Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης

Part 8

Chapter 80 wordsPublic domain

Την άλλη μέρα, μέσα στη σκοτεινή ακόμη νύχτα, ο Τριστάνος, αφήνοντας την καλύβα του Όρρι του δασοκόμου, πήρε το δρόμο του παλατιού μέσα από πυκνές συστάδες βάτων και δέντρων. Καθώς έβγαινε από μια λόχμη, κύτταξε πέρα σ' ένα πλάτωμα κ' είδε τον Γκοντοΐν που έβγαινε από τον πύργο του.

Ο Τριστάνος κρύφτηκε μέσα στα βάτα και σμούλωξε παραμονεύοντας:

«Α! Θεέ! Κάνε ώστε αυτός που προχωρεί κει κάτω να μη με αντιληφθή πριν από την στιγμή που θέλω!»

Με το ξίφος στο χέρι, τον περίμενε. Αλλά κατά σύμπτωσι ο Γκοντοΐν πήρε έναν άλλο δρόμο και απεμακρύνθη. Ο Τριστάνος βγήκε από τη λόχμη απογοητευμένος, τέντωσε το τόξο του, σημάδεψε. Αλλοίμονο! ο άθλιος ήτανε εκτός βολής φτασμένος.

Αυτήν τη στιγμή, να που ερχότανε από μακρυά, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά το μονοπάτι, σ' ένα μαύρο αλογάκι που πήγαινε βάδην, ο Ντενοαλέν, ακολουθούμενος από δυο μεγάλα λαγωνικά. Ο Τριστάνος τον παραφύλαξε, κρυμμένος πίσω από μια μηλιά. Τον είδε που παρακινούσε τα σκυλλιά του να ξετρυπώσουν κάποιο αγριογούρουνο από μια συστάδα δέντρων και πυκνών χόρτων. Μα, προτού τα λαγωνικά το ξεπετάξουν από τον κρυψώνα του, ο κύριός τους θα λάβη τέτοια πληγή που κανείς γιατρός δε θα μπορέση να την γιατρέψη. Όταν ο Ντενοαλέν έφτασε κοντά, ο Τριστάνος πέταξε χάμω την κάπα του, ώρμησε, κι' ωρθώθηκε μπρος στον εχτρό του. Ο προδότης θέλει να φύγη. Δεν πρόφτασε να φωνάξη: «Μ' έφαγες!», κ' έπεσε από τάλογο. Ο Τριστάνος τούκοψε το κεφάλι, έκοψε της μπούκλες που κρεμόντανε γύρω στο πρόσωπό του, και της έχωσε στη μπότα του. Ήθελε να της δείξη στην Ιζόλδη για να κάνη χαρά στην καρδιά της φίλης του. «Αλλοίμονο! συλλογιζότανε, τι έγινε ο Γκοντοΐν; Ξέφυγε! αχ, να μη μπορέσω να τον ανταμείψω με την ίδια πληρωμή!»

Καθάρισε το σπαθί του, το ξανάβαλε στη θήκη, έσυρε απάνω από το πτώμα έναν κορμό δέντρου, κι' αφήνοντας το βουτηγμένο στο αίμα, έφυγε, με το σκουφάκι στο κεφάλι, για τη φίλη του.

Στο παλάτι του Τινταγκέλ ο Γκοντοΐν τον είχε προλάβει. Σκαρφαλωμένος κι' όλα στο ψηλό παράθυρο, είχε χώσει το μακρύ κλαδί του μέσ' την κουρτίνα και με τρόπο ελαφρά είχεν απομακρύνει δυο άκρες του υφάσματος και κύτταζε μέσα στο καλοστρωμένο δωμάτιο. Στην αρχή δεν είδε κανέναν άλλο εκτός από τον Περινίς. Έπειτα ήρθε η Βραγγίνα κρατώντας ακόμα το χτένι με το οποίο προ ολίγου είχε χτενίσει τη Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά».

Αλλά να, μπήκε η Ιζόλδη. Έπειτα ο Τριστάνος. Κρατούσε σ' το ένα του χέρι το ξύλινο τόξο του και στο άλλο δυο μακρυές μπούκλες ανδρός. Έβγαλε την κάπα, και φάνηκε το ωραίο του σώμα. Υπεκλίθη η Ιζόλδη η Ξανθή για να τον χαιρετίση, και καθώς σηκωνότανε, με το κεφάλι στραμμένο απάνω του, βλέπει τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν, ριγμένη στο παραπέτασμα. