Φαίδρος

Part 4

Chapter 43 wordsPublic domain

Σωκράτης Πρέπει να ηξεύρης, καλέ μου Φαίδρε, ότι με αναίδειαν έχουσι λεχθή και οι δύο λόγοι και ο ιδικός μου και ο εκ του βιβλίου. Διότι, εάν κανείς ευγενής και ημέρου χαρακτήρος αγαπών ή έχων αγαπήσει ποτέ άνθρωπον όμοιόν του μας ακούση να λέγωμεν ότι οι ερασταί συλλαμβάνουσι μεγάλας έχθρας διά μικράς αιτίας και ότι φθονούσι και βλάπτουσι τους αγαπωμένους, πως δεν ήθελε φαντασθή ότι ακούει ανθρώπους ανατεθραμμένους μεταξύ των ναυτών, οι οποίοι δεν έχουν ιδεί κανένα έρωτα ελευθέριον και έντιμον; πώς δε δεν ήθελε διαφωνήσει πολύ με ημάς δι' όσους ψόγους επιρρίπτομεν εις τον Έρωτα;

Φαίδρος Ηδύνατο να το είπη, μα τον Δία, Σωκράτη.

Σωκράτης Τούτον λοιπόν εγώ τουλάχιστον εντρεπόμενος [τον Δία], και αυτόν τον έρωτα φοβούμενος, επιθυμώ να ξεπλύνω διά ποσίμου λόγου τον κάπως αλμυρόν λόγον τον οποίον ηκούσαμεν· συμβουλεύω δε και τον Λυσίαν όσον το δυνατόν τάχιστα να γράψη ότι πρέπει ο αγαπώμενος, εάν τα άλλα είναι ίσα και όμοια, να ευνοή μάλλον τον εραστήν και όχι τον μη ερώντα.

Φαίδρος Να είσαι πεπεισμένος ότι έτσι θα γίνη τούτο· διότι εάν συ μου επαινέσης τον ερώντα, ανάγκη πάσα να βιασθή εξ άλλου μέρους ο Λυσίας από εμέ να γράψη λόγον περί του ιδίου θέματος.

Σωκράτης Τούτο μεν πιστεύω να το κάμης ενόσω θα είσαι εκείνος που είσαι.

Φαίδρος Λέγε λοιπόν μ' εμπιστοσύνην.

Σωκράτης Πού μου είναι λοιπόν το παιδί εις το οποίον απηυθυνόμην; διά να ακούση και τούτο [το νέον], και διά να μη προφθάση, αν δεν μ' ακούση, να χαρισθή εις τον μη ερώντα.

Φαίδρος Το παιδί είναι πολύ πλησίον σου και θα παρευρίσκεται πάντοτε ενόσω συ το θέλεις.

Σωκράτης

&Δεύτερος λόγος Σωκράτους.&

Τοιουτοτρόπως λοιπόν, ωραίο παιδί, ν' αντιληφθής το πράγμα, ότι ο πρώτος λόγος ήτο του Φαίδρου του υιού του Πυθοκλέους εκ του δήμου Μυρρινούντος· (36) αυτός δε τον οποίον θα σου είπω είναι του Στησιχόρου, του υιού του Ευφήμου του καταγομένου εκ της πόλεως Ιμέρας (37). Πρέπει δε ως εξής να λεχθή εις την αρχήν, ότι δεν είναι αληθές το λεγόμενον ότι θα έπρεπε κανείς να χαρίζεται, εν ώ είναι παρών ο ερών, εις τον μη ερώντα, διότι ακριβώς ο μεν πρώτος κατέχεται υπό μανίας, ο δε δεύτερος ευρίσκεται εις σώφρονα κατάστασιν. Διότι καλώς θα ελέγετο τούτο, εάν απεδεικνύετο ότι η μανία είναι εν γένει, κακόν τι, εν ώ τώρα βλέπομεν ότι τα μέγιστα των αγαθών γίνονται εις ημάς διά της μανίας, η οποία όμως διά θείας χορηγίας μας δίδεται.

Διότι ακριβώς και η προφήτις των Δελφών η Πυθία και αι ιέρειαι της Δωδώνης, όταν μεν κατείχοντο υπό μανίας πολλάς και καλάς υπηρεσίας εις τον ιδιωτικόν και εις τον δημόσιον βίον των Ελλήνων προσέφερον, εν ώ όταν εσωφρόνουν ολίγον ή ουδόλως ωφέλησαν· και θα εμακρολογούμεν εάν μνημονεύσωμεν τα γνωστά εις όλους περί της Σιβύλλης και των άλλων, όσοι με θεόπνευστον μαντικήν δύναμιν πολλά εις πολλούς προλέγοντες περί του μέλλοντος διεφώτισαν· αξιοσημείωτον δε απόδειξιν θα επικαλεσθώμεν την εξής, ότι και οι παλαιοί οι οποίοι έθετον ονόματα εις τα πράγματα δεν εθεώρουν εντροπήν ούτε ατιμίαν την μανίαν· διότι δεν θα εκάλουν μανικήν, αποδίδοντες εν συνδυασμώ το ίδιον τούτο όνομα εις την αρίστην τέχνην διά της οποίας κρίνεται το μέλλον· αλλ' επειδή εσκέφθησαν ότι είναι καλόν τι η μανία, όταν προέρχεται εκ μέρους του θεού, έθεσαν τοιούτον όνομα εις την τέχνην την οποίαν οι σημερινοί δι' ακαλαισθήτου παρεμβολής του ταυ την απεκάλεσαν μαντικήν· τουναντίον η ανίχνευσις του μέλλοντος, η όποια γίγνεται δι' ανθρώπων ουχί εμπνευσμένων αλλά φρονίμων, διά της παρατηρήσεως της πτήσεως των πτηνών και άλλων σημείων, επωνομάσθη οιονοϊστική, επειδή με την βοήθειαν του λογικού πορίζονται δι' ανθρωπίνης εικασίας (οιήσεως) γνώσιν (νουν) και έρευναν (ιστορίαν)· ταύτην οι νεώτεροι οιωνιστικήν διά του ω χάριν εμφάσεως καλούσιν.

Όσον λοιπόν τελειωτέρα και πολυτιμοτέρα τέχνη είναι η μαντική της οιωνιστικής και ως προς το όνομα και ως προς το έργον, τόσον οι παλαιοί φέρουσι μαρτυρίας ότι είναι ευγενεστέρα η εκ θεού εμβαλλομένη μανία από την ανθρωπίνην σωφροσύνην. Αλλ' εξ άλλου και όταν οικογένειαί τινες διά τιμωρίαν παλαιών αμαρτημάτων κατελήφθησαν από νόσους και δυστυχήματα μέγιστα, η μανία γεννηθείσα εις μερικούς επροφήτευσε τα φάρμακα διά των οποίων θ' απηλάσσοντο, καταφυγούσα εις προσευχάς προς τους θεούς κ' εξιλεωτικάς λατρείας· εκ τούτου λοιπόν διά καθαρμών και δι' άλλων εξαγνιστικών τελετών η μανία εθεράπευσε τον κατεχόμενον υπ' αυτής και κατά το παρόν και διά το μέλλον επιτυχούσα λύσιν των παρόντων κακών εις τον υπ' ορθής μανίας καταληφθέντα και εμπνευσθέντα. Τρίτη δε είναι η από των Μουσών προερχομένη έμπνευσις και μανία, η οποία καταλαβούσα αγνήν και παρθενικήν ψυχήν την εξεγείρει και την εκβακχεύει εις το να εξυμνή δι' ωδών και δι' άλλων ειδών ποιητικών τα άπειρα κατορθώματα των παλαιών ηρώων διά των οποίων παιδεύει τους μεταγενεστέρους· εκείνος δε ο οποίος άνευ της μανίας των Μουσών θα κρούση τας ποιητικάς θύρας, επειδή έχει πεποίθησιν ότι διά της τέχνης του μόνον θα γίνη ποιητής, συνήθως επισκιάζεται, μη επιτυχών του σκοπού του, και αυτός και η περιεσκεμμένη ποίησίς του από την ποίησιν των εμπνεομένων υπό της μανίας αυτής των Μουσών.

Τόσον πολλά είναι και ακόμη περισσότερα τα καλά αποτελέσματα, τα οποία δύναμαι να είπω διά την μανίαν που προέρχεται από τους θεούς.

Ώστε αυτό τούτο ακριβώς ας μη φοβώμεθα, ουδ' ας μη θορυβή δειλός τις λόγος ισχυριζόμενος ότι πρέπει να προτιμώμεν τον σώφρονα φίλον αντί του εμπνεομένου υπό του θείου· αλλ' εκτός των ανωτέρω και το εξής ας μας αποδείξη, διά να έλθη νικητής ο λόγος ούτος, ότι ο έρως δεν στέλλεται από τους θεούς διά το καλόν του ερώντος και του αγαπωμένου.

Αλλ' ημείς πρέπει ν' αποδείξωμεν το εναντίον, ότι προς μεγίστην ευτυχίαν αυτών δίδεται παρά των θεών η τοιαύτη μανία· η δε απόδειξις ακριβώς τούτου Θα είναι εις μεν τους δεινούς εις σοφίσματα απίστευτος, εις δε τους αληθείς σοφούς πιστευτή· πρέπει λοιπόν πρώτον διά να νοήσωμεν την αλήθειαν, να εξετάσωμεν την φύσιν της θείας και ανθρωπίνης ψυχής διά της παρατηρήσεως των παθήσεων και των ενεργειών αυτής· αρχή δε της αποδείξεως είναι η εξής.

Πάσα ψυχή είναι αθάνατος· διότι είναι αθάνατον το αιωνίως κινούμενον ον· το δε ον το οποίον κινεί άλλο τι και υπ' άλλου κινείται, όταν παύση να έχη κίνησιν, παύει να ζη. Μόνον λοιπόν το υπό του εαυτού του κινούμενον ον, επειδή δεν εγκαταλείπει τον εαυτόν του δεν παύει ποτέ να κινήται, αλλά τούτο είναι πηγή και αρχή κινήσεως εις τα άλλα όσα κινούνται. Η αρχή δε είναι τι πράγμα αγέννητον. Διότι κατ' ανάγκην εκ της αρχής πρέπει να γεννηθή παν το γιγνόμενον, η δε αρχή να μη γεννηθή εξ ουδενός· διότι εάν έκ τινος η αρχή παρήγετο, δεν θα ηδύνατο να είναι αρχή· επειδή δε η αρχή είναι αγέννητόν τι, κατ' ανάγκην θα είναι και άφθαρτον. Διότι αν ακριβώς η αρχή [φθαρείσα] απολεσθή, ούτε αυτή ποτέ έκ τινος άλλου θα γίνη, ούτε άλλο τι εξ εκείνης, αφ' ου είναι ανάγκη εξ εκείνης πάντα να παραχθώσιν. Όθεν λοιπόν η αρχή μεν της κινήσεως είναι το αυτοκίνητον ον τούτο δε ούτε ν' απολεσθή ούτε να γεννηθή είναι δυνατόν, αλλέως όλος ο ουρανός και όλα τα γεννηθέντα όντα συμπαρασυρθέντα εις πτώσιν θα σταθώσι, και ποτέ πλέον δεν θα έχωσιν αρχήν από την οποίαν να κινηθώσιν εκ νέου. Αφ' ού λοιπόν απεδείξαμεν ότι το αυτοκίνητον είναι αθάνατον, της ψυχής ουσία και ο ορισμός δεν θα διστάση τις να ομολογήση ότι είναι αυτή αύτη η δύναμις [να κινήται αφ' εαυτής].

Διότι παν σώμα, εις το οποίον η κίνησις προέρχεται από άλλο κ' έξω αυτού ευρισκόμενον, είναι άψυχον, έμψυχον δε είναι το έχον την κίνησιν μέσ' από τον εαυτόν του, και τοιαύτη είναι η φύσις της ψυχής. Εάν λοιπόν τούτο αληθεύη και εάν το αυτοκίνητον ον δεν είναι άλλο ή ψυχή, κατ' ανάγκην η ψυχή θα είναι αγέννητόν τι και αθάνατον.

Αρκετά μεν λοιπόν είπομεν περί της αθανασίας της ψυχής· τώρα πρέπει ν' ασχοληθώμεν περί της ουσίας αυτής· διά να εξηγήσωμεν τι πράγμα είναι αύτη έχομεν πάντοτε ανάγκην εντελώς θείας επιστήμης και μακράς διηγήσεως, τουναντίον δε ανθρωπίνης επιστήμης και μικροτέρας διηγήσεως, εάν παραβάλωμεν αυτήν με άλλο τι παρόμοιον· κατά τούτον λοιπόν τον τρόπον ας λέγωμεν, ότι ομοιάζει ακριβώς η ψυχή με δύναμιν σύμφυτον αποτελουμένην από ζεύγος πτερωτών ίππων και από ηνίοχον. Αλλ' οι μεν ίπποι και οι ηνίοχοι όλοι των θείων όντων και οι ίδιοι είναι αγαθοί και ευγενούς καταγωγής, των δε άλλων εμψύχων είναι μικτοί [αγαθοί και κακοί κατά την φύσιν]· και πρώτον μεν ο ηνίοχος ημών [των άλλων] διευθύνει ζεύγος ίππων αλλ' ευρίσκει ότι του είναι ο μεν είς ίππος εξαίρετος και από εξαίρετον γένος, ο δε έτερος αντίθετος του πρώτου και από κακόν γένος· επίπονος λοιπόν κατ' ανάγκην και δύσκολος είναι η ηνιόχησις του ιδικού μας ανθρωπίνου οχήματος.

Θα προσπαθήσωμεν λοιπόν να εξηγήσωμεν τίνι τρόπω μεταξύ των άλλων εμψύχων τα μεν εκλήθησαν θνητά ζώα, τα δε αθάνατα. Εν γένει αι ψυχαί ασχολούνται με την άψυχον ύλην περιφερόμεναι εις όλον το σύμπαν και λαμβάνουσαι κατά καιρούς ποικίλας μορφάς· και όταν μεν λοιπόν η ψυχή είναι τελεία και πτερωτή, πλανάται εις τον αιθέρα και όλον τον κόσμον διοικεί· όταν όμως χάση τα πτερά της πίπτει φερομένη [εδώ κ' εκεί], έως ότου προσκολληθή είς τι στερεόν, όπου κατοικήσασα και σώμα γήινον λαβούσα εκλήθη εν συνόλω, η σύμπηξις δηλαδή αύτη ψυχής και σώματος, ζώον, το οποίον φαίνεται ότι κινείται αφ' εαυτού διότι έχει την δύναμιν της ψυχής, και το οποίον επωνομάσθη και θνητόν· το δε αθάνατον ον δεν αποδεικνύεται καθόλου εξ ορθών συλλογισμών, αλλά φανταζόμεθα αυτό, επειδή ούτε είδομεν ούτε δυνάμεθα επαρκώς να νοήσωμεν την θείαν φύσιν ως αθάνατον τι ζώον, το οποίον έχει ψυχήν και σώμα και ταύτα συμφυή αιωνίως. Αλλ' ας έχη το πράγμα τούτο, οπωσδήποτε είναι αρεστόν εις τον θεόν να λέγωμεν [προκειμένου περί της φύσεως αυτού]· ημείς δε ας εξηγήσωμεν διατί η ψυχή απέβαλε τα πτερά της· είναι δε η αιτία η εξής περίπου.

Η δύναμις των πτερών εκ φύσεως δύναται ν' αναβιβάζη το βαρύ υψηλά προς τους αιθέρας όπου κατοικεί το γένος των θεών· μετέχει δε κατά τινα τρόπον του θείου ή των πτερών, δύναμις [μετά της ψυχής] περισσότερον από τας άλλας σωματικάς δυνάμεις. Το δε θείον είναι ωραιότης, αλήθεια και αγαθότης και κάθε άλλη ανάλογος ιδιότης· διά τούτων λοιπόν τρέφεται και αυξάνει προ πάντων το πτέρωμα της ψυχής, διά δε της ασχημίας, της κακίας και διά των άλλων αντιθέτων ιδιοτήτων τήκεται και καταστρέφεται· ο μεν λοιπόν Ζευς, μέγας ηγεμών εις τον ουρανόν, διευθύνων πτερωτόν άρμα, πρώτος πορεύεται κανονίζων τα πάντα και φροντίζων δι' αυτά· τον ακολουθεί δε στράτευμα θεών και δαιμόνων διηρημένον εις ένδεκα τάγματα· διότι μόνη η Εστία μένει εντός του οίκου των αθανάτων· άρχοντες δε των άλλων ταγμάτων τεταγμένοι, οι λοιποί ένδεκα θεοί, προηγούνται κατά την ωρισθείσαν σειράν. Πολλά μεν λοιπόν κ' ευφρόσυνα θεάματα υπάρχουσιν εντός των ενδοτέρων δρόμων του ουρανού, όπου περιφέρεται το γένος των ευδαιμόνων θεών, εκ των οποίων έκαστος εκτελεί την ιδιαιτέραν του λειτουργίαν και τους οποίους ακολουθεί όστις θέλει και δύναται ν' ακολουθή· διότι ο φθόνος στέκει μακράν από τον θείον τούτον χορόν· όταν δε πλέον πηγαίνουν εις την ευωχίαν και το συμπόσιον, διευθύνονται διά δρόμου ανηφορικού εις την υψηλοτέραν άκραν υπό την ουράνιον αψίδα· τα μεν των θεών οχήματα πορεύονται μ' ευκολίαν και τηρούντα ισορροπίαν διότι είναι ευδιοίκητα, τα δε άλλα οχήματα μόλις· διότι ο μετέχων κακίας ίππος παρεκκλίνει γέρνων και βαρύνων προς την γην, εάν ο ηνίοχός του δεν τον έχη δαμάσει καλώς· εκεί τότε η ψυχή υφίσταται δοκιμασίαν και αγώνα έσχατον. Και αι μεν ψυχαί αι καλούμεναι αθάνατοι, όταν φθάσωσιν εις το ακρότατον σημείον του ουρανού υπερβάσαι τον ουράνιον θόλον στέκονται επάνω εις αυτόν, εκεί δ' ευρισκόμεναι περιάγονται υπό της περιφοράς, εν ώ θεωρούσι το έξω του ουρανού σύμπαν.

