Part 1
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstntinides.
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words have been included in &&. Footnotes have been converted to endnotes. Words between square brackets represent corrections by the translator.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Λέξεις εντός αγκυλών έχουν παρεμφληθεί από τον μεταφραστή.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝ ΦΑΙΔΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. ΓΟΥΝΑΡΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
Π Λ Α Τ Ω Ν Ο Σ
ΦΑΙΔΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Κ. Σ. Γ Ο Υ Ν Α Ρ Η
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΦΑΙΔΡΟΝ
1. Ο ΦΑΙΔΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΚΑΔΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ
Από τα σπουδαιότατα έργα του θείου Πλάτωνος, ο Φαίδρος, είναι μικρογραφία όλου του κόσμου των θεωριών του φιλοσόφου, είναι καλλιτέχνημα του ποιητού της σκέψεως, είναι απεικόνισις αυτού του ακαδημαϊκού διδασκάλου της παρά τον Κηφισόν φιλοσοφικής Ακαδημείας. Εις το έργον τούτο ο φιλόσοφος Πλάτων αναπτύσσει οντολογίαν, ηθικήν, αισθητικήν, ο διδάσκαλος απανθίζει εκ των άνω θεωριών την αναγκαίαν γενικήν μόρφωσιν του ρήτορος και του συγγραφέως εν γένει, κ' εξυμνεί τον προφορικόν λόγον ως τον τέλειον δημιουργόν, διότι έμψυχα έργα, μαθητάς, φιλοτεχνεί· ο δε καλλιτέχνης Πλάτων νεανικήν χάριν και ζωηρότητα εμφυσά εις τα πολλά μέρη κ' επεισόδια του έργου, τα οποία, φαινομενικώς διάφορα, συνάπτονται με λογικόν και δραματικόν συνειρμόν.
Ψυχολογικήν τριλογίαν απαρτίζουν οι διάλογοι, οι έχοντες πολλά τα κοινά, Φαίδων, Συμπόσιον και Φαίδρος, διότι παριστάνουν ο μεν πρώτος την ψυχήν μετά θάνατον και τον έρωτα της αθανασίας, ο δε δεύτερος την ψυχήν εντός του κόσμου τούτου και την γένεσιν του έρωτος, ο δε τρίτος την προΰπαρξιν της ψυχής και την σχέσιν του έρωτος προς το κάλλος· αλλ' όμως εις την τριλογίαν αυτήν διακρίνει κανείς την απόπειραν και τον σκοπόν να μας παρουσιάσωσι τον διδάσκαλον και τον μαθητήν. Και ιδού εις τον Φαίδωνα ο θάνατος του Σωκράτους, εις το Συμπόσιον η αποθέωσις του Σωκράτους, εις τον Φαίδρον η Ακαδήμεια του Πλάτωνος· μετά το δράμα του Φαίδωνος, η ευγενής κωμωδία του Συμποσίου, και ο Ακαδημαϊκός λόγος του Φαίδρου.
Προ πάντων όμως το Συμπόσιον και ο Φαίδρος, εν ώ δεν υστερούσι και κατά το ύψος των ιδεών, διά το περιεχόμενον αυτών, διά το εύθυμον και τεχνικόν, διά τον φραστικόν χαρακτήρα των εμφανίζονται ως δίδυμα αδελφά του Πλάτωνος αριστουργήματα. Εις το Συμπόσιον εξυμνείται το ηθικόν μεγαλείον του Σωκράτους, εις τον Φαίδρον διαγράφεται η φιλόμουσος επιστημονική φυσιογνωμία του Πλάτωνος. Εκεί ο Σωκράτης, ο φίλος της αγοράς και των συναναστροφών, ο φιλόπολις, ο όμοιος με Σειληνόν, ο εγκρατής, ο ακάματος συζητητής, ο κατηγορηθείς ως διαφθορεύς των νέων, εξαίρεται από το στόμα του ιδίου ακολάστου μαθητού του, του Αλκιβιάδου· εδώ ο Πλάτων, ο φιλόκαλος, με τας αισθητικάς αντιλήψεις του έρωτος, ο αριστοκρατικός αναχωρητής, ο φεύγων τον αγοραίον θόρυβον των ρητόρων και των πολιτικών, αλλά και φιλότιμος εις τας επιστημονικάς ζητήσεις, υπό το σωκρατικόν προσωπείον τονίζει την ανάγκην της φιλοσοφίας, υποδεικνύων την αξίαν της σχολής του εις τον Φαίδρον, ο οποίος είναι τόσον φιλομαθής, ώστε συγκινεί διά τούτο, και ο οποίος, κατά τινα παλαιάν μαρτυρίαν, ήτο χρηστός και ελεήμων και όχι διεφθαρμένος, ως αναφέρουσιν άλλοι ψέγοντες την στενήν του φιλίαν προς τον Πλάτωνα.
Ωρισμένως περιγράφων ο Πλάτων την ιεράν εις τας Νύμφας και τον Πάνα &καταγωγήν του Ιλισού&, όπου απεσύρθησαν ο Σωκράτης — Πλάτων με τον Φαίδρον ίνα επιδοθούν εις την έρευναν σπουδαίων θεωριών, υπό την υψηλήν πλάτανον, κατά τας θερινάς ώρας, όταν οι κοινοί θνητοί έχουν ριφθή εις τον ύπνον και μόνον οι τέττιγες, οι αγγελιοφόροι των Μουσών, τραγουδούν ακούραστοι, θ' αντέγραφεν εκουσίως ή χωρίς να θέλη σκηνήν εκ της ιδικής του Φιλοσοφικής Ακαδημείας. Διότι τοιουτοτρόπως ακριβώς παρά τούς κήπους του Κηφισού, εις την αφιερωμένην εις τας Μούσας σχολήν του, και δη εις την Καλλιόπην και Ουρανίαν τας εφόρους της Φιλοσοφίας, ως τις πνευματικός ημίθεος της εποχής του (και τούτο το εσυμβόλισαν οι αρχαίοι μυθολογούντες ότι η ευγενής Περικτιόνη τον εγέννησεν εκ του Απόλλωνος), εν μέσω των φιλομαθέστατων και λάλων, ως οι τέττιγες, μαθητών του ησχολείτο με την γενικήν του εκείνην θεωρίαν περί των ιδεών, με την οποίαν συνέδεσε και το κάλλος, και θύων εις τας χάριτας και σχεδιάζων την ιδανικήν του πολιτείαν διέτριβε μακαρίζων εαυτόν διότι εγεννήθη άνθρωπος, διότι Έλλην, διότι επί Σωκράτους.
Αλλά καθώς υπό το παιγνιώδες και ποιητικόν του Φαίδρου διακρίνεις την σοβαρότητα έργου συνθετικού και υψηλού, τοιουτοτρόπως και υπό τον καλλιτέχνην αναχωρητήν της Ακαδημείας, ο οποίος εφαίνετο διστάζων ν' αναμιχθή εις τα πολιτικά της πατρίδος του, και ο οποίος εθεωρήθη ως ουτοπικός και υπερθεωρητικός εις τας κοινωνικάς του ιδέας, διακρίνεις τον ακάματον εργάτην της φιλοσοφίας και της προόδου. Κατ' αρχάς εταξίδευσεν εις τας εστίας του τότε πολιτισμού ίνα μορφώση τον εαυτόν του, έπειτα από ευγενούς πεποιθήσεως και από συστήματος, ο μαθητής του Σωκράτους, ηγωνίσθη επιτιθέμενος δριμύς κατά των λυμαινομένων το Άστυ και την Ελλάδα σοφιστών και αισχροκερδών λογογράφων. Διά της αμισθί παρεχομένης διδασκαλίας του, εις την επί τούτω ιδρυθείσαν Ακαδήμειαν, εμόρφωσε μαθητάς, οποίος και ο Αριστοτέλης, μας παρέδωκε δε τόσα αθάνατα έργα, όχι υπομνήματα γήρατος όπως ηθέλησε να τα ονομάση από υπερβολικόν ζήλον προς μόνον το αληθές, αλλ' αρμονικάς συνθέσεις, εις τας οποίας η μη δαμασθείσα απολλώνια φλέβα του αίματός του έδωκε την ωραίαν αττικήν μορφήν, ην έχουν. Και τέλος, αυτός ο οποίος εις τον Φαίδρον δεικνύει πώς πρέπει να εργάζεται ο φιλόσοφος, από την Ακαδήμειαν αυτήν εξήλθε δύο φοράς, γέρων πλέον, διά τας Συρακούσας, μακρυνόν τότε ταξίδιον, όπου επήγε να δώση σάρκα εις την πολιτείαν του· και τότε μεν δεν κατώρθωσε να πραγματοποιήση το πολιτικόν του σύστημα, αλλ' οι αιώνες ολίγον κατ' ολίγον πραγματοποιούν και θα πραγματοποιήσουν μίαν προς μίαν τας κοσμοπολιτικάς του ιδέας.
Η Ακαδήμεια του Πλάτωνος εκλείσθη μόλις το 529 μ. Χ. επί του Ιουστινιανού. Τότε, ενώ ιδρύετο εν Κωνσταντινουπόλει ο ναός της του &Θεού Σοφίας&, εξηφανίζετο εις τας Αθήνας αθορύβως η σχολή εκείνη, η οποία διά του τέκνου της, του μυστικού νεοπλατωνισμού, είχε συντελέσει τόσον πολύ εις την κατάρτισιν των δογμάτων του Χριστιανισμού.
Πολυάριθμοι και άξιοι μεγάλης τιμής επιστήμονες, ιδία ξένοι, ασχοληθέντες με τα έργα του Πλάτωνος, πολλά έφεραν εις φως και πολλά καθώρισαν. Ιδιαιτέρας αμφισβητήσεως έτυχε και ο χρόνος της συγγραφής του Φαίδρου. Ημείς ελαχίστην συμβολήν παρέχοντες εις την πλατωνικήν κίνησιν διά της μεταφράσεως του Φαίδρου, τον οποίον δεν εδίστασε κάποιος να ονομάση το κάλλιστον έργον του Πλάτωνος και εις τον οποίον τόσον συχνά παραπέμπουσιν αρχαίοι και νεώτεροι, θα προτάξωμεν μετά την ανάμνησιν του έργου καί τινα περί του χρόνου της συγγραφής αυτού, και πορίσματα εκ του περιεχομένου διά να κατανοηθή τελείως το ύψος και ο σκοπός του διαλόγου. Αντλήσαντες λοιπόν από τας αξιολογωτέρας γνώμας των πλατωνιστών περί του Φαίδρου παραθέτομεμεν εδώ ό,τι κρίνομεν αληθέστερον.
2. ΑΝΑΛΥΣΙΣ
Πρώτον μέρος
Ο Σωκράτης συναντά τον Φαίδρον, όστις πηγαίνει περίπατον έξω της πόλεως με σκοπόν να μελετήση τον λόγον του Λυσίου, τον οποίον κρύβει υπό το ένδυμά του. Ο Σωκράτης ανακαλύπτει τον λόγον και τον αναγκάζει με τας παρακλήσεις του να του τον διαβάση. Καταφεύγουν εις σκιερόν μέρος του Ιλισού αφιερωμένον εις τας Νύμφας. Διαβάζεται ο λόγος του Λυσίου, του οποίου η υπόθεσις είναι ότι &ο αγαπώμενος πρέπει να ευνοή όχι τον εραστήν του, αλλά τον μη εραστήν&. Εις τον Σωκράτην δεν αρέσκει ο λόγος ως προς το ρητορικόν μέρος. Δι' ό αναγκάζεται από τον Φαίδρον με την ιδίαν βάσιν, την οποίαν ευρίσκει καλήν, ν' απαγγείλη ιδικόν του λόγον καλύτερον, διότι του εγέμιζον το στήθος αι ιδέαι των παλαιών ποιητών περί του έρωτος και τον ενέπνεον αι Μούσαι.
Ορίζει λοιπόν κατ' αρχάς τον έρωτα και τελειώνει απαριθμών τα κακά τα οποία, προξενεί ο εραστής εις τον αγαπώμενον νέον, εν ώ από την αισχύνην, διά το αισχρόν θέμα, σκεπάζει το πρόσωπόν του.
Αλλ' ο Φαίδρος είναι αδύνατον ν' αρκεσθή έως εδώ. Ζητεί από τον Σωκράτην να του απαριθμήση και τα καλά τα οποία προξενεί εις τον αγαπώμενον ο μη ερών. Ο Σωκράτης αρνείται κ' επιχειρεί να φύγη, αλλ' έξαφνα το δαιμόνιον, το σοφόν αυτό ασυνείδητον ελατήριον της ψυχής του, τον σταματά. Διότι εκφράσεις όχι καλάς θα είχον εκστομίσει. Οι λόγοι των, του Λυσίου και ο ιδικός του, ασφαλώς ύβρισαν τον έρωτα, διότι ο έρως δεν είναι μόνος εκείνος ο οποίος απαντάται μεταξύ των ναυτών, αλλ' είναι αυτό τούτο θεός. Ενθυμείται ότι ο Όμηρος ετυφλώθη διότι ύβρισε την Ελένην, δηλαδή το κάλλος, το όποιον είναι θείας καταγωγής, και ότι μόνον ο Στησίχορος, ο ποιητής, εσώθη διότι ανήρεσε με άλλο άσμα τας μομφάς του προς εκείνην. Έπρεπε και αυτός να παλινωδήση.
Ο δεύτερος λοιπόν λόγος του είναι ύμνος προς τον Έρωτα και το Κάλλος. Ακάλυπτος τώρα κ' ενθουσιασμένος ευρίσκει ότι έχομεν τεσσάρων ειδών μανίας και ότι εκ τούτων η ερωτική μανία δίδει ευτυχίαν εις την ψυχήν. Αλλ' η ψυχή μας αυτή, η αθάνατος και αγέννητος, ποία έχει ουσίαν, πόθεν ήλθε, πού πηγαίνει, τι αισθάνεται; Απαντών εις αυτά ο Σωκράτης αρχίζει τον περί ψυχής μύθον του. Η ψυχή αποτελείται από ένα ηνίοχον και δύο ίππους, ήτο δε πτερωτή, αλλ' απώλεσε τα πτερά της, διότι δεν κατώρθωσε να περάση εις τον επουράνιον τόπον και να ίδη τον Δία και τους θεούς, δηλαδή το καλόν, το αγαθόν και το αληθές, των οποίων η θέα τρέφει τα πτερά της ψυχής. Ένεκα λοιπόν του μεγάλου συνωστισμού των ψυχών, άπτερος πλέον η ψυχή πίπτει εις το κενόν, εμψυχώνεται εις ανθρώπους διαφόρους διά χιλιάδας έτη, μετά την παρέλευσιν των οποίων επανα[λα]μβάνει τον αγώνα της. Αι ενανθρωπίσασαι λοιπόν ψυχαί βλέπουσαι επί της γης ωραία σώματα ενθυμούνται το αιώνιον κάλλος και παρασύρονται εις έρωτα και πάθη. Ο ηνίοχος και ο καλός ίππος συγκρατούσι τον κακόν ίππον από την τάσιν του προς αισχράν πράξιν, και η ψυχή αγαπά θεωμένη μόνον, εν ώ ο αγαπώμενος αισθάνεται αντέρωτα. Κάμνει λοιπόν ο μετά φιλοσοφίας έρως των, ώστε να πτερούνται αι ψυχαί των μετά θάνατον.
Δεύτερον μέρος
Ο Σωκράτης κρίνων το έργον του λογογράφου Λυσίου και τα έργα των πολιτικών και νομοθετών αποφαίνεται ότι όχι το γράφειν αλλά το κακώς γράφειν φέρει αισχύνην. Αλλά διά να γράψη τις καλώς δεν αρκεί η ρητορική χωρίς την γνώσιν της αληθείας. Αναφέρει λεπτομερώς όλα τα είδη της ρητορικής και τας μεθόδους των ρητόρων, τα οποία δεν επιτυγχάνουν τον σκοπόν των. Επί παραδείγματι ο Λυσίας δεν ώρισεν εις την αρχήν τον έρωτα, με μεγάλην δε σύγχυσιν ανέπτυξε τα μέρη του θέματός του, ενώ αυτός ώρισε τον έρωτα ως μανίαν και με τας δύο φιλοσοφικάς μεθόδους, την αναλυτικήν και την συνθετικήν, επροχώρησεν εις το έργον του. Οι τοιουτοτρόπως φιλοσοφικώς εργαζόμενοι καλούνται διαλεκτικοί. Ενώ οι ρήτορες με τας ιδικάς μόνον γνώσεις μόλις το αλφάβητον του γράφειν λόγους γνωρίζουν.
Καλύτερος ρήτωρ ήτο ο Περικλής, διότι ακριβώς από τον φιλόσοφον Αναξαγόραν ήντλησεν. Οι ρήτορες λοιπόν πρέπει να γνωρίζωσι την ανθρωπίνην ψυχήν, έπειτα πρέπει να έχωσι σκοπόν την αλήθειαν και όχι το αληθοφανές. Κατόπιν εξετάζει την ευπρέπειαν και την απρέπειαν περί το γράφειν κ' ευρίσκει, αφού αναφέρει τον μύθον της ανακαλύψεως του γραπτού λόγου, ότι ο τελευταίος ούτος λόγος δεν είναι φάρμακον διαρκούς μνήμης, αλλ' απλής υπομνήσεως, ενώ ο προφορικός λόγος είναι αυτάρκης και σπείρεται εις ψυχάς ζώσας. Τέλος εξάγει συμπέρασμα περί του πώς πρέπει να εργάζεται και πώς να ονομάζεται ο αληθινός σοφός, δηλαδή ο φιλόσοφος. Κατόπιν συνιστών εις όλους τους συγγραφείς την φιλοσοφίαν, ευρίσκει ότι ο Ισοκράτης είναι καλύτερος του Λυσίου και παρέχει ελπίδας ως φιλοσοφικώτερος. Προσευχηθείς δε εις τον Πάνα διά να του δίδη εσωτερικήν ωραιότητα και να παρέχη εις τον νουν του σοφίαν και εις το σώμα του σωφροσύνην, επιστρέφει εις την πόλιν μαζί με τον Φαίδρον.
3. ΧΡΟΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ
Ο Πλάτων εγεννήθη το 427 π. Χ. και απέθανε το 348 π. Χ. Το 407 έγινε μαθητής του Σωκράτους, ο οποίος έπιε το κώνειον το 399 π. Χ. Η γνώμη του Άγγλου Γρότε, ότι κανείς εκ των διαλόγων του Πλάτωνος δεν εγράφη προ του θανάτου του Σωκράτους, και η γνώμη του Γερμανού Έρμανν, ότι ελάχιστοι είναι νόθοι, γενικώς επικρατούσι σήμερον.
Κυριώταται πηγαί προς χρονικήν κατάταξιν των διαλόγων εκτός των αρχαίων μαρτυριών, των υπαινιγμών του φιλοσόφου και της εξελίξεως των θεωριών του, είναι η ζωή αυτού, το περιβάλλον και αι περιστάσεις, και η γλωσσική μορφή των έργων του.
Εις την ζωήν του Πλάτωνος τρεις σπουδαίους σταθμούς δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν, οι οποίοι ασφαλώς έχουν επίδρασιν εις το έργον του: &τον θάνατον του Σωκράτους και την φυγήν του εις Μέγαρα (399 — 398 π.Χ.)· την μετά τα ταξίδιά του εις Κυρήνην, Αίγυπτον, Ιταλίαν ίδρυσιν της Ακαδημείας (386 — 385 π.X.)· την εκ του δευτέρου εις Σικελίαν ταξιδίου επάνοδόν του εις την σχολήν, εις ην κατελέχθη ως μαθητής ο Αριστοτέλης (368 — 367 π. Χ.).&
Μεταξύ των δύο πρώτων σταθμών εγράφησαν τα έργα της πρώτης περιόδου, της Σωκρατικής, τα οποία φέρουσι τον χαρακτήρα της αμέσου επιδράσεως του Σωκράτους (Απολογία, Κρίτων, Γοργίας, Ευθύφρων, Λάχης, Ιππίας κ.τ.λ.). Μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου σταθμού εγράφησαν τα έργα της δευτέρας περιόδου, της δυναμένης να κληθή &πρώτης ακαδημαϊκής ή συνθετικής&, διότι συνετάχθησαν εις την Ακαδήμειαν και περιέχουν τα πρώτα στοιχεία της δημιουργικής εργασίας του Πλάτωνος. Μεταξύ του τρίτου σταθμού και του θανάτου του φιλοσόφου εγράφησαν τα έργα της τρίτης περιόδου, της δυναμένης να κληθή &δευτέρας ακαδημαϊκής ή κριτικής&, διότι ο συγγραφεύς συστηματικώτερον αναπτύσσει τας θεωρίας του. Τα έργα της περιόδου ταύτης ορίζονται ασφαλέστερον των άλλων, εάν κρίνη κανείς και εκ της μορφής και εκ της ουσίας αυτών, (Φίληβος, Παρμενίδης, Σοφιστής, Πολιτικός, Τίμαιος, Κριτίας, Νόμοι κτλ.).
Ο ποιητικός και ο τεχνικός Φαίδρος, του οποίου η μεν γνησιότης από κανένα δεν αμφισβητείται, αλλά του οποίου ο χρόνος της συγγραφής έγινεν αντικείμενον πολλής διαφωνίας, δεν είναι δυνατόν ν' ανήκη εις τα έργα της ψυχράς τρίτης περιόδου. Επίσης δεν δύναται να ληφθή ως το πρώτον έργον του Πλάτωνος, διότι ούτε μειρακιώδες είναι (Διογένης Λαέρτιος), ούτε το διάγραμμα της όλης φιλοσοφίας του, ο πρόλογος δηλαδή του συστήματός του (Σλεϊερμάχερ), διότι δεν ήτο δυνατόν να είχε μορφώσει ο Πλάτων το σύστημά του αμέσως μετά τον θάνατον του Σωκράτους. Επίσης δεν είναι δυνατόν να εγράφη κατά το τέλος της πρώτης περιόδου, μετά τας αποδημίας (Κρίστ. κτλ.)· διότι ναι μεν περιέχει στοιχεία αιγυπτιακά και πυθαγόρεια δεικνύοντα την επίδρασιν των ξένων μερών, αλλ' ως παρέχων όψιν ακαδημαϊκήν και δεικνύων φιλοσοφικήν αναγέννησιν και ζωήν, προϋποθέτει την ίδρυσιν της Ακαδημείας. Ούτε είναι δυνατόν να εγράφη κατά τας αρχάς της δευτέρας περιόδου, ίνα χρησιμεύση ως εισιτήριος λόγος του φιλοσόφου εις την Ακαδήμειαν (Έρμανν), διότι τότε θα υποτεθή ότι όλα τα ατελέστερα αυτού έργα της δευτέρας περιόδου, και προ πάντων κατά την μορφήν, (Μένων, Κρατύλος, Ευθύδημος, Μενέξενος και ο Λύσις εάν ταχθή εις την περίοδον αυτήν) εγράφησαν μετά τον Φαίδρον. Ευφυεστάτη και πιθανωτάτη φαίνεται η γνώμη του ημετέρου Σ. Μωραΐτου (1), ότι ο Φαίδρος είναι σύγγραμμα ευκαιρίας και εγράφη κατά τα μέσα της βας περιόδου, το 378 π. Χ., μετά τον θάνατον του Λυσίου, ότε ο μαθητής του Αντισθένης και οι οπαδοί του εθορύβουν περί το όνομα του αποθανόντος διδασκάλου των προκαλούντες ούτω τον Πλάτωνα. Ήκμαζε δε τότε πνευματικώς ο Πλάτων, άγων το πεντηκοστόν έτος της ηλικίας του (2).
Τέλος άλλοι ερευνηταί (οι Στατιστικοί, Λουτοσλάβσκη κτλ.) πιστεύουσιν ότι είναι δυνατόν να εγράφη το έργον και εις το τέλος της δευτέρας περιόδου και μετά την Πολιτείαν ακόμη, δηλαδή και περί το εξηκοστόν έτος της ηλικίας του φιλοσόφου.
Καμμία αμφιβολία ότι ο Φαίδρος πρέπει να τεθή εις τα μεθόρια των δύο τελευταίων περιόδων, περί το 370 π. Χ., προ του εις Σικελίαν δευτέρου ταξιδίου του. Ο Φαίδων, το Συμπόσιον, ο Φαίδρος και η Πολιτεία είναι έργα σύγχρονα και σχετικά· εκ τούτων τα τρία πρώτα φαίνονται ότι είναι συγγράμματα έκτακτα, το δε τελευταίον είναι έργον συστηματικόν, το οποίον ίσως εξηκολούθει να γράφεται, εν ώ έβλεπον το φως τα προηγούμενα, και το οποίον ίσως ετελείωσε κατά την τρίτην περίοδον. Ο δε Φαίδρος, και διότι γλωσσικά τεκμήρια του αποδεικνύουν ομοιότητα τινά προς τα έργα της κριτικής περιόδου, και διότι εις αυτόν ευρίσκεται ο πρώτος εκ των συνεχών μεγάλων μύθων των οποίων γίνεται χρήσις κατόπιν, και διότι δι' αυτού υποδεικνύει ο συγγραφεύς ότι δεν είν' ευχαριστημένος εκ των συγγραφών του, αι οποίαι πρέπει να είναι απλά μνήμης υπομνήματα, τουθόπερ προσεπάθησε να τηρήση κατά την τρίτην συγγραφικήν περίοδον, πρέπει να θεωρηθή ως το τελευταίον έργον της δευτέρας περιόδου. Αλλ' ο Φαίδρος είναι και το τελευταίον ποιητικόν έργον του Πλάτωνος. Όστις δε νομίζει, ότι εις τοιαύτην ηλικίαν, πλησιάζουσαν το εξηκοστόν, δεν ήτο δυνατόν να γραφή έργον ούτω νεανικόν, δεν γνωρίζει την ανθρωπίνην καρδίαν εν γένει, και δεν εισέδυσεν εις την αρμονικήν κ' ενθουσιώδη πλατωνικήν ψυχήν, εις την οποίαν επάλαιεν από νεαράς ηλικίας το καλόν προς το αληθές, η ποίησις προς την φιλοσοφίαν.
Τέλος φαίνεται υπερισχύσασα η φιλοσοφία, και μολονότι εις τον Φαίδρον ομολογείται ότι η εκ Μουσών μανία είναι καλλίστη, εκ της Πολιτείας αποδιώκεται ο Όμηρος, τα έργα της τρίτης περιόδου χάνουσι κατ' ουσίαν την μορφήν του διαλόγου, εις δε τους Νόμους εξαφανίζεται και αυτό το πρόσωπον του Σωκράτους. Αλλ' εις την μεταβολήν αυτήν συνετέλεσαν και άλλα γεγονότα, η αποτυχία του φιλοσόφου εις την Σικέλιαν, η ανάγκη να βιασθή να συμπληρώση το ταχύτερον το έργον του, διότι ήγγιζε το τέρμα της ζωής, και τέλος η επίδρασις του επιστημονικού πνεύματος του μεγάλου μαθητού του Αριστοτέλους (3). Διά τούτο η τρίτη περίοδος δεν έχει να επιδείξη Πρωταγόρας, Συμπόσια, Φαίδρους.
4. ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ
Η Σκηνή του διαλόγου υποτίθεται μετά το 411 π. Χ., ότε ήλθεν εις Αθήνας ο Λυσίας, και προ του 399, ότε απέθανεν ο Σωκράτης, το κύριον πρόσωπον του διαλόγου. Πιθανώτατα όχι διαρκούντος του Πελοποννησιακού πολέμου και της τρομοκρατίας των 30, αλλά κατά το 403 ότε επέστρεψεν εις Πειραιά ο Λυσίας, όστις ήτο φυγάς.
Ο Λυσίας ο οποίος δημιουργεί την υπόθεσιν, διά της αναγνώσεως και ανασκευής τον ιδικού του λόγου, παρουσιάζεται ως φαύλος τον χαρακτήρα και άτεχνος λογογράφος. Το έργον του τούτο, το οποίον απεδείχθη ότι όντως εγράφη υπ' αυτού (Σπέγγελ) είναι μάλλον ερωτική επιστολή, ή πρόχειρον νεανικόν ρητορικόν δοκίμιον, γραφέν πιθανώς προ του 403, ότε ως γνωστόν διά του υπέρ του Ερατοσθένους λόγου του ενεφανίσθη ως ρήτωρ αξίας, λιτός, βραχύς, πιθανός, ίνα ασκήση το ευεργετικόν και πρακτικόν δικανικόν είδος του λόγου. Μικροπρεπής λοιπόν θα ήτο ο Πλάτων κατόπιν μακράς περιόδου ετών να επιχειρήση να στιγματίση τον άνθρωπον και την τέχνην του. Αλλ' εκ της αξίας των δικανικών λόγων του Λυσίου δεν δύναται να συμπαιράνη κανείς ότι δεν εξήσκει και κατόπιν τα άλλα είδη του λόγου και ότι οι μαθηταί του έπαυσαν να γράφουν τοιαύτας ρητορικάς τέχνας (4). Και δεικνύεται μεν ότι προεκάλουν την Ακαδήμειαν αι ρητορικαί σχολαί, του Λυσίου — Αντισθένους, όστις έσκωπτε τον Πλάτωνα Σάθωνα, και του Ισοκράτους, ο οποίος επικρίνεται εις τον Ευθύδημον και αμφιβόλως επαινείται εις τον Φαίδρον, αλλ' ο σκοπός του Πλάτωνος δεν ήτο να εξευτελίση τας ρητορικάς σχολάς και ν' αποσπάση από εκεί μαθητάς διά την φιλοσοφικήν του σχολήν (5).
Αφορμή μόνον της συγγραφής ήσαν αι προκλήσεις αυταί, αλλ' ο σκοπός είναι υψηλότερος πολύ· ο Πλάτων επιτίθεται κατ' αυτής της ρητορικής και υποσκάπτει τα θεμέλιά της· όπως εις την Πολιτείαν του αποδιώκει την ποίησιν, ούτω και εις τον Φαίδρον προσβάλλει, πολύ δικαιότερον, την ρητορικήν. Διείδε ότι βλάβης μάλλον ή ωφελείας πρόξενον έγινε και θα γίνη εις τον κόσμον το είδος τούτο του λόγου. Και παρασκευάζει μεν υπόδειγμα αληθούς ρητορικής, αλλά τούτο δεν είναι άλλο παρά η αληθής φιλοσοφία εις την ρητορικήν. Διότι η αλήθεια δεν χρειάζεται περιττά κοσμήματα, αλλ' απλουστάτην μέθοδον, όταν παραστή ανάγκη να φέρη πρακτικά αποτελέσματα, τα δε περιττά κοσμήματα συσκοτίζουν και πολλάκις διαστρέφουν την πρακτικήν επιστήμην. Όταν δε η ρητορική πρόκειται να πανηγυρίση ή να συγκινήση, δανείζεται τα πτερά της ποιήσεως, διότι δεν είναι αρκετά τα ταπεινά της μέσα.
Διά να φέρη εις πέρας τον μεγάλον σκοπόν του παρεισάγει ολόκληρον ιστορίαν της ρητορικής και παρουσιάζει τα διάφορα τεχνάσματα και την κενότητα των ρητόρων από του Τισίου, του πρώτου ρήτορος, και του Γοργίου μαθητού του πρώτου και διδασκάλου του Ισοκράτους, μέχρι του Περικλέους. Και τον μεν Περικλέα επαινεί ως φιλόσοφον ρήτορα, επίσης και τον Ισοκράτην ως πολλά υποσχόμενον διότι είναι φιλοφικώτερος του Λυσίου. Ακριβώς εάν είναι αληθής ο έπαινος του Ισοκράτους (ο συγγραφεύς εδώ παριστά τον Ισοκράτην και τον Λυσίαν όπως ήσαν κατά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου) εντός του Φαίδρου, όπου περιέχεται η σπουδαία παλινωδία του Σωκράτους εις τον έρωτα, ήτο ο κατάλληλος χώρος να παλινωδήση ο Πλάτων ως προς τον ρήτορα τούτον, διότι τον έψεξεν εις τον Ευθύδημον. Αλλ' ως είπομεν, εις το έργον του τούτο δεν φαίνεται κατεχόμενος από εμπάθειάν τινα, αλλά συναισθανόμενος την υπεροχήν του και εκ περιωπής κρίνων ελεεί τους δοκησισόφους τούτους ρήτορας λέγων, ότι δεν πρέπει να οργίζεται κανείς κατ' αυτών, διότι γνωρίζουν μόλις τα στοιχεία της τέχνης των, πράγμα το οποίον δεν είναι απορριπτέον, αλλ' εις ουδέν συντελεί άνευ φιλοσοφικής μορφώσεως και μεθόδου.
Αλλά διά του Λυσίου προσβάλλων την ρητορικήν, η οποία ήτο η κυριωτάτη πνευματική και πολιτική παιδεία της πατρίδος του κατά τους χρόνους εκείνους τους άνευ κατευθύνσεως και μεγαλείου, είχεν ανώτερον και τελικόν σκοπόν να εξυμνήση την φιλοσοφίαν. Υποδεικνύει ούτω την μεγάλην σημασίαν της φιλοσοφίας εις πάσαν σκέψιν, παν αίσθημα, παν έργον και εξυψώνων τον προφορικόν λόγον, φανερώνει πόσον είναι αναγκαία η διδασκαλία αυτής, και ποίον το έργον της Ακαδημείας του. Και διά να καταστήση φανερώτερον τον τελικόν του σκοπόν αναλαμβάνει την ανάπτυξιν των θεωριών του εν συνάψει, και μάλιστα του περί κάλλους θέματος, το οποίον συσχετίζει με την εξέτασιν κυριωτάτου ηθικού ζητήματος της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, ήτις θεραπεύουσα γενικώς το καλόν, παρεξετράπη εις τον παιδέρωτα εις ευρυτάτην κλίμακα.
Ο Πλάτων ως φιλόσοφος και καλλιτέχνης εξετάζων και ζωγραφίζων την κοινωνικήν ζωήν της εποχής του ήτο αδύνατον να μη αναφέρη συχνά το φαινόμενον τούτο. Αλλ' εις τον Φαίδρον εξετάζει το ζήτημα ευρύτερον και σοβαρώτερον (ιδέ Λύσιν, Συμπόσιον). Αρχόμενος από της μεταφυσικής γενέσεως του κάλλους, διά φυσιολογικής αισθητικής, ερμηνεύει το πάθος του παιδέρωτος, το οποίον προσπαθεί να εξυψώση διά της φιλοσοφίας. Δεν είναι βεβαίως ψεκτός ο Πλάτων διότι περιέγραψε την εποχήν του. Η αιτία δε ήτις τον έκαμε να καταλήξη εις το ότι υπάρχει και &παιδεραστείν μετά φιλοσοφίας&, είναι διότι εξεκίνα από την τότε κοινωνικήν ανατροφήν, ήτις ήτο τοιαύτη ένεκα της μη πνευματικής θρησκείας, ένεκα της θέσεως της γυναικός, υποδεεστέρου όντος και απλώς παιδοποιητικής μηχανής γνησίων τέκνων, ένεκα της εθνικής τάσεως προς το καλόν, ένεκα των γυμνικών ασκήσεων και αγώνων, και ίσως ένεκα ασιατικών συνηθειών κληρονομηθεισών (6)· και δεύτερον διότι εκ του συστήματός του ορμώμενος εύρισκε φύσει υπάρχοντα εντός μας πόθον θέας και επομένως αισθητικόν έρωτα προς παν πλάσμα. Και είναι μεν αληθές ότι εις τον Φαίδρον, καίτοι δεικνύεται η ηθική πάλη του φιλοσόφου, καταδικάζεται όμως η μίξις δύο ανδρών. Αλλά δεν ήτο δυνατόν να φθάση ο Πλάτων εις τα συμπεράσματα του σημερινού πολιτισμού, ο οποίος την homosexualité θεωρεί κεφάλαιον του εκφυλισμού, και τόσον έχει πεισθή περί τούτου, ώστε ζητεί ν' απαλλάξη της τιμωρίας τους ασκούντας το έργον ως σωματικώς ή ψυχικώς ανωμάλους και ακαταλογίστους (7), και ο οποίος έχει να επιδείξη μεγίστους καλλιτέχνας και ποιητάς χωρίς να έχωσι τον παθολογικόν αισθητικόν πόθον της θέας νέων.
&Ο τελικός λοιπόν σκοπός του έργου είναι η κατάκρισις, διά του Λυσίου, της ρητορικής και της σοφιστικής και η ανάπτυξις των πηγών του κάλλους, διά του έρωτος, ίνα δειχθή η αξία της φιλοσοφίας και της διδασκαλίας αυτής.&