Τίμαιος, Τόμος Α

Part 4

Chapter 471 wordsPublic domain

Έκαστον δε των τεσσάρων τούτων στοιχείων το περιέλαβεν ολόκληρον η σύστασις του κόσμου. Διότι εξ ολοκλήρου του πυ- ρός και του ύδατος και του αέρος και της γης συνέστησεν αυτόν, εκείνος ο όποιος τον συνέστησε, χωρίς να αφήση έξω κανέν μέρος και καμμίαν ενέργειαν αυτών, έχων κατά νουν ταύτα: Δ. | πρώτον μεν ίνα το όλον ζώον γίνη όσον το δυνατόν &τέλειον& 33. | και εκ μερών τελείων, και προς τούτοις &έν&, διότι δεν υπε- λείποντο πράγματα εξ ων ηδύνατο να γίνη άλλο τοιούτον, και προσέτι ίνα μη υπόκειται εις γήρας και νόσον. Διότι κατενόει, ότι το θερμόν και το ψυχρόν και όσα άλλα κάμνουσι βιαίας ενερ- γείας περικυκλούντα έξωθεν σώμα σύνθετον και προσβάλλοντα αυτό ακαίρως το διαλύουσι, και επιφέροντα νόσους και γήρας το καταστρέφουσι. Διά την αιτίαν λοιπόν ταύτην και διά τον συλ- λογισμόν τούτον έπλασεν αυτόν ούτως, ώστε να είναι έν όλον Β. | αποτελούμενον εξ όλων των πραγμάτων, τέλειον, άνευ γήρα- τος και νόσου. Και σχήμα δε έδωκεν εις αυτόν εκείνο, όπερ ήρ- μοζε και ήτο συγγενές με αυτόν. Διότι εις το ζώον, όπερ έμελλε να περιέχη εντός αυτού όλα τα ζώα, ηδύνατο να αρμόζη εκείνο μόνον το σχήμα, το οποίον περιλαμβάνει εν εαυτώ πάντα τα σχήματα όσα υπάρχουσι. Διά τούτο και σφαιροειδές, εκ του κέν- τρου πανταχού προς τα άκρα εξ ίσου εκτεινόμενον, και κυκλικόν το ετόρνευσε, σχήμα δώσας τελειότατον και προς εαυτό ομοιότα- τον εκ πάντων των σχημάτων, διότι ενόμιζεν ότι το όμοιον είναι απείρως ωραιότερον του ανομοίου. Και λείον έπειτα έξωθεν ολό- C. | γυρα το έκαμε με πάσαν ακρίβειαν, διά πολλούς λόγους. Διότι τούτο δεν είχε χρείαν ομμάτων, αφού ουδέν είχε μείνει έξω, όπερ να είναι ορατόν, ούτε ακοής, διότι δεν υπήρχε τι ακουστόν. Ούτε υπήρχε πέριξ αήρ, του οποίου δεν είχε χρείαν ίνα αναπνέη. Ούτε πάλιν είχε χρείαν να κατέχη όργανόν τι(60), ίνα δι' αυτού δέχηται εντός εαυτού την τροφήν και αποβάλλη την πρότερον χωνευθείσαν, διότι ουδέν ηδύνατο να εξέλθη ούτε να εισέλθη εις αυτό από κανέν μέρος, επειδή και ουδέν υπήρχε. Διότι έχει πλασθή επίτηδες ούτως, ώστε αυτό εις εαυτό να δίδη ως τροφήν Δ. | ό,τι εξ αυτού φθείρεται και πάντα εντός εαυτού και υφ' εαυτού να πάσχη και να ενεργή· διότι ο συνθέσας αυτό ενόμισεν ότι, εάν είναι αύταρκες, θα είναι πολύ καλύτερον παρά εάν είχε χρείαν άλλων. Χείρας έπειτα, με τας οποίας δεν ήτο καμμία χρεία ούτε να συλλάβη ούτε να αποκρούση τι, δεν ενόμισεν ότι έπρεπεν ανωφελώς να προσάψη εις αυτό, ούτε πόδας ούτε 34. | γενικώς ό,τι χρησιμεύει εις το βάδισμα. Διότι απέδωκεν εις αυτό κίνησιν(61), οποία είναι κατάλληλος προς σώμα τοιούτον, εκείνην εκ των επτά, ήτις περισσότερον των άλλων αρμόζει εις τον νουν και την σοφίαν. Και διά τούτο στρέφων αυτό κατά τον αυτόν τρόπον, εν τω αυτώ τόπω και εν εαυτώ, το έκαμεν ούτως ώστε να κινήται κυκλικώς περιστρεφόμενον, τας άλλας δε έξ κι- νήσεις αφήρεσεν απ' αυτού και το κατέστησεν ακίνητον ως προς αυτάς. Επειδή δε προς την κυκλικήν ταύτην περιστροφήν δεν είχε καμμίαν χρείαν ποδών, έπλασεν αυτό άνευ σκελών και άνευ ποδών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'. &Προ του σώματος τον κόσμον εδημιουργήθη η ψυχή αυτού, λογική, πανταχού διαχωρούσα. Ο Θεός έπλασεν αυτήν ούτω, συνδέσας την αναλλοίωτον ουσίαν μετά της μετα- βλητής και μεριστής εις τρίτον είδος ουσίας (ψυχήν), ανέ- μιξεν είτα τας τρεις και το μίγμα διήρεσεν εις μέρη καθ' ωρισμένας αναλογίας. Έπειτα το διέθεσεν εις δύο ομοκέντρους σφαίρας, μίαν εξωτερικήν, την των απλα- νών αστέρων, κινουμένην εξ ανατολών προς δυσμάς ομοιομόρφως, ετέραν εσωτερικήν, την των πλανητών, κινουμένην εξ αριστερών προς τα δεξιά διαφοροτρόπως.&

