Part 3
Αι γενεαλογίαι τουλάχιστον, ω Σόλων, περί των παρ' υμίν συμ- βάντων, τας οποίας τώρα εξέθεσες, ολίγον διαφέρουσιν από τους μύθους των παίδων. Και πρώτον πάντων υμείς ενθυμείσθε ένα μόνον κατακλυσμόν της γης, ενώ συνέβησαν πολλοί πρότερον. Προσέτι δεν γνωρίζετε, ότι εις την χώραν υμών εγεννήθη το C. | ωραιότατον και κάλλιστον γένος, το οποίον ποτε υπήρξε με- ταξύ των ανθρώπων· εξ αυτού και συ και πάντες οι σημερινοί πο- λίται κατάγονται, διότι διεσώθη ποτέ ολίγον σπέρμα. Αλλά υμείς δεν το εμάθετε, διότι οι σωθέντες πρόγονοι υμών απέθνησκον επί πολλάς γενεάς χωρίς να ομιλήσωσι διά γραμμάτων. Διότι ήτο ποτε, ω Σόλων, προ της μεγάλης διά των υδάτων καταστροφής, αύτη, ήτις είναι τώρα η πολιτεία των Αθηναίων, πολιτεία αρί- στη, και προς πόλεμον και κατά πάντα τα άλλα πράγματα κα- λώς συντεταγμένη περισσότερον πάσης άλλης, και υπ' αυτής έγιναν, ως λέγεται, τα κάλλιστα κατορθώματα και αι κάλλι- σται πολιτειακαί διατάξεις εξ όλων, όσων την γνώσιν υπό τον ου- ρανόν ημείς έχομεν παραλάβει.
Δ. | Ότε ήκουσε ταύτα ο Σόλων, είπεν ότι εθαύμασε και ότι έλαβε πασαν προθυμίαν παρακαλών τους ιερείς να τω διηγη- θώσιν ακριβώς και κατά σειράν τα αφορώντα εις τους παλαιούς συμπολίτας του. Και ο ιερεύς απεκρίθη: Δέν έχω λόγον να αρ- νηθώ, ω Σόλων, αλλά χάριν σου και της πόλεώς σου θα ομι- λήσω, μάλιστα δε και χάριν της θεάς, ήτις και την πόλιν υμών και την ιδικήν μας έλαβε και έθρεψε και επαίδευσε, πρότερον όμως την ιδικήν σας κατά χίλια έτη, λαβούσα το σπέρμα υμών εκ της Γης και του Ηφαίστου (23), ύστερον δε ταύτην την ιδικήν μας. Περί ταύτης της ιδρύσεως της πόλεως ημών εις τας ιεράς ημών βίβλους είναι γεγραμμένος ο αριθμός οκτώ χιλιάδων ετών (24). Αλλά περί των συμπολιτών σου, οίτινες υπήρξαν προ εννέα χι- λιάδων ετών, θα σοι φανερώσω συντόμως και τους νόμους αυ- τών και εκ των έργων των εκείνο, όπερ έπραξαν κάλλιστον πάν- των. Τα καθέκαστα ακριβώς περί πάντων θα διεξέλθωμεν κατά σειράν ύστερον εν ανέσει, αφού λάβωμεν ανά χείρας αυτά τα γε- γραμμένα. Και τους μεν νόμους αυτών εξέταζε συγκρίνων με τους νόμους της πόλεως ταύτης. Διότι πολλά παραδείγματα εκεί- νων, τους οποίους είχετε υμείς τότε, θα τα εύρης εδώ τώρα. Και πρώτη είναι η τάξις των ιερέων, διακεκριμένη χωριστά από τας άλλας και μετ' αυτήν η τάξις των τεχνιτών, των οποίων εκάστη κλάσις μόνη και χωρίς να αναμιγνύηται με άλλας εργάζεται, Β. | έπειτα δε η των βοσκών και των κυνηγών και η των γεωρ- γών. Και προσέτι έχεις ακούσει ίσως, ότι η τάξις των μαχητών ενταύθα είναι κεχωρισμένη από πάσας τας άλλας τάξεις και ότι εις αυτούς προσετάχθη υπό των νόμων να μη φροντίζωσι περί ουδενός άλλου πλην των αφορώντων εις τον πόλεμον. Προσέτι ο τρόπος του οπλισμού των, ασπίδες δηλ. και δόρατα, με τα οποία ημείς πρώτοι εκ των κατοικούντων την Ασίαν(25) έχομεν οπλισθή, εδόθη παρά της θεάς, ήτις μας εδίδαξεν αυτόν, καθώς εις εκεί- C. | νους εκεί τους τόπους τον είχε διδάξει εις υμάς πρώτους. Όσον αφορά πάλιν την πνευματικήν μόρφωσιν βλέπεις, νομίζω, πόσην ο νόμος εδώ έλαβεν επιμέλειαν ευθύς απ' αρχής, διότι εκ πασών των επιστημών, αίτινες πραγματεύονται περί του κόσμου, μέχρι της μαντικής και της ιατρικής, ης αντικείμενον είναι η υγεία, εκ των θείων τούτων τεχνών ανεύρεν ό,τι ανήκει εις την υπηρεσίαν των ανθρώπων και επεδίωξε την απόκτησιν των γνώ- σεων τούτων και παντός ό,τι συνδέεται μετ' αυτών. Καθ' όλην ταύτην λοιπόν την διακόσμησιν και τάξιν πρώτους υμάς διεκό- σμησεν η θεά και κατώκισε την πόλιν υμών, αφού πρώτον εξέ- λεξε τον τόπον, εις τον οποίον έχετε γεννηθή, και εγνώρισε κα- λώς, ότι η εν αυτώ επικρατούσα ευκρασία των εποχών θα παράγη Δ. | άνδρας νοημονεστάτους. Η θεά λοιπόν, επειδή και φιλοπόλε- μος είναι και φιλόσοφος, αφού εξέλεξε τον τόπον, όστις έμελλε να παράγη άνδρας ομοιοτάτους με αυτήν, τούτον κατά πρώτον κα- τώκισε. Και υμείς εκατοικείτε αυτόν έχοντες νόμους τοιούτους και ακόμη καλυτέρους και υπερβαίνοντες εις πάσαν αρετήν όλους τους ανθρώπους, ως είναι επόμενον, επειδή είσθε γεννήματα και παιδεύματα των θεών.
Και πολλά μεγάλα έργα της πόλεως υμών, εδώ γεγραμμένα, θαυμάζονται, πάντα όμως υπερέχει έν κατά το μεγαλείον και Ε. | την ανδρείαν. Διότι λέγουσιν αι γραφαί ημών ότι η πόλις υμών κατέστρεψέ ποτε μεγίστην δύναμιν, ήτις βιαίως είχεν εισβάλει συγχρόνως εις όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, ορμηθείσα έξωθεν εκ του Ατλαντικού ωκεανού. Τότε τω όντι διά του πε- λάγους εκείνου ηδύνατό τις να διαβή, διότι υπήρχε νήσος έμπρο- σθεν του στομίου, το οποίον καλείται, ως υμείς λέγετε, στήλαι του Ηρακλέους. Η νήσος δε αύτη ήτο μεγαλυτέρα της Λιβύης και της Ασίας ομού και εξ αυτής ηδύνατό τις τότε να πορευθή και μεταβή εις τας άλλας νήσους, εκ δε των νήσων εις όλην την απέναντι Ήπειρον την πέριξ της θαλάσσης εκείνης, ήτις είναι 25. | αληθώς θάλασσα. Διότι το μέρος τούτο, όπερ είναι εντός του πορθμού, περί του οποίου ομιλούμεν, φαίνεται μάλλον ότι είναι λιμήν έχων στενήν είσοδον, ενώ εκείνη είναι τω όντι ωκεα- νός. Και η γη η περιέχουσα αυτήν δύναται αληθέστατα να λέ- γηται Ήπειρος. Εις την νήσον λοιπόν ταύτην Ατλαντίδα συν- έστη μεγάλη και θαυμασία δύναμις υπό βασιλέων, ήτις εξουσίαζεν όλην την νήσον και πολλάς άλλας νήσους και μέρη της Ηπεί- Β. | ρου. Και εκτός τούτων ακόμη χώρας εκ του μέρους τούτου εις την εσωτερικήν θάλασσαν εξουσίαζεν, επί μεν της Λιβύης μέχρι της Αιγύπτου, επί δε της Ευρώπης μέχρι της Τυρρηνίας. Όλη δε αύτη η δύναμις συνενωθείσα επεχείρησέ ποτε με μίαν ορμήν να υποδουλώση και τον ιδικόν σας τόπον και τον ιδικόν μας και πάντας τους εντεύθεν του στενού. Και τότε, ω Σόλων, η δύναμις της πόλεως υμών έγινε περιφανής εις όλους τους αν- θρώπους και διά την ανδρείαν και διά την ρώμην αυτής. Διότι υπερέχουσα πάντας διά την ευψυχίαν της και διά πάσας τας πο- λεμικάς τέχνας, κατ' αρχάς μεν έχουσα την αρχηγίαν των Ελ- C. | λήνων, έπειτα δε μεμονωμένη ούσα εξ ανάγκης, όταν οι άλ- λοι απεστάτησαν, αφού κατήντησεν εις τους εσχάτους κινδύνους, ενίκησε τους επιδρομείς, ανήγειρε τρόπαια, και τους μη υποδου- λωθέντας ακόμη ημπόδισε να υποδουλωθώσι, και τους άλλους, όσοι κατοικούμεν εντεύθεν των Ηρακλείων στηλών, γενναίως ηλευθέρωσεν άπαντας (26). Βραδύτερον όμως, επειδή συνέβησαν Δ. | μεγάλοι σεισμοί και κατακλυσμοί, ήλθε μία ημέρα και μία νυξ φοβερά και πάσα η μάχιμος τάξις υμών αύτη διά μιας εβυ- θίσθη εις την γην, ομοίως δε και η Ατλαντίς νήσος βυθισθείσα εις την θάλασσαν ηφανίσθη. Διά τούτο και τώρα είναι αδιάβα- τος και ανεξερεύνητος η θάλασσα εκείνη εκεί, επειδή είναι εμ- πόδιον ο πηλός των χαμηλών βράχων (υφάλων), τους οποίους η καθίζησις της νήσου παρήγαγε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'. &Συνέχεια και τέλος του προοιμίου.&
Ήκουσες λοιπόν, ω Σώκρατες, εν συντομία όσα διηγήθη ο Ε. | παλαιός Κριτίας, ακούσας αυτά από τον Σόλωνα. Και διά ταύτα, ότε συ χθες διελέγεσο περί της πολιτείας και περί των πολιτών, τους οποίους περιέγραφες, εθαύμαζον ενθυμούμενος αυτά, τα οποία λέγω τώρα. Διότι κατενόουν πόσον θαυμασίως κατά τύχην τινά ουχί ασκόπως εις τα πλείστα συνεφώνεις με όσα 26. | είπεν ο Σόλων. Αλλ' όμως δεν ηθέλησα αμέσως να ομι- λήσω, διότι μετά τόσον χρόνον δεν τα ενεθυμούμην πολύ καλά.
Εσκέφθην λοιπόν ότι έπρεπε πρώτον κατ' ιδίαν να επαναλάβω πάντα αρκούντως και έπειτα να ομιλήσω. Διά τούτο και ταχέως εσυμφώνησα με εκείνα, τα οποία χθες επρότεινες, διότι ενόμι- ζον ότι ούτως εκείνο, το οποίον είναι το δυσκολώτατον εις όλα τα τοιαύτα, δηλαδή να προσαρμόζωμεν εις τους σκοπούς ημών πρέ- πουσαν διήγησιν, τούτο ημείς θα επιτύχωμεν αρκετά καλά (27). Και Β. | ούτω, καθώς είπεν ούτος (ο Ερμοκράτης), και χθες, ευθύς άμα απήλθομεν εντεύθεν ανέφερον εις τούτους αυτά, ανακαλών εις την μνήμην μου, και αφού απεμακρύνθην σκεπτόμενος κατά την νύκτα σχεδόν άπαντα ενεθυμήθην. Πόσον αληθεύει το κοι- νώς λεγόμενον, ότι όσα μανθάνει τις εκ παιδικής ηλικίας μέ- νουσι θαυμάσια εις την μνήμην του, διότι εγώ όσα ήκουσα χθες δεν γνωρίζω αν θα ηδυνάμην να επαναλάβω όλα πάλιν εις την μνήμην μου, αλλ' εκείνα, τα οποία εχω ακούσει προ τόσου πολ- λού χρόνου, πάντως ήθελον εκπλαγή, αν με διέφευγε κανέν εξ C. | αυτών. Τω όντι ηκούοντο ταύτα τότε με πολλήν παιδικήν ευχαρίστησιν, και ο γέρων ακόμη προθύμως μοι τα επανελάμ- βανε, διότι εγώ πολλάκις επανηρώτων αυτόν, ούτως ώστε μοι έγιναν μόνιμα ως εικών εγκεκαυμένη, ήτις δεν δύναται πλέον να εξαλειφθή. Και εις τούτους ακόμη ευθύς έλεγον αυτά ταύτα την πρωίαν, διά να έχωσι και αυτοί αφθονίαν λόγων, όπως και εγώ. Τώρα λοιπόν, διά να έλθω εις εκείνο χάριν του οποίου πάντα ταύτα ελέχθησαν, είμαι έτοιμος να είπω, ω Σώκρατες, όχι μό- νον κεφαλαιωδώς, αλλά ως ήκουσα αυτά έν έκαστον κατά μέρος. Και τους πολίτας και την πολιτείαν εκείνην, την οποίαν χθες μας περιέγραφες ως εις μύθον, τώρα θα μεταφέρωμεν εις την Δ. | πραγματικότητα και θα την θέσωμεν εδώ εν Αθήναις, διότι εκείνη ήτο αύτη (η ιδική μας)· και οι πολίται, τους οποίους παρί- στανες εις την διάνοιάν σου, θα είπωμεν ότι είναι εκείνοι οι αληθινοί πρόγονοι ημών, περί των οποίων ωμίλει ο ιερεύς. Η αρμονία μεταξύ αυτών θα είναι τελεία και δεν θα απομακρυν- θώμεν του αληθούς, λέγοντες ότι αυτοί (οι της πολιτείας) είναι οι Αθηναίοι οι ζώντες τότε. Λαμβάνοντες δε μέρος έκαστος (28) ας προσπαθήσωμεν κοινώς όλοι, όσον δυνάμεθα, πρεπόντως να δώ- σωμεν την λύσιν των προβλημάτων άπερ έθεσες.
