Part 2
Οι δε πολιορκούμενοι, αφού εστερεώσαν την πύλην διά νέων στηριγμάτων, συνήλθον εις νέαν σύσκεψιν περί του πρακτέου. Περί παραδόσεως ουδείς εσκέπτετο, όλων θεωρούντων προτιμότερον τον θάνατον. Αλλ' ηπόρουν πώς εγκατελείφθησαν αβοήθητοι παρά των έξω. Τι αρά γε να συνέβαινε; Μήπως ο Μουσταφάς εξαπέστειλε τόσον στρατόν εις τας επαρχίας, ώστε να παρακωλύση πάσαν κίνησιν των επαναστατών; Έπρεπε να μάθωσι τι συνέβαινε, ίνα αποθνήσκοντες είνε τουλάχιστον ανακουφισμένοι από το βάρος της υποψίας, ότι οι αδελφοί των δεν επροθυμοποιήθησαν να τους βοηθήσουν. Έπρεπεν οπωσδήποτε να καταστήσουν γνωστήν εις τους έξω την ακροσφαλή αυτών θέσιν και την απόφασιν αυτών ν' αντιστώσι μέχρι θανάτου, ίνα σπεύσωσιν εις βοήθειάν των εφ' όσον ακόμη ήτο καιρός, διότι προέβλεπον ότι την επιούσαν οι Τούρκοι θα επεχείρουν την αποφασιστικήν έφοδον, εις ην η μονή, διάτρητος ως ήτο εκ των οβίδων, δεν θα κατώρθωνε ν' αντιστή. Τρεις εκ των ανδρών, ο Παπά Κρανιώτης, ο Παύλος Κούβος και ο Αδάμης Παπαδάκης, διακρινόμενοι επί ωκυποδία, ανέλαβον να διέλθωσι διά της πολιορκητικής γραμμής και μεταβαίνοντες ο μεν εις το Μυλοπόταμον, οι δε εις τας άλλας επαρχίας, δώσωσιν επιστολάς του Ηγουμένου και των Επιτρόπων προς τους Καπετανέους, επιστρέψωσι δε προ της αυγής διά να φέρωσιν απαντήσεις.
Οι τρεις ούτοι, φορέσαντες λευκά σαρίκια, διά να φαίνωνται ως Τούρκοι, και αποβαλόντες τα υποδήματά των, εξήλθον από το πορτάκι. Επειδή δε είχε συμφωνηθή να πυροβολήσουν τρις εξ ωρισμένου σημείου, άμα θα διέβαινον τας τουρκικάς γραμμάς σώοι, ο Ηγούμενος ανέβη εις τον θόλον του ναού, άλλοι δε εις το υψηλότερον μέρους του τείχους και ανέμενον το σύνθημα. Οι τρεις πυροβολισμοί ηκούσθησαν μετ' ολίγον και οι εναγωνίως αναμένοντες ανεφώνησαν κάμνοντες τον σταυρόν των:
— Δόξα σοι ο Θεός!
Ο ουρανός ήτο ανέφελος, κατά την νύκτα δ' εκείνην παρουσίαζεν έκτακτον και καταπληκτικόν θέαμα. Άπειροι διάττοντες διέτρεχον το στερέωμα καθ' όλας τας διευθύνσεις, ως πυρά μάχης. Το θέαμα τούτο, το οποίον εθεωρήθη ως σημείον υπό των πολιορκουμένων, επηύξησε την μελαγχολίαν αυτών. Αλλά καίτοι ήσαν περίλυποι και κατάκοποι, έμειναν αγρυπνούντες και μόνον εις την προσευχήν εζήτησαν ανακούφισιν.
Αφού εψάλη δέησις εις τον ναόν, ο Γαβριήλ ωμίλησεν ως εξής:
«Αδελφοί μου, έχετε πίστιν εις τον Θεόν και θα σωθώμεν. Μη φοβήσθε την δύναμιν του εχθρού. Εάν ο εχθρός είναι δυνατός ο Θεός είναι παντοδύναμος. Και ο Θεός, όστις εβύθισε τους στρατούς του Φαραώ εις την Ερυθράν, δύναται επίσης να καταστρέψη τους στρατούς του Μουσταφά. Ο Θεός όστις εδυνάμωσε τον βραχίονα του μικρού Δαυίδ διά να καταβάλη τον γίγαντα Γολιάθ, θα δώση και εις ημάς τους ασθενείς την δύναμιν να νικήσωμεν τον ισχυρόν αντίπαλον.
«Αλλά και αν ο Θεός άλλως θελήση, ας παρηγορηθώμεν και ας χαρώμεν, διότι ημάς εδιάλεξε διά την υψηλήν θυσίαν υπέρ πίστεως και πατρίδος. Τάχα αργά ή γρήγορα δεν θ' αποθάνωμεν; Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού. Προτιμότερον λοιπόν ν' αποθάνωμεν ως μάρτυρες της πίστεως και της πατρίδος, ίνα, όχι μόνον η ψυχή μας μείνη αθάνατος εις τους ουρανούς, αλλά και η μνήμη μας επί της γης εις τον σεβασμόν των ομοεθνών μας. Ο θάνατός μας, όστις εις άλλην περίστασιν θα είναι ανωφελής, τώρα θα γίνη πρόξενος μεγάλου καλού· θα σώση την πατρίδα μας.
»Και τώρα, αδελφοί μου, ας συγχωρήσωμεν και ασπασθώμεν αλλήλους και ας ζητήσωμεν συγχώρησιν παρά του Θεού. Έπειτα δε ας πράξωμεν επί τέλους το καθήκον ημών προς την ιεράν ημών πίστιν και την πατρίδα και ας γείνη το θέλημα του Θεού.»
Έπειτα τους ηρώτησεν αν όλοι ήσαν έτοιμοι διά το υπέρτατον τούτο καθήκον και όλοι απήντησαν ότι ακλόνητοι θα έφθανον εις τον θάνατον, αν απέβαινεν αδύνατον να φθάσωσιν εις την νίκην.
— Προτιμώμεν ν' αποθάνωμεν και να ταφώμεν εδώ όλοι, παρά να παραδοθώμεν εις τον εχθρόν, ήτο η θέλησις όλων.
Και εις τα μέτωπα πάντων έλαμπεν ήδη ο στέφανος του μαρτυρίου, τα δε βλέμματα των είχον το ακτινοβόλημα του ενθουσιασμού, με το οποίον οι μάρτυρες του χριστιανισμού εδέχοντο ψάλλοντες τας βασάνους και τον θάνατον.
Κατόπιν ετελέσθη η ιερά μυσταγωγία και πάντες μετέλαβον των αχράντων μυστηρίων. Εξηκολούθησαν δε αγρυπνούντες και αναμένοντες τους απεσταλμένους. Αλλ' αρά γε θα κατώρθωνον να διέλθουν και πάλιν απαρατήρητοί διά μέσου του τουρκικού στρατοπέδου; Ο κίνδυνος ούτος και η αβεβαιότης εκράτει εις ανησυχίαν τους εν τη μονή. Και αφού παρήλθον ώραι τινες, ο Ηγούμενος και άλλοι ανέβησαν επί τον θόλου και των τειχών και ηκροώντο εις τον σιγήν της νυκτός. Έξαφνα διακρίνουν ένα ερχόμενον. Ήτο ο Αδάμης Παπαδάκης. Έσπευσαν προς αυτόν και τον υπεδέχθησαν εις το πορτάκι με περίπτυξιν χαράς.
Αλλ' ο Αδάμης δεν ήτο κομιστής χαροποιών ειδήσεων. Οι καπεταναίοι τους οποίους είδε του διηγήθησαν περίλυποι πως η καταιγίς εματαίωσε τα σχέδιά των και πως όσοι ηδυνήθησαν να πλησιάσωσιν έβλεπον μακρόθεν τον αγώνα και τον κίνδυνον του Αρκαδίου, χωρίς να δύνανται να βοηθήσουν.
— Καλλίτερα, έλεγον, να ήμεθα και 'μείς μέσα στ' Αρκάδι ναποθάνωμεν. Μήπως δεν ήτο θάνατος να βλέπωμεν από μακράν και να μη μπορούμε να κάμωμεν τίποτε; Αλλά θα έλθωμεν και αύριον και ο Θεός βοηθός. Εστείλαμε γράμματα εις όλα τα χωριά να συναφθούμε το πρωί μπροστά στο Αρκάδι.
Μετ' ολίγον έφθασε και ο Κούβος, όστις εκόμιζεν επιστολάς τα αυτά διαλαμβανούσας. Τον Κορωναίον εύρεν εις το χωρίον Κλησίδι προσπαθούντα να συναθροίση οπλίτας, ίνα μεταβή την επιούσαν εις βοήθειαν τον Αρκαδίου. Επειδή δε εκ της μονής τού έγραφον ότι «σταθεράν απόφασιν είχον να εγκαρτερήσωσι μέχρι θανάτου», απήντησεν ως εξής: «Θέλομεν πράξει παν το δυνατόν όπως έλθωμεν εις βοήθειάν σας, αλλά μη όντες εις θέσιν να σας βεβαιώσωμεν περί τούτου, πράξετε ό,τι η συνείδησις σας υπαγορεύει».
Ο Παπά Κρανιώτης, βραδύνας διότι διέτρεξε μεγαλειτέραν απόστασιν, επέστρεψε περί τα χαράγματα. Εννοηθείς δε παρά των Τούρκων κατεδιώχθη και εκινδύνευσε να συλληφθή ή να φονευθή και ούτω δεν κατώρθωσε να εισέλθη εις την μονήν (4).
Αφού ανέγνωσαν τας επιστολάς, τας οποίας εκόμισαν οι δύο απεσταλμένοι, οι πολιορκούμενοι συσκεφθέντες απεφάσισαν ν' ανορύξωσιν υπόνομον. Εις τούτο δε ειργάσθησαν κατά τας υπολοίπους ώρας της νυκτός, θέσαντες εις την υπόνομον δώδεκα βαρέλια πυρίτιδος.
Ο δε Μουσταφά πασάς, προβλέπων ενδεχομένην συνάθροισιν των επαναστατών, και επίθεσιν εναντίον αυτού την επιούσαν, εσκέφθη να μη αφήση εις αυτούς τον προς τούτο καιρόν, επισπεύδων την εκπόρθησιν του Αρκαδίου. Διά τούτο από του όρθρου ο στρατός αυτού ευρίσκετο επί ποδός· και πριν ακόμη εξημερώση, επανελήφθη η επίθεσις. Το πυρ του πυροβολικού διηυθύνετο και πάλιν συγκεντρωμένον κατά της πύλης του μοναστηρίου, ήτις ως ήτο από της προτεραίας ετοιμόρροπος και διερρηγμένη, δεν εβράδυνε να καταπέση εις συντρίμματα. Μετ' ολίγον δε ηνοίγετο ευρύ ρήγμα και εις το τείχος.
Και τότε αι σάλπιγγες του εχθρού εσήμαναν γενικήν έφοδον. Με φρικτόν δε αλλαλαγμόν, όρμησαν πανταχόθεν κατά της μονής τα άγρια των Τούρκων πλήθη.
Οι υπερασπισταί όμως του Αρκαδίου, ατρόμητοι εις τας θέσεις των, κατά την φοβεράν εκείνην στιγμήν, εθέριζον τας πυκνάς των Τούρκων φάλαγγας. Αλλά και οι Τούρκοι ακλόνητοι προχωρούντες έφθασαν εις τα πρόθυρα της μονής και ώρμησαν εις το ρήγμα της πύλης. Εκεί ο Ηγούμενος περιστοιχούμενος υπό δρακός ηρώων ανέκοψε ξιφήρης την ορμήν αυτών και φοβερά συμπλοκή στήθος προς στήθος συνήφθη εις τον στενόν εκείνον χώρον.
Την στιγμήν εκείνην κρότος μέγας ηκούσθη, το έδαφος εσείσθη ως υπό σεισμού φοβερού και μία πλευρά του τείχους ανετινάχθη και κατέπεσε θάψασα υπό τον όγκον αύτης τους συνωθουμένους προ του περιβόλου Τούρκους. Η υπόνομος είχεν αναφλεγή. Εις σύνθημα δοθέν παρά του Γαβριήλ, είς των πλησίον αυτού μαχητών ονόματι Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης, εκ του χωρίου Άδελε της Ρεθύμνης, κατήλθεν εις την υπόνομον και πυροβολήσας εις την πυρίτιδα την ανέφλεξε, γενόμενος αυτός το πρώτον θύμα.
Αλλ' εκτός των Τούρκων και πολλοί εκ των πολιορκουμένων εύρον τον θάνατον υπό τα ερείπια. Το αποτέλεσμα όμως της εκρήξεως δεν υπήρξεν όσον το ανέμενον οι πολιορκούμενοι καταστρεπτικόν. Η προσδοκία αυτών ήτο ν' ανατιναχθή ολόκληρος η μονή μετά της περιοχής αυτής, αλλ' ανετινάχθη μόνον μέρος αυτής.
Η έκρηξις αύτη επέφερε πανικόν εις τους Τούρκους, οίτινες ωπισθοδρόμησαν ατάκτως, νομίζοντες ότι το έδαφος ολόκληρον ήτο υπονομευμένον και θα ηνοίγετο να τους καταπίη. Εκ τούτου δ' επήλθε βραχεία της πάλης διακοπή. Κατά τας στιγμάς εκείνας είδεν η Δασκαλάκη τον Ηγούμενον έξαλλον, αγνώριστον εκ του καπνού της πυρίτιδος, με τα ράσα εις ράκη μεταβεβλημένα. Εκράτει γυμνόν γιαταγάνι. Και με φωνήν περίλυπον της είπε:
— Εσκοτώθηκαν τόσοι κ' εγώ ζω ακόμη. Δεν έρχεται μια μπάλλα να με σώση; Αλλά δεν θα πέσω ζωντανός στα χέρια των Τούρκων.
Ταύτα δε λέγων, εξήγαγε το περίαπτόν του και της το έδωκε, μεθ' ο έτρεξεν εις το ρήγμα, διότι οι Τούρκοι ανασυναχθέντες επήρχοντο εκ νέου. Και όσοι επέζησαν της καταστροφής του Αρκαδίου δεν τον επανείδον ζώντα. Τον επανείδον νεκρόν εν μέσω τουρκικών πτωμάτων διάτρητον υπό σφαιρών και ξιφισμών και έχοντα την κεφαλήν αποκεκομμένην.
Οι Τούρκοι, πατήσαντες επί των πτωμάτων των ολίγων ηρώων, οίτινες όρθιοι εις το ρήγμα και επί των καπνιζόντων ερειπίων προετάσσον το στήθος αυτών ως τελευταίον προμαχώνα κατά της εισβολής των εχθρών, εισώρμησαν εις την αυλήν. Αλλ' οι ζώντες ακόμη εκ των υπερασπιστών του Αρκαδίου, αποσυρθέντες εις τα κελλία, αντέταξαν εκείθεν την τελευταίαν άμυναν και έστρωσαν την αυλήν με τουρκικά πτώματα.
— Παραδοθήτε, μωρέ, να γλυτώσετε, εφώναζον προς αυτούς οι εντόπιοι Τούρκοι.
— Ώστε νάχωμ' ένα φυσέκι θα πολεμούμε, απήντων οι πολιορκούμενοι.
— Θα βάλωμε φωτιά να σας κάψωμε.
— Ό,τι σας περάση να μη ταφήσετε.
Εις έν των κελλίων ευρίσκετο ο Κωστής Δασκαλάκης μετά της μητρός και των συγγενών του. Ενώ δε από του παραθύρου εμάχετο, επληγώθη εις το μέτωπον και τ' αίμα περιέλουσε το πρόσωπόν του.
— Ω! ανεφώνησεν.
— Για τόσο πράμμα; του είπεν η μήτηρ του εξετάζουσα το τραύμα με την σπαρτιατικήν της αταραξίαν. Θέλεις να σ' ακούσουν να πουν πως εφοβήθηκες, γυιέ μου;
Προ του κελλίου είχε πέσει φονευθείς είς Τούρκος στρατιώτης· επειδή δε τα πολεμοφόδια των υπερασπιστών του κελλίου επλησίαζον να εξαντληθώσιν, ήνοιξαν την θύραν επί μίαν στιγμήν και έσυραν μέσα τον νιζάμην, επί του οποίου εύρον πυριτιδοβολάς τινας και δοχείον εκ λευκοσιδήρου περιέχον καφέ και ζάχαριν. Με το τελευταίον τούτο εύρημα κατώρθωσαν να καταπραΰνωσι μιαν αρτιγέννητον εγγονήν της Δασκαλάκη, ήτις κλαίουσα απαρηγόρητα, τους είχε τρελλάνει με τας κραυγάς της.
Η από των κελλίων αντίστασις διήρκεσεν επί ώραν ικανήν. Αλλά τα πολεμοφόδια των τελευταίων υπερασπιστών του Αρκαδίου εξηντλήθησαν, τα πλείστα δε των όπλων κατέστησαν άχρηστα. Εις την τραπεζαρίαν της μονής είχον κλεισθή περί τους 40 πολεμισταί, εξ ων πολλοί ήσαν πληγωμένοι. Όταν δε τα όπλα των ήρχισαν να σιγώσι, Τούρκοι εντόπιοι, οίτινες τους εγνώριζον, επλησίασαν και τους εκάλεσαν να παραδώσουν τα όπλα, διαβεβαιούντες αυτούς μεθ' όρκων ότι δεν είχον να φοβηθώσι τίποτε. Οι δυστυχείς εκείνοι επείσθησαν και εκ των παραθύρων παρέδωκαν τα όπλα, τα οποία άλλως ήσαν άχρηστα. Αλλ' οι Τούρκοι, επιορκούντες, εισώρμησαν, αφού τους αφώπλισαν, και τους κατέσφαξαν όλους, πλην ενός νέου, Εμμανουήλ Μπριλάκη ονομαζομένου, όστις προλαβών ανερριχήθη και εκρύβη εις την καπνοδόχην. Εκείθεν, μόλις κρατούμενος εκ του τρόμου, ήκουσεν ούτος τας κραυγάς των σφαζομένων και όλον τον φρικτόν θόρυβον της πάλης μεταξύ των αόπλων και των ωπλισμένων. (5)
Οι Τούρκοι εκάλεσαν και τους άλλους να παραδοθώσιν, αλλ' αν και ούτοι είχαν εξαντλήσει τα πολεμεφόδιά των, δεν παρεδίδοντο εις τους εντοπίους. Αι κραυγαί των παραδοθέντων εις την τραπεζαρίαν τους είχον ειδοποίησει περί της τύχης ήτις τους ανέμενε.
— Θα πάρετε πρώτα τις τελευταίες μας σφαίρες και έπειτα τα τουφέκια μας, απήντησεν ο Δημακόπουλος έκ τινος κελλίου.
Μόνον δε όταν ήλθε στρατός τακτικός, συγκατένευσαν να παραδοθώσιν. Αλλ' οι άτακτοι ορμώντες διά μέσου των στίχων του στρατού, εθανάτωσαν πολλούς, κατά την στιγμήν της παραδόσεως. Τινές μάλιστα αρπάσαντες νήπια από τας αγκάλας των μητέρων, τα διεμέλισαν.
Οι υπολειφθέντες εκ των πολιορκουμένων, ουχί περισσότεροι των 150, ωδηγήθησαν εις το στρατόπεδον του Μουσταφά, όστις είπε προς τους άνδρας, υποκρινόμενος ευαισθησίαν φιλανθρώπου:
— Δεν ελυπηθήκατε, μωρέ, τα παιδιά και τις γυναίκες; Φτου 'σας, εντεψίζηδες!
Ηρώτησεν έπειτα αν ο Κορωναίος ήτο εντός της μονής, και μαθών ότι ούτος είχε μείνει έξω της πολιορκίας, είπε:
— Κρίμα! άδικα 'χάσαμε τόσους ανθρώπους.
Μετά τούτο διέταξε να χωρισθώσιν οι ολίγιστοι άνδρες από τα γυναικόπαιδα, και ερωτών ένα έκαστον εκ των ανδρών αν ήσαν εθελονταί ή Κρήτες, εχώριζε και τούτους.
— Είσαι ξένος εσύ; είπε προς τον Δημακόπουλον.
— Είμαι στρατιώτης του Βασιλέως των Ελλήνων, απήντησεν ο ανθυπολοχαγός, όστις φορών την στολήν του, δεν ηδύνατο, και αν ήθελε, ν' αποκρύψη την ιδιότητά του.
— Και συ; ηρώτησε τον Κωνσταντίνον Δασκαλάκην, όστις εφόρει στολήν Έλληνος εθνοφύλακος.
— Στρατιώτης του Βασιλέως των Ελλήνων, απήντησε και ούτος.
Την αυτήν απάντησιν έδωκε και ο Βασίλης Αράπης ο σαλπιγκτής, είς στρατιώτης του ιππικού ονόματι Σπύρος και ο εκ Ρεθύμνου Νικόλαος Γαληνάκης.
Εις την ακολουθίαν του Πασά ήτο αγαθός τις Μωαμεθανός Ρεθύμνιος, όστις εγνώριζε τον Γαληνάκην, ως κάτοικον Ρεθύμνου. Γνωρίζων δε ότι οι εθελονταί θα εθανατώνοντο, ηθέλησε να τον σώση.
— Βρε δεν είσαι συ ο Νικολής ο Γαληνός από το Ρέθεμνο; Δεν είσαι ράφτης στο Ρέθεμνο; Γιάιντα δεν λες την αλήθεια;
Αλλ' ο Γαληνάκης, νομίζων ίσως ότι η σωτηρία του ήτο ασφαλεστέρα αν συγκατελέγετο εις τους εθελοντάς, επέμεινε διατεινόμενος ότι ήτο εθελοντής και στρατιώτης.
Οι ούτω αποχωρισθέντες ως εθελονταί παρεδόθησαν εις απόσπασμα στρατού, το οποίον, αφού τους απεμάκρυνε, τους περιεκύκλωσε και τους εφόνευσε διά λογχισμών. Έπειτα απεκόπησαν αι κεφαλαί των και εξεσφενδονίσθησαν εις το μέρος όπου εφυλάσσοντο τα γυναικόπαιδα.
Εν τω μεταξύ οι άτακτοι ελεηλάτουν και κατέστρεφον ό,τι έμενεν ακόμη εις το Αρκάδιον, και εβεβήλουν τον ναόν. Ευρόντες δε εις έν κελλίον τρεις βαθυγήρους μοναχούς, τυφλούς και παραλυτικούς εκ του γήρατος, τους έκαυσαν ζωντανούς. Ενώ δε ούτοι εις ταύτα κατεγίνοντο, μία των περιστερών, τας οποίας είχε φυγαδεύσει εκ του μοναστηρίου της μάχης η βοή και ο πάταγος, ήλθε κ' εκάθησεν επί του κωδωνοστασίου. Ιδών δε αύτην είς των Τούρκων, την επυροβόλησε και την εφόνευσε. Δεν έπεσεν όμως κάτω το πτηνόν, αλλ' έμεινεν επί της στέγης. Ο δε Τούρκος αναβάς διά να πάρη την περιστεράν, εύρεν ένα χριστιανόν, κρυπτόμενον μεταξύ των δύο θόλων του ναού, και τον εφόνευσεν.
Ο Μουσταφάς παρέμεινεν εις το οροπέδιον του Αρκαδίου διά να θάψη τους νεκρούς του, οίτινες πολυάριθμοι εκάλυπτον τα πέριξ και την αυλήν της μονής· τους δε αιχμαλώτους απέστειλε μετά μέρους του στρατού και των εντοπίων Τούρκων εις Ρέθυμνον.
Καθ' οδόν οι αιχμάλωτοι υπέφεραν μαρτύρια, ως να μη ήσαν αρκετά όσα είχον υποφέρει μέχρι τούδε. Οι παρακολουθούντες Τούρκοκρήτες τους επροπηλάκιζον παντοιοτρόπως. Επειδή όπως ήσαν εξηντλημένοι σωματικώς και ψυχικώς, τινές δε και πληγωμένοι, εσύροντο μάλλον παρά εβάδιζον, τους εκτύπων με τα όπλα διά να ταχύνουν το βήμα. Μόνον προς την Χαρίκλειαν Δασκαλάκη εφέρθησαν μετά τινος σεβασμού, διότι τινές των Τούρκων χωρικών την εγνώριζον, της προσέφερον μάλιστα και ημίονον να ιππεύση, αλλά δεν εδέχθη. Αλλ' όταν είδε να βασανίζουν τόσον βαρβάρως τους άλλους αιχμαλώτους, δεν ηδυνήθη να κρατήση την αγανάκτησίν της και είπε προς τους Τούρκους:
— Ανάθεμα τσι μπάλλες που μας αφήκανε ζωντανούς! Δε μάςε σκοτώνετε μια και καλή να γλυτώσωμε;
Είς των Τούρκων έσυρε την πιστόλα του.
— Έχεις και γλώσσα, γκιαούρισα, αί;
Και διηύθυνε το όπλον κατ' αυτής· επειδή δε οι άλλοι τον ημπόδισαν, ήρπασεν από την αγκάλην της Δασκαλάκη την μικράν της εγγονήν και την ετίναξεν εις απόστασιν. (6)
Εις το χωρίον Μέση απέθανόν τινες των τραυματισμένων αιχμαλώτων. Οι δε Τούρκοι εκάλεσαν ένα ιερέα να τους θάψη, ουχί εκ γενναιοψυχίας και σεβασμού προς τα ευγενή εκείνα θύματα, αλλά διά να λάβουν αφορμήν να υβρίσουν και την θρησκείαν αυτών. Καθ' ην ώραν λοιπόν ο ιερεύς ανεγίνωσκε τας ευχάς της εκκλησίας επί των νεκρών, οι Τουρκοκρήτες πλησιάζοντες τον εκολάφιζον, διότι τάχα δεν τάψαλλε καλά.
Οι ολίγοι άνδρες αιχμάλωτοι ήσαν δεμένοι. Μεταξύ δε αυτών ήτο και ο Κούβος, τον οποίον οι Τουρκοκρητικοί εμίσουν εξαιρετικώς, διότι ήτο φημισμένος διά την ανδρείαν του και προ της επαναστάσεως κατεδιώκετο υπό της Τουρκικής εξουσίας, διότι πολλούς εκ των θρασυτέρων Τούρκων είχε ταπεινώσει. Ήτο όμως τόσον μαυρισμένος και παραμορφωμένος, ώστε και όσοι εκ των Τούρκων τον εγνώριζον δεν τον ανεγνώρισαν μεταξύ των αιχμαλώτων. Ολίγον δε κατωτέρω της Μέσης, κατορθώσας να λύση τα δεσμά του, απεπειράθη να φύγη. Αλλ' οι Τούρκοι τον συνέλαβον και ανακαλύψαντες τότε ποίος ήτο, τον εθανάτωσαν κατά τρόπον φρικτόν, ακρωτηριάσαντες και διαμελίσαντες αυτόν.
Εις το Ρέθυμνον ο τουρκικός όχλος υπεδέχθη τους αιχμαλώτους με λοιδορίας και εμπτυσμούς. Ούτω δε τους συνώδευσε μέχρι του Διοικητηρίου, όπου οι μεν άνδρες ερρίφθησαν εις τας φυλακάς, αι δε γυναίκες και τα παιδία παρεδόθησαν, ενεργεία των προξένων, εις τον Επίσκοπον, ίνα κρατηθώσιν εις την Επισκοπήν. Και τα μεν γυναικόπαιδα μετ' ολίγας ημέρας αφέθησαν ελεύθερα, οι δε άνδρες εκρατήθησαν, επί μήνας εις την φυλακήν.
Δεν πρέπει να παραλείψω ότι είς των εν Ρεθύμνω Τούρκων, ο εξ Ηρακλείου Μουχαρέμ βέης, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος, μετά τόσης φιλανθρωπίας εφρόντισεν υπέρ των αιχμαλώτων του Αρκαδίου και τοιούτον ενδιαφέρον έδειξε δι' αυτούς, ώστε η διαγωγή του ενίσχυσε την υποψίαν την οποίαν είχον σχηματίσει περί αυτού εξ άλλων παραπλησίων εκδηλώσεων οι Τούρκοι, ότι ήτο χριστιανός εν τω κρυπτώ. Η υποψία δε αύτη επεβεβαιώθη βραδύτερον, όταν τα τέκνα του, καταφυγόντα εις την Ελλάδα, εβαπτίσθησαν.
ΤΕΛΟΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ
Ο Γέρω-Μαρτέν (Κορμών και Γκρανζέ) Δράμα. Πράξεις 3. Δρ. 1.20
Τόσκα (Victorien Sardou) Δράμα. Πράξεις 3. Δρ. 1. —
Οι βρυκόλακες (Ενρίκ Ίψεν) Δράμα. Πράξεις 3. Δρ. 1. —
Η Λύρα του Γέρω-Νικόλα (Δ. Κόκκου). Κωμειδύλ. Πρ. 3. Δρ. — .80
Ο μακαρίτης Τουπινέλ (Bisson). Κωμ. Διασκευή Ν. Λάσκαρη. Δρ. 1. —
Η Τιμή (Sudermann) Δράμα. Πράξ. 3. Μετάφρ. Χ. Αννίνου. Δρ. 1. —
Πατρίς! (Sardou) Δράμα. Πρ. 5. Μετάφρ. I. Καμπούρογλου. Δρ. 1.20
Η Καραντίνα (Ν. Λάσκαρη). Κωμωδία. Πράξεις 3. Δρ. 1.20
Αι δύο Ορφαναί (D' Ennery) Δράμα. Πράξ. 5. Μετ. Δ. Λάμπρου. Δρ. 1.20
Κωμωδίαι Μονόπρακτοι (Ν. Λάσκαρη). Δρ. 1.20
Ο Αλκάδης της Θαλαμέας (Calderon) Δράμα. Πράξεις 3. Μετάφρασις I. Καμπούρογλου Δρ. 1. —
Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας (Κορομηλά). Ειδύλ. Πρ. 5. Δρ. 1.20
Να το λέμε; (Labiche) Κωμωδία Πράξ. 3 Μετ. Ν. Λάσκαρη. Δρ. 1. —
Μονόλογοι — Καλαποθάκη — Δημητρακοπούλου — Δεληκατερίνη — Λάσκαρη — Καλογεροπούλου — Κοτσελοπούλου. Δρ. — .80
Οι δύο Λοχίαι (B. Daubigny). Δράμα. Πράξεις 3. Δρ. 1.20
Η Στρίγγλα (Ν. Αντωνοπούλου) Δραματ. ειδύλ. Πράξ. 4. Δρ. — 80
Οι Άτιμοι (Rovetta) Δράμα. Πράξ. 3. Μετάφρ. Χ. Αννίνου. Δρ.80
Ο Καπετάν Γιακουμής (Δ. Κόκκου). Κωμειδύλ. Πράξ. 4. Δρ. 1.20
Η Φαιδώρα (Vict. Sardou) Δράμα. Πράξεις 4. Δρ. 1.20
Η Γκόλφω (Σπ. Περεσιάδου). Δράμα ειδυλλιακόν. Πράξεις 5. Δρ. 1.20
Μαλλιά Κουβάρια (Νικ. Λάσκαρη) Κωμωδία. Πράξεις 3. Δρ. 1.40
Ο Σταυρός (Ιω. Νικολάρα} Δράμα. Πράξεις 3. Δρ. — .60
Η Χάϊδω (Π. Μελισσιώτου) Δραματικόν ειδύλλ. Πράξ. 3. Δρ. — .80
Η Θεία του Καρόλου (Brandon) Κωμ. Πράξ. 3. Μετ. Αννίνου. 1. —
Ο Γαμβρός μας (Λάσκαρη και Γιαννουκάκη) Κωμωδ. Πράξ. 3. 1.20
Ντροπαλός ερωτευμένος (Καμπούρογλου και Λάσκαρη) Κωμ. — .60
Σαμπινιόλ χωρίς να θέλη. Κωμωδ. Πράξ. 3. Μετ. Λάσκαρη. 1.40
Η Μήδεια (Σουβαρέν) Δράμα. Πράξ. 4. Μετάφρ. Κ. Κοκόλη. Δρ. 1.20
Η Λαμπαδοδρομία (Π. Ερβιέ) Δράμα. Μετ. Ηλ. Βεργοπούλου. 1.20
Έρωτος Θρίαμβος (Giacosa) Μύθος δραματικός. Μετάφρασις Αγησιλάου Γιαννοπούλου, ηπειρώτου. Δρ. — .60
Το Σπίτι της Κούκλας (Ίψεν) Δράμα Πράξ. 3. Μετ. Γιαννουκάκη. 1.40
Ο Υιός της Νυκτός (Sejour) Δράμα. Πρ. 4 μετά Προλόγου. Δρ. 1.20
Θυμιούλα η Γαλαξειδιώτισσα (Μελισσιώτου) Δραμ. ειδύλ. Πρ. 3. — .80
Μαρκέλλα (Πολ. Δημητρακοπούλου) Τραγωδία. Πράξεις 4. Δρ. 1.20
Οι Ιακωβίται (Fr. Coppée) Δράμα. Πράξ. 5 Μετ. Τσοκοπούλου 1. —
Νυξ Ελεημοσύνης (Ιω. Βουλοδήμου) Δράμα. Πράξεις 3. Δρ. 1. —
Ο Ράπτης των Κυριών (Feydeau) Κωμ. Πρ. 3. Μετ. Γιαννακάκη 1.20
Από τη Γη 'ς τον Ουρανό (Δημητρακοπούλου) Κωμ. Πράξ. 3. 1.20
Κωμωδίαι (Ν. I. Λάσκαρη). Σειρά Δευτέρα. Δρ. 1. —
Η Λοκαντιέρα (G. Goldoni) Κωμ. Πράξ. 3. Μετ. Ποριώτη. Δρ. 1.40
Ο Δον Κιχώτης (Στρατηγοπούλου) Ιλαροτραγωδ. Πράξ. 5. Δρ. 1.40
Ο Μπάρμπα-Λινάρδος (Δ. Κόκκου) Κωμειδύλ. Πράξ. 3. Δρ. 1. —
Το Στοιχειό (Calderon) Δράμα εις Ημέρας 3. Μετ. Καμπούρογλου. 1. —
Οι Ιππόται της Ομίχλης (D' Ennery) Δράμα. Πράξ. 5. Δρ. 1.40
Aγαθόπουλος ο Ξηροχωρίτης (Μολιέρου) Κωμ. Πράξ. 3. Δρ. — .80
Για την Τιμή (Χρ. Χρηστοβασίλη) Τραγωδία. Πράξ. 4. Δρ. 1 —
Νικηφόρος Φωκάς (Π. Δ. Ζάνου) Τραγωδία. Πράξεις 3. Δρ. 1.20
Η Χήρα (H. Meilbac και Halevy) Κωμωδ. Πράξ. 3. Δρ. 1. —
Δραμάτια (Νικ. I. Λάσκαρη). Να με Ζηλεύης. — Οι Έντιμοι. — Το Μαυσωλείον. Δρ. 1. —
Το Μπαλόνι (J. Darnley και G. Fenn) Κωμωδ. Πράξ. 3. Δρ. 1.20
Ταρτούφος (Μολιέρου) Κωμωδία. Μετάφρ. I. Σκυλίσση. Δρ. 1.40
Πικ-Νικ (Ν. I. Λάσκαρη και Γ. Κ. Πωπ) Κωμωδ. Πράξ. 3. Δρ. 1.20
Ο Πολιτικός Ανεμόμυλος (Gondinet) Κωμ. Διασκ. Ν. Λάσκαρη. — .60
Γένος Και Καρδία (Π. Δ. Ζάνου) Δράμα. Πράξεις 4. Δρ. — .80
Ο μνηστήρ της Αρχοντούλας (Αλ. Ρ. Ραγκαβή) Κωμ. Δρ. — .80
ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
H Βιβλιοθήκη αύτη γραφείσα υπό διακεκριμένων λογίων μας περιλαμβάνει εν μονογραφίαις τας ωραιοτέρας και συγκινωτέρας σελίδας της ελληνικής ιστορίας και αποτελεί το κατ' εξοχήν εθνικόν ανάγνωσμα διά πάντα Έλληνα. Έκαστον τεύχος εκ σελίδων 32 σχημ. 16ου, αποτελούν αυτοτελή πραγματείαν, τιμάται λεπτών 35.
Οδυσσεύς Ανδρούτσος (Το Χάνι της Γραβιάς) υπό Μπάμπη Αννίνου.
Γεώργιος Καστριώτης ο Σκενδέμπεης υπό Ηλ. Οικονομοπούλου.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπό Γ. Τσοκοπούλου.
Ο θάνατος του Παπαφλέσσα υπό Ιω. Π. Πετρουνάκου.
Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος υπό Δ. Ι. Καλογεροπούλου.
Ο Λόρδος Βύρων υπό Θεοδ. Γ. Κυπρίου.
Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, υπό Γ. Τσοκοπούλου.
Πολιορκία και έξοδος του Μεσολογγίου υπό Ευαγ. Παντελίδου.
Αναμνήσεις εκ της εν Μακεδονία επαναστάσεως του 1878, υπό Ιδομενένως Στρατηγοπούλου
Η ολοκαύτωσις του Αρκαδίου, υπό Ιω. Κονδυλάκη.
Η άλωσις της Κύπρου υπό των Τούρκων, υπό Γ. Φραγκούδη.
Η πολιορκία της Ακροπόλεως (3 Μαΐου 1826 — 25 Μαΐου 1827), υπό Γεωργ. Ασπρέα.
Πολιορκία και άλωσις της Τριπολιτσάς, υπό Γ. Τσοκοπούλου.
Η Κυρά Φροσύνη, υπό Σπυρ. Ποταμιάνου.
Αθανάσιος Διάκος, υπό Τίμ. Μωραϊτίνη.
Η καταστροφή των Αλβανών εν Ναυπλίω (1779), υπό Γ. Αντωνοπούλου.
Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων. Οι τρεις Πύργοι. Επεισόδιον. Υπό Πολ. Δημητρακοπούλου.
Ο Κατσαντώνης υπό Χρ. Χρηστοβασίλη.
Η άλωσις της Γραμβούσας (Επανάστασις του 1821 εν Κρήτη) υπό Ιω. Κονδυλάκη.
***
1) Ο σημερινός ναός δεν φαίνεται πολύ παλαιά οικοδομή. Σώζονται όμως ίχνη αρχαιοτέρας οικοδομής.
2) Κατά την επανάστασιν εκείνην έμελλε να χάση τρεις υιούς, πεσόντας εις τας μάχας.
3) Η σημαία αύτη διασωθείσα φυλάσσεται υπό τον εγγονού της κ. Στυλ. Δασκαλάκη.
4) Ο ανδρείος ούτος ιερεύς εφονεύθη μετά τινας μήνας εις μίαν μάχην εν Μυλοποτάμω.
5) Οι Τούρκοι τον ανεκάλυψαν μετά τινας ώρας εις την καπνοδόχην, αλλά τον έσωσε λοχαγός τις του τακτικού στρατού. Μετά την επανάστασιν εχειροτονήθη ιερεύς, αλλά μετά τινα καιρόν παραφρονήσας απέθανε.
6) Εκ της πτώσεως εκείνης έπαθε κάταγμα η κνήμη του βρέφους, εξ ου διετήρησε και κατόπιν μικράν βλάβην χωλαίνουσα ολίγον. Σήμερον είναι διδασκάλισσα η εγγονή της Χαρίκλειας Δασκαλάκη, ονομαζομένη Παρασκευή Δαμουλάκη.
End of Project Gutenberg's Arkadi's Holocaust, by Ioannis Kondylakis