Η ολοκαύτωσις του Αρκαδίου

Part 1

Chapter 166 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. The footnotes have been placed at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του κειμένου.

ΑΡΙΘ 3

ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

Η ΟΛΟΚΑΥΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ 1904

Ιδιοκτησία του εκδότου. — Απαγορεύεται η ανατύπωσις.

Η ΟΛΟΚΑΥΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ

Η μονή του Αρκαδίου, ολίγας ώρας απέχουσα του Ρεθύμνου, κείται επί μικρού οροπεδίου, το οποίον ουδεμίαν έχει φυσικήν οχυρότητα, αλλ' ένεκα του ισχυρού του περιβόλου και της κεντρικής του θέσεως εχρησίμευσε καθ' όλας τας κρητικάς επαναστάσεις εις συναθροίσεις επαναστατικάς και ως πρώτον καταφύγιον των γυναικοπαίδων.

Είναι μία των αρχαιοτέρων και πλουσιωτέρων μονών της Κρήτης. Η χρονολογία όμως της ιδρύσεως της δεν είναι θετικώς γνωστή. Επανειλημέναι καταστροφαί, κατά τας διαφόρους επαναστάσεις και τας έξωθεν επιδρομάς, εξηφάνισαν παν μνημείον γραπτόν και εγχάρακτον, δυνάμενον να διαφωτίση την αρχαιοτέρα ιστορίαν της μονής.

Υπάρχει μόνον παράδοσις, καθ' ην το Αρκάδι εκτίσθη επί του αυτοκράτορος Αρκαδίου και εις μνήμην αυτού ωνομάσθη Αρκάδιον· αλλ' είναι ενδεχόμενον η παράδοσις να εσχηματίσθη εξ εικασίας από το όνομα της μονής. Οπωσδήτοτε η παράδοσης αύτη αναφέρει ότι το Αρκάδι εκτίσθη υπό την επιστασίαν της αρχαιοτάτης μονής του Αγίου Αντωνίου, ήτις σώζεται και σήμερον, εις απόστασιν ημισείας ώρας, ως μετόχιον του Αρκαδίου. Κατά την μαρτυρίαν δε ταύτην, το Αρκάδι εκτίσθη το 395 και η πρώτη καταστροφή την οποίαν υπέστη συνέβη κατά την κατάληψιν της νήσου υπό των Σαρακηνών εν έτει 823 (1).

Όταν οι Τούρκοι επήλθον κατά της ενετοκρατουμένης Κρήτης, ο ηγούμενος του Αρκαδίου Πατελάρος έσπευσε και υπέβαλεν υποταγήν εις τον αρχηγόν του προελαύνοντος εναντίον του Χάνδακος τουρκικού στρατού. Ούτος δε εις ανταμοιβήν έδωκε προνόμιά τινα εις την μονήν, εξασφαλίζοντα τας κτήσεις και τα δικαιώματά της. Εξαιρετικώς εις το Αρκάδι επέτρεψε να έχη κώδωνα, προνόμιον το οποίον δεν φαίνεται να διετηρήθη επί πολύ, και έν μέτρον παντού της νήσου διά το έλαιον και τον σίτον.

Το Αρκάδι, ως είπον, ήτο πλουσιώτατον, έχον κτήματα καθ' όλην την νήσον. Και εις την Κωνσταντινούπολη ακόμη, κατά το Ατμεϊντάν (Ιππόδρομον) είχεν ιδιοκτησίας, οικίας και εργαστήρια. Εκ των δωρητών δε της μονής διεσώθη η μνήμη του «άρχοντος» Μηλιώτη και της συζύγου αυτού, οίτινες πολλά και μεγάλα κτήματά των, κείμενα εις την περιφέρειαν του Μυλοποτάμου, αφιέρωσαν εις το Αρκάδι. Εκτός δε των ακινήτων, η αρχόντισσα Μηλιώτη εδώρησεν εις την μονήν δακτύλιον με αδάμαντα μεγάλης αξίας, όστις εσώζετο μέχρι του 1866, ότε εις την καταστροφήν της μονής εχάθη.

Η προστασία του κατακτητού δεν επροφύλαξε την μονήν από την βίαν και την αρπαγήν βραδύτερον, ότε αχαλίνωτος τουρκική αναρχία απελύθη κατά των Χριστιανών. Οι Τούρκοι δεν κατελάμβανον μεν διά της βίας τα κτήματα της μονής, αλλ' εξεβίαζον τους ηγουμένους και τα συμβούλια του Αρκαδίου να τ' ανταλλάσσουν με γαίας μηδαμινής αξίας. Προς τον εξαναγκασμόν δε τούτον έφθανον μέχρι φόνου των ανθισταμένων μοναχών. Κατ' αυτόν τον τρόπον μέγα κτήμα της μονής με 14.000 ελαιόδενδρα εις τα περίχωρα του Ρεθύμνου και άλλα εν Μεσαρά περιήλθον εις την κατοχήν Τούρκων.

Θα έχανε δε ούτω όλην την περιουσίαν αυτού το Αρκάδι, αν οι μοναχοί του δεν εφρόντιζον να εξασφαλίζουν διά δώρων και χορηγιών την προστασίαν ενός ισχυρού Τούρκου, όστις τους έσωζεν από την βίαν και την απληστίαν των πολλών.

Η επανάστασις του 21 εύρε την μονήν του Αρκαδίου εις ικανήν ακμήν, χάρις εις την πολιτικήν ταύτην. Ο ηγούμενος Ιωακείμ, όστις απεβίωοεν εκατοντούτης το 1862, διηγείτο ότι προ της επαναστάσεως εκείνης η μονή είχε 270 μοναχούς, διετήρει δε νοσοκομείον και οι καλόγηροι εκαλλιέργουν τέχνας τινάς, εν αις και την ποικιλτικήν των ιερατικών στολών. Κατά την εορτήν των αγίων της μονής Κωνσταντίνου και Ελένης 70 ιερείς φέροντες χρυσοκεντήτους ιερατικάς στολάς, ετέλουν την λειτουργίαν, κατά τας διηγήσεις του Ιωακείμ. Είχε δε τότε η μονή και βιβλιοθήκην με πολύτιμα χειρόγραφα, άτινα επυρπολήθησαν, κατά τον πόλεμον, μετά της μονής. Τα άλλα δε αυτής κειμήλια και θησαυροί, συνιστάμενοι εις 7 1/2 οκάδας χρυσού και 55 οκάδας αργύρου, κατά την μαρτυρίαν πάντοτε του Ιωακείμ, εις στολάς χρυσοϋφάντους, εικόνας του Κρητός ζωγράφου Κορνάρου, λείψανα του Αγίου Κωνσταντίνου και διαφόρους πολυτίμους σταυρούς, παρελήφθησαν προς διάσωσιν υπό του ηγουμένου Ματθαίου, όστις τα εφόρτωσεν εις έν των πλοίων του Εμμανουήλ Τομπάζη ίνα εξασφαλισθώσιν εις τας νήσους. Αλλά το πλοίον προσβληθέν υπό Τουρκικών, εναυάγησε και τα πλείστα των κειμηλίων απωλέσθησαν.

Διεσώθη μόνον το λείψανον του Αγίου, διατηρούμενον εις την Παναγίαν των Σελιών, είς χρυσούς σταυρός σωζόμενος εν Μυκώνω και φέρων την επιγραφήν «Αρκάδιον», έν πετραχήλιον χρυσοκέντητον εν Τήνω και άλλα αλλαχού. Εκ των ναυαγών δε ο ηγούμενος αιχμαλωτισθείς υπό των Τούρκων, απηγχονίοθη εν Ρεθύμνω.

Ένεκα της κεντρικής, ως είπομεν, θέσεως του Αρκαδίου μεταξύ των επαρχιών Ρεθύμνης, Μυλοποτάμου και Αμαρίου, κατέφυγον εις αυτό, αρχομένης της επαναστάσεως του 1886, πολλά γυναικόπαιδα, γέροντες και ασθενείς εκ των χωρίων των επαρχιών τούτων, άτινα ήσαν εκτεθειμένα εις τας επιδρομάς των Ρεθυμνίων Τούρκων.

Το Αρκάδι επίσης κατέστησεν έδραν αυτής η Επιτροπή, δηλαδή οι αντιπροσωπεύοντες την κεντρικήν επαναστατικήν Κυβέρνησιν εις τας επαρχίας του διαμερίσματος Ρεθύμνου. Πρόεδρος δε της Επιτροπής ήτο ο ηγούμενος Αρκαδίου Γαβριήλ, ανήρ τεσσαρακοντούτης περίπου, ωραίος και αθλητικός το παράστημα.

Κατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου, ο πασσάς Ρεθύμνου διεμήνυσε προς τον Ηγούμενον ν' αποπέμψη την Επιτροπήν εκ της μονής απειλών εν εναντία περιπτώσει ότι θα εξεστράτευε και θα κατέστρεφε το Αρκάδι. Τότε έγινε σύσκεψις του συμβουλίου της μονής περί του πρακτέου· και δύο εκ των συμβούλων εξέφρασαν την γνώμην να υποδείξωσιν εις την Επιτροπήν ότι έπρεπε ν' απομακρυνθή, ίνα μη γίνη αφορμή να καταστραφή η μονή. Ο εκ των συμβούλων Χατζή Νεόφυτος έλεγε:

— Ας πάη αλλού η Επιτροπή, γιατί θα μας κατηγορήσουν ύστερα ότι εκάψαμε το μοναστήρι.

— Να φύγης εσύ, αν φοβάσαι, του είπεν εν οργή ο Γαβριήλ. Η Επιτροπή δεν φεύγει!

Επειδή δε ο Χατζή Νεόφυτος επέμενεν εις την γνώμην του, ο Ηγούμενος του είπε:

— Θωρείς τα κείνανέ τα κάρβουνα που 'ν' από τα 21 εκεί στση μεσοδοκιάστρες;

— Θωρώ τα.

— Με 'κείνα να θα τσοι μουζώσω στο πρόσωπο κείνους που θα με κατηγορήσουνε πώς έκαψα το μοναστήρι για την ελευθερία.

Οι λόγοι ούτοι συνεκίνησαν και μετέπεισαν τον Νεόφυτον, όστις είπε:

— Σαν είν' ετσά, γούμενε, βάσταξά το λοιπόν δυνατά κι' όπου θ' αποθάνης εσύ θ' αποθάνω κ' εγώ.

Η απειλή του πασά Ρεθύμνης ως τόσον δεν εξετελέσθη. Έμελλε να εκτελεσθή υπό άλλου, του Μουσταφά πασά, ον ο Σουλτάνος είχεν αποστείλει κατά τας ημέρας εκείνας εις Κρήτην μετά πολυαρίθμου και εκλεκτού στρατού, αφού είδεν ότι κατά τας ήδη συγκροτηθείσας μάχας ο εν τη νήσω τουρκικός στρατός και ο επίκουρος αιγυπτιακός είχον κατατροπωθή υπό των επαναστατών. Εξέλεξε δε ο Σουλτάνος μεταξύ των στρατηγών αυτού τον Μουσταφάν, ως γνωρίζοντα την Κρήτην κάλλιον παντός άλλου, καθότι και κατά την επανάστασιν του 1851 είχε πολεμήσει εν Κρήτη· και επί πολλά έτη έπειτα εχρημάτισε Γενικός Διοικητής της νήσου.

Ο Μουσταφάς, αφού έσωσε τους Τούρκους του Σελύνου, πολιορκουμένους υπό των επαναστατών εις την Κάνδανον, αφού επυρπόλησε τα ορεινά χωρία της Κυδωνίας, εστράφη προς τον Αποκώρωναν, πυρπολών και ερημώνων τον τόπον, ίνα διά των στερήσεων αναγκάση τους επαναστάτας εις υποταγήν, αφού διά της πειθούς, διά των απειλών και των όπλων δεν το κατώρθωσε. Μετά την μάχην δε του Βαφέ, καθ' ην οι επαναστάται και οι μετά του I. Ζυμβρακάκη εθελονταί ενικήθησαν υπό των εικοσαπλασίων δυνάμεων του Μουσταφά, ούτος δι' απειλών ηνάγκασε τους Σφακιανούς να προσποιηθώσιν υποταγήν, ίνα σώσωσι την επαρχίαν αυτών και τα πολυάριθμα γυναικόπαιδα άτινα είχον κατάφύγει εις αυτήν από τον ερημωθέντα Αποκώρωναν. Τα αποτελέσματα ταύτα ήρκεσαν διά να νομίση ο πασάς ότι κατέβαλε την επανάστασιν εις τας δυτικάς επαρχίας και επροχώρησε προς το Ρέθυμνον, ίνα προσβάλη και τους επαναστάτας των μερών εκείνων, καταστρέφων πρώτον το Αρκάδιον, όπερ ήτο το κυριώτερον αυτών ορμητήριον.

Όταν εγνώσθη ότι ο πασάς μετά πολυαρίθμου στρατού επήρχετο, νέα σύσκεψις εγένετο εις το Αρκάδιον περί του πρακτέου. Και όλοι ευρέθησαν σύμφωνοι να μη εγκαταλίπωσι την μονήν, αλλά ν' αμυνθώσιν εν αυτή. Εις την οχυρότητα της θέσεως δεν ηδύναντο να έχουν μεγάλην πεποίθησιν, αλλά τους ενεθάρρυνε, φαίνεται, η στερεότης του περιβόλου της μονής και η ελπίς εις επικουρίαν και αντιπερισπασμόν εκ μέρους των επαναστατών των πέριξ επαρχιών, εν περιπτώσει πολιορκίας. Πολεμεφόδια είχον αρκετά, καθότι εις το Αρκάδι ήσαν αι γενικαί αποθήκαι της επαναστάσεως, τροφαί δ' επίσης υπήρχον επαρκείς εις τας πλουσίας αποθήκας του μοναστηρίου.

Ο αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, όστις προ ολίγου είχε φθάσει μετ' εθελοντών τινων εις Κρήτην και διορισθή υπό της Συνελεύσεως των Κρητών Γενικός Αρχηγός του τμήματος Ρεθύμνης, ευρέθη εις το Αρκάδι κατά τας ημέρας εκείνας. Ούτος δε βλέπων το δυσφύλακτον της μονής και τον βέβαιον κίνδυνον εις ον θα εξετίθεντο οι εν αυτή πολιορκούμενοι, δεν επεδοκίμασε την γνώμην του Γαβριήλ και των άλλων. Αλλ' οι πλείστοι των εν τω μοναστηρίω επέμειναν ακλόνητοι εις την απόφασιν αυτών. Συνεβούλευσε τότε ο Κορωναίος να κατεδαφίσωσι τους σταύλους και τον ανεμόμυλον, οίτινες ευρίσκοντο έξω της μονής εις απόστασιν 100-150 μέτρων, ίνα μη καταληφθώσιν υπό του εχθρού και χρησιμεύσωσιν εις τας πολεμικάς αυτού επιχειρήσεις εναντίον του μοναστηρίου. Αλλ' ουδ' η συμβουλή του αύτη εξετελέσθη, ίσως διότι το πράγμα δεν ήτο εύκολον ή διότι δεν εδόθη καιρός. Αλλ' ουδέ τα γυναικόπαιδα παρά την γνώμην και τας προτροπάς του Κορωναίου, ηθέλησαν ν' απέλθωσιν εκ της μονής και καταφύγωσιν εις ασφαλέστερα μέρη.

— Ό,τι θα γίνουν οι άνδρες θα γίνωμε κ' εμείς, ήτο η απάντησίς των. Αν αποθάνουν αυτοί, ας αποθάνωμεν κ' εμείς.

Αλλά μήπως αν έφευγον εις τα όρη, δεν θα εκινδύνευον ν' αποθάνουν κ' εκεί εκ των στερήσεων και των κακουχιών; Ο χειμών είχεν ήδη αρχίση με ασυνήθη δριμύτητα και ο Ψηλορίτης είχε καλυφθή προώρως υπό χιόνος. Ολίγον βραδύτερον τοιαύτη παγωνιά κατέλαβε τα πλανώμενα εις τα όρη θύματα της τουρκικής αγριότητος, ώστε πολυάριθμα παιδία, γυναίκες και γέροντες απέθανον.

Ο Κορωναίος, αφήσας εις την μονήν, ως φρούραρχον, τον ανθυπολοχαγόν Ιωάννην Δημακόπουλον μετά επτά ή οκτώ εθελοντών απήλθε. Τον ηκολούθησαν δε ο οπλαρχηγός Παπά Μαρουλιανός καί τινες άλλοι, συμμεριζόμενοι την γνώμην του ότι έπρεπε να εγκαταλειφθή το Αρκάδι.

Εις την μονήν έμειναν περί τα 900 άτομα, εξ ων 270 περίπου οπλοφόροι, οι δε λοιποί γυναικόπαιδα και ασθενείς. Μοναχοί δυνάμενοι να φέρουν όπλα ανήρχοντο εις 40. Έμειναν δε και οι ευρεθέντες εκεί εκ των δεκαέξ μελών της Επιτροπής Δ. Σκορδίλης, Μελισσώτης, Σκουλάς, Χαιρέτης, Μπεργαδής, Μπολάνης, Πορτάλιος, Αντωνογιαννάκης, Σαουνάτσος. Ομοίως οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Βενιανάκης, Παπά Κρανιώτης, Κωνσταντίνος Δασκαλάκης.

Οι Τούρκοι ενεφανίσθησαν ερχόμενοι εναντίον της μονής την 7 Νοεμβρίου. Η πρωτοπορεία αυτών απετελείτο εξ ατάκτων Τουρκοκρητών, οίτινες είχον αρχηγόν τον εξ Αμνάτου Αλή αγάν Παστέλλαν. Διά να εξαπατήσωσι δε τους εν τη μονή οι Τουρκοκρήτες ούτοι είχον αναπετάσει ελληνικάς σημαίας. Αλλ' ο Νικόλαος Βενιανάκης, επόπτης των σκοπών, τους οποίους είχον τάξει κατά μήκος της χαράδρας εις ην απολήγει εκ του μέρους εκείνου το οροπέδιον, τους ανεγνώρισε και οι σκοποί ανήγγειλαν διά πυροβολισμών την εμφάνισιν του εχθρού.

Κατόπιν των ατάκτων Τουρκοκρητών, ήρχετο μετά στρατού ο Σουλεϋμάν βέης, γυναικάδελφος του Μουσταφά, όστις, αφού περιεκύκλωσε την μονήν εκ τριών μερών, εκάλεσε τους εν τη μονή να παραδοθώσιν. Αλλ' οι υπερασπισταί του Αρκαδίου απήντησαν διά των όπλων εις την πρότασιν του εχθρού. Καίτοι δε ηδύναντο ακόμη να φύγωσι προς τον Μυλοπόταμον, έμειναν και απτόητοι εδέχθησαν τας πρώτας επιθέσεις των Τούρκων.

Εν τω μεταξύ ο Μουσταφάς, μένων εις την Επισκοπήν Ρεθύμνης μετά του υπολοίπου στρατού, εφρόντισε να εμποδίση πάσαν έξωθεν επικουρίαν προς την πολιορκουμένην μονήν. Προς τούτο δε εις μεν την Επισκοπήν αφήκε σώμα εκ 1000 ανδρών, άλλο δε σώμα απέστειλεν εις Κρουσώνα Μαλεβυζίου, ενώ ο πασάς Ηρακλείου Ρεσίτ ηπείλει να εισβάλη εις Μυλοπόταμον. Ούτω οι επαναστάται του Μυλοποτάμου ήσαν ηναγκασμένοι να φυλάττουν τας εξ ανατολών διόδους της επαρχίας των, οι δε Ρεθύμνιοι είχον προ αυτών το πρόσκομμα της εν τη Επισκοπή τουρκικής φρουράς· και κατώρθωσαν μεν την πρώτην ημέραν να την εκτοπίσωσιν, αλλ' επανελθούσα εκ Ρεθύμνου ισχυροτέρα αριθμητικώς, κατέλαβεν εκ νέου την Επισκοπήν και άλλα παρακείμενα χωρία.

Αφού δε ούτως απεμόνωσε την μονήν ο Μουσταφάς, διηυθύνθη και αυτός προς αυτήν, άγων άλλον στρατόν. Αποκρούσας δε μικρά τινα επαναστατικά σώματα, άτινα επεχείρησαν ν' αντιστώσιν εις την διάβασίν του, έφθασε προ του Αρκαδίου, το οποίον είχεν ήδη αρχίσει να μυδροβολή ο Σουλεϋμάν.

Μετά την άφιξιν του Μουσταφά, ο συγκεντρωθείς περί το Αρκάδιον τουρκικός στρατός ανήλθεν εις 10,000 περίπου, αποτελούμενος εκ δώδεκα ταγμάτων, μετά δύο ορεινών πυροβολαρχιών, ολίγου ιππικού και πολλών ατάκτων, Τουρκοκρητών και Αλβανών.

Ο πασάς επανέλαβε προς τους εν τη μονή την πρόσκλησιν να παραδοθώσιν· αλλ' οι πολιορκούμενοι έδωκαν και προς αυτόν την απάντησιν, ην είχον δώσει προηγουμένως εις τον Σουλεϋμάν. «Μόνον νεκροί θα παραδοθώμεν!» Τότε ο Μουσταφάς διέταξε γενικήν επίθεσιν κατά του Αρκαδίου, ενώ το πυρ των δύο πυροβολαρχιών συνεκεντρούτο κατά της δυτικής πύλης της μονής. Αλλ' οι πολιορκούμενοι δι' ευστόχου πυρός εκ των παραθύρων και των πολεμοθυρίδων του περιβόλου τους απέκρουσαν. Οι Τούρκοι εφαίνοντο προσπαθούντες να καταλάβωσι τους σταύλους, οίτινες παρά την συμβουλήν του Κορωναίου, δεν είχον κατεδαφισθή. Διά τούτο και οι υπερασπισταί του Αρκαδίου προς το μέρος τούτο έστρεψαν κυρίως την προσοχήν των. Τινές δ' εξ αυτών κατέχοντες τον παρακείμενον ανεμόμυλον διηύθυνον φονικώτατον πυρ κατά των Τούρκων εκ μικράς αποστάσεως. Άλλοι εξερχόμενοι από την μικράν πύλην τον περιβόλου, το «πορτάκι», κατείχον θέσεις προ της μονής και εκείθεν υπεδέχοντο τας εφορμήσεις του εχθρού.

Αι δυο μεγάλαι πύλαι του περιβόλου της μονής, αι λεγόμεναι «Ρεθυμιώτικη» και «Καστρινή», ως βλέπουσαι η μεν προς το Ρέθυμνον, η δε προς το Ηράκλειον (Κάστρον), είχον κλεισθή και στηριχθή έσωθεν διά ξύλων και λίθων. Αλλά τα βλήματα του τουρκικού πυροβολικού διηυθύνοντο κυρίως κατά της πρώτης. Η πύλη όμως αντείχε, διότι ήτο σιδηρά, τα δε πυροβόλα του εχθρού ήταν μικράς ολκής, διό ελαχίστας βλάβας επροξένουν και εις τα τείχη.

Οι πολιορκούμενοι ανέμενον έξωθεν βοήθειαν και ηπόρουν βλέποντες ότι η ημέρα παρήρχετο χωρίς ουδαμόθεν να φανή ο αναμενόμενος αντιπερισπασμός. Μόνον ολίγοι επαναστάται, τους οποίους είχον συναθροίσει εκ των πλησιοχώρων ο Κορωναίος και ο Παπά Μαρουλιανός, προσήλθον και προσέβαλον τους Τούρκους· αλλά, μη δυνηθέντες ν' αντιστώσιν εις την ισχυράν τούτων αντεπίθεσιν, ηναγκάσθησαν ν' αποσυρθώσιν.

Εν τούτοις η ευψυχία των υπερασπιστών του Αρκαδίου διετηρείτο ακμαία και η νυξ τους εύρεν ακλονήτους εις την απόφασιν αυτών να επιμείνωσιν εις την αντίστασιν μέχρι θανάτου. Ο δεκάωρος βομβαρδισμός, η άπαυστος καθ' όλην την ημέραν χάλαζα των σφαιρών, ο βαρβαρικός αλλαλαγμός των εφορμώντων εχθρών ουδ' αυτάς τας γυναίκας είχον εκπτοήσει. Ουδεμία φωνή ολιγοψυχίας ηκούσθη. Καθ' όλην την ημέραν αι γυναίκες άλλαι μεν εκόμιζον εις τους πολεμιστάς πολεμεφόδια και νερόν, άλλαι επεριποιούντο τους τραυματίας και άλλαι εντός του ναού κατεσκεύαζον πυριτιδοβολάς με τον χάρτην των εκκλησιαστικών βιβλίων. Μεταξύ αυτών διεκρίνετο διά το θάρρος και την ψυχραιμίαν αυτής η Χαρίκλεια Δασκαλάκη. Την εσέβοντο πάντες και ως γυναίκα μεγαλόψυχον και ως μητέρα τριών ανδρείων υιών, εκ των οποίων ο είς ευρίσκετο εντός του Αρκαδίου, έχων την σημαίαν αυτού υψωμένην επί του τείχους. (2) Εις τας συσκέψεις ηκούετο η γνώμη της Χαρικλείας Δασκαλάκη και η γνώμη της ήτο να προτιμήσουν τον θάνατον παρά να παραδοθούν εις τους Τούρκους, καίτοι εν τη μονή είχεν υιόν, εγγονούς και άλλους συγγενείς.

Η σιγή της επελθούσης νυκτός, εν μέσω του φοβερού κλοιού τον οποίον εσχημάτιζε περί την μονήν το στρατόπεδον των Τούρκων, υπήρξε φρικτή. Περί το μεσονύκτιον ο ουρανός εκαλύφθη υπό νεφών, επηκολούθησαν δε αστραπαί και βρονταί, χωρίς να βρέξη. Οι πολιορκούμενοι ηγρύπνησαν προσευχόμενοι εις τον ναόν, υπό τους θόλους του οποίου αντήχουν αι βρονταί ως ενθάρρυνσις ουρανόθεν.

Ο Μουσταφάς βλέπων ότι το πυροβολικόν του ήτο ανίσχυρον να εκπτοήση τους υπερασπιστάς του Αρκαδίου και ν' ανοίξη ρήγμα εις το τείχος, εκόμισε κατά την νύκτα δύο βαρέα πυροβόλα εκ Ρεθύμνου.

Την επιούσαν αι έφοδοι επανελήφθησαν από πρωίας λυσσωδέστεραι, ενώ τα βλήματα των νέων πυροβόλων διέσειον την πύλην του μοναστηρίου και διερρήγνυον το τείχος. Ο ηγούμενος Γαβριήλ περιερχόμενος τας διαφόρους θέσεις, ενεψύχωνε διά γενναίων λόγων τους πολεμιστάς. Συχνά δ' εξήρχετο και εις τα πρόθυρα της μονής ίνα ενθαρρύνη και τους εκείθεν αντιμετωπίζοντας τον εχθρόν προμάχους της μονής. Τα ράσα του ήσαν διάτρυτα εκ των σφαιρών. Οι Τούρκοι, αναγνωρίζοντες αυτόν εκ του παραστήματος, διηύθυνον κατ' αυτού χάλαζαν σφαιρών. Αλλ' ο Γαβριήλ ατρόμητος και άτρωτος, ώρμα μετά του Ντελή Δράκου, του Παύλου Κούβου, του Παπά Κρανιώτη, του εθελοντού Ξάνθη και ξιφήρεις κατεδίωκον τους θρασυτέρους των Τουρκοκρητών και Αλβανών, οίτινες προηγούντο εις τας εφόδους.

Αλλ' ουδέ κατά την δευτέραν ημέραν ενεφανίζετο η αναμενομένη έξωθεν επικουρία. Μόνον περί την μεσημβρίαν προσήλθον Μυλοποταμίται τινές και εκ των υψωμάτων της Συκιάς προσέβαλον τους Τούρκους· αλλ' ήσαν τόσον ολίγοι, ώστε ο αντιπερισπασμός αυτών υπήρξεν ασήμαντος, οι δε Τούρκοι ευχερώς τους απέκρουσαν, χωρίς να διακόψωσι την κατά του Αρκαδίου επίθεσιν.

Αλλ' οι Ρεθύμνιοι, οι Αμαριώται και Αγιοβασιλίται πού ήσαν; Οι πολιορκούμενοι συνεπέραινον μεν ότι σοβαρόν τι τους ημπόδιζε να σπεύσωσιν εις βοήθειαν αυτών, αλλ' ήτο αδύνατον να μαντεύσωσι την αληθή αιτίαν της εγκαταλείψεως ταύτης. Διότι εις το οροπέδιον του Αρκαδίου δεν έβρεχεν, ενώ εις τας πέριξ επαρχίας έβρεχεν από της προτεραίας τόσον δυνατά, ώστε οι χείμαρροι είχον καταστή αδιάβατοι. Ιδού τι είχεν εμποδίσει τους Αμαριώτας, Ρεθυμνίους και λοιπούς να δράμωσιν εις επικουρίαν των κινδυνευόντων εις το Αρκάδιον, μεταξύ των οποίων μάλιστα πολλοί των έξω είχον αδελφούς, μητέρας και τέκνα.

Άμα εγνώσθη ότι ο Μουσταφάς διηυθύνετο εναντίον του Αρκαδίου, οι επαναστάται των γειτονικών επαρχιών συνηθροίσθησαν και απεφάσισαν, ίνα οι μεν επιτεθώσι κατά των πολιορκούντων το μοναστήριον Τούρκων, οι δε προσβάλωσι τους κατέχοντας την Επισκοπήν. ίνα ο Πασάς ανησυχών διά την τύχην του Ρεθύμνου, στενοχωρούμενος δε εν μέσω της αμύνης των πολιορκουμένων και της εξωτερικής επιθέσεως, αναγκασθή να λύση την πολιορκίαν, εις την οποίαν είχεν υποστή σημαντικάς απωλείας. Αλλ' η επελθούσα κακοκαιρία, ήτις από της βροχής ετράπη εις χιονοθύελλαν, εματαίωνε το σχέδιον. Τα όπλα των, τουφέκια παλαιά με πυρολίθους, κατέστησαν άχρηστα εκ της βροχής. Όσοι δε, κατορθώσαντες να διαβώσι τους πλημμυρούντας χειμάρρους, έφθασαν εις τα περί το Αρκάδιον υψώματα, εθεώντο άπρακτοι, με την οδύνην της αδυναμίας, την σπαρακτικήν τραγωδίαν ήτις ετελείτο κάτω εις το οροπέδιον.

Μόνον εκεί δεν έβρεχεν, ως εάν και ο καιρός συνεμάχει μετά των πολλών εναντίον των ολίγων, μετά των τυράννων εναντίον των τυραννουμένων. Οι δυστυχείς εκείνοι έκλαιον.

— Θεέ μου, δεν υπάρχει λοιπόν δικαιοσύνη; Όλοι και όλα είνε εναντίον μας; Εάν από τις αμαρτίες μας βασανιζώμεθα, δεν είνε αρκετά τα όσα έχομεν υποφέρει;

Ο καπνός της μάχης εσκέπαζε το Αρκάδιον, το οποίον εφαίνετο ως καιόμενον. Και τωόντι εκαίετο εν μέσω του πυρός, το οποίον εξήμουν εναντίον του απαύστως τα στόμια τόσων χιλιάδων όπλων. Εκάστη βολή πυροβόλου κροτούσα επί των τειχών, τα οποία επροστάτευον τόσα αθώα πλάσματα, ή πίπτουσα εντός του περιβόλου της μονής, απέσπα μέρος από την καρδίαν των ανδρών εκείνων, οίτινες ριγούντες, άθλιοι εν τη αδυναμία των, έβλεπον μακρόθεν την αγωνίαν των αδελφών αυτών και προέβλεπον την μοιραίαν έκβασιν της πάλης τον ασθενούς κατά τον ισχυρού. Η σκέψις δε, ότι οι πολιορκούμενοι θ' απέδιδαν ίσως εις απροθυμίαν την εγκατάλειψιν αυτών, καθίστα πικροτέραν την οδύνην των δυστυχών εκείνων. Ήσαν αρά γε δυστυχέστεροι και πλέον αυτών αξιοθρήνητοι οι κινδυνεύοντες εντός του Αρκαδίου;

Η άμυνα των πολιορκουμένων, όσον και αν ήτο ηρωική, δεν κατώρθωσε μέχρι τέλους ν' αναχαιτίση τα εφορμώντα πλήθη των Τούρκων, οίτινες ηδυνήθησαν να καταλάβωσι θέσεις εγγύτερον της μονής, κατέλαβον δε και τους σταύλους. Και τοποθετήσαντες εντός αυτών τα βαρέα πυροβόλα, ετρύπησαν τον προς την μονήν τοίχον και εκείθεν εκανονοβόλουν την πύλην.

Ο Μουσταφάς σπεύδων να περατώση την πολιορκίαν, πριν ή λάβουν καιρόν οι επαναστάται των πέριξ επαρχιών και δυνηθώσι να επιτεθώσιν εναντίον του, είχε δώσει τας αυστηροτέρας διαταγάς εις τους αξιωματικούς του. Ούτω το πυρ εξηκολούθει άπαυστον κατά των πολιορκουμένων, οι δε στρατιώται, καί τοι δεκατιζόμενοι υπό του ευστόχου πυρός των υπερασπιστών της μονής, επροχώρουν πατώντες επί πτωμάτων και ο κλοιός της πολιορκίας εγίνετο από ώρας εις ώραν στενότερος. Τόσον δε πλησίον του μοναστηρίου είχον φθάσει οι Τούρκοι κατά το απόγευμα, ώστε μεταξύ των εντοπίων Τούρκων και των γνωρίμων αυτών εκ των πολιορκουμένων συνήπτοντο διάλογοι:

— Δεν προσκυνάτε, μωρέ; θα χαθήτε άδικα, κακομοίρηδες, εφώναζον οι Τούρκοι.

— Μαζή θα χαθούμε, απήντων οι πολιορκούμενοι. Μπαρούτι έχομε να σας πολεμούμε ένα μήνα.

— Απόψε θα μπούμε μέσα και τότε τα λέμε

— Καλώς νάρθετε· σας έχουμε τραπέζι στρωμένο και θα καλοπεράσετε.

Οι πολιορκούμενοι είχον πλέον την γαλήνην των αποφασισμένων. Τον θάνατον τον έβλεπον επερχόμενον και τον ανέμενον αταράχως. Τι πλέον του θανάτου ηδύναντο να φοβηθώσι; Μίαν μόνην σκέψιν και μίαν φροντίδα είχον πλέον· ν' αποθάνωσι καλώς. Μαύροι και αγνώριστοι εκ του καπνού, εκάθηντο εις τας θέσεις των κ' επυροβόλουν, ολίγον φροντίζοντες πλέον και να προφυλάσσωνται. Είχον ήδη φονευθή και πληγωθή πολλοί, αλλ' ουδεμία ηκούετο κραυγή πόνου, ουδείς θρήνος γυναικών. Και εκ τούτων τινές είχον φονευθή και πληγωθή υπό των σφαιρών και των οβίδων· αλλ' ο φόβος και η μικροψυχία είχον φυγαδευθή εκ της μονής. Αι γυναίκες εξηκολούθουν να υπηρετούν τους πολεμιστάς και να τους ενθαρρύνουν μάλιστα· αλλ' η αταραξία αυτών ήτο η καλλιτέρα εμψύχωσις· τινές εξ αυτών μάλιστα, γνωρίζουσας την χρήσιν των όπλων, έδιδον καιρόν ανακουφίσεως εις τους συζύγους και τους αδελφούς των, γεμίζουσαι τα όπλα των ή και τουφεκίζουσαι αντ' αυτών.

Η δε Χαρίκλεια Δασκαλάκη όσον ο κίνδυνος ηύξανε, τόσον θαρραλεοτέρα ανεδεικνύετο. Όταν δεν προσηύχετο προ των αγίων εικόνων, όταν δεν επεστάτει εις την κατασκευήν των πυριτιδοβολών, ευρίσκετο πλησίον του υιού της Κωστή. Επανειλημμένως βληθείς υπό σφαιρών, κατέπεσεν ο ιστός της σημαίας του υιού της και πάντοτε αυτή την ανεστύλωνεν. Όταν δε απεκόπη και το σχοινίον και η σημαία κατέπεσε, την εδίπλωσε και την εφύλαξεν εις τον κόλπον της, αταράχως ισταμένη υπό την βροχήν των σφαιρών (3).

Οι πολιορκούμενοι είχον και σαλπιγκτήν, ένα εθελοντήν μιγάδα, διό και τον ωνόμαζον Αράπην. Ο σαλπιγκτής εμάχετο και αυτός, αλλ' εκ διαλειμμάτων έρριπτε και έν σάλπισμα εις τον πάταγον της μάχης, ως κραυγήν ενθαρρύνσεως προς τους συμπολεμιστάς του. Ήτο εύθυμος και αγαθός, διό και κατά τας τραγικάς εκείνας στιγμάς το σάλπισμά του είχε κάτι τι από την παιδικήν του ευθυμίαν και από το αιώνιον μειδίαμα των λευκών του οδόντων.

— Γεια σου, Αράπη! του εφώναζαν εις έκαστον σάλπισμα από τα τείχη της μονής.

Τινές δε και του απηύθυνον αστεϊσμούς:

— Δεν πας να νιφθής, μωρέ; Από την μπαρούτη έχεις γίνει σαν αράπης.

— Είμαστε αδέρφια· όλοι αράπηδες, απήντα ο σαλπιγκτής,

Η αστοχία των Τούρκων πυροβολητών παρέτεινε την αγωνίαν του Αρκαδίου. Αλλά περί την δείλην επανειλημμέναι βολαί επιτυχούσαι την πύλην διέρρηξαν αυτήν· και άλλαι ήνοιξαν ρήγματα εις διάφορα μέρη του περιβόλου. Ο κανονοβολισμός εξηκολούθησε και επί τινας ώρας της νυκτός.