Πρέπει όμως να εξετάσωμεν, ω Σώκρατες, αν ο λόγος ούτος Ε. | είναι σύμφωνος με τόν σκοπόν ημών ή αν πρέπει αντ' αυ- τού να ζητήσωμεν ένα άλλον.
Σωκράτης Και ποίον άλλον, ω Κριτία, καλύτερον τούτου δυνάμεθα να λάβωμεν; διότι ούτος και εις την σημερινήν εορτήν της θεάς διά την μετ' αυτής συγγένειάν του κάλλιστα αρμόζει, και το ότι εί- ναι ουχί πλαστός μύθος, αλλ' αληθινός λόγος, είναι μέγιστον πράγμα. Τω όντι, πώς και πόθεν θα εύρωμεν άλλους, αν απορ- ρίψωμεν τούτον; Είναι αδύνατον αλλά με καλήν ώραν πρέπει 27. | υμείς να λέγητε, εγώ δε εις αμοιβήν των χθεσινών λόγων μου να ακούω σιωπών.
Κριτίας Πρόσεχε όμως εις την τάξιν των προς σε, ω Σώκρατες, φιλο- ξενημάτων μας, τίνι τρόπω τα έχομεν διαθέσει. Διότι απεφασί- σαμεν ταύτα: ο Τίμαιος, επειδή είναι δυνατώτερος ημών εις την αστρονομίαν και έκαμεν ως κύριον έργον του να μάθη την φύσιν του παντός, πρώτος θα ομιλήση αρχίζων από την γένεσιν του κόσμου και καταλήγων εις την φύσιν του ανθρώπου. Μετά τούτον εγώ, διότι θα έχω δεχθή από αυτόν μεν τους ανθρώπους, Β.| οίτινες έχουσιν ήδη γίνη κατά τον λόγον αυτού, από σε δέ τινας εξ αυτών εξόχως πεπαιδευμένους, κατά δε τον λόγον (29) και τον νόμον του Σόλωνος, αφού παρουσιάσω αυτούς εις το δικαστή- ριον υμών, θα τους κάμω πολίτας ταύτης εδώ της πόλεως, επειδή αυτοί ακριβώς είναι εκείνοι οι παλαιοί Αθηναίοι, τους οποίους, ενώ ήσαν αφανείς, απεκάλυψεν ο λόγος των ιερών γραφών. Ούτω δε και του λοιπού θα ομιλώμεν περί αυτών ως περί συμπολιτών και αληθινών Αθηναίων.
Σωκράτης Τελείως και λαμπρώς φαίνεται ότι θα λάβω την ανταπόδοσιν του συμποσίου των λόγων (το οποίον σας προσέφερον). Εις σε λοιπόν ανήκει, ω Τίμαιε, τώρα να ομιλήσης, αφού κατά την συνή- θειαν επικαλεσθής τους θεούς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'. &Γενικαί αρχαί της Κοσμογονίας. Το αεί ον και το γινόμε- νον. Το ον είναι αμετάβλητον, καταληπτόν υπό της κα- θαράς νοήσεως και δύναται να γινώσκηται μετά βεβαιό- τητος. Το γινόμενον είναι μεταβλητόν, αντικείμενον των αισθήσεων και της γνώμης και γινώσκεται μόνον μετ' εικασίας και πιθανότητος. Ο αισθητός κόσμος γίνεται, άρα εδημιουργήθη κατά αιώνιον παράδειγμα (την ιδέαν) υπό του Δημιουργού (30).&
Τίμαιος Αλλ', ω Σώκρατες, πάντες όσοι και ολίγην έχουσι φρόνησιν C.| πράττουσι τούτο, δηλ. εις την αρχήν παντός πράγματος μι- κρού και μεγάλου πάντοτε επικαλούνται τον Θεόν. Ημείς δε οίτινες μέλλομεν να ομιλήσωμεν περί του σύμπαντος πώς έγινε ή αν είναι αγέννητον, εάν δεν είμεθα εντελώς παράφρονες, ανάγκη, επικαλούμενοι τους θεούς και τας θεάς, να ευχηθώμεν να είναι όλοι οι λόγοι ημών προ πάντων σύμφωνοι προς την κρί- Δ. | σιν αυτών, ακόλουθοι δε προς ημάς αυτούς. Και ως προς τους θεούς μεν ας είναι αύτη η παράκλησις· ως προς ημάς δε ας παρακαλέσωμεν, όπως όσον το δυνατόν ευκολώτερον υμείς κατα- νοήσητε, εγώ δε σας δείξω σαφώς περί του αντικειμένου της δια- λέξεως, πώς το νοώ.
Πρέπει τώρα κατά την γνώμην μου να διακρίνωμεν τα εξής: Τι είναι εκείνο όπερ πάντοτε είναι και γένεσιν δεν έχει, και τι 28. | είναι εκείνο όπερ γίνεται και ουδέποτε είναι(31). Το μεν πρώ- τον είναι καταληπτόν υπό της νοήσεως διά του συλλογισμού, διότι είναι πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον (αμετάβλητον). Το άλλο είναι αντιληπτόν υπό της δόξης (γνώμης) και της ασυλλογίστου αισθήσεως, δοξαστόν, διότι γίνεται και φθείρεται(32), αλλά πρα- γματικώς ουδέποτε &είναι&. Εξ άλλου, παν πράγμα, το οποίον γίνε- ται, εξ ανάγκης γίνεται από αίτιον τι, διότι οιονδήποτε πράγμα είναι αδύνατον να λάβη γένεσιν χωρίς αιτίου (υπό του οποίου γίνεται). Παν πράγμα λοιπόν, του οποίου την μορφήν και την λειτουργίαν ποιεί ο δημιουργός βλέπων πάντοτε προς εκείνω, το οποίον είναι αιώνιον και αμετάβλητον και ως παράδειγμα μετα- χειριζόμενος αυτό, εξ ανάγκης το πράγμα τούτο αποτελείται Β. | πάντοτε ούτω καλόν· εκείνο όμως, όπερ δημιουργεί αποβλέ- πων εις το έχον γένεσιν και μεταχειριζόμενος γεννητόν παρά- δειγμα, τούτο δεν είναι καλόν(33). Ο όλος δε ουρανός, ή ο κόσμος, ή αν ευρίσκηται άλλο τι όνομα περισσότερον κατάλληλον, ού- τως ας ονομάζηται υφ' υμών. Περί αυτού λοιπόν πρέπει να εξε- τάσωμεν κατά πρώτον εκείνο, το οποίον μας παρουσιάζεται εις την αρχήν εκάστου πράγματος ως αναγκαίον, να σκεφθώμεν δηλαδή: πάντοτε ήτο και δεν έλαβεν ουδεμίαν αρχήν γενέσεως; ή έγινε και έλαβεν έναρξιν από τινος αρχής; Έλαβε γένεσιν, διότι είναι ορατός και απτός και έχει σώμα, πάντα δε τα τοιαύτα πράγματα είναι αισθητά· τα δε αισθητά, τα οποία αντιλαμβα- C. | νόμεθα διά της δόξης (γνώμης) εν βοηθεία της αισθήσεως, είδομεν ότι γίνονται και είναι γεννητά. Το δε γεννηθέν είπομεν ότι εξ ανάγκης εγένετο υπό τινος αιτίου. Τον ποιητήν όμως και πατέρα του σύμπαντος τούτου και να εύρη τις είναι δύσκολον, και αν τον εύρη, είναι αδύνατον να τον αποκαλύψη εις πάντας (34).
Αλλά και το εξής πάλιν πρέπει τις να σκεφθή περί αυτού. Προς ποίον εκ των παραδειγμάτων βλέπων ο ποιητής του κόσμου κα- 29. | τεσκεύαζεν αυτόν; προς εκείνο το οποίον είναι αιωνίως το αυτό και κατά τον αυτόν τρόπον ή προς το λαβόν γέννησιν (35); Εάν μεν ο κόσμος ούτος είναι καλός και ο δημιουργός αυτού αγαθός, είναι φανερόν ότι έβλεπε πρός το αιώνιον παράδειγμα. Εάν δε τουναντίον (όπερ δεν επιτρέπεται ούτε να το είπη τις) (36) προς το λαβόν γέννησιν. Αλλά εις πάντας είναι προφανές ότι απέβλεπε προς το αιώνιον, διότι ο μεν κόσμος είναι το ωραιότα- τον όσων έλαβον γέννησιν (37), ο δε ποιητής του είναι το άριστον των αιτίων. Και, αν έχη γίνη τοιουτοτρόπως, εδημιουργήθη σύμ- φωνα προς εκείνο, το οποίον είναι καταληπτόν υπό του λόγου και της νοήσεως και είναι πάντοτε το αυτό. Και, αν ταύτα είναι Β. | αληθή(38), ανάγκη πάσα ο κόσμος να είναι εικών τινος. Εκείνο δε, το οποίον είναι το μέγιστον εις παν πράγμα, εί- ναι το να γίνεται έναρξις από της φυσικής αρχής αυτού. Λοιπόν και περί της εικόνος και του παραδείγματος αυτής πρέπει να δια- κρίνωμεν ακριβώς, ότι οι λόγοι (πρέπει να) είναι συγγενείς αυ- τών τούτων των πραγμάτων, τα οποία εξηγούσι (39). Περί εκείνου άρα, το οποίον είναι μόνιμον και σταθερόν και γίνεται καταφα- νές διά του νου, οι λόγοι πρέπει να είναι σταθεροί και αμε- τάβλητοι, και, εφ' όσον είναι δυνατόν και αρμόζει εις λόγους να είναι αναντίρρητοι και ακίνητοι, εκ τούτων τίποτε δεν πρέπει να λείπη. Αλλ' οι λόγοι, οίτινες εξηγούσι το πράγμα, το C. | οποίον εικονίσθη κατά το παράδειγμα εκείνο, και το οποίον άρα είναι εικών, είναι πιθανοί και ανάλογοι προς το πράγμα. Τω όντι, ό,τι είναι προς την γένεσιν η ουσία, τούτο είναι προς την πίστιν η αλήθεια (40). Εάν λοιπόν, ω Σώκρατες, επειδή πολλοί είπον πολλά (διάφορα) περί θεών και της γενέσεως κόσμου, εάν δεν δυνηθώμεν να δώσωμεν εξηγήσεις ολοσχερώς και καθ' όλα τα μέρη συμφώνους πρός εαυτάς και ακριβείς, μη θαυμάσης. Εάν όμως όχι ολιγώτερον άλλου τινός παρουσιάσωμεν λόγους πιθανούς, πρέπει να αρκεσθώμεν, ενθυμούμενοι ότι και εγώ ο Δ. | ομιλών και υμείς οι κρίνοντες έχομεν φύσιν ανθρωπίνην, ούτως ώστε δεχόμενοι περί τούτων τον πιθανόν λόγον δεν πρέπει να ζητώμεν ακόμη περαιτέρω (βαθύτερον).