Ούτος λοιπόν ο Λογισμός του αιωνίως υπάρχοντος Θεού, τον Β. | οποίον εσυλλογίσθη ως προς τον Θεόν, όστις έμελλε να γεν- νηθή, εποίησε σώμα λείον και ομαλόν και εις όλα τα μέρη απέ- χον εξ ίσου από το κέντρον, και ολόκληρον και τέλειον εκ τε- λείων μερών (62). Θέσας δε ψυχήν εις το μέσον αυτού την εξέτεινε πανταχού και ακόμη δι' αυτής περιεκάλυψεν έξωθεν το σώμα αυ- τού (63) και κατεσκεύασεν ούτω κύκλον στρεφόμενον κυκλικώς, κό- σμον ένα, μόνον, έρημον, αλλά διά της ιδίας αυτού αρετής ικανόν να γονιμοποιήται αφ' εαυτού, χωρίς να έχη χρείαν άλλου ουδενός, ικανώς γνώριμον και φίλον εις εαυτόν. Δι' όλα ταύτα εγέννησεν αυτόν Θεόν ευδαίμονα (64).

Την δε ψυχήν, αν και τώρα επιχειρούμεν να ομιλήσωμεν C. | περί αυτής τελευταίας, δεν εδημιούργησεν ούτω και ο Θεός υστερωτέραν. Διότι συνδέσας αυτήν με το σώμα δεν ήθελεν επι- τρέψει το αρχαιότερον να εξουσιάζηται από το νεώτερον· αλλ' ημείς κατά τινα τρόπον όπως μετέχομεν πολύ του τυχαίου και του ενδεχομένου, κατά τον αυτόν σχεδόν τρόπον και ομιλούμεν. Εκείνος όμως συνέστησε την ψυχήν προτέραν του σώματος και πρεσβυτέραν αυτού κατά την γένεσιν και την αρετήν, διότι έμελ- λεν αύτη να είναι κυρία και κυβερνήτρια του σώματος, όπερ έμελλε να κυβερνάται, συνέστησε δε αυτήν εκ των εξής πραγμά- των και κατά τον εξής τρόπον.

35. | Εκ της ουσίας, ήτις είναι αδιαίρετος και πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον (αμετάβλητος), και εκ της ουσίας, ήτις εις τα σώματα γίνεται διαιρετή, εκ των δύο τούτων, αναμίξας αυτάς ομού, έκαμε μεταξύ αυτών τρίτον είδος ουσίας, μεταξύ δηλ. της φύσεως του αυτού και του ετέρου (65), και ούτω την έστησεν εν τω μέσω του αδιαιρέτου (αμερούς) και του κατά τα σώματα διαιρετού. Και λαβών τα τρία ταύτα όντα τα συνέμιξε πάντα ούτως, ώστε να αποτελέσωσιν έν μόνον είδος προσαρμόζων διά της βίας εις την φύσιν εκείνου, όπερ είναι ταυτό (αναλλοίωτον), Β. | την φύσιν του ετέρου, ήτις δυσκόλως μιγνύεται. Έπειτα δε μιγνύων ταύτα μετά του τρίτου είδους ουσίας, και εκ των τριών κατασκευάσας έν, πάλιν όλον τούτο το εμοίρασεν εις όσα μέρη έπρεπεν, εκ των οποίων έκαστον ήτο μίγμα εκ του ταυτού και του ετέρου και εκ της (τρίτης) ουσίας. Ήρχισε δε να διαιρή ως εξής:

Κατά πρώτον αφήρεσεν από του όλου έν μέρος (1), έπειτα αφήρεσε διπλάσιον τούτου μέρος (2), τρίτον μέρος έλαβε το όλον και το ήμισυ του δευτέρου (2+1) ή το τριπλάσιον του πρώ- του (1 Χ 3), τέταρτον δε μέρος έλαβε το διπλάσιον του δευτέ- C.| ρου (2X2), πέμπτον το τριπλάσιον, του τρίτου (3Χ3), έκτον το οκταπλάσιον του πρώτου (1X8), έβδομον δε το εικοσιεπτα- 36. | πλάσιον του πρώτου (1Χ27) (66). Μετά ταύτα εγέμισε τα δι- πλάσια και τριπλάσια διαστήματα (σχέσεις ή λόγους), αποκό- πτων ακόμη μέρη από του όλου και θέτων αυτά εις το μέ- σον εκείνων ούτως, ώστε εις έκαστον διάστημα υπήρχον δύο μέσοι όροι, των οποίων ο είς υπερέχει έν των άκρων κατά τόσον μέρος, καθ' όσον υπερέχεται υπό του άλλου, ο δε άλλος υπερέ- χει και υπερέχεται κατά τον αυτόν αριθμόν (εξ ίσου). Επειδή δε ούτως έγιναν εκ των δεσμών τούτων (εκ της παρενθέσεως των μέσων όρων) εις τα πρότερα διαστήματα νέα διαστήματα, τα οποία ήσαν το όλον και ήμισυ του προηγουμένου, το όλον και έν τρίτον, και το όλον και έν όγδοον, συνεπλήρωσε πάντα εκείνα, Β. | τα οποία ήσαν το όλον και έν τρίτον, με το διάστημα του όλου και ενός ογδόου, αφίνων εξ εκάστου αυτών έν μέρος, όπερ παριστάνει έν διάστημα έχον σχέσιν αριθμού προς αριθμόν, τοιαύτην, οία είναι η αναφορά του 256 (2^8) προς τον 243 (3^5), Και ούτω το μίγμα, από το οποίον απέκοπτε ταύτα, το είχεν ήδη καταναλώσει ολόκληρον (67).

Όλην λοιπόν την σύστασιν ταύτην σχίσας εις δύο κατά μή- κος και θέσας το έν ήμισυ επί του άλλου εις σχήμα Χ τα έκαμ- C. | ψεν εις κύκλον, ενώσας αυτά έκαστον προς εαυτό (τα άκρα των) και αμφότερα μεταξύ των εις το σημείον του κύκλου το αντί- θετον εις την πρώτην τομήν (68) αυτών, και επέβαλεν εις αυτά την κί- νησιν εκείνην, ήτις στρέφεται πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον και εις τον αυτόν τόπον. Και τον ένα εκ των κύκλων έθεσεν έξω, τον δε άλλον εντός. Και την μεν εξωτερικήν κίνησιν του κύκλου εδή- λωσε ρητώς ότι είναι της φύσεως του αμεταβλήτου (ταύτου), την δε εσωτερικήν της του ετέρου, και την μεν του ταυτού έστρεψε προς τα δεξιά κατά την πλευράν (ορθογωνίως), την δε κίνησιν του ετέρου προς τα αριστερά κατά την διαγώνιον (69). Έδωκε δε !!Δ. | την επικράτησιν εις την περιφοράν, ήτις είναι η αυτή και ομοία προς εαυτήν, και αφήκεν αυτήν μίαν και άσχιστον, αλλά την εσωτερικήν σχίσας εξάκις εις επτά κύκλους ανίσους(70) κατά τα διπλάσια και τριπλάσια διαστήματα, τα οποία είναι τρία· και τα μεν και τα δε (εις εκάστην πρόοδον) (71) επρόσταξεν εις τους κύ- κλους να κινώνται κατ' αντίθετον προς αλλήλους διεύθυνσιν, και ως προς την ταχύτητα τρεις μεν εξ ίσου, οι δε άλλοι τέσσαρες ανίσως προς αλλήλους και προς τους τρεις εκείνους, αλλά πάν- τοτε κανονικώς να κινώνται. (72)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'. &Εν τη ψυχή ταύτη ετέθη το σώμα του παντός, και ούτως απετελέσθη το λογικόν ζώον, ο κόσμος. Διπλήν έχουσα κίνησιν η ψυχή, κατά τα αντικείμενα τα οποία θεωρεί, άλλοτε μεν μανθάνει το μεταβλητόν και έχει δόξας βε- βαίας και αληθείς, άλλοτε δε το αμετάβλητον και ούτως αποτελείται νόησις και επιστήμη.&

Ότε δε όλη η σύστασις της ψυχής (του κόσμου) είχε γίνει κατά το θέλημα εκείνου όστις την εσύστησε, μετά τούτο(73) Ε. | όλον το έχον φύσιν σώματος εντός αυτής το κατεσκεύασε και το συνήρμοσε συνδέων το κέντρον του ενός με το κέντρον της άλλης. Αύτη δε (η ψυχή) εκ του κέντρου μέχρι των άκρων του ουρανού διαχυθείσα και ολόγυρα περικαλύψασα αυτόν έξωθεν, και αυτή στρεφομένη εντός εαυτής ήρχισε την πρώτην έναρξιν ζωής διηνεκούς και φρονίμου κατά τον άπαντα χρόνον(74). Και το μεν σώμα του κόσμου εδημιουργήθη 37. | ορατόν, αυτή όμως η ψυχή έγινεν αόρατος, άλλα μέτοχος λόγου και αρμονίας, υπό του αρίστου των νοητών και αιωνίων όντων γεννηθείσα αρίστη πάντων όσα εγεννήθησαν. Επειδή λοιπόν έγινεν εκ της μίξεως των τριών τούτων μερών, ήτοι εκ της φύσεως του ταυτού και της του ετέρου και εκ της (τρίτης) ουσίας, και κατ' αναλογίαν διηρέθη και συνεδέθη (75) και αυτή εις εαυτήν περιστρέφεται, όταν συναντάται με πράγμα έχον φύ- σιν διαιρετήν, και ακόμη (76) όταν με άλλο τι αδιαίρετον, κινουμένη όλη εντός εαυτής λέγει με τι είναι τούτο &ταυτόν& και από τι Β. | είναι &διάφορον,& και κατ' αναφοράν &προς τι& εξόχως και &πού& και &πώς& και &πότε& συμβαίνει εις τον κόσμον των γινομένων έκαστον πράγμα να &είναι& και να &πάσχη& σχετικώς προς άλλα(77), ούτω δε και εις τον κόσμον των αιωνίων και αναλλοιώτων. Ο λόγος δε ούτος, όστις μετέχων του ταυτού είναι αληθής, είτε αντικείμενον έχει το έτερον είτε το ταυτό, φερόμενος άνευ ήχου και φωνής εντός του αφ' εαυτού κινουμένου (της ψυχής), όταν μεν έρχηται εις σχέσιν με το αισθητόν, και ο κύκλος του ετέρου, ορθός ων το αναγγέλλη εις όλην την ψυχήν αυτού (78) τότε γεννώνται αι γνώμαι και αι πίστεις αι βέβαιαι και αληθείς. Όταν όμως έρχη- C.| ται εις σχέσεις με το λογικόν (νοητόν) και ο κύκλος του ταυτού, τρέχων καλώς, το αναγγέλλη, τότε αποτελείται αναγ- καίως η διάνοια και η επιστήμη. Εκείνο δε το ον εις το οποίον και αι δύο αύται γνώσεις γίνονται, εάν τις είπη ότι είναι άλλο πράγμα πλην της ψυχής, κάθε άλλο λέγει παρά την αλήθειαν (79).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'. &Ίνα ο κόσμος μετάσχη της αιωνιότητος του προτύπου του, ο Θεός εδημιούργησε τον χρόνον, όστις είναι εικών κι- νητή της ακινήτου αιωνιότητος· διότι, καίτοι ο χρόνος ουδέποτε είναι, όμως γίνεται πάντοτε και απαύστως.&

