— Θα κοτσάρουμε και τη μπαντέρα, κύριοι!
Συγχρόνως ο Λάμπρος ο Βατούλας απελπισθείς ότι θα τον ενόει ποτέ αυτός ο «χονδροκέφαλος», ο Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, έστρεψε τα νεύματα και τας χειρονομίας του προς τους εν τη άλλη λέμβω, και ήρχισε να τους χαιρετίζη με το καπέλλον, με το μανδήλιον και με την φωνήν:
— Καλώς, ορίστε, κύριοι! Ορίστε στο κόττερο! κύριε Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! ορίστε!
Σύγκρουσις τότε επήλθε δικαιωμάτων, απαιτήσεων και πόθων, και σύγχυσις βλεμμάτων, φωνών και φρενών. Ο μεν κυβερνήτης από της πρώρας προσεκάλει εις το πλοίον τους εκ της μιας λέμβου δύο, ο δε επιβάτης από της πρύμνης, πλοιάρχου εξουσίαν αντιποιούμενος, προσεκάλει τους εκ της άλλης λέμβου τρεις. Οι μεν δύο, και αν ήθελον, ημποδίζοντο να έλθωσιν εκ της προσκλήσεως των άλλων τριών, οι δε τρεις εκωλύοντο εκ της προσκλήσεως των άλλων δύο. Και ούτοι και εκείνοι έμεναν κυττάζοντες αλλήλους αναποφάσιστοι, οι δε πορθμείς των δύο λέμβων εφ' ων είχον πλεύσει, ζηλότυποι και οργίλοι, ήρχισαν φανερά να γογγύζωσι·
— Δεν έχουν ανάγκην ναρθούν στο κόττερο!
— Ξέρουμε κ' εμείς από πού μπαίνουν στο λιμάνι!
— Ξέρουμε το δρόμο να πάμε, στη σκάλα ν' αράξουμε . . .
— Έχουμε κ' ημείς μπαντέρα να ισσάρουμε . . .
— Και καινούργια μάλιστα . . . προχτές ακόμα την έρραψα . . .
— Ψες ακόμα μπογιάτισα το κοντάρι . . . ακόμα μυρίζει λαδομπογιά . . .
Την ιδίαν στιγμήν οι Ανδρογυνοχωρίστραις με την βάρκαν των, σχεδόν χωρίς κανείς να τους εννοήση, παρατηρήσαντες προ πολλού την εμφάνισιν των δύο λέμβων, είτα την συνάντησιν αυτών μετά του κοττέρου, είχαν πλησιάσει σιγά και γοργά και είχαν φθάσει ήδη εις το μέρος όπου είχαν σταματήσει πλησίον αλλήλων αι τρεις λέμβοι, ενώ αντήχει ακόμη η πρόσκλησις του Λάμπρου του Βατούλα·
— Ορίστε, κύριοι, στο κόττερο!
Και η κραυγή του καπετάν-Νικολάκη·
— Θα κοτσάρουμε και τη μπαντέρα, κύριοι!
Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, χωρίς δισταγμόν, ιδών με το πρώτον βλέμμα εις ποίαν λέμβον ευρίσκετο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, ήτις λέμβος ήτο άλλως και η πλησιεστέρα προς το μέρος εξ ου αυτός ήρχετο, προσήγγισε με την βάρκαν του, εισεπήδησεν εις την ξένην λέμβον, απέπεμψε την ιδικήν του, ειπών εις τους συντρόφους του να γυρίσωσι μόνοι εις τον λιμένα, ηυχήθη το «καλώς ωρίσατε» εις τους τρεις υποψηφίους και εν μεγίστη ελευθερία, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του εκύτταζον έκπληκτοι, εκάθισε παρά το πλευρόν του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου και ήρχισεν αμέσως εμπιστευτικός ανακοινώσεις εις το ους αυτού.
Τούτον ως είδεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, εν τοιαύτη θαυμαστή προπετεία και θρασύτητι ζηλευτή κατορθώσαντα ούτω απλώς να τον υπερφαλαγγίση, έλαβε μόνος την κώπην, ενώ ο κυβερνήτης ο Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, ορθός επί της πρώρας ιστάμενος, εξηκολούθει ακόμη να φωνάζη προς τους επί της πρώτης λέμβου δύο υποψηφίους :
— Θα σας ισσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!.., και επλησίασε προς την δευτέραν λέμβον, ότε, χωρίς να είπη λέξιν εις τον καπετάν-Νικολάκην, εισώρμησε και αυτός εις την λέμβον, όπου ήτο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, εχαιρέτησε τους τρεις υποψηφίους, και εκάθησεν επί της ετέρας πλευράς του περί μαχητού υποψηφίου βουλευτού, όπως αρχίση και αυτός τας ιδικάς του ανακοινώσεις, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του τον εκύτταζον εκθαμβοι με ανοικτόν το στόμα.
Όστις έβλεπε μακρόθεν ούτω πως αντίπρωρα ισταμένας τας τέσσαρας ταύτας λέμβους, υπηνέμους, δίπλα εις το Ασπρόνησον, θα υπέθετεν ότι πράγματι την πρωίαν εκείνην είχε πέσει, κατά το εικονικόν ύφος του Μανώλη του Πολυχρόνου, έκτακτος ροφός εις το μέρος εκείνο, ότι τα παραγάδια των τεσσάρων λέμβων εμπερδεύθησαν εις τοιούτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ώστε δεν ηδύνατο να διακρίνη τις εις ποίον παραγάδι ανήκε το άγκιστρον εις ό είχε συλληφθή ο ροφός, και ότι οι αλιείς εμάχοντο προς αλλήλους με κίνδυνον να ξεπιασθή και τους φύγη το άγρευμα, περί κυριότητος και κατοχής του τε παραγαδίου, του ροφού και του αγκίστρου.
Τέλος αι δύο λέμβοι, αι φέρουσαι τους υποψηφίους, εξεκίνησαν διά να εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα. Η βάρκα του Μανώλη με τους δύο συντρόφους του είχε γείνει άφαντος ήδη. Το δε κόττερον, εφ' ου είχε μείνει μόνος ο κυβερνήτης του, ήρχετο τελευταίον.
Ο καπετάν-Νικολάκης «ήτο φούρκα» ιδών ότι έχασε το ελπιζόμενον φιλοδώρημα, και ότι εγκατελείφθη υπό του Βατούλα. Εν τούτοις ήνοιξε το κάτασπρον ως τα πτερά του γλάρου πανίον του, άναψε τον ναργιλέν του, εξηπλώθη παρά το πηδάλιον, κρατών την σκόταν, κ' εξεκίνησεν. Αν ήθελε, καίτοι μόνος, καίτοι αι δύο λέμβοι αρμένιζαν με πανιά και με κουπιά, ήτο ικανός με το κομψότατον, νεοπαγές και κοπτερόν σκάφος του, να προσπεράση τας δύο λέμβους, να τας αφήση «στα μπούνια» ρίπτων «κολοκυθάναις» οπίσω του. Αλλά προς καιρόν ωρτσάριζε και έκοπτε τον δρόμον του πλοίου. Όταν το τρία πλοία κάμψαντα τον κάβον εισέπλευσαν εις τον λιμένα, τότε, την ώραν καθ' ην επλησίαζαν εις την αποβάθραν, και ο κόσμος από της αγοράς τους εκύτταζε, τότε, δι' επιτηδείου χειρισμού, επειδή τα μελτέμια του θέρους έπιαναν εν μέρει εις τον ανατολικόν λιμένα της πολίχνης, έτρεξε και έμπροσθεν των λέμβων, ύψωσε την σημαίαν του, σκεπτόμενος ότι αυτός το κάτω-κάτω, ως ναυτικός, ήτο τόσον άξιος της τιμής ταύτης διά της σημαίας του ιδίου πλοίου του όσον και πας άλλος, επροσπέρασε τας δύο λέμβους, τας άφησε δέκα οργυιάς οπίσω, και ελθών ηγκυροβόλησε πρώτος, μετά κρότου, κράξας θριαμβευτικως προς τους επί των δύο λέμβων υποψηφίους και λοιπούς·
— Τ'ν καραβοκυρά σας!
ΣΤ'
Την πρωίαν εκείνην ο Μπάρμπ'-Αναγνώστης ο Συβίας, αφού εσυλλειτούργησε τον Παππα-Σωτήρην τον εφημέριον των τριών Ιεραρχών, εισώρμησεν, όπως πάντοτε συνήθιζεν, άμα τη απολύσει της λειτουργίας εις το ιερόν βήμα, διά να λάβη τον μισθόν του διά τα νε-να-να-νέ και τα τε-ρε-ρέμ τα οποία είχε συνεισφέρει προς συντέλεσιν της ιεράς μυσταγωγίας. Συνίστατο δε ο μισθός ούτος εις εν «ξάκρισμα» προσφόρου «διά τον καφέ» και εις ημίσειαν προσφοράν επιπλέον, την οποίαν αυθαιρέτως ελάμβανε, παρά τας διαμαρτυρίας του συγγενούς του ιερέως, θέτων αυτήν εις τον κόλπον του «για τη συβία». Ο Παππα- Σωτήρης δεν εθύμωνε τόσον διά την ημίσειαν προσφοράν και διά το ξάκρισμα, όσον διά την τόλμην του να εισβάλη εις το ιερόν βήμα «εξήντα χρόνων άνθρωπος, εν αμαρτίαις γηράσας». Αλλ' ο μπάρμπ'-Αναγνώστης από πεντηκονταετίας δεν είχε παύσει ούτε τον Παππα-Σωτήρην να συλλειτουργή ούτε εις το ιερόν βήμα να εισέρχεται.
Είτα, αφού έβαλεν εις τον κόλπον του την ημίσειαν προσφοράν «για τη συβία», φράσις εξ ης έλαβεν αρχήν και το παρωνύμιόν του, εξήλθεν υποσκάζων εκ του ιερού βήματος, κρατών εις την αριστεράν το «διά τον καφέν» ξάκρισμα, το οποίον ήρχισε και να μασσά, εμάζωξε και την φαιάν και πρώην ξανθήν κόμην του υπό την σκούφιαν, έλαβεν εκ του στασιδίου την ράβδον του κ' εξήλθεν εις την πλατείαν.
Η εκκλησία μόλις απείχεν εκατοντάδα βημάτων από της παραθαλασσίου αγοράς και της αποβάθρας. Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης κατέβη κούτσα—κούτσα, και εις τον δρόμον πρώτον συνήντησε δύο παιδία του δρόμου παίζοντα εις τον περίβολον της εκκλησίας, τα οποία ηπείλησε με την ράβδον του και τα εδίωξε μακράν του ναού. Είτα επερίπαιξεν ένα γύφτον, τον οποίον συνήντησε μεθυσμένον, άγοντα έωθεν τα προεόρτια των εκλογών, και κατόπιν επείραξε μίαν χήραν «απασπάλωτην», την οποίαν είδε καταβαίνουσαν διά πλαγίου δρόμου εις τον βράχον τον πέραν της αγοράς, ξεκάλτσωτην και με κοντό φουστάνι. Είτα, πριν φθάση εις το καφενείον, είδεν έν κόττερον και δύο μεγάλας λέμβους, αίτινες είχαν φθάσει, και την στιγμήν εκείνην ηγκυροβόλουν προ της αποβάθρας.
— Α! θα είνε οι υποψήφιοι, είπε· και αφού εκαλημέρησε δύο ή τρεις λεμβούχους ή αλιείς, οίτινες εκάθηντο έξωθεν του καφενείου καπνίζοντες ναργιλέν, τους ηστεΐσθη λέγων: «Για σας έφεξε πάλι· εσείς είστε οι σπορίτες του χωριού», αισθανόμενος μεγάλην επιθυμίαν να εναλλάξη τα δύο αρκτικά σύμφωνα της λέξεως, αλλά μη τολμών διά να ξεθυμάνη όμως, όταν είδε τρεις ή τέσσαρας γέροντας, καθημένους σοβαρώς εντός του καφενείου, επί υψηλού και πλατέος σανιδένιου καναπέ, χωρίς να φθάνη η πλάτη των ν' ακουμβήση εις τον τοίχον, και με τους πόδας μετεώρους εις το κενόν, υπεράνω της μακράς τάβλας της φραττούσης την υπό τον καναπέν καρβουνοθήκην, τους έδειξε προς τους λεμβούχους λέγων: «Κυττάξτε, κείνοι είνε οι κοπροδήμιδες, οι Προεστοί του τόπου. Δεν σας φαίνονται σαν τα μικρά παιδιά που κάνουν κουρμαντέλα;».
Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης ο Συβίας υγιής τους πόδας, είχε κουτσαθή προ ολίγον ετών υπό τίνος οργίλου και φιλεκδίκου χωρικού, τον οποίον είχε παραφορτώσει με τα σκώμματά του.
Με όλον όμως το πάθημα, δεν ηδυνήθη να επιβάλη χαλινόν εις την γλώσσαν του, και εις τους ελέγχοντας αυτόν οικείους έλεγεν·
— Η ψυχή θα βγη πρώτα, κ' ύστερα το χου.
Είτα παρήγγειλε τον καφέν του, και ειξεύρων ότι έπρεπε να περιμένη είκοσι λεπτά της ώρας εωσού κατορθώση να του τον ψήση ο γέρο-Ακούκατος, ο καφετζής, μετέβη χωλαίνων εις την αποβάθραν, όπου είχαν συναχθή άνδρες τινές και παιδία ξυπόλητα πολλά, όπως ίδωσι και θαυμάσωσι τους υποψηφίους.
Την στιγμήν εκείνην απεβιβάζοντο εκ της λέμβου οι υποψήφιοι.
Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης έκραξε προς αυτούς·
— Καλώς ορίστε!
Και ευθύς προσέθηκε·
— Πόσα καντάρια ρουβάδα (2) έχετε;
Γενικός καγχασμός υπεδέχθη την ερώτησιν.
Είτα επανέλαβε·
— Δεν ακούτε; Μας φέρατε πολλή ρουβάδα; πόσην έχει ο καθένας σας;
Ο γέλως επανελήφθη, αλλ' ουδεμία απάντησις εδόθη.
Και τρίτον ηρώτησε·
— Έχετε δηλωτικό για τη ρουβάδα;
Οι υποψήφιοι γελώντες ηνείχοντο το άκακον σκώμμα του μπαρμπ' -Αναγνώστη, προσηνείς άλλως νησιώται και αγαπώντες τα αστεία.
Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης εψιθύρισε, μετά προσποιήτου οργής·
— Κάμετε καλά με τον κουμμερνιάρη, εγώ δεν ανακατώνουμαι.
Και στρέψας την ράχην, απήλθε χωλαίνων να πίη τέλος τον καφέν του, αφού είχε καταφάγει ήδη εξ ανυπομονησίας το ξάκρισμα, και θα ηναγκάζετο ίσως να βάλη χείρα εις το ήμισυ της προσφοράς, το προωρισμένον διά την συμβίαν.
Οι υποψήφιοι, ο Γεροντιάδης, ο Αλικιάδης, ο Αβαρίδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, δεχόμενοι τους χαιρετισμούς και τας χειραψίας των εντοπίων, συνοδευόμενοι από τον Μανώλην τον Πολύχρονον και από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, οίτινες είχον ταχθή ως χωροφύλακες εκ δεξιών και αριστερών του Χαρτουλαρίου, και δεν άφιναν να κάμη βήμα, ήλθαν και έπιον καφέν εις το αυτό καφενείον του γέρο-Ακούκατου, και ακολούθως χωρισθέντες μετέβησαν ανά δύο προς τους εις προϋπάντησιν ελθόντας φίλους των. Όσον διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος, βλέπων την προς αυτόν σπουδήν και προσπάθειαν και των δύο κομμάτων, αντιπροσωπευομένων επισήμως από τον Λάμπρον τον Βατούλαν και από τον Μανώλην τον Πολύχρονον, εθεώρησε τώρα παρά ποτε βεβαιοτέραν την επιτυχίαν και ασφαλεστέραν την θέσιν του. Επίστευε δε ότι αμφότερα τα κόμματα, Ανδρογυνοχωρίστραις και Χαλοσοχώρηδες, θα τον εψήφιζαν μονοκούκι, ώστε και αν εμειονοψήφει εις τους άλλους δήμους, εδώ όμως θα έβγαινε παμψηφεί.
Όχι τόσον ροδίνας τας προβλέψεις, παρά τας παχείας υποσχέσεις τας οποίας ελάμβαναν, είχαν ο Καψιμαΐδης και ο Αβαρίδης. Ούτοι οι δύο εθεωρούντο παρά πάντων ως υποψήφιοι παραπληρωματικοί· οι δυνατώτεροι εκ των τεσσάρων ήσαν ο Γεροντιάδης και ο Αλικιάδης. Άλλως δε ήξιζαν, κατά την κοινήν ομολογίαν, ν' αντιπροσωπεύσωσιν οι δύο ούτοι την επαρχίαν. Ο Γεροντιάδης είχε διαπρέψει ήδη ως βουλευτής, αρνηθείς παν ρουσφέτιον εις τους μη στενούς φίλους, διά να υπηρετήση τα γενικά του έθνους συμφέροντα. Ο δε Αλικιάδης είχε διατελέσει και αυτός βουλευτής άλλοτε και είχε διακριθή. Δεν ήτο άνθρωπος να πηγαίνη στα χαμένα. Ήθελε «σίγουρες δουλειές». Ήτον ικανός να εξοδεύση και δέκα πέντε χιλιάδας, και είκοσι χιλιάδας διά να επιτύχη. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής θα ωφελείτο είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας, το ολιγώτερον. Α! ήτο πολύ «κουλοπετσωμένος». Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίση υπάλληλον, θα του έλεγε «μ' δίνεις τα μισά;» πριν αποφασίση να δώση μπιλλιέτο. Νέτα σκέτα, «σίγουρες δουλειαίς». Και αν κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστή από παλαιόν καιρόν τίποτε ψωροδραχμαίς, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να υπογράψη εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις υπερεξοφλήσεως. Αλλ' αυτά ήσαν δευτερεύοντα και ανάξια λόγου. Ό,τι απετέλει την δύναμιν του Αλικιάδου ήτο ο πόθος υφ' ου εφλέγετο να φανή χρήσιμος εις την εκτέλεσιν δημοσίων έργων της επαρχίας. Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευαστή παρά την πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Αλλά τώρα είχεν αρχίσει να συναιτερίζεται κρυφά με τους εργολάβους. Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως. Με τον έφορον, τον οποίον είχε φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθή σαφέστατα: «θα σε διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσης από την ξύλευσιν του δάσους». Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς χαρακτήρας, ους ηδύνατό τις να επιθυμήση διά μεγάλην επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το πολάτι των Σαράντα Δράκων ή με το Κάστρο της Ωρηάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν της θαλάσσης, κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, συντελεσθή το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν απόφασιν «αμέτ Μουαμέτ», να βάλη τη δουλειά εμπρός. Α! δεν τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανή χρήσιμος εις την επαρχίαν του.
Αφού έπιον διπλούς καφέδες κ' εδέχθησαν προσρήσεις οι πέντε υποψήφιοι, μετέβησαν, ως είπομεν, έκαστος προς επίσκεψιν των φίλων. Ήσαν και οι πέντε υψηλοί, φραγκοφορεμένοι, ηλιοκαείς, με υψηλά καπέλλα, τα οποία εφόρουν όλοι τόσον στραβά, ώστε το αριστερόν ωτίον εκαλύπτετο όλον, και μόνον το δεξιόν ήτο ορατόν, ελευθέρως αναπτυσσόμενον. Τούτο ιδών είς των εντοπίων, θέλων να ευφυολογήση ακαίρως λίαν, είπεν ότι και οι πέντε ήσαν «μ' έν' αυτί».
Ζ'
Την πρωίαν της Παρασκευής, αφού έμειναν επί τεσσαράκοντα ώρας ψηφοθηρούντες και συνεννοούμενοι μετά των φίλων, ανεχώρησαν επιστρέφοντες εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας οι πέντε υποψήφιοι. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος είχεν εκφράσει την επιθυμίαν να μείνη κατά την ημέραν της εκλογής εν τω δήμω, ελπίζων να λάβη πλείονας ψήφους διά της παρουσίας του, βασίζων την επιτυχίαν του επί της εν τω δήμω τούτω υπεροχής. Αλλ' ο Λάμπρος ο Βατούλας, προς όν μεγάλην έτρεφεν υπόληψιν ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος μεθ' όλας τας ραδιουργίας και διαβολάς, ας έβαλεν εις πράξιν προσπαθών να τον υποσκελίση ο Μανώλης ο Πολύχρονος, ο Λάμπρος, λέγω, ο Βατούλας αντέστη λίαν επιμόνως και τον απέτρεψε, λέγων ότι, εκεί, εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, όπου είνε και οι περισσότεροι ψήφοι, ήτον αναγκαιοτέρα η παρουσία του, διά να μη τον ρίξουν κάτω ο Αβαρίδης και ο Καψιμαΐδης. Όσον απέβλεπε τα εδώ, αυτός, επιθέτων εις το στέρνον την χείρα, τον έπαιρνεν επάνω του. Από εδώ ήτο σίγουρος βουλευτής, του το έδιδεν εγγράφως· εκεί να κυττάξη, πέρα εκεί, να μη τους φάνε, τα μάτια του τέσσερα. Ο Χαρτουλάριος επείσθη δους τα πιστά εις τον Λάμπρον, και ανεχώρησε μετά των άλλων.