Φαίδρος

Part 3

Chapter 311 wordsPublic domain

Σωκράτης Αυτήν την στιγμήν να σου απαντήσω ακριβώς εις αυτά δεν δύναμαι· αλλ' είμαι βέβαιος ότι έχω ακούσει μερικά, ή ίσως της ωραίας Σαπφούς ή του Ανακρέοντος (25) του σοφού ή και άλλων συγγραφέων. Εις ποίας λοιπόν αποδείξεις στηριζόμενος λέγω τούτο; Αισθάνομαι, ω θαυμάσιε, ότι είναι γεμάτο κάπως το στήθος μου από δύναμιν να είπω άλλα πράγματα όχι χειρότερα από αυτά του Λυσίου· ότι μεν λοιπόν, όσα ωραία δύναμαι να είπω, δεν θα είναι βγαλμένα από τον νουν μου, το γνωρίζω πολύ καλά διότι έχω συνείδησιν της αμαθείας μου· μένει πλέον, μου φαίνεται, να υποθέση τις ότι εγεμίσθη όλη η ψυχή μου διά της ακοής, ως να ήμην αγγείον, από κάποια ξένα νάματα λόγων· αλλ' όμως ένεκα της νωθρότητος και αυτό τούτο ελησμόνησα, με ποίον τρόπον δηλαδή και από ποίους τα έχω ακούσει.

Φαίδρος Αλλ', ευγενέστατέ μου φίλε, είναι θελητικόν ό,τι λέγεις· συ βεβαίως, χωρίς καθόλου να σε παρακαλέσω να μου είπης από ποίους και κατά ποίον τρόπον τα ήκουσες, κάνε μου τούτο μόνον το οποίον εξέφρασες· να μου υποσχεθής ότι θα μου είπης άλλα καλύτερα και όχι ολιγώτερα πράγματα έξω από τ' αναφερόμενα εις το βιβλίον του Λυσίου· και τότε εγώ, καθώς κάμνουν οι εννέα άρχοντες, (26) σου υπόσχομαι ότι θα αφιερώσω εις τους Δελφούς χρυσούν το άγαλμα όχι μόνον το ιδικόν μου, αλλά και το ιδικόν σου εις φυσικόν μέγεθος.

Σωκράτης Με αγαπάς πάρα πολύ και είσαι αληθινά χρυσός άνθρωπος, Φαίδρε, εάν με υποθέτης διατεινόμενον ότι ο Λυσίας απέτυχεν εντελώς και ότι μου είναι δα εύκολον να είπω άλλα νέα έξω από όλα αυτά· τούτο το πάθημα δεν θα το επάθαινε ουδέ ο χειρότερος συγγραφεύς· παραδείγματος χάριν εις τον εξής λόγον, ότι πρέπει να ευνοή ο νέος τον μη ερώντα μάλλον παρά τον ερώντα, νομίζεις συ ότι ο συγγραφεύς θ' αφήση το εγκώμιον της φρονιμότητος του μη ερώντος και τον ψόγον της αφροσύνης του ερώντος, τα οποία κατ' ανάγκην πρέπει ν' αναφέρη, και θα εύρη άλλα τινά να είπη; αλλά, νομίζω, ότι τα κοινά ταύτα εις τον λόγον πρέπει να τ' ανεχθώμεν και να τα συγχωρήσωμεν· και τας μεν τοιαύτας κοινάς εννοίας πρέπει να τας επαινέσωμεν όχι διά την εύρεσιν, αλλά διά την διατύπωσίν των, τας δε μη κατ' ανάγκην κοινάς εννοίας και τας δυσευρέτους πρέπει να επαινέσωμεν αποβλέποντες εκτός της διατυπώσεώς των και εις την εύρεσίν των.

Φαίδρος Συμφωνώ εις εκείνο που λέγεις· διότι μου φαίνεται ότι λογικώς έχεις θέσει το ζήτημα, θα κάμω λοιπόν κ' εγώ έτσι παρομοίως· θα σου προσδιορίσω την υπόθεσιν, ότι ο ερών νοσεί περισσότερον του μη ερώντος, περί δε των λοιπών, όταν είπης πλουσιώτερα και σπουδαιότερα από τα του Λυσίου, τότε ας είναι στημένος εις την Ολυμπίαν, πλησίον του αφιερώματος των Κυψελίδων, (27) ο ανδριάς σου κατεσκευασμένος από σφυρηλατημένον χρυσόν.

Σωκράτης Λαμβάνεις σπουδαίως το πράγμα, Φαίδρε, διότι με τ' αστεία μου σου επείραξα τον παίδα τον οποίον αγαπάς και διά τούτο λοιπόν νομίζεις ότι αληθώς θα επιχειρήσω να είπω άλλο τι ποικιλώτερον, αφ' ό,τι σοφόν έχει γράψει ο Λυσίας;

Φαίδρος Προκειμένου περί τούτου, φίλε μου, εις τας ομοίας με τας ιδικάς μου προσποιήσεις έφθασες. Πρέπει βεβαίως να ομιλήσης με κάθε τρόπον όπως μπορείς. Δείξε δε κάποιαν προφύλαξιν ίνα μη ανταποδίδοντες τα ίσα μεταξύ μας, αναγκαζώμεθα να επαναλαμβάνωμεν τας φορτικάς σκηνάς των κωμωδιών και μη θέλε να με αναγκάσης να σου λέγω εκείνο το «εάν εγώ, ω Σωκράτη, τον Σωκράτην δεν γνωρίζω, έχω λησμονήσει και τον εαυτόν μου» και ότι «επεθύμει μεν να λέγη, αλλ' έκαμνε τον δύσκολον»· αλλά σκέψου ότι δεν θ' αναχωρήσωμεν απ' εδώ προτού συ είπης όσα ωμολόγησες ότι κρύπτεις εντός του στήθους σου. Είμεθα δε μόνοι εις την ερημίαν, ισχυρότερος δε είμ' εγώ και νεώτερος, εξ όλων δε τούτων άκουσε τι σου λέγω και μη θελήσης καθόλου διά της βίας μάλλον να λέγης ή με την θέλησίν σου.

Σωκράτης Αλλά, καλότυχε Φαίδρε, γελοίος θα φανώ όταν αυτοσχεδιάζω διά τα ίδια πράγματα με τα οποία ησχολήθη δόκιμος συγγραφεύς.

Φαίδρος Μάθε τούτο· να παύσης να καμαρώνης προς εμέ· διότι πλησιάζω να εκτελέσω εκείνο που είπα, να σε κάμω δηλαδή διά της βίας να λέγης.

Σωκράτης Μετριώτερον ομίλει.

Φαίδρος Όχι, αλλά και σου το επαναλαμβάνω· ο δε λόγος μου θα είναι όρκος. Σου ορκίζομαι δηλαδή — εις ποίον όμως; εις ποίον εκ των θεών; ή θέλεις εις τον πλάτανον αυτόν εδώ; — ότι αληθώς, εάν δεν μου είπης τον λόγον ενώπιον του πλατάνου τούτου, ουδέποτε εις σε κανένα άλλον λόγον κανενός συγγραφέως ούτε θα σου αναγνώσω ούτε θα σου απαγγείλω.

Σωκράτης Α, κακόβουλε! πόσον καλά, διά να εκτελέσης τον σκοπόν σου, ανεύρες την αδυναμίαν ανδρός φίλου των λόγων.

Φαίδρος Τι λοιπόν έχεις και στριφογυρίζεις;

Σωκράτης Τίποτε πλέον, μετά τον όρκον σου τούτον· διότι πώς θα ηδυνάμην να υποφέρω την απομάκρυσίν μου από τοιούτον τραπέζι;

Φαίδρος Λέγε δα!

Σωκράτης Γνωρίζεις λοιπόν τι θα κάμω;

Φαίδρος Περί τίνος;

Σωκράτης Σκεπασμένος θα λέγω, διά να δυνηθώ όσον το δυνατόν τάχιστα να διεξέλθω τον λόγον, και να μη κομπιάζω ένεκα της εντροπής όταν θα βλέπω προς σε.

Φαίδρος Λέγε μόνον, τα δε άλλα όπως σου αρέσουν κάμνε.

Σωκράτης

&Πρώτος λόγος Σωκράτους&

Ελάτε λοιπόν, Μούσαι &λίγειαι&, καθώς σας επονομάζουν είτε διά το καλλίφωνον του άσματός σας, είτε διά την πολλήν αγάπην πού έχει προς την μουσικήν ο λαός των Λιγύων, βοηθήσατέ με να διεξέλθω τον λόγον, τον οποίον ο καλός μου εδώ Φαίδρος με αναγκάζει να απαγγέλλω διά να δειχθή ο φίλος του ο Λυσίας, ο οποίος του εφαίνετο και πρότερον σοφός, τώρα πλέον ακόμη σοφώτερος. Ήτο λοιπόν κάποιο παιδί, ή μάλλον μικρός νεανίας, ωραιότατος, ο οποίος είχε πάρα πολλούς εραστάς, είς δε εξ αυτών ήτο επιτήδειος. Ούτος αν και ηγάπα τον νέον όχι ολιγώτερον από κάθε άλλον, είχε πείσει αυτόν ότι δεν τον αγαπά· και κάποτε ζητών την εύνοιάν του προσεπάθει να τον πείση τούτο ακριβώς, ότι πρέπει να χαρίζεται εις τον μη ερώντα μάλλον παρά εις τον ερώντα και του εξήγει ως εξής τους λόγους.

Εις κάθε ζήτημα, παιδί μου, μία αρχή πρέπει να λαμβάνεται ως βάσις από τους μέλλοντας να σκεφθώσι καλώς, η γνώσις του τι ζητούμεν, αλλέως κατ' ανάγκην θ' αποτύχωμεν τελείως. Οι δε πολλοί των ανθρώπων δεν αντιλαμβάνονται ότι δεν γνωρίζουν την ουσίαν των πραγμάτων· ένεκα λοιπόν της αγνοίας των αυτής την οποίαν δεν βλέπουν, δεν θέτουν το ζήτημα όπως πρέπει εις την αρχήν της συσκέψεως και κατόπιν, αφού προχωρήσουν, πάσχουν ό,τι είναι επόμενον, μη δυνάμενοι να συμφωνήσωσι ούτε μεταξύ των ούτε με τους άλλους. Εγώ λοιπόν και συ ας μη πάθωμεν ό,τι κατηγορούμεν εις τους άλλους, αλλ' επειδή ο μεταξύ μας λόγος είναι, εάν πρέπη να προσχωρήση τις μάλλον εις τον ερώντα ή τον φίλον, ας συμφωνήσωμεν να θέσωμεν τον ορισμόν του έρωτος, τι ακριβώς είναι αυτός και ποίαν δύναμιν έχει, και αποβλέποντες εις τας αρχάς αυτάς και περί αυτάς στρεφόμενοι διά της σκέψεως ας εξετάσωμεν αν ο έρως είναι ωφέλιμος ή βλαβερός. Γενικώς είναι φανερόν ότι ο έρως είναι κάποια επιθυμία, αλλά και πάντες γνωρίζομεν ότι και μη αγαπώντες άνθρωποι επιθυμούσι τα ωραία. Ποία είναι τα γνωρίσματα τα οποία διακρίνουν τον ερώντα από τον μη ερώντα; Πρέπει λοιπόν να εννοήσωμεν ότι εις έκαστον από ημάς δύο τινές ιδέαι κυβερνώσαι και διευθύνουσαι τας πράξεις μας υπάρχουσι, των οποίων τον δρόμον ακολουθούμεν· η μεν μία είναι έμφυτος επιθυμία των ηδονών, η δε άλλη επίκτητος εκτίμησις ποθούσα το άριστον. Αύται δε αι ιδέαι άλλοτε μεν ομονοούσιν εντός ημών, κάποτε δε συμπλέκονται· και άλλοτε μεν η μία, άλλοτε δε η άλλη νικά. Όταν μεν λοιπόν η λογική εκτίμησις μας οδηγή εις το άριστον και κατακυριεύη εντελώς την ψυχήν μας, σωφροσύνη καλείται· όταν δε η παράλογος επιθυμία μας σύρη προς τας ηδονάς και κυριαρχή εντός μας, λαμβάνει το όνομα της ύβρεως. Η ύβρις έχει πολλά ονόματα διότι είναι πολυμερής και πολύμορφος· και εκ τούτων των μορφών της ύβρεως, εάν καμμία τύχη να υπερισχύση είς τινα άνθρωπον, δίδει το όνομά της, το οποίον δεν είναι ούτε καλόν ούτε τιμητικόν εις τον έχοντα το πάθος της. Δηλαδή όταν μεν η επιθυμία του φαγητού υπερισχύη της λογικής εκτιμήσεως του αρίστου και των άλλων επιθυμιών καλείται γαστριμαργία και εις τον έχοντα αυτήν δίδει το ίδιον όνομα του γαστριμάργου· όταν δε πάλιν η επιθυμία εξασκή τυραννίαν διά της μέθης και εις αυτήν σύρη τον κατεχόμενον υπό του πάθους, είναι φανερόν το επώνυμον το οποίον θα λάβη αυτός· και τα άλλα λοιπόν ονόματα τα αδελφά προς τα λεχθέντα και τα δεικνύοντα ομογενείς επιθυμίας είναι φανερόν ότι εδόθησαν προσηκόντως από την εκάστοτε κυριαρχούσαν. Σχεδόν δύνασαι πλέον να μαντεύσης ποίαν επιθυμίαν θέλων να παραστήσω σου είπα τα προηγούμενα, εν τούτοις θα σου εξηγηθώ σαφέστερον· η επιθυμία δηλαδή η παράλογος, η οποία υπερίσχυσε της εκτιμήσεως της τεινούσης προς το ορθόν και η οποία ετράπη προς απόλαυσιν του κάλλους, ετράπη δρόμον νικηφόρον, επειδή δε εξ άλλου αι συγγενείς προς αυτήν επιθυμίαι την εδυνάμωσαν ισχυρώς προς απόλαυσιν μόνον του σωματικού κάλλους, η επιθυμία αύτη εκ της ρώμης της αυτής το όνομα λαβούσα εκλήθη έρως (28).

Αλλά, φίλε μου Φαίδρε, φαίνομαι κάπως εις σε ότι, καθώς υποθέτω, έχω καταληφθή από θείον πάθος;

Φαίδρος Πραγματικώς, Σωκράτη, κάποια ασυνήθης ευγλωττία σε κατέλαβε.

Σωκράτης Σιώπα λοιπόν και άκουέ με· διότι τω όντι θείος ο τόπος ούτος φαίνεται· ώστε να μη θαυμάσης εάν πολλάκις, καθόσον προχωρεί ο λόγος, καταληφθώ από εξαιρετικόν οίστρον· διότι αυτήν την στιγμήν οι λόγοι μου δεν διαφέρουν των ποιητικών διθυράμβων.

Φαίδρος Αληθέστατα λέγεις.

Σωκράτης Τούτων όμως συ είσαι αίτιος· αλλά τα λοιπά άκουε, διότι ίσως κατόπιν με αφήσει η έμπνευσις. Περί τούτου μεν λοιπόν θα φροντίση ο θεός, ημείς δ' ας επανέλθωμεν εις τον παίδα. — Έτσι, καλέ μου φίλε.

Έχομεν είπει λοιπόν και καθορίσει το αντικείμενον περί του οποίου έπρεπε να σκεφθώμεν, αναφερόμενοι δε εις αυτό ας λέγωμεν τα λοιπά, δηλαδή ποία ωφέλεια ή βλάβη πιθανώς θα συμβή εις τον χαριζόμενον από τον ερώντα ή από τον μη ερώντα.

Εις μεν λοιπόν τον τυραννούμενον υπό της επιθυμίας του έρωτος και εις τον δούλον της ηδονής κατ' ανάγκην ο αγαπώμενος πρέπει να παρέχη υψίστην ηδονήν· διότι εις τον νοσούντα είναι γλυκύ παν το μη παρέχον προσκόμματα, εχθρικόν δε παν το υπέρτερον και το ίσης ισχύος· ούτε λοιπόν ανώτερόν του, ούτε ίσον του ο ερών εκουσίως θ' ανεχθή τον αγαπώμενον, αλλ' επιδιώκει πάντοτε να τον κάμη μικρότερον και πλέον ταπεινόν· είναι δε κατώτερος από τον σοφόν ο αμαθής, ο δειλός από τον ανδρείον, από τον ρήτορα ο αδυνατών να εκφρασθή, από τον έξυπνον ο βραδύνους· τόσα πολλά κακά και ακόμη προσβλητικώτερα, όταν βλέπη ο εραστής ότι γεννώνται ή ενυπάρχουν εκ φύσεως εις τον αγαπώμενον, είναι φυσικόν να χαίρη κατά διάνοιαν διά τα μεν εξ αυτών, να παρασκευάζη δε άλλα, παρά να στερηθή την εφήμερον ηδονήν του. Ένεκα της ανάγκης ταύτης ακριβώς είναι φθονερός και εμποδίζει τον αγαπώμενον από πολλάς άλλας και από τας ωφελίμους συναναστροφάς, και γίνεται αίτιος μεγάλης βλάβης όταν τον απομακρύνη από τας σχέσεις αι οποίαι θα επέδρων εις τον ανθρωπισμόν του, μεγίστης δε όταν τον απομακρύνη από τας σχέσεις αι οποίαι θα τον καθίστων φρονιμώτατον, τούτο δε το κατορθώνει η θεία φιλοσοφία, από την σχέσιν της οποίας κατ' ανάγκην ο ερών εμποδίζει μακρόθεν τον αγαπώμενον, επειδή φοβείται μήπως καταφρονηθή υπ' αυτού. Και προσπαθεί με κάθε τρόπον όπως, αφ' ού κρατήση εις αμάθειαν τον αγαπώμενον και του στρέψη όλην την προσοχήν εις τον εραστήν, κατορθώση να τον κάμη λίαν μεν ευχάριστον εις τούτον, βλαβερώτατον δε εις τον ίδιον τον εαυτόν του.

Ως προς τας σκέψεις λοιπόν ανήρ ο οποίος έχει έρωτα δεν είναι δυνατόν με κανένα τρόπον να φανή ωφέλιμος επίτροπος και φίλος εις νέον.

Ας εξετάσωμεν κατόπιν οποίας έξεις προσδίδει και πώς θεραπεύει το σώμα, του οποίου εγένετο κύριος, ο ερών, ο οποίος είναι ηναγκασμένος να επιδιώκη το ηδύ αντί του αγαθού. Θα ίδωμεν αυτόν να επιζητή μαλθακόν τινα και όχι εύρωστον νέον μέσα εις τον ήλιον ανοικτά, αλλά κάτω από πλατείαν σκιάν, ο οποίος να είναι άπειρος κόπων ανδροπρεπών και ιδρώτων εκ σωματικών ασκήσεων, έμπειρος δε βίου απαλού και αναρμόστου εις άνδρα, ο οποίος να κοσμήται με ξένα χρώματα και στολίσματα, επειδή του λείπουν τα ιδικά του, ο οποίος ν' ασχολήται με όλας εκείνας τας ασχημίας τας ακολουθούσας τ' ανωτέρω, αι οποίαι είναι γνωσταί και δεν αξίζει να εκτεινώμεθα με αυτάς, αλλ' αφού τας συνοψίσωμεν εις άλλας παρατηρήσεις να προβώμεν· το τοιούτον δηλαδή σώμα και εις τον πόλεμον και εις τας άλλας επικινδύνους ανάγκας του βίου οι μεν εχθροί το βλέπουν χωρίς φόβον [περιφρονούντες], οι δε φίλοι και αυτοί οι ερασταί μετά φόβου [αγωνιώντες μήπως πάθη]. Αλλά ταύτας τας παρατηρήσεις ας αφήσωμεν διότι είναι φανεραί, και ας είπωμεν περί του εξής, ποίαν ωφέλειαν ή βλάβην θα παράσχη η του ερώντος σχέσις και επιρροή [όχι περί του σώματος και της ψυχής αλλά] προκειμένου περί των κτημάτων του αγαπωμένου. Είναι φανερόν δα τούτο τουλάχιστον εις τον καθένα και ιδίως εις τον ερώντα, ότι ούτος θα ηύχετο ν' απορφανισθή εντελώς ο αγαπώμενος από τα πολυτιμότατα και αγαπητότατα και ιερώτατα κτήματά του· διότι θα εδέχετο να στερηθή ο αγαπώμενος και τον πατέρα του και την μητέρα του και τους συγγενείς και φίλους, επειδή υποθέτει αυτούς επικριτάς και εμποδιστάς της γλυκυτάτης προς αυτόν σχέσεως. Αλλ' εξ άλλου και περιουσίαν χρηματικήν ή άλλην τινά, εάν είχε ο αγαπώμενος, θα νομίση ότι δεν του είναι ευκολοκατάκτητος ή, εάν κατακτηθή, δεν θα τον μεταχειρίζεται ευκόλως· διά τούτο, κατ' ανάγκην αναπόδραστον, ο εραστής φθονεί τον αγαπώμενον εάν είναι πλούσιος, χαίρει δε όταν η περιουσία αυτού χαθή. Προσέτι ο εραστής θα ηύχετο να μείνη ο αγαπώμενος άγαμος, άπαις, ανέστιος, επειδή επιθυμεί να παρατείνη όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον την ιδίαν του γλυκείαν απόλαυσιν.

Υπάρχουσι μεν λοιπόν και άλλα κακά, αλλά θεός τις εις τα περισσότερα από αυτά ανέμιξε κάποιαν προσωρινήν ηδονήν, παραδείγματος χάριν εις τον κόλακα, όστις είναι δεινόν θηρίον και βλάβη μεγάλη, η φύσις ανέμιξε κάποιαν ευχαρίστησιν λεπτήν, και την σχέσιν προς εταίραν ως βλαβεράν θα έψεγέ τις, και άλλα πολλά εκ των παρομοίων συνδέσμων προς υπάρξεις και συνηθειών, τα οποία καθ' ημέραν τουλάχιστον τέρπουσιν ημάς· αλλ' όμως ο εραστής εκτός της βλάβης προξενεί και υπερβολικήν αηδίαν ένεκα της καθημερινής συναναστροφής· διότι κατά την παλαιάν παροιμίαν ο της αυτής ηλικίας τέρπει τον συνομήλικά του· επειδή ως νομίζω η του χρόνου ισότης ένεκα της ομοιότητος φέρουσα εις ίσας ηδονάς παρέχει φιλίαν· αλλ' όμως και αι παρόμοιαι σχέσεις φέρουσι κόρον· εις πάσαν σχέσιν όλων των πραγμάτων το κατ' ανάγκην πάλιν γιγνόμενον λέγεται ότι είναι βαρύ πράγμα· το οποίον βεβαίως έχει προ πάντων ο εραστής προς τον αγαπώμενον εκτός της ανομοιότητος της ηλικίας. Διότι όταν έχη σχέσιν ο πρεσβύτερος με νεώτερον, ούτε την ημέραν ούτε την νύκτα εκουσίως τον αποχωρίζεται, αλλά φέρεται υπό του πάθους και υπό τινος μανιακής εμπνεύσεως, η οποία παρέχει ολοέν εις αυτόν ηδονάς με το να βλέπη, ν' ακούη, να εγγίζη και πάσαν αίσθησιν να αισθάνεται του αγαπωμένου, ώστε καταλλήλως πάντοτε τον υπηρετεί διά της ηδονής· εις δε τον αγαπώμενον ποίαν παρηγορίαν ή ποίας ηδονάς θα παράσχη, όταν επί ίσον χρόνον συζή μετ' αυτού, ώστε να μη τον φέρη εις το τελευταίον σημείον της αηδίας; όταν βλέπη ο αγαπώμενος την όψιν εκείνου πρεσβυτέραν και μαραμένην εκ της ηλικίας, την οποίαν συνοδεύουν και αι άλλαι αδυναμίαι αηδείς και να τας ακούη τις λεγομένας, και όταν είναι ηναγκασμένος από ανάγκην πάντοτε προσκειμένην να τον υπομένη, και όταν ο αγαπώμενος επιτηρήται εις πάσαν πράξιν του και εις τας σχέσεις προς όλους από καχύποπτον ζηλοτυπίαν, και όταν ακούη [από το στόμα του ερώντος] παρακαίρους και υπερβολικούς επαίνους, ομοίως και ψόγους ανυποφόρους καθ' ην στιγμήν είναι εις τα σωστά του, εν ώ, καθ' ην στιγμήν είναι ζαλισμένος από μέθην, μεταχειρίζεται εκτός των πράξεων, αι οποίαι δεν είναι ανεκταί ένεκα του αίσχους, αυθάδειαν φορτικήν από αηδίαν και αδιάντροπον.

Και εν όσω μεν ο ερών κατέχεται υπό του πάθους του είναι και βλαβερός και αηδής, όταν δε εις τον έπειτα χρόνον παύση να αγαπά, γίνεται άπιστος εις εκείνον, τον οποίον μόλις συνεκράτει με πολλάς υποσχέσεις και πολλούς όρκους και παρακλήσεις, ώστε να υποφέρη την οχληράν και επίπονον σχέσιν του τότε, ένεκα της ελπίδος αγαθών εις το μέλλον. Καθ' ον χρόνον λοιπόν πρέπει να εκπληρώση ο ερών τας υποσχέσεις του αλλάζει κύριον του εαυτού του και προστάτην, αντί του έρωτος και της μανίας δέχεται τον νουν και την σωφροσύνην και με το να μεταβληθή λησμονεί τον αγαπώμενον. Και ο μεν αγαπώμενος ζητεί ανταπόδοσιν διά τας άλλοτε ευνοίας, τας οποίας του παρέσχε υπενθυμίζων τα πραχθέντα και τα λεχθέντα, ωσάν να ομιλή προς τον ίδιον άνθρωπον· ο δε ερών εξ εντροπής ούτε να είπη τολμά ότι μετεβλήθη ούτε δύναται να εκπληρώση τους όρκους και τας υποσχέσεις, τας οποίας έδωκε, διατελών υπό την προηγουμένην ανόητον κυριαρχίαν του πάθους, διότι τώρα συνήλθε και εσωφρόνησε, ώστε να μη πράττη τα ίδια με τα προηγούμενα και να μη γίνη πάλιν όμοιος ή ο ίδιος με τον παλαιόν άνθρωπον.

Ένεκα τούτων λοιπόν γίνεται φυγάς και ο πριν εραστής, κατ' ανάγκην εγκαταλείψας αυτόν, με την πτώσιν του οστράκου από το άλλο μέρος, (29) τρέπεται εις φυγήν μεταβληθείς [εν ώ πρότερον ήτο διώκτης]· ο δε αγαπώμενος αναγκάζεται να τον καταδιώκη αγανακτών και επικαλούμενος τους θεούς, επειδή δεν εγνώριζεν εξ αρχής την πάσαν αλήθειαν, ότι δηλαδή δεν έπρεπε ποτέ να χαρίζεται εις ερώντα και ανόητον ένεκα της ανάγκης του πάθους, αλλά πολύ περισσότερον εις τον μη ερώντα και νουν έχοντα· διότι εάν δεν έκαμνε τούτο [να χαρισθή εις μη ερώντα], κατ' ανάγκην θα παρέδιδε τον εαυτόν του εις άνθρωπον άπιστον, ιδιότροπον, φθονερόν, αηδή, βλαβερόν μεν εις την περιουσίαν του, βλαβερόν δε εις την υγείαν του, προ πάντων δε πολύ βλαβερόν εις την ανάπτυξιν της ψυχής του, της οποίας αληθώς ούτε μεταξύ των ανθρώπων, ούτε μεταξύ των θεών υπάρχει ούτε θα υπάρξη ποτέ πολυτιμότερον πράγμα. Αυτάς τας αληθείας πρέπει, παιδί μου, να κατανοής, και να μάθης ότι η φιλία του εραστού δεν προέρχεται από ευεργετικήν στοργήν, αλλ' ότι γεννάται ως όρεξις φαγητού χάριν κορεσμού, καθώς οι λύκοι το αρνάκι αγαπούν, έτσι κ' οι ερασταί αγαπούν το παιδί (30).

Τούτο είν' εκείνο πού σου έλεγα, Φαίδρε, ότι δεν θ' ακούσης τίποτε περισσότερον από εμέ, αλλ' ο λόγος μου ας τελειώση για σένα πλέον.

Φαίδρος Αλλ' εγώ επίστευον ότι ευρίσκεσαι εις το μέσον του λόγου, και ότι θα έλεγες τα ίσα και περί του μη ερώντος, ότι πρέπει εις εκείνον να χαρίζεται μάλλον ο παις, απαριθμών εξ άλλου τας ωφελείας τας οποίας παρουσιάζει η σχέσις του· εις αυτό λοιπόν το σημείον, Σωκράτη, διατί εσταμάτησες;

Σωκράτης Δεν ησθάνθης, καλότυχε, ότι δεν μεταχειρίζομαι ήδη εις την ομιλίαν μου τον τόνον του διθυράμβου, αλλ' ότι εκφράζομαι ως ποιητής πλέον ηρωικών στίχων, και ταύτα εν ώ ευρισκόμην εις την ανάγκην να ψέγω; Αλλ' εάν τώρα αρχίσω να επαινώ τον άλλον εις ποίον σημείον εμπνεύσεως νομίζεις ότι θα φθάσω; Άραγε εννοείς ότι από τας Νύμφας, εις την επιρροήν των οποίων επίτηδες μ' εξώθησες, θα εμπλησθώ με θείαν έμπνευσιν; Σου λέγω λοιπόν με ένα λόγον, ότι όσαι λοιδορίαι εις τον ερώντα απεδόθησαν αρμόζει αι αντίθετοι τούτων αρεταί ν' αποδοθώσιν εις τον άλλον όστις δεν αγαπά. Και τις ανάγκη να μακρολογώμεν; και περί των δύο αρκετά έχομεν είπει· και έτσι λοιπόν ο λόγος, αφού είναι πρέπον να λάβη τέλος, τούτο θα πάθη· κ' εγώ τον ποταμόν τούτον θα διαβώ και θα φύγω, πριν αναγκασθώ από σε να σου κάμω καμμίαν άλλην μεγαλυτέραν χάριν.

Φαίδρος Μη φύγης ακόμη, Σωκράτη, προτού περάση τουλάχιστον το καύμα του ηλίου· ή δεν βλέπεις ότι ήδη πλησιάζει μεσημέρι, ότε η ημέρα σταματά; Αλλ' ας μείνωμεν και αφ' ου συνομιλήσωμεν περί των ανωτέρω θεμάτων, ταχέως αναχωρούμεν μόλις δροσίση.

Σωκράτης Θείος είσαι διά λόγους, Φαίδρε, κ' εντελώς σε θαυμάζω· διότι, ως νομίζω, κανείς από τους γεννηθέντας επί των ημερών της ζωής σου δεν έχει κάμει ως συ να παραχθώσι περισσότεροι λόγοι, είτε με το να τους λέγης ο ίδιος, είτε με το ν' αναγκάζης με κάθε τρόπον τους άλλους να λέγωσι. Εξαιρώ μόνον τον Σιμμίαν τον Θηβαίον· (31) αλλά τους άλλους πάρα πολύ τους υπερτερείς· και τώρα πάλιν μου φαίνεται ότι θα μου γίνης αιτία να είπω κανένα λόγον.

Φαίδρος Μου φαίνεσαι τουλάχιστον ότι κηρύττεις πόλεμον· αλλ' ας ίδωμεν περί τίνος πρόκειται;

Σωκράτης Μόλις έμελλον, καλέ μου, να περάσω τον ποταμόν, ησθάνθην το δαιμόνιον, το σημείον το οποίον γίνεται συνήθως εντός μου και το οποίον πάντοτε με συγκρατεί, να μη κάμνω ό,τι σκοπεύω, (32) και φωνήν ενόμισα ότι ήκουσα από τούτο εδώ το μέρος, η οποία δεν με άφηνε ν' αναχωρήσω προτού εξαγνισθώ ωσάν να ημάρτησα κατά τι εις το θείον. Είμαι λοιπόν μάντις, αν και όχι σπουδαίος, αλλά καθώς οι γνωρίζοντες ολίγα γράμματα προς χρήσιν των, έτσι κ' εγώ αρκούμαι να χρησιμοποιώ την μαντικήν μου εις τον εαυτόν μου μόνον· καθαρά λοιπόν εννοώ το αμάρτημά μου. Διότι ακριβώς μου φαίνεται, φίλε μου, ότι η ψυχή έχει κάποιαν δύναμιν μαντικήν διότι και, όταν προ μικρού σου έλεγον τον λόγον, με συνετάραξε κάπως και υπώπτευον μήπως, όπως λέγει ο Ίβυκος, (33) αμαρτήσω κατά τι εις τους θεούς με εκείνο όπερ θα μου δώση τιμήν από τους ανθρώπους· τώρα δε αισθάνομαι το αμάρτημά μου.

Φαίδρος Λέγε το λοιπόν ποίον είναι;

Σωκράτης Τρομερόν, Φαίδρε, τρομερόν λόγον έφερες, και ο ίδιος με ηνάγκασες να είπω.

Φαίδρος Τι λοιπόν;

Σωκράτης Λόγον ανόητον και κάπως ασεβή· γνωρίζεις άλλον πλέον αξιοκατάκριτον τούτου;

Φαίδρος Κανένα άλλον, εάν συ βεβαίως λέγης αληθινά πράγματα.

Σωκράτης Τι λοιπόν; Τον έρωτα δεν τον θεωρείς υιόν της Αφροδίτης, και ένα εκ των θεών;

Φαίδρος Τον λέγουν βεβαίως.

Σωκράτης Αλλά δεν ελήφθη ως τοιούτος ούτε υπό του Λυσίου, ούτε υπό του ιδικού σου λόγου, ο οποίος ελέχθη διά του ιδικού μου στόματος που το κατεφαρμάκευσες συ. Εάν δε είναι, καθώς και είναι, ο Έρως θεός ή θείον τι ον, δεν πρέπει καθόλου να ληφθή ως κακός· εν ώ οι δύο λόγοι, οίτινες τώρα ακριβώς ελέχθησαν περί αυτού, ως τοιούτον τον εθεώρησαν. Και κατά τούτο λοιπόν οι δύο λόγοι περιέχουν αμαρτίαν ως προς τον Έρωτα, και προσέτι η ανοησία αυτών είναι πάρα πολύ αστεία διότι, εν ώ δεν λέγουν τίποτε υγιές και αληθές, υπερηφανεύονται ότι περιέχουν κάποιαν σοβαράν αξίαν, εάν εξαπατήσωσι μερικούς μικρούς ανθρώπους και προκαλέσωσι τον θαυμασμόν των. Είναι λοιπόν ανάγκη, φίλε μου, να υποστώ κάθαρσιν· υπάρχει δε εις τους αμαρτάνοντας εις την θεολογίαν παλαιός καθαρμός τον οποίον ο Όμηρος μεν δεν εγνώριζε (34), αλλά μόνον ο Στησίχορος. Διότι όταν εστερήθη του φωτός των ομμάτων του, επειδή κατηγόρησε την Ελένην, δεν παρεγνώρισε, καθώς ο Όμηρος, αλλ' ως αληθινός λυρικός ποιητής ενόησε την αιτίαν, και κάμνει ευθύς τους στίχους·

Δεν είν' αληθινή η φήμη αυτή. Εσύ δεν μπήκες 'ςτά καλλίζυγα καράβια, Κι' ούτ' έφτασες 'ςτά Πέργαμα της Τροίας (35).

και αφού έκαμε πλέον όλην την ονομαζομένην παλινωδίαν αμέσως είδε το φως του. Εγώ λοιπόν και εις αυτό τούτο ακριβώς θα φανώ σοφώτερος και των δύο ποιητών εκείνων· διότι πριν να πάθω, ένεκα της κατηγορίας που έκαμα εις τον έρωτα, θα προσπαθήσω να του αποδώσω την παλινωδίαν, αλλά τώρα με γυμνήν την κεφαλήν και όχι καθώς τότε ότε την είχον σκεπάσει ένεκα της εντροπής [την οποίαν ησθανόμην λέγων].

Φαίδρος Από αυτά που μου είπες, Σωκράτη, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άλλα πλέον ευχάριστα εις εμέ.