Τούτον δε τον υπερουράνιον τόπον ούτ' εξύμνησεν ακόμη κανείς ποιητής εκ των ιδικών μας εδώ κάτω, ούτε ποτέ θα εξυμνήση επαξίως, έχει δε ούτος ως εξής· διότι οφείλει τις να τολμήση να είπη την αλήθειαν, ιδίως όταν περί αυτής της αληθείας ομιλή. Η αληθής ουσία δηλαδή της ψυχής η αχρωμάτιστος και ασχημάτιστος και αψηλάφητος είναι θεατή μόνον από τον κυβερνήτην της ψυχής, τον νουν· πέριξ ταύτης της ουσίας έχει την έδραν της η τελεία επιστήμη, η οποία περιλαμβάνει την αλήθειαν ολόκληρον. Η διάνοια λοιπόν του θεού επειδή τρέφεται με νουν και επιστήμην άκρατον, καθώς και η διάνοια πάσης άλλης ψυχής, η οποία μέλλει να εκπληρώση τον προορισμόν της, όταν ίδη την ουσίαν από της οποίας απεχωρίσθη προ μακρού χρόνου είναι πλήρης αγάπης και θεωμένη την αλήθειαν τέρπεται και ευφραίνεται έως ότου η κυκλική περιφορά την επαναφέρει εις το αυτό σημείον. Κατά το διάστημα μεν ταύτης της επαναφοράς θεωρεί μεν την καθ' αυτό δικαιοσύνην, θεωρεί δε την καθ' αυτό σωφροσύνην, θεωρεί την επιστήμην όχι την υποκειμένην εις μεταβολάς, η οποία δεικνύει διαφοράς εις έκαστον των διαφόρων αντικειμένων των καλουμένων όντων από ημάς τους θνητούς, αλλά την επιστήμην την ασχολουμένην περί του είναι των όντων· και τας άλλας ουσίας των όντων, αφ' ου θεωρήση και χορτασθή από αυτάς, εισδύει πάλιν εις το έσω μέρος του ουρανού, έρχεται εις την διαμονήν της, και μόλις φθάση αυτή, ο ηνίοχος σταματά τους ίππους παρά την φάτνην και προσφέρει αμβροσίαν εις αυτούς και νέκταρ ίνα πίωσι.

Και ούτος μεν είναι ο βίος των θεών· εκ δε των άλλων ψυχών η μεν δυναμένη ν' ακολουθήση και η παρομοιάζουσα με την θείαν ψυχήν υπερυψώνει την κεφαλήν του ηνιόχου εις τον υπερουράνιον τόπον και φέρεται μαζί και αυτή κατά την κυκλικήν περιφοράν του ουρανού, αλλ' επειδή θορυβείται από τους ίππους, μόλις θεάται τας ουσίας των όντων άλλη δε ψυχή άλλοτε μεν υψώνει την κεφαλήν, άλλοτε δε βυθίζεται και επειδή με βίαν την παρασύρουν οι ίπποι, άλλας μεν ουσίας των όντων βλέπει, άλλας δε όχι· τέλος αι άλλαι ψυχαί, αν και γλίχονται όλαι ν' ακολουθήσουν τον προς τα επάνω δρόμον, δεν έχουν την δύναμιν και ως καταποντισμέναι συγκυλίονται [εις τας υπό τον ουρανόν εκτάσεις], πατούνται μεταξύ των και συνθλίβονται με τας προσπαθείας των να προπεράση η μία την άλλην. Θορυβούν λοιπόν και ανταγωνίζονται μέχρις εσχάτων και χύνουσιν ιδρώτας και τότε δα ένεκα των ανεπιτηδείων ηνιόχων πολλαί μεν ακρωτηριάζονται, πολλών δε θραύονται τα πτερά· όλαι δε απέρχονται κατόπιν αγώνων ανεπιτυχών, όπως θεωρήσουν το απόλυτον ον και απομακρυνθείσαι τρέφονται με απλάς δοξασίας· η αιτία δε της κατεπειγούσης προθυμίας να ίδωσι πού ευρίσκεται η πεδιάς της αληθείας είναι ότι η τροφή που αρμόζει εις το άριστον μέρος της ψυχής παράγεται εκ του εκεί λειμώνος, και ότι το πτερόν με το οποίον ανυψούται η ψυχή έχει την φυσικήν ιδιότητα να τρέφεται από εκεί· και υπάρχει ο εξής (αναπόφευκτος) νόμος της Αδραστείας (38), πάσα ψυχή, η οποία γενομένη πιστή ακόλουθος του θεού ήθελεν ίδει μίαν εκ των ουσιών, θα έμενε μακράν των παθημάτων μέχρις ότου έλθη η νέα περίοδος του ουρανού, και αν ηδύνατο να κάμη τούτο ολοέν πάντοτε αβλαβής θα διετέλει· όταν όμως δεν ίδη ουσίαν τινά ένεκα αδυναμίας ν' ακολουθήση τον θεόν, και κατά τινα κακήν τύχην όταν επιβαρυνθή γεμισθείσα με την τροφήν της λησμοσύνης και της κακίας, ένεκα δε του βάρους χάση τα πτερά της και πέση εις την γην, τότε νόμος υπάρχων απαγορεύει εις αυτήν κατά την πρώτην γένεσίν της να εμφυτευθή εις το σώμα αλόγου ζώου· αλλ' η μεν ψυχή η οποία είδε πλείστα εμφυτεύεται εις το σώμα ανδρός ο οποίος θ' αφιερώση τον βίον του εις την φιλοσοφίαν, εις την αγάπην του καλού, εις την μουσικήν και τον έρωτα, η ψυχή η ερχομένη εις δευτέραν τάξιν εμφυτεύεται εις σώμα βασιλέως δικαίου ή πολεμικού ή δυνατού, η τρίτης τάξεως ψυχή εις σώμα πολιτικού ή οικονομικού τινος ή κερδοσκόπου, η τετάρτης τάξεως εις σώμα αθλητού ακουράστου ή ιατρού, η πέμπτης τάξεως εις σώμα μάντεως ή ιεροτελεστού· της έκτης εις ποιητού ή καλλιτέχνου, της εβδόμης τάξεως εις βιομηχάνου ή γεωργού, της ογδόης εις σοφιστού ή δημαγωγού, της εννάτης τάξεως εις σώμα τυράννου.

Ο δε ευρισκόμενος εις μίαν από όλας αυτάς τας τάξεις, εάν μετά δικαιοσύνης περάση τον βίον του, μετά θάνατον γίνεται μέτοχος καλυτέρας καταστάσεως (εις ην μεταβαίνει). Και εις μεν την αυτήν διαμονήν, από την οποίαν ανεχώρησεν εκάστη ψυχή, δεν δύναται να επανέλθη παρά μετά δεκακισχίλια έτη· διότι πριν παρέλθη τόσος χρόνος δεν δύναται ν' αναπτύξη πτερά η ψυχή, εξαιρουμένης της ψυχής του αδόλου φιλοσόφου και του παιδεραστήσαντος μετά φιλοσοφίας· αι ψυχαί των τελευταίων τούτων κατά την τρίτην χιλιετή περίοδον, εάν τρεις φοράς εκλέξωσι τον βίον τούτον, απέρχονται [προς τους θεούς] κατά το τρισχιλιοστόν έτος· αι δε ψυχαί των άλλων, όταν τελευτήση ο πρώτος βίος των υφίστανται κρίσιν, κριθείσαι δε άλλαι μεν εις τα δικαιωτήρια τα υποκάτω της γης ευρισκόμενα έρχονται κ' εκτελούν την ποινήν των, άλλαι δε ένεκα της ευνοϊκής αποφάσεως της δικαιοσύνης ανυψωθείσαι εις τόπον τινά του ουρανού διάγουσιν επαξίως του καλού βίου τον οποίον έζησαν υπό ανθρωπίνην μορφήν· κατά δε το χιλιοστόν έτος και αι κατακριθείσαι και αι ανταμειφθείσαι ψυχαί έρχονται προς εκλογήν δευτέρου βίου και όποιον εκάστη θέλει προτιμά· εκεί κατά την εκλογήν δύναται ανθρωπίνη ψυχή και εις ζώου βίον να καταντήση και εκ ζώου, το οποίον αρκεί να ήτο ποτε άνθρωπος, δύναται η ψυχή να επανέλθη εις άνθρωπον· διότι η ψυχή μη ιδούσα ποτε την αλήθειαν δεν δύναται να λάβη το ανθρώπινον σχήμα· επειδή ο άνθρωπος εκ φύσεως δύναται να εννοή τας γενικάς εννοίας των πραγμάτων, ήτοι το προσλαμβανόμενον πλήθος διά των αισθήσεων να ανάγη εις έν δι' αφαιρετικού λογισμού· και η δύναμις του να πράττη τούτο είναι ανάμνησις όσων ποτέ η ψυχή μας είδε, όταν συνακολουθήσασα τον θεόν κατά τας περιστροφάς, περιεφρόνησε όσα καλούμεν σήμερον εδώ όντα και ανυψώθη εις το όντως ον. Δι' αυτό ακριβώς μόνη η του φιλοσόφου διάνοια δικαίως έχει πτερά· διότι διά της μνήμης, καθ' όσον δύναται, είναι προσηλωμένος εις εκείνας τας ουσίας, εις τας οποίας ο ίδιος ο θεός οφείλει την θεότητά του. Εκείνος δε ο ανήρ ο οποίος δύναται να μεταχειρισθή ορθώς τας τοιαύτας αναμνήσεις, μυούμενος ολοέν εις τα μυστήρια της τελειότητος, μόνος αυτός αληθώς γίνεται τέλειος· απομακρυνόμενος δε των ανθρωπίνων ασχολιών και πλησιάζων προς το θείον, εν ώ νουθετείται μεν υπό των πολλών ως εκτός εαυτού, ενθουσιάζει όμως, χωρίς να φαίνεται, τους πολλούς.

Εδώ λοιπόν προβαίνομεν εις τον σκοπόν εις τον οποίον τείνει όλος ο λόγος, εις την ανάπτυξιν του τετάρτου είδους της μανίας· όταν τις βλέπων τας επί της γης καλλονάς ενθυμήται το αληθές κάλλος, και η ψυχή του αναλαμβάνουσα πτερά τείνει τότε να πετάξη, αλλ' επειδή ο άνθρωπος ούτος δεν έχει την δύναμιν να τα κάμη με το να στρέφη προς τα άνω ως όρνις και να παραμελή τας συνήθεις του κόσμου ασχολίας παρέχει την αφορμήν να θεωρηθή ότι είναι μανιώδης· όθεν αύτη η μανία εξ όλων των ενθουσιασμών είναι η αρίστη και εξ αρίστων προέρχεται και ως προς τον κατεχόμενον υπ' αυτής και ως προς εκείνον εις τον οποίον μεταδίδεται, ο δε άνθρωπος όστις επιθυμεί την καλλονήν και μετέχει και της μανίας καλείται εραστής· διότι, ως έχει λεχθή, εκ φύσεως πάσα ανθρωπίνη ψυχή έχει ίδει τας ουσίας, αλλέως δεν ηδύνατο να εισέλθη εις το ανθρώπινον σώμα, αλλά δεν είναι εύκολον ν' αναμιμνήσκωνται τας ουσίας λαμβάνουσαι αφορμήν εκ της όψεως του γηίνου κάλλους, όλαι αι ψυχαί, ούτε όσαι επιτροχάδην είδον άλλοτε τα εκεί, ούτε όσαι πεσούσαι εις την γην έπαθον το δυστύχημα να παρεκτραπώσιν εις αδικίαν ένεκα κακών συναναστροφών, και να λησμονήσωσι τα ιερά πράγματα τα οποία είδον. Ολίγαι λοιπόν μένουν εις τας οποίας η μνήμη διαμένει ικανώς ισχυρά· αύται δε, όταν ίδωσί τι ομοίωμα των εκεί θεαμάτων εκπλήσσονται και δεν συγκρατούσι τους εαυτούς των, αγνοούσι δε υπό ποίου πάθους κατελήφθησαν, διότι δεν έχουσι συνείδησιν ικανήν του πράγματος· διότι εις τα γήινα ομοιώματα των ουσιών ουδέν φως δικαιοσύνης και σωφροσύνης και όλων των άλλων αρετών, όσαι είναι πολύτιμοι εις τας ψυχάς, ενυπάρχει, αλλά μόλις διά των ασθενών οργάνων μας, και ολίγοι μεταξύ ημών, από τας παρούσας εικόνας ανάγονται εις την θέαν του προτύπου το οποίον παρουσιάζουσιν· αλλά το κάλλος τότε ήτο δυνατόν να θαυμάσωσι με όλην του την αίγλην, όταν μετά του χορού των ευδαιμόνων βαίνοντες κατόπιν του Διός, άλλοι δε κατόπιν άλλου εκ των θεών, απήλαυσαν το πλέον ευφρόσυνον θέαμα και εμυούντο εις εκείνα τα μυστήρια τα οποία είναι δίκαιον να καλώμεν μακαριώτατα και τα οποία πανηγυρίζομεν τέλειοι μεν οι ίδιοι όντες και μη πάσχοντες τα κακά όσα κατόπιν μας περιμένουν, θεωρούντες δε τας εικόνας των ουσιών τελείας και απλάς, πλήρεις γαλήνης και ευδαιμονίας μέσα εις αυγήν καθαράν καθαροί και ημείς και μη κεκλεισμένοι εις το μνήμα τούτο το οποίον τώρα καλούμεν σώμα και το περιφέρομεν μαζί μας δεσμευμένοι καθώς το όστρακον.

Ταύτα μεν λοιπόν μακρότερα του δέοντος είπομεν τώρα χαριζόμενοι εις την ανάμνησιν και ποθήσαντες τα παρελθόντα· όσον διά το κάλλος, καθώς είπομεν, τούτο έλαμπε μεταξύ των άλλων ουσιών ευρισκόμενον εις τον ουρανόν, και εδώ εις την γην όταν κατήλθομεν, διεκρίναμεν αυτό φανερώτατα να στίλβη διά της πλέον καθαράς αισθήσεώς μας· ο οφθαλμός βεβαίως παρουσιάζεται δι' ημάς ως το οξύτατον εργαλείον των σωματικών αισθήσεων, αλλ' ούτος δεν δύναται να ίδη την φρόνησιν (διότι δεινούς έρωτας θα παρείχεν η φρόνησις εάν φανερόν τοιούτον είδωλον ιδικόν της παρουσίαζεν εις όρασιν), επίσης δεν δύναται να ίδη ο οφθαλμός και τας άλλας ουσίας όσας αγαπώμεν, αλλά τώρα μόνον το κάλλος έσχε το προνόμιον ώστε να είναι φανερώτατον και αξιεραστώτατον. Ο μεν λοιπόν άνθρωπος ο μη έχων πρόσφατον την μνήμην των ουρανίων μυστηρίων ή ο διεφθαρμένος δεν αναβιβάζεται αμέσως εκεί προς την ιδέαν του κάλλους, όταν θεάται εδώ εις την γην το ομοίωμα αυτού, το φέρον το όνομά του, ώστε δεν αισθάνεται σέβας όταν προσβλέπη το ωραίον, αλλά παραδοθείς εις την ηδονήν καθώς τα τετράποδα επιχειρεί να επιβαίνη και να παιδοποιή, και δεν φοβείται διά την σχέσιν του με την βαναυσότητα και δεν αισχύνεται επιδιώκων παρά φύσιν ηδονήν· ο δε αρτίως μεμυημένος εις τα μυστήρια των ουρανών και άλλοτε θεωρήσας μέγαν αριθμόν ουσιών, όταν ίδη πρόσωπον θεοειδές, το οποίον είναι ωραία απεικόνισις του ουρανίου κάλλους, ή σώμα το οποίον διά του σχήματός του ανακαλεί εις την μνήμην την ουσίαν του κάλλους, πρώτον μεν καταλαμβάνεται υπό τινος φρικιάσεως και υπεισέρχεται εντός του κάποιος εκ των ιερών τρόμων, τους οποίους ησθάνθη άλλοτε, έπειτα προσβλέπων προς τον παίδα αισθάνεται σεβασμόν ως να πρόκειται περί θεού, και αν δεν εφοβείτο μήπως χαρακτηρισθή ο ενθουσιασμός του ως άκρατος μανία, θα εθυσίαζεν εις αυτόν ως να ήτο είδωλον, ως να ήτο θεός. Άμα δε ίδη τον παίδα φαίνεται ως εκ της φρικιάσεως ότι μεταβάλλεται και καταλαμβάνεται υπό ιδρώτος και πυρετού ασυνήθους· διότι καθ' ην στιγμήν δέχεται διά των ομμάτων την απορροήν του κάλλους, αισθάνεται την ευάρεστον εκείνην θερμότητα διά την οποίας τρέφονται τα πτερά της ψυχής και κατόπιν διαλύοντα τα εκφύματα τα συγκλεισμένα από την σκληρότητα και εμποδίζοντα την βλάστησιν των πτερών· όταν δε εισρεύση η τροφή αύτη εξογκώνεται το στέλεχος του πτερού και οργά προς αύξησιν εντός ολοκλήρου της ψυχής· διότι άλλοτε ολόκληρος η ψυχή ήτο πτερωτή.