Άμα δε ενόησεν ότι τούτο (το παν) εκινήθη και έγινε ζων- τανή εικών των αιωνίων Θεών (ιδεών)(80) ο Πατήρ, ο γεννήσας αυτό, το εθαύμασε και πλήρης χαράς εσκέφθη να το καταστήση ακόμη ομοιότερον με το παράδειγμα (πρότυπον). Επειδή δε αυτό Δ. | ήτο ζώον αιώνιον, ούτω και το σύμπαν τούτο επεχείρησε τοιούτο να το κάμη όσον ήτο δυνατόν. Αλλά το ζώον εκείνο ήτο φύσει αιώνιον τούτο δε (την αιωνιότητα) δεν ήτο δυνατόν παν- τελώς να προσάψη εις το λαβόν γέννησιν. Επινοεί λοιπόν να κάμη εικόνα της αιωνιότητος κινητήν, και τακτοποιών συνάμα τον ουρανόν κάμνει της αιωνιότητος, ήτις μένει πάντοτε εις την ενότητα (εις το έν), αιώνιον εικόνα, ήτις προχωρεί (κινείται) κατ' αριθμούς, και είναι εκείνο το οποίον έχομεν ονομάσει χρό- Ε. | νον (81). Διότι τας ημέρας και τας νύκτας και τους μήνας και τους ενιαυτούς, οίτινες δεν ήσαν πριν ή ο ουρανός γεννηθή, τότε ενώ ούτος ελάμβανεν ύπαρξιν, ο δημιουργός παρήγαγε και ταύτα. Και πάντα ταύτα είναι μέρη του χρόνου, και το &ήτο& και το &θα είναι& είναι είδη του χρόνου και γενητά, τα οποία λεληθότως μεταφέρομεν όχι ορθώς εις την αιώνιον ουσίαν. Διότι λέγομεν βέβαια ότι αύτη ήτο και είναι και θα είναι, αλλ' εις αυτήν αλη- 38. | θώς ειπείν αρμόζει μόνον το &είναι&, το δε &ήτο& και το &θα είναι& πρέπει να λέγωνται περί της γενέσεως, ήτις προβαίνει, εν χρόνω. Διότι τα δύο ταύτα είναι κινήσεις, ενώ εκείνο, όπερ είναι πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον ακινήτως, δεν δύναταί ποτε να γίνηται ούτε πρεσβύτερον ούτε νεώτερον, ούτε να έχη γίνη τώρα, ούτε να είναι εις το μέλλον, ούτε το παράπαν άλλο τι από όσα η γένεσις έδωκεν εις εκείνα, τα οποία κινούνται (και υποπίπτου- σιν) εις την αίσθησιν, αλλά ταύτα είναι μορφαί του χρόνου, όσ- τις μιμείται την αιωνιότητα και στρέφεται κατ' αριθμητικάς ανα- Β. | φοράς. Και ακόμη εκτός τούτων, όταν λέγωμεν ότι το γε- γονός &είναι&(82) γεγονός, και ότι το γινόμενον είναι γινόμενον, προσ- έτι δε ότι το γενησόμενον είναι γενησόμενον και το μη ον είναι μη ον, ουδέν λέγομεν ακριβώς. Περί τούτων όμως ίσως δεν είναι καιρός αρμόζων τώρα να ακριβολογήσωμεν(83).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'. &Υπηρέται του χρόνου ετέθησαν εν τη σφαίρα του μεταβλη- τού (ετέρου) ο ήλιος, η σελήνη και πέντε άλλα άστρα πλανητά, ίνα διορίζωσι και φυλάττωσι τους αριθμούς τον χρόνου (χρονόμετρα).&

Ο χρόνος λοιπόν εγεννήθη μετά του ουρανού, ίνα και οι δύο συγχρόνως γεννηθέντες συγχρόνως διαλυθώσιν, αν ποτε συμβή να διαλυθώσι, και (εγεννήθη) κατά το παράδειγμα της αιωνίου C. | φύσεως, όπως όσον είναι δυνατόν γίνη ομοιότατος με αυτό. Διότι το παράδειγμα διατελεί υπάρχον κατά πάσαν την αιω- νιότητα, ο δε χρόνος μέχρι τέλους απ' αρχής είναι τοιούτος, ώστε είναι και θα είναι γεγενημένος. Εκ τοιούτου λοιπόν λόγου (84) και εκ τοιαύτης διανοήσεως του Θεού, ως προς την γένεσιν του χρόνου, ίνα γεννηθή ο χρόνος, εγεννήθησαν ο Ήλιος, η Σελήνη και πέντε άλλα άστρα, τα οποία ονομάζονται πλανήται, κατάλληλοι προς διάκρισιν και διατήρησιν των αριθμών του χρόνου. Ότε δε τα σώματα εκάστου αυτών έπλασεν ο Θεός, τα έθεσεν εις τας τροχιάς, εις τας οποίας εκινείτο η περιστροφή του ετέρου, και αίτινες ήσαν επτά, διότι επτά ήσαν τα άστρα. Δ. | Και την μεν Σελήνην έθεσεν εις την πρώτην πέριξ της γης, τον δε Ήλιον εις την δευτέραν υπεράνω της γης. Τον δε Εωσφό- ρον και τον λεγόμενον ιερόν του Ερμού αστέρα τους έκαμε να κινώνται εις κύκλον, όστις κατά την ταχύτητα τρέχει ίσα με τον του Ηλίου αλλά κατ' εναντίαν προς τούτον τάσιν. Όθεν ο Ήλιος και ο Ερμής και ο Εωσφόρος (Αφροδίτη) καταφθάνου- σιν ο είς τον άλλον και καταφθάνονται υπ' αλλήλων κατά τον αυτόν τρόπον. Ως προς δε τους άλλους πού και διά ποίας αι- τίας ετοποθέτησεν αυτούς, εάν τις θελήση να εξετάση όλας, ο λόγος ούτος, πάρεργος ων, ήθελεν απαιτήσει εργασίαν περισσο- Ε. | τέραν παρά το αντικείμενον ένεκα του οποίου λέγεται. Αλλά ταύτα ύστερον με άνεσιν δύνανται επαξίως να εξηγηθώσιν.

Ότε λοιπόν έφθασεν εις την αρμόζουσαν τροχιάν του έκα- στον εξ εκείνων των άστρων, τα οποία έπρεπε να αποτελέσωσιν ομού τον χρόνον, και ότε τα σώματα αυτών, δεθέντα με δεσμούς εμψύχους, έγιναν ζώα και έμαθον ό,τι είχε προσταχθή εις αυτά, 39. | τότε κινούμενα κατά την κίνησιν του ετέρου, ήτις στρέφε- ται πλαγίως ως προς την κίνησιν του ταυτού και δεσπόζεται υπ' αυτής, και περιφερόμενα άλλο μεν εξ αυτών εις κύκλον με- γαλύτερον, άλλο δε εις μικρότερον, τα τον μικρότερον κύκλον πορευόμενα έκαμνον ταχύτερον την περιφοράν των, ενώ τα διά- νύοντα μείζονα κύκλον την έκαμνον βραδύτερον. Ούτω διά της κινήσεως του ταυτού τα φερόμενα ταχύτερον εφαίνοντο ότι κατεφθάνοντο υπό των κινουμένων βραδύτερον, ει και κατέ- φθαναν ταύτα. Διότι στρέφουσα η κίνησις αύτη όλους τους κύ- Β. | κλους αυτών ελικοειδώς, επειδή ούτοι επροχώρουν συγχρό- νως διά δύο οδών διαφόρων κατ' εναντίαν διεύθυνσιν, το απερ- χόμενον βραδύτατα απ' αυτής, ήτις είναι ταχυτάτη, εφαίνετο πλησιέστατα εις αυτήν (85).

