Part 2
Εν τέλει γίνεται λόγος περί της γενέσεως των γυναικών και των άλλων ζώων. Όσοι εκ των ανδρών ήσαν δειλοί και διέπραξαν αδικίας, ούτοι κατά την δευτέραν γέννησιν μεταμορφούνται εις γυναίκας, οι κούφοι και οι φλύαροι εις πτηνά, και οι άλλοι ωσαύτως καταβιβάζονται εις ταπεινοτέρας υπάρξεις αναλόγως προς τας κακίας αυτών. Καταλήγει δε ο «Τίμαιος» επαναλαμβάνων τα εξής, εν οις συνοψίζεται το θέμα, η ουσία του όλου διαλόγου· «Απεδείχθη ότι ο κόσμος ούτος περιλαβών ζώα θνητά και αθάνατα και εξ αυτών πληρωθείς έγινε ζώον ορατόν περιέχον πάντα τα ορατά, εικών του νοητού Θεού, Θεός αισθητός μέγιστος και άριστος, κάλλιστος και τελειότατος, είς ων και μονογενής ο κόσμος ούτος».
Γ. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Ίνα νοήση τις τας βαθείας διδασκαλίας του «Τιμαίου», πρέπει να μελετήση αυτάς ως εκτίθενται υπό του συγγραφέως με την δύναμιν, την γοητευτικήν χάριν και την αβίαστον φυσικότητα, εις τας οποίας ο Πλάτων ήτο τεχνίτης απαράμιλλος. Ο «Τίμαιος» είναι φιλοσόφημα άμα και ποίημα, είναι αποκάλυψις, εν τη οποία ο μεταφυσικός κρύπτεται υπό τας εικόνας και τα σχήματα του ποιητού. Ο μύθος και τα καθαρά νοήματα συγχέονται πολλαχού ούτως, ώστε αποβαίνει δυσχερής η κατανόησις των δογμάτων του φιλοσόφου. Αλλά και πλάνας και ατελείας ύφους αντισταθμίζουσι λαμπρώς θεωρήματα μεγάλης διανοίας, προλαμβάνοντα πολλά συμπεράσματα, εις ά βαθμηδόν έφθασεν η επιστήμη μετά χρόνον μακρόν.
Το όλως νέον θέμα του «Τιμαίου», ου μέρη, οία η Φυσική και η Φυσιολογία, ήσαν εντελώς ξένα προς την λοιπήν Πλατωνικήν Φιλοσοφίαν, απήτει βεβαίως γλώσσαν, σύνταξιν και ύφος διάφορον των άλλων διαλόγων. Αλλ' είναι τόσον πολλαί αι διαφοραί, ώστε και αύται αι ελλείψεις άλλως δεν δύνανται να εξηγηθώσιν ειμή εκ του ότι το έργον δεν έλαβε νέαν και οριστικήν επεξεργασίαν υπό του συγγραφέως. Η εισαγωγή π. χ. είναι δυσανάλογος προς το λοιπόν μέρος του διαλόγου, αρμόζει δε μάλλον ως εισαγωγή εις έτερον διάλογον, τον «Κριτίαν». Πρόδηλος είναι και έλλειψίς τις τάξεως, αι επαναλήψεις των αυτών, αι ανακολουθίαι, αι ασυνταξίαι και επανορθώσεις, εξ ων πολλαχού επισκοτίζεται η έννοια. Αναντιρρήτως τα γνωρίσματα του Πλατωνικού ύφους αναγνωρίζονται και εν τω «Τιμαίω», αλλά φαίνονται ωσεί άνευ μέτρου. Είναι δε γνωστόν εκ της μαρτυρίας Διονυσίου του Αλικαρνασσός ότι ο Πλάτων «τους εαυτού διαλόγους κτενίζων και βοστρυχίζων και πάντα τρόπον αναπλέκων ου διέλιπεν ογδοήκοντα γεγονώς έτη». Διά ταύτα ο Ουόλφιος και άλλοι κριτικοί υπέλαβον ότι ο «Τίμαιος» είναι συνονθύλευμα διαφόρων αποσπασμάτων ή έργα διάφορα χαλαρώς συνδεδεμένα. Αλλά, παρατηρεί ο Έγελος, «καίτοι η σύνδεσις φαίνεται γινομένη άνευ μεθόδου, καίτοι αυτός ο Πλάτων πολλάκις απολογείται διά ταύτα, το όλον διαιρείται αναγκαίως, και ένεκα βαθέος εσωτερικού λόγου είναι αναγκαία η επάνοδος εις τα πρώτα και τας αρχάς.»
Εις τον «Τίμαιον» προ πάντων αναφέρεται η εξής γενική κρίσις του αυτού βαθυσόφου Γερμανού περί της Πλατωνικής Φιλοσοφίας· «Ο Πλάτων είναι εκ των κοσμοϊστορικών ατομικότητων. Η φιλοσοφία αυτού ήσκησε σημαντικωτάτην επιρροήν εις την μόρφωσιν και την ανάπτυξιν του ανθρωπίνου πνεύματος από της εμφανίσεως αυτής κατά πάντας τους έπειτα χρόνους. Το ιδιάζον προσόν αυτής είναι η κατεύθυνσις εις τον νοερόν, τον υπεραίσθητον κόσμον, η ανύψωσις της συνειδήσεως εις την βασιλείαν του Πνεύματος... Η Χριστιανική θρησκεία βεβαίως ησπάσθη την υψηλήν ταύτην αρχήν, ότι η εσωτερική, η πνευματική φύσις του ανθρώπου είναι η αληθής φύσις αυτού και κατέστησεν αυτήν αρχήν καθολικήν κατά τον ιδιάζοντα εις αυτήν (παραστατικόν) τρόπον, αλλ' η θρησκεία αύτη διά της υπό του Πλάτωνος δοθείσης ήδη αρχής εγένετο είτα η οργάνωσις του λόγου, η βασιλεία του υπεραισθήτου (των ουρανών). Η πνευματική αρχή διά του Χριστιανισμού διωργανώθη εις πνευματικόν κόσμον επί της γης, αλλ' εις το έργον τούτο την μεγίστην μερίδα συνεβάλετο ο Πλάτων και η φιλοσοφία αυτού ». (Εγέλ. Ιστορ. Φιλοσοφ.).
Τας σχέσεις ταύτας του «Τιμαίου» και γενικώς της Πλατωνικής φιλοσοφίας προς τον Χριστιανισμόν αποδεικνύει η μελέτη αμφοτέρων. Διότι μη λησμονώμεν ότι έκαστον κοσμοϊστορικόν γεγονός κατά τοσούτον είναι μέγα και έξοχον, καθ' όσον δι' υψηλοτέρας αρχής συγκεντρώνει εν εαυτώ και ανυψώνει πάσας τας αληθείας, ας έφερεν εις φως η προηγηθείσα ιστορική κίνησις. Τούτο λοιπόν έπραξεν ο Χριστιανισμός· και αυτή δε η Πλατωνική φιλοσοφία, διά των νέων αρχών, ας εδίδαξε και ιδία διά της &θεωρίας των καθόλου, των ιδεών& και της &διαλεκτικής& συνεχώνευσεν εις εαυτήν και ανύψωσε τα προ αυτής μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα του Ηρακλείτου, του Παρμενίδου, του Πυθαγόρου, του Αναξαγόρου και του Σωκράτους. Ούτω μόνον ο μαθητής του Πλάτωνος, ο Αριστοτέλης, ηδυνήθη να στρέψη τα βλέμματα εις τα εμπρός και διά της νέας αρχής της Ατομικότητος [τόδε] να ανοίξη την νέαν φιλοσοφίαν και εν γένει τον νέον πολιτισμόν. — Όσοι δεν δύνανται να παρακολουθώσι την αλληλουχίαν των ιστορικών συμβάντων φαντάζονται, ότι αι διδασκαλίαι των εξόχων φιλοσόφων είναι αργολογίαι μηδεμίαν ασκούσαι επίδρασιν επί των πραγμάτων, θεωρίαι ξέναι και άσχετοι προς την ιστορικήν εξέλιξιν. Και όμως οι φιλόσοφοι ούτοι, τα εκλεκτά δηλ. όργανα της απολύτου αληθείας, της πνευματικής ελευθερίας και της ιδανικής τελειότητος, είναι οι αφανείς δημιουργοί της ιστορικής κινήσεως των εθνών, οι πραγματικοί σκαπανείς της προόδου, δηλητηριάζοντες εκάστοτε το παρόν και παρασκευάζοντες μακρόθεν το μέλλον. Ούτω τας συγχρόνους κοινωνίας, τον νεώτερον θαυμάσιον πολιτισμόν ίδρυσεν η αρχαία φιλοσοφία, μεγαλυνθείσα και εκλαϊκευθείσα διά του Χριστιανισμού.
Ανωτέρω είπομεν ότι ο φιλόσοφος Πρόκλος έγραψεν υπομνήματα ή σχόλια εις τον «Τίμαιον». Αλλά τα υπομνήματα ταύτα φθάνουσι μόνον μέχρι της σελ. 44 Δ, (Ed. Ε. Diehls 1 - II Lipsiae 1904). Μεγάλην συμβολήν εις εξήγησιν των θεωριών του «Τιμαίου» παρέχει ο Πλούταρχος, διά της συγγραφής «Περί της εν Τιμαίω ψυχολογίας», της οποίας αξιόλογον μετά σχολίων έκδοσιν εδημοσίευσε και ο Κερκυραίος Καθηγητής Ανδρ. Μαυρομμάτης (1845). Θέων ο Σμυρναίος συνέγραψε «Περί των κατά το μαθηματικόν χρησίμων εις την Πλάτωνος ανάγνωσιν». (Έκδ. υπό Hiller 1878). Ήκμασε δε ούτος επί Αυγούστου. Και ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος ή Γραμματικός Χαλκίδιος (Chalcidius) συνέταξε λατινικήν μετάφρασιν και σχόλια εις τον «Τίμαιον» μέχρι της σελίδος 53 Δ, αφιερώσας είς τινα Osius, όστις υποτίθεται ότι ήτο επίσκοπος Κορδούης μετασχών της εν Νικαία Συνόδου (325 μ. Χ.). Παραλείποντες άλλους αρχαίους σχολιαστάς και μεταφραστάς αναφέρομεν εκ των νεωτέρων τους Γερμανούς Böckh, Stallbaum, Mueller, Zeller, και Kiefer (1909), τους Γάλλους Martin, Gousin, Saisset, τους Άγγλους Jowett, και Archer-Hind, και τον Ιταλόν G. Fraccaroli. Πολλούς των σχολιαστών και μεταφραστών τούτων είχομεν υπ' όψει εν τη μεταφράσει ημών και εν τοις σχολίοις αυτής.
Εν Αθήναις εν 1 Ιουλίου 1911 Παύλος Γρατσιάτος
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΤΙΜΑΙΟΣ [Ή περί φύσεως]
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΡΙΤΙΑΣ ΤΙΜΑΙΟΣ ΕΡΜΟΚΡΑΤΗΣ
Ε I Σ Α Γ Ω Γ Η
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. &(Συγκεφαλαίωσις της Πλατωνικής πολιτείας).&
Σωκράτης 17. | Είς, δύο, τρεις· και ο τέταρτος των ομοτραπέζων, τους οποίους χθες εφιλοξένησα εγώ (με λόγους), σήμερον δε θα προσφέρωσιν εις εμέ γεύμα, πού είναι, φίλε Τίμαιε;
Τίμαιος Κάποια ασθένεια συνέβη, ω Σώκρατες, εις αυτόν, διότι άλλως δεν θα έλειπεν εκουσίως από την συνομιλίαν ταύτην.
Σωκράτης Λοιπόν είναι χρέος ιδικόν σου και τούτων εδώ αντί του απόντος να αναπληρώσητε και το μέρος αυτού.
Τίμαιος Β. | Βεβαιότατα· και όσον δυνάμεθα δεν θα λείψωμεν εις τί- ποτε, διότι δεν θα ήτο και δίκαιον, αφού χθες εφιλοξενήθημεν υπό σου με την πρέπουσαν φιλοξενίαν, να μη σοι ανταποδώσωμεν το γεύμα προθύμως ημείς οι λοιποί.
Σωκράτης Άρα γε ενθυμείσθε όσα και περί ποίων σας παρεκάλεσα να ομιλήσωμεν;
Τίμαιος Μερικά ενθυμούμεθα, όσα δε δεν ενθυμούμεθα συ παρών εδώ θα μας τα υπενθυμίσης. Αλλά καλύτερα, εάν δεν σου είναι οχληρόν, επανάλαβε αυτά πάλιν εξ αρχής με ολίγους λόγους, διά να μας εντυπωθώσι βεβαιότερα.
Σωκράτης Αυτό θα γίνη. Το αντικείμενον των λόγων, τους οποίους είπον C. | χθες περί πολιτείας, ήτο τούτο: ποία πολιτεία και από ποίους άνδρας αποτελουμένη θα μοι εφαίνετο ότι είναι η αρίστη (1).
Τίμαιος Και πολύ σύμφωνα με την γνώμην όλων ημών, ω Σώκρατες, ήσαν όσα είπες περί αυτής.
Σωκράτης Άρα γε εις την πολιτείαν ταύτην δεν διεκρίναμεν χωριστά πρώτον την τάξιν των γεωργών και πάσας τας άλλας τέχνας από την τάξιν των μελλόντων να πολεμώσιν υπέρ αυτής; (2)
Τίμαιος Ναι.
Σωκράτης Και αφού σύμφωνα με την φυσικήν του διάθεσιν εδώκαμεν εις ένα έκαστον το αρμόζον εις αυτόν, έν μόνον επιτήδευμα και μίαν Δ. | τέχνην εις έκαστον, περί τούτων, οίτινες πρέπει να πολεμώσιν υπέρ πάντων, είπομεν ότι πρέπει να είναι μόνον φύλακες της πόλεως, να προσέχωσιν αν τις έρχεται έξωθεν ή και εκ των εντός της πόλεως, ίνα πράξη κακόν, και να δικάζωσι με ημερότητα τους υπ' αυτών εξουσιαζομένους και όντας φυσικούς φίλους αυτών, και 18. | να γίνωνται σκληροί εις τας μάχας εναντίον των εχθρών, οποιοιδήποτε τύχωσιν ούτοι.
Τίμαιος Ακριβέστατα.
Σωκράτης Διότι, νομίζω, ελέγομεν περί τινος φυσικής διαθέσεως της ψυχής των φυλάκων (3), ότι πρέπει αύτη να είναι θυμοειδής συνάμα και φιλόσοφος εις μέγαν βαθμόν, διά να δύνανται να γίνωνται δικαίως ήμεροι προς τους συμπολίτας των και σκληροί προς τους εχθρούς.
Τίμαιος Ναι.
Σωκράτης Περί δε της ανατροφής αυτών; Άρα γε δεν είπομεν, ότι πρέπει να είναι ανατεθραμμένοι με γυμναστικήν και μουσικήν και με όλα εκείνα τα άλλα μαθήματα, τα οποία αρμόζουσιν εις αυτούς;
Τίμαιος Βεβαίως.
Σωκράτης Β. | Είπομεν προσέτι, ότι οι λαβόντες τοιαύτην ανατροφήν δεν πρέπει να νομίζωσιν ως αποκλειστικήν ιδιοκτησίαν των ούτε χρυσόν, ούτε άργυρον, ούτε άλλο οιονδήποτε πράγμα· αλλά ως επίκουροι, λαμβάνοντες από εκείνους, τους οποίους υπερασπίζουσι, μισθόν διά την φύλαξιν, όσος αρκεί εις σώφρονας ανθρώπους, να δαπανώσιν αυτόν κοινώς, και ούτω συντρώγοντες να ζώσιν ομού μεταξύ των, μόνην φροντίδα έχοντες την αρετήν εις πάντα και από πάσας τας άλλας ασχολίας απέχοντες.
Τίμαιος Ελέχθησαν ούτω και αυτά.
Σωκράτης C. |Ακόμη και περί της αγωγής των γυναικών είπομεν, ότι πρέπει να συναρμόζωμεν τας φυσικάς διαθέσεις αυτών ομοίως προς τας των ανδρών, και να δίδωμεν εις πάσας τας αυτάς επασχολήσεις (τας οποίας και εις τους άνδρας δίδομεν) και ως προς τον πόλεμον και ως προς τους άλλους τρόπους της ζωής.
Τίμαιος Ούτως ελέγοντο και ταύτα.
Σωκράτης Και τι ελέγομεν περί παιδοποιίας; Ίσως τα λεχθέντα περί τούτου είναι ευκολοθύμητα, επειδή δεν είναι συνήθη, δηλ. εδέχθημεν να είναι κοινά εις πάντας πάντα, και γάμοι και παίδες Δ. | και να μηχανευώμεθα πώς να μη γνωρίση κανείς ποτέ το ίδιον αυτού τέκνον, πάντες δε να νομίζωσιν όλους τους άλλους ως συγγενείς, ήτοι ως αδελφάς και αδελφούς εκείνους, όσοι ήθελον είναι εντός της αρμοζούσης ηλικίας, ως γονείς δε και προγόνους τους γεννημένους προ της ηλικίας ταύτης και ακόμη πρότερον, παίδας δε και εκγόνους τους γεννωμένους υστερώτερον.
Τίμαιος Ναι. Και ταύτα είναι, ως λέγεις, ευκολομνημόνευτα.
Σωκράτης Και διά να γεννώνται οι παίδες ευθύς όσον το δυνατόν με τας αρίστας φυσικάς διαθέσεις(4), άρα γε δεν ενθυμούμεθα, ότι Ε. | είπομεν, ότι οι άρχοντες και αι άρχουσαι οφείλουσι κρυφά να μηχανεύωνται διά τινων κληρώσεων πώς εις την σύναψιν των γάμων οι κακοί οφ' ενός και οι αγαθοί εξ άλλου, κεχωρισμένοι όντες, να ενώνται με γυναίκας ομοίας των, και ούτω να μη συλλαμβάνωσιν έπειτα διά ταύτα έχθραν μεταξύ των, διότι θα νομίζωσιν ότι η τύχη υπήρξεν αιτία του γάμου των;
Τίμαιος Ενθυμούμεθα.
Σωκράτης 19. | Και προσέτι είπομεν, ότι τα τέκνα των αγαθών (5) πρέπει να ανατρέφωνται (6), τα δε των κακών να διασκορπίζωνται κρυφά εις τας άλλας τάξεις των πολιτών; Και καθ' όσον ταύτα αυξάνονται, πρέπει να προσέχωσιν οι άρχοντες πάντοτε τους αποδεικνυομένους άξιους να επαναφέρωσι πάλιν εις την προτέραν τάξιν των, εκείνους δε, όσοι εις την τάξιν των ταύτην εδείχθησαν ανάξιοι, να μεταφέρωσιν εις τον τόπον των επανερχομένων;
Τίμαιος Ούτως είπομεν.
Σωκράτης Άρα λοιπόν έχομεν ούτω διέλθει ήδη όσα είπομεν χθες, εφ' όσον είναι δυνατόν να επαναλάβωμεν πάλιν τα κεφαλαιώδη, ή επιθυμούμεν ακόμη, αγαπητέ Τίμαιε, κάτι εκ των ρηθέντων, το οποίον έχομεν παραλείψει;
Τίμαιος Β. | Ουδόλως, αλλ' αυτά είναι ακριβώς, ω Σώκρατες, εκείνα τα οποία ελέχθησαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'. &(Συνέχεια περί πολιτείας).&
Σωκράτης Δύνασθε τώρα να ακούσητε τα επακόλουθα της πολιτείας, την οποίαν έχομεν εκθέσει, τι δηλ. έχω πάθει ως προς αυτήν. Το πάθημά μου τούτο ομοιάζει σχεδόν με το πάθημα εκείνου, όστις ιδών πού ωραία ζώα, είτε απεικονισμένα εις ζωγραφίαν είτε και αληθινώς ζωντανά, αλλά ήσυχα μένοντα, ήθελεν αισθανθή την επιθυμίαν να τα ίδη να κινώνται και να εκτελώσι καμμίαν άσκησιν εξ εκείνων, αι οποίαι πιστεύεται ότι αρμόζουσιν εις τα σώματα αυτών κατά την πάλην (7). Το αυτό λοιπόν και C. | εγώ έπαθον ως προς την πολιτείαν, την οποίαν περιεγράψαμεν. Ευχαρίστως δηλαδή θα ήκουόν τινα να εκθέση διά λόγου, ότι τους αγώνας τους οποίους πόλις τις αναγκάζεται να αγωνίζηται, τούτους η πολιτεία ημών δύναται ν' αγωνίζηται εντίμως εναντίον άλλων πολιτειών και να επιχειρή τον πόλεμον καθώς πρέπει, και εν ώ πολεμεί, να αποδίδη την προσήκουσαν τιμήν εις την παιδείαν και την ανατροφήν είτε κατά τας πράξεις τας αναγκαίας εις τα πολεμικά έργα, είτε κατά τους λόγους, όταν γίνωνται διαπραγματεύσεις προς εκάστην των άλλων πόλεων. Ως Δ. | προς ταύτα όμως, ω Κριτία (8) και Ερμόκρατες (9), εγώ αυτός έκρινα περί του εαυτού μου ότι δεν θα ήμην ποτέ ικανός να εγκωμιάσω προσηκόντως τους άνδρας και την πόλιν. Και ό,τι αφορά εμέ αυτόν, δεν είναι θαυμαστόν τούτο· αλλά την αυτήν γνώμην έχω και περί των προγενεστέρων και περί των συγχρόνων ποιητών (10), όχι διότι περιφρονώ το γένος αυτών, αλλά διότι είναι φανερόν εις πάντας, ότι η τάξις των επιτηδευομένων την μίμησιν μιμείται ευκολώτατα και κάλλιστα τα πράγματα εις τα οποία έχει ανατραφή, εκείνο δε το οποίον είναι έξω της ανατροφής και Ε. | των έξεων εκάστου, είναι δύσκολον να το μιμήται με έργα, και ακόμη δυσκολώτερον με λόγους. Εξ άλλου οι σοφισταί νομίζω ότι είναι εμπειρότατοι εις πολλούς και ωραίους λόγους, αλλά φοβούμαι μήπως, επειδή περιφέρονται από πόλεως εις πόλιν και δεν έχουσιν ουδαμού ιδιαιτέρας μονίμους κατοικίας, είναι ανίκανοι να καταλάβωσί τι περί των φιλοσόφων και των πολιτικών ανδρών, πόσα δηλ. και ποία ούτοι δέον να πράττωσι και λέγωσι κατά τον πόλεμον και τας μάχας αυτοί ούτοι ενεργούντες πραγματικώς και ομιλούντες προς ένα έκαστον διά λόγων. 20. | Υπολείπονται λοιπόν οι άνθρωποι της τάξεως υμών, οίτινες εκ φύσεως και εξ ανατροφής μετέχουσι και των δύο (της επιστήμης και της πολιτικής). Τω όντι και ο Τίμαιος εδώ, καταγόμενος εκ πόλεως ευνομωτάτης, της εν Ιταλία Λοκρίδος, ουδενός των συμπολιτών του κατώτερος κατά την περιουσίαν και το γένος, διεχειρίσθη τα ανώτατα αξιώματα και έλαβε τας μεγίστας τιμάς εν τη πόλει του και, κατά την γνώμην μου, έφθασε συνάμα εις την κορυφήν όλων των μερών της φιλοσοφίας. Τον Κριτίαν πάλιν γνωρίζομεν όλοι όσοι είμεθα εδώ, ότι δεν είναι αμαθής ουδενός εκ των αντικειμένων, τα οποία συζητούμεν. Και τέλος περί της φύσεως και της ανατροφής του Ερμοκράτους πρέπει να Β.| πιστεύσωμεν ότι είναι ικανός προς όλα ταύτα, επειδή πολλά το μαρτυρούσι. Ταύτα εγώ και χθες συλλογιζόμενος, επειδή με παρεκαλείτε να εκθέσω την ουσίαν της πολιτείας, με προθυμίαν σας ευχαρίστησα, διότι εγνώριζον ότι την συνέχειαν των συλλογισμών ουδείς άλλος θα ήτο ικανώτερος υμών, εάν θελήσητε, να αποδώση. Διότι μόνοι υμείς εκ των συγχρόνων δύνασθε, παριστώντες την πολιτείαν ως διεξάγουσαν ένα πόλεμον, όποιος εμπρέπει, να αποδώσητε εις αυτήν πάντα όσα προσήκουσιν εις αυτήν (11). Αφού λοιπόν είπον όσα μοι ανετέθησαν να είπω, ώρισα εις υμάς να ανταποδώσητε εκείνα τα οποία τώρα σας υπενθυμίζω. Συνεφωνήσατε δε, αφού συνεσκέφθητε μεταξύ σας, να μοι C. | ανταποδώσητε σήμερον την φιλοξενίαν των λόγων μου. Λοιπόν είμαι παρών εδώ παρεσκευασμένος δι' αυτά και ετοιμότατος υπέρ πάντα άλλον να δεχθώ το φιλοξένημα.
Ερμοκράτης Και αληθώς, καθώς είπεν ο Τίμαιος εδώ, ω Σώκρατες, δεν θα δείξωμεν καμμίαν έλλειψιν προθυμίας, ούτε έχομεν πρόφασίν τινα να μη πράξωμεν τούτο. Και μάλιστα χθες ευθύς άμα εξήλθομεν εδώθεν, μόλις εφθάσαμεν εις τον ξενώνά μας πλησίον του Κριτίου, όπου έχομεν το κατάλυμά μας, και ακόμη πρότερον Δ. | καθ' οδόν ταύτα ακριβώς εσκεπτόμεθα. Ούτος δε μας διηγήθη μίαν ιστορίαν, την οποίαν γνωρίζει από παλαιάν παράδοσιν, και την οποίαν είπε, ω Κριτία, και τώρα εις τον Σωκράτην, ίνα και αυτός μεθ' ημών κρίνη αν είναι κατάλληλος ή όχι εις το θέμα της συνδιαλέξεως ημών.
Κριτίας Ταύτα πρέπει να πράξωμεν, αν συμφωνή και ο τρίτος σύντροφος, ο Τίμαιος.
Τίμαιος Συμφωνώ.
Κριτίας Άκουσε λοιπόν, ω Σώκρατες, λόγον παραδοξότατον, αλλά και αληθέστατον, ως διηγήθη αυτόν ποτε ο Σόλων, ο σοφώτατος των Ε. | επτά σοφών. Ήτο βέβαια ούτος συγγενής ημών και φίλτατος του προπάππου μου Δρωπίδου, καθώς λέγει αυτός ούτος εις πολλά μέρη των στίχων του· εις δε τον πάππον μου Κριτίαν διηγήθη (όπως ο γέρων ενθυμούμενος έλεγε και αυτός εις ημάς), ότι μεγάλα και θαυμαστά ήσαν τα παλαιά κατορθώματα της πόλεως ταύτης (12) τα οποία ηφανίσθησαν από την μνήμην (ελησμο- νήθησαν) ένεκα του πολλού χρόνου και του θανάτου των ανθρώ- πων, αλλά εξ όλων τούτων έν ήτο το μέγιστον. Και πρέπον θα 21. | ήτο εις ημάς ενθυμηθέντες τώρα αυτό, και εις σε να απο- δώσωμεν την χάριν, και συνάμα την θεάν εις την σημερινήν πα- νήγυρίν της(13) δικαίως και αληθώς να εγκωμιάσωμεν, τοιουτο- τρόπως υμνούντες αυτήν.
Σωκράτης Καλά λέγεις. Αλλά ποίον είναι το κατόρθωμα τούτο, το οποίον ο Κριτίας διηγείτο όχι ως λεγόμενον απλώς (14), αλλ' ως τω όντι πραχθέν τον παλαιόν καιρόν υπό της πόλεως ταύτης, όπως το ήκουσεν από τον Σόλωνα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'. &Η πανάρχαιος πολιτεία των Αθηναίων και η νίκη αυτών κατά των Ατλαντίνων.&
Κριτίας Εγώ θα είπω το παλαιόν τούτο διήγημα, το οποίον ήκουσα από άνδρα ουχί νέον· διότι ο Κριτίας ήτο, ως έλεγε, σχεδόν πλη- σίον εις τα ενενήκοντα έτη, εγώ δε θα ήμην το πολύ δεκαετής. Β. | Έτυχε τότε η Κουρεώτις (η τρίτη ημέρα) της εορτής των Απατουρίων (15), και ό,τι είναι σύνηθες εις τοιαύτην εορτήν να κά- μνωσιν οι παίδες, συνέβη και τότε. Δηλαδή οι πατέρες μας επρό- τειναν βραβεία (απαγγελίας) ραψωδιών. Απηγγέλθησαν λοιπόν πολλά ποιήματα πολλών ποιητών, πολλοί δε εκ των παίδων εψάλ- λομεν ποιήματα του Σόλωνος, επειδή ήσαν νέα κατ' εκείνον τον χρόνον. Είς δε εκ της φρατρίας ημών, είτε διότι τότε ούτως εσκέ- φθη, είτε και διά να κάμη ευχαρίστησιν εις τον Κριτίαν, είπεν C. | ότι νομίζει, ότι ο Σόλων υπήρξε και εις τα άλλα σοφώτα- τος και εις την ποίησιν ευγενέστατος (16) πάντων των ποιητών. Ο δε γέρων (τα ενθυμούμαι πολύ καλά), πολύ εχάρη διά τούτο, εμειδίασε και είπεν: Εάν, ω Αμύνανδρε, δεν ήθελε μεταχειρι- σθή την ποίησιν ως τι πάρεργον, αλλ' ήθελεν ασχοληθή σπου- δαίως εις αυτήν, όπως άλλοι, και αν είχε φέρει εις πέρας την διήγησιν, την οποίαν από την Αίγυπτον έφερεν εδώ, και αν διά τας εμφυλίους στάσεις και διά τα άλλα δυστυχήματα, τα οποία έπαθεν, όταν έφθασεν εδώ, δεν ήθελεν αναγκασθή να την αμε- Δ. | λήση, κατά την γνώμην μου ούτε ο Ησίοδος, ούτε ο Όμη- ρος, ούτε άλλος ουδείς εκ των ποιητών θα εγίνετό ποτε περιφη- μότερος αυτού. — Και ποίον ήτο αυτό το διήγημα, ω Κριτία; ηρώτησεν ο Αμύνανδρος. — Ήτο διήγησις πράξεως όντως μεγί- στης, και ήτις δικαιότατα θα ήτο η περιφημοτάτη από όλας, όσας διέπραξεν η πόλις αύτη, αλλ' ένεκα του πολλού χρόνου και του θανάτου των εκτελεσάντων αυτήν δεν διήρκεσε μέχρι σήμερον μνήμη αυτής. — Λέγε λοιπόν εξ αρχής, είπεν ούτος, τι και πώς και από ποίους διηγείτο ο Σόλων ότι είχεν ακούσει ως αληθές.
Ε. | Υπάρχει, είπεν ο Κριτίας, κατά την Αίγυπτον, εις το Δέλτα, εις την κορυφήν του οποίου σχίζεται το ρεύμα του Νεί- λου, είς νομός ονομαζόμενος Σαϊτικός. Τούτου δε του νομού η μεγίστη πόλις είναι η Σάις, οπόθεν ακριβώς ήτο και ο Άμασις ο βασιλεύς. Ως ιδρυτήν της πόλεως οι κάτοικοι έχουσι θεάν, ήτις Αιγυπτιστί ονομάζεται Νηίθ, Ελληνιστί δε Αθηνά (17), ως λέγου- σιν εκείνοι. Είναι δε πολύ φιλαθήναιοι και λέγουσιν ότι κατά τινα τρόπον είναι συγγενείς των Αθηναίων. Εκεί λοιπόν πο- ρευθείς ο Σόλων διηγείτο ότι έλαβε μεγάλας τιμάς παρ' αυτών, 22.| και ότι, ενώ ηρώτα περί των παλαιών γεγονότων τους εις ταύτα εμπειροτάτους των ιερέων, ανεκάλυψεν, ότι ούτε αυτός ούτε άλλος ουδείς Έλλην εγνώριζεν, ούτως ειπείν, ουδέν περί αυτών. Και θελήσας ποτέ να σύρη αυτούς εις λόγους περί των αρχαίων ήρξατο να ομιλή περί των πραγμάτων, τα οποία εδώ εν Ελλάδι θεωρούνται αρχαιότατα, περί του Φορωνέως (18) εκεί- νου, όστις εκλήθη πρώτος, και περί της Νιόβης, και μετά τον κα- Β. | τακλυσμόν(19) να μυθολογή περί Δευκαλίωνος και Πύρρας, πώς διεσώθησαν, και να κάμνη την γενεαλογίαν των απογόνων των, και ν' αναφέρη περί των ετών αυτών πόσα ήσαν, διά των οποίων έλεγεν ότι επειράτο να κάμη την χρονολογίαν των συμβάν- των. Είς δε των ιερέων (20) πολύ γέρων, είπε τότε· Ω Σόλων, Σό- λων, οι Έλληνες είσθε πάντοτε παίδες και Έλλην γέρων δεν υπάρχει. Ακούσας ταύτα ο Σόλων, πώς είπε, πώς εννοείς τούτο; Είσθε νέοι, απεκρίθη, όλοι κατά τας ψυχάς. Διότι δεν έχετε εις αυτάς εξ αρχαίας παραδόσεως καμμίαν παλαιάν γνώμην και καμ- μίαν γνώσιν, ήτις να έχη γίνη με τον χρόνον παλιά. Αίτιον δε C. | τούτων είναι το εξής: Πολλαί και κατά πολλούς τρόπους συνέβησαν καταστροφαί ανθρώπων και θα συμβαίνωσι, διά πυ- ρός μεν και ύδατος αι μέγισται, διά μυρίων δε άλλων μέσων άλ- λαι μικρότεραι. Τω όντι εκείνο, όπερ και παρ' υμίν λέγεται, ότι ποτέ ο Φαέθων ο παις του Ηλίου, ζεύξας το άρμα του πα- τρός, επειδή δεν ήτο ικανός να αμαξηλατή επί της οδού του πα- τρός, κατέκαυσεν ό,τι ήτο επί της γης, και αυτός ούτος κεραυνω- θείς κατεστράφη, τούτο λέγεται μεν υπό μορφήν μύθου, αλλά Δ.| η εν αυτώ αλήθεια είναι η παραλλαγή(21) κινήσεως των όν- των, τα οποία περιφέρονται πέριξ της γης κατά τον ουρανόν, και η κατά μακράς χρονικάς περιόδους γινομένη διά μεγάλου πυρός καταστροφή των επί γης πραγμάτων. Τότε λοιπόν όσοι εξ υμών κατοικούσι κατά τα όρη και εις τόπους υψηλούς και ξηρούς κα- ταστρέφονται περισσότερον παρά τους κατοικούντας πλησίον εις τους ποταμούς και την θάλασσαν. Ημάς όμως ο Νείλος, ο οποίος είναι σωτήρ ημών και κατά τα άλλα, σώζει και τότε εκ της αμη- χανίας ταύτης, ερχόμενος έξω (πλημμυρών). Όταν δε πάλιν οι Ε. | θεοί, ίνα καθαρίσωσι την γην διά των υδάτων, κατακλύζου- σιν αυτήν, όσοι μεν είναι εις τα όρη, βουκόλοι και βοσκοί, δια- σώζονται, όσοι δε είναι εις τας πόλεις υμών, παρασύρονται εις την θάλασσαν υπό των ποταμών. Αλλά εις ταύτην εδώ την χώ- ραν ούτε τότε, ούτε άλλοτε ποτέ επιρρέει το ύδωρ άνωθεν επί του εδάφους, αλλά απ' εναντίας εκ φύσεως ανυψούται κάτω- θεν. Εκ τούτου και διά τας αιτίας ταύτας όσα διασώζονται παρ' ημίν λέγονται ότι είναι αρχαιότατα. Η αλήθεια όμως είναι ότι εις πάντας τους τόπους, όπου χειμών υπερβολικός ή καύσων δεν 23. | εμποδίζει, άλλοτε μεν περισσότερον, άλλοτε δε ολιγώτερον υπάρχει πάντοτε το γένος των ανθρώπων (22). Όσα δε συμβαίνου- σιν ή εις υμάς, ή εις ταύτην την χώραν ή εις άλλον τόπον, περί των οποίων λαμβάνομεν γνώσιν, εάν έγινε καλόν τι ή μέγα ή και άλλο τι αξιοσημείωτον, πάντα είναι γεγραμμένα ενταύθα πα- λαιόθεν και διατηρούνται εις τους ναούς. Τα της ιδικής σας όμως πολιτείας και τα των άλλων, πάντοτε μόλις ταύτα τύχωσι να ανα- πτυχθώσι με γράμματα και με όλους εκείνους τους θεσμούς των οποίων έχουσι χρείαν αι πόλεις, και ιδού πάλιν μετά τον συνήθη αριθμόν των ετών, ως μία νόσος έρχεται επ' αυτών με ορμήν το Β. | ρεύμα του ουρανού, και εξ υμών αφίνει μόνους τους μη γι- νώσκοντας γραφήν και αμούσους, ώστε πάλιν γίνεσθε νέοι εξ αρχής, χωρίς να γνωρίζητε τίποτε ούτε περί των εν τη χώρα ταύτη ούτε περί των παρ' υμίν συμβάντων, όσα έγιναν εις τους παλαιούς χρόνους.