Σωκράτης Άριστα, ω Τίμαιε· και πρέπει να αποδεχθώμεν απολύτως ό,τι λέγεις. Και το μεν προοίμιόν σου μας ήρεσε θαυμάσια· τώρα δε συνεχίζων τελείωνέ μας και το άσμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'. &Η αγαθότης του Θεού είναι η αιτία της Δημιουργίας, ήτις είναι ουσιωδώς Διακόσμησις. Διά τούτο ο κόσμος είναι είς και τέλειος. Εν τω σώματι αυτού ετέθη ψυχή, ίνα τον ζωογονή, εν τη ψυχή δε νους, ίνα την φωτίζη. Ού- τως ο κόσμος είναι ζώον λογικόν, περιλαμβάνον πάντα τα αισθητά ζώα, όπως το παράδειγμα αυτού περιέχει πάντα τα νοητά ζώα.&
Τίμαιος Άς είπωμεν λοιπόν διά ποίαν αιτίαν εσύστησε την γένεσιν Ε. | και το σύμπαν τούτο ο συστήσας αυτά. Ήτο αγαθός (41) και εις τον αγαθόν ουδείς φθόνος ουδέποτε γεννάται δι' ουδέν πρά- γμα (42). Επειδή λοιπόν ήτο χωρίς φθόνον, ηθέλησε να γίνωσι πάντα τα πράγματα όσον το δυνατόν ομοιότατα με αυτόν. Και αν τις αποδέχηται την αρχήν ταύτην της γενέσεως και του κόσμου, λαβών από άνδρας σοφούς αυτήν(43) ως την βασι- 30. | μωτάτην πασών, ορθότατα θα απεδέχετο αυτήν. Διότι ο Θεός, θελήσας πάντα τα πράγματα να είναι αγαθά και ουδέν καθ' όσον ήτο δυνατόν(44) να είναι άχρηστον(45), διά τούτο λα- βών όσον ήτο ορατόν (46) και δεν ησύχαζεν, αλλ' εκινείτο ακα- νονίστως και ατάκτως, το έφερεν εις τάξιν εκ της αταξίας, θεω- ρήσας ότι εκείνη είναι κατά πάντα καλυτέρα ταύτης. Διότι ούτε ήτο ούτε είναι θεμιτόν εις τον άριστον να πράττη άλλο παρά Β. | το κάλλιστον(47). Συλλογισθείς λοιπόν εύρισκεν ότι κανέν πράγμα φύσει ορατόν, μη έχον νουν, θα είναι ποτε (48) εις το σύνο- λον του ωραιότερον έργον άλλου εις το σύνολόν του, το οποίον έχει νουν, και ότι νους πάλιν χωρίς ψυχήν είναι αδύνατον να υπάρξη εις κανένα (49). Ένεκα δε του λογισμού τούτου θέτων τον νουν εις την ψυχήν και την ψυχήν εις το σώμα εσύστησε το σύμ- παν, ίνα το έργον, το οποίον εποίει, είναι κατά την φύσιν του όσον το δυνατόν ωραιότατον και άριστον. Ούτω λοιπόν μετά πι- θανότητος πρέπει να λέγωμεν, ότι ο κόσμος ούτος είναι αληθώς ζώον, έχον ψυχήν και νουν, δημιουργηθέν υπό της προνοίας του Θεού.
C. | Τούτου τεθέντος, πρέπει τώρα να εξετάσωμεν την επα- κολουθούσαν ερώτησιν, δηλαδή καθ' ομοιότητα τίνος ζώου συνέ- στησε τον κόσμον ο συστήσας αυτόν; Με ουδέν βεβαίως, από όσα έχουσι φύσει χαρακτήρα μέρους (50), θα δυνηθώμεν να τον παρο- μοιώσωμεν διότι κανέν, όπερ ομοιάζει με ατελές πράγμα, δύνα- ται ποτε να γίνη ωραίον. Με εκείνο όμως, του οποίου μέρη είναι τα άλλα ζώα καθ' έν και τα γένη αυτών, με αυτό περισσότερον πάντων των άλλων θα παραδεχθώμεν ότι είναι ομοιότατος ο κό- σμος. Διότι εκείνο έχει περιλάβει εν εαυτώ πάντα τα νοητά ζώα, καθώς ο κόσμος· ούτος περιλαμβάνει ημάς και όσα άλλα ορατά Δ. | ζώα εγεννήθησαν. Όθεν με το ωραιότατον και κατά πάντα τέλειον εκ των νοητών αντικειμένων ο Θεός θελήσας να κάμη όμοιον τον κόσμον συνέστησεν έν ορατόν (αισθητόν) ζώον, έχον εντός εαυτού πάντα τα άλλα ζώα, όσα είναι συγγενή με 31. | αυτό κατά την φύσιν του. Αλλ' άρα γε ορθώς είπομεν &ένα& μόνον κόσμον (ουρανόν), ή ορθότερον είναι να &λέγωμεν& πολλούς και απείρους; Ένα (51), εάν αληθώς είναι δημιουργημένος κατά το παράδειγμα. Διότι εκείνο, το οποίον περιέχει όλα όσα υπάρχουσι νοητά ζώα, δεν δύναται ποτέ να είναι δεύτερον μετ' άλλου. Διότι πάλιν έπρεπε να υπάρχη έν άλλο ζώον, όπερ θα περιελάμβαναν τα δύο εκείνα, και του οποίου μέρη θα ήσαν αυτά τα δύο· και όχι πλέον με τα δύο εκείνα, αλλά με εκείνο το περιέχον θα ελέ- γετο ορθότερον ότι επλάσθη όμοιος (ο κόσμος). Ίνα λοιπόν το Β. | ζώον (ο κόσμος) τούτο και κατά την αριθμητικήν ενότητα είναι όμοιον με το τέλειον εκείνο ζώον, διά τούτο ο ποιητής αυτού δεν εποίησεν ούτε δύο ούτε απείρους κόσμους, αλλ' υπάρχει και θα υπάρχη(52) πάντοτε είς ούτος ο κόσμος γεννηθείς μο- νογενής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'. &Ο κόσμος σύγκειται εκ πυρός και γης, διό είναι ορατός και απτός. Αλλ' ίνα αποτελέσωσι στερεόν σώμα, το πυρ και η γη συνεδέθησαν διά του αέρος και του ύδατος. Ούτως ο κόσμος συνέστη εκ των τεσσάρων τούτων ει- δών, διατεταγμένων κατά γεωμετρικήν αναλογίαν, και περιλαμβάνει αυτά ολόκληρα, ώστε ουδέν υπάρχει εκτός αυτού. Διό είναι τέλειος και απηλλαγμένος πάσης φθο- ράς εξ επιδράσεως εξωτερικών αιτίων. Είναι σφαιρι- κός, λείος και κινείται πάντοτε περί εαυτόν ομοιομόρ- φως, αλλά δεν μεταβάλλει τόπον.&
Παν ότι εγένετο πρέπει να είναι σωματοειδές και ορατόν και απτόν. Αλλ' ουδέν πράγμα χωρίς του πυρός δύναται να είναι ποτε ορατόν, ούτε απτόν χωρίς στερεότητος, στερεόν δε δεν δύ- ναται να είναι άνευ της γης. Όθεν ο Θεός εκ πυρός και γης (53) εποίει το σώμα του σύμπαντος, ότε ήρχισε να το συνιστά· αλλά δεν είναι δυνατόν μόνα να ενώνται καλώς δύο στοιχεία άνευ τρί- C. | του τινός, διότι εν μέσω των δύο πρέπει να υπάρχη δεσμός, ήστις να συνδέη αυτά. Ο κάλλιστος δε των δεσμών είναι εκείνος, όστις και εαυτόν και τα συνδεόμενα πράγματα κάμνει εντελώς έν μόνον· τούτο δε κάλλιστα ποιεί φυσικώς η αναλογία (54). Διότι 32.| ,όταν εκ τριών αριθμών οιωνδήποτε, είτε όγκοι είτε δυνά- μεις είναι ούτοι(55), ο μέσος είναι προς τον τελευταίον ακριβώς ό,τι είναι ο πρώτος προς τον μέσον, και πάλιν ο μέσος είναι προς τον πρώτον ό,τι είναι ο τελευταίος προς τον μέσον, τότε ο μέσος γινόμενος πρώτος και τελευταίος, ο δε τελευταίος και ο πρώτος γινόμενοι και οι δύο μέσοι, κατ' ανάγκην θα συμβή να είναι όλοι το αυτό, και αφού γίνωσι το αυτό μεταξύ των, όλα θα είναι είναι έν μόνον πράγμα (56). Εάν λοιπόν το σώμα του παντός έμελλε να εί- ναι μία επιφάνεια και να μη έχη κανέν βάθος, είς μέσος όρος θα ήρκει να συνδέση ομού εαυτόν και τα άλλα στοιχεία. Αλλά τώρα_ Β. | απεναντίας, έπρεπε να είναι στερεόν αυτό, τα δε στερεά ου- δέποτε συνδέονται διά μιας, αλλά πάντοτε διά δύο μεσοτήτων (57).
Διά τούτο ο Θεός εν μέσω του πυρός και της γης θέσας ύδωρ και αέρα, και διατάξας ταύτα μεταξύ των όσον ήτο δυνατόν κατά την αυτήν αναλογίαν, ούτως ώστε, όπως το πυρ είναι προς τον αέρα, ούτως ο αήρ να είναι προς το ύδωρ, και όπως ο αήρ είναι προς το ύδωρ, ούτω το ύδωρ να είναι προς την γην (58), συνέδεσε και συνέστησε τον ορατόν και απτόν κόσμον.
C. | Και διά ταύτα και εκ τούτων των στοιχείων, τα οποία είναι τοιαύτα και τέσσαρα αριθμητικώς, εγεννήθη το σώμα του κόσμου αρμονικόν διά της αναλογίας (59) και (εις τα μέρη) έλαβε φιλίαν ώστε, γενόμενον έν και το αυτό με εαυτό, κατέστη αδιάλυ- τον υπό άλλου οιουδήποτε, πλην υπ' εκείνου, όστις το συνέδεσεν.