Και διά να υπάρχη έν φανερόν μέτρον των μεταξύ αυτών αναφορών βραδύτητος και ταχύτητος, κατά το οποίον να προβαί- νωσιν εις τας οκτώ περιφοράς των ο Θεός ήναψε φως εις τον κύ- κλον όστις είναι ο δεύτερος ως προς την γην, το οποίον έχομεν ήδη ονομάσει Ήλιον, διά να φωτίζη όσον το δυνατόν όλον τον ουρανόν και διά να μετάσχωσι του αριθμού όσα ζώα έπρεπε να μετάσχωσι, μανθάνοντα αυτόν από την περιφοράν του ταυτού C. | και ομοίου. Η νυξ λοιπόν και η ημέρα έχουσιν ούτω γεν- νηθή, αι οποίαι είναι η περίοδος της μιας εκείνης και σοφωτά- της κυκλικής κινήσεως (86), και ο μην, όταν η Σελήνη διανύσασα τον κύκλον της συναντήση πάλιν τον Ήλιον, και ο ενιαυτός, όταν ο Ήλιος επιτελέση τον ιδικόν του κύκλον. Τας περιόδους δε των άλλων αστέρων μη εξετάσαντες οι άνθρωποι, πλην ολίγων εκ των πολλών, ούτε όνομα έδωκαν εις αυτάς, ούτε εσκέφθησαν να μετρήσωσι τας μεταξύ των αναφοράς με αριθμούς· ώστε, ού- τως ειπείν, δεν γνωρίζουσιν ότι αι περιφοραί αυτών είναι χρόνος, Δ. | ει και απαιτούσιν άπειρον ποσόν αυτού και είναι θαυμασίως ποικίλαι. Είναι όμως ουχ ήττον εύκολον να κατανοήσωμεν, ότι ο τέλειος αριθμός του χρόνου τότε πληροί τον τέλειον ενιαυτόν, όταν αι ταχείαι πορείαι όλων των οκτώ περιόδων εκτελεσθείσαι συγχρόνως μεταξύ των επανέλθωσιν εις το σημείον της αναχω- ρήσεώς των, μετρηθείσαι υπό του κύκλου του ταυτού και ομοιο- μόρφως κινουμένου (87). Ωσαύτως και χάριν τούτων εγεννήθησαν όσα εκ των άστρων κινούμενα εις τον ουρανόν, επανέρχονται περιοδικώς, ίνα τούτο (το σύμπαν ή το αίσθητόν ζώον) είναι όσον Ε. | το δυνατόν ομοιότατον με το τελειότατον και νοητόν ζώον, ως προς την μίμησιν της αιωνίας φύσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'. &Αφού εδημιούργησε τον χρόνον ο Θεός, συμφώνως προς το παράδειγμα εποίησε τέσσαρα είδη ορατών ζώων, ανα- λόγων προς το πυρ, τον αέρα, το ύδωρ και την γην. Και πρώτον εδημιούργησε το θείον είδος, τους ουρα- νίους θεούς, τους αστέρας εκ πυρός, έδωκεν αυτοίς νόησιν και δύο κινήσεις, περί εαυτούς και εις τα εμπρός. Την γην όμως εποίησεν ακίνητον εν τω κέντρω του κόσμου (88).&

Και τα μεν άλλα όντα μέχρι της του χρόνου γεννήσεως εί- χον πλασθή καθ' ομοιότητα του προτύπου αυτών. Αλλά καθ' όσον δεν είχον περιληφθή εις το σύμπαν πάντα τα γεννηθέντα ζώα, κατά τούτο ήτο ακόμη ανόμοιον (προς το παράδειγμα). Τώρα λοιπόν και τούτο το υπόλοιπον αυτού (του κόσμου) ο Θεός το έπλασεν, εντυπώνων εις αυτό την φύσιν του παραδείγμα- τος. Καθως λοιπόν ο νους βλέπει τας μορφάς (ιδέας) αίτινες πε- ριλαμβάνονται εις το ζώον όπερ υπάρχει, οπόσαι δηλ. και ποίαι είναι, εσκέφθη ότι τόσας και τοιαύτας πρέπει να έχη και τούτο. 40. | Είναι δε τέσσαρες αύται, μία μεν το ουράνιον γένος των Θεών, άλλη δε είναι τα πτερωτά και αεροπορούντα, τρίτη το γένος των εν τω ύδατι ζώντων και τετάρτη το πεζόν και χερ- σαίον (89). Του θείου λοιπόν είδους ζώων το περισσότερον μέρος έκαμεν εκ πυρός, διά να είναι όσον το δυνατόν λαμπρότατον και κατά την όψιν ωραιότατον. Και δίδων εις αυτό το σχήμα του παντός το έκαμε τελείως κυκλικόν και το έθεσεν εις τον νουν του κύκλου όστις δεσπόζει πάντων(90), ίνα συνακολουθή αυτόν και το διένειμεν εις όλον τον ουρανόν πέριξ, διά να είναι αληθινόν και ποικίλον κόσμημα αυτού καθ' όλην την έκτασίν του. Δύο δε κινήσεις έδωκεν εις έκαστον (των άστρων), την μίαν εν τω αυτώ τόπω και κατά τον αυτόν τρόπον, καθ' όσον εν εαυτώ πάν- Β. | τοτε διανοείται τα αυτά περί των αυτών(91), την άλλην δε κί- νησιν προς τα εμπρός (92), καθ' όσον έκαστον δεσπόζεται (ελκόμε- νον) υπό της περιφοράς του ταυτού και ομοίου. Κατά τας άλλας δε πέντε κινήσεις (93) τα έκαμεν ακίνητα και στάσιμα, διά να γίνη έκαστον αυτών όσον ήτο δυνατόν άριστον. Και εκ ταύτης της αιτίας εγεννήθησαν όσα εκ των άστρων είναι απλανή, ζώα θεία και αιώνια, τα οποία κατά τον αυτόν τρόπον και εις τον αυτόν τόπον στρεφόμενα μένουσι πάντοτε στάσιμα· όσα δε περιφέρον- ται και περιπλανώνται ούτως, ως προείπομεν, τοιουτοτρόπως εγεννήθησαν (94).

C. | Την γην τέλος, την τροφόν ημών, συσπειρουμένην περί τον άξονα, όστις εκτείνεται δι' όλου του κόσμου, ο Θεός έκαμε φύλακα και αιτίαν της νυκτός και της ημέρας, πρώτην και πρεσβυτάτην των θεών, όσοι εγεννήθησαν εντός του ουρανού (95). Ως προς τους χορούς όμως αυτών, τας αμοιβαίας αυτών συνο- δείας, τας προσεγγίσεις και απομακρύνσεις των κύκλων αυτών, ως και ποιοι των Θεών τούτων εις τας μεταξύ των συζυγίας πλη- σιάζουσα, και ποίοι έρχονται εις αντίθεσιν, μετά ποίους και εις ποίους χρόνους τινές αυτών ο είς κατόπιν του άλλου γίνονται αφα- Δ. | νείς εις ημάς και πάλιν αναφαινόμενοι προξενούσι φόβους, και σημεία των μελλόντων να γίνωσι μετά ταύτα εις εκείνους, οί- τινες δεν δύνανται να υπολογίζωσιν αυτά, το να γίνηται λόγος περί τούτων χωρίς να είναι προ των οφθαλμών μιμήματα (ουράνιοι χάρται) αυτών θα ήτο μάταιος κόπος(96). Αλλά ταύτα είναι αρ- κετά εις ημάς και όσα είπομεν περί της φύσεως των ορατών και γενητών Θεών, ας έχωσι τέλος εδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'. &Οι Θεοί της μυθολογίας είναι παραδόσεις, ας καλόν είναι να δεχόμεθα, αλλ' άνευ συζητήσεως. Ο Δημιουργός καλεί νυν τους γενητούς Θεούς να πλάσωσι κατά μί- μησιν αυτού τα άλλα είδη ζώων, αυτός δε ως αθάνα- τος δημιουργεί πρώτον το αθάνατον μέρος των ζώων.&

Περί δε των άλλων δαιμόνων (97) να είπωμεν και να γνωρίσω- μεν την γένεσιν αυτών είναι έργον υπερβαίνον τας δυνάμεις Ε. | ημών. Αλλά πρέπει να εμπιστευώμεθα εις εκείνους οίτινες ωμίλησαν πρώτοι, οι οποίοι ήσαν απόγονοι των Θεών, ως έλε- γον, και θα εγνώριζον καλά τους προγόνους των. Αδύνατον λοι- πόν να μη πιστεύωμεν εις τα τέκνα των Θεών, ει και άνευ απο- δείξεων πιθανών ή αναγκαίων ομιλούσιν. Αλλ' επειδή λέγου- σιν ότι τα διηγούνται ως οικογενειακά πράγματα, ημείς υπα- κούοντες εις τον νόμον πρέπει να τα πιστεύωμεν. Ούτω λοιπόν και η γένεσις των Θεών τούτων ας είναι και δι' ημάς όπως ούτοι λέγουσι, και ας λέγηται: ότι εκ της Γης και του Ουρανού εγεννή- θησαν παίδες ο Ωκεανός και η Θέτις· εκ τούτων δε ο Φόρκυς και ο Κρόνος και η Ρέα και όσοι μετ' αυτών· εκ του Κρόνου δε και της 41. | Ρέας εγεννήθησαν ο Ζευς και η Ήρα και πάντες, όσους γνωρίζομεν ότι λέγονται αδελφοί αυτών, και ακόμη άλλοι από- γονοι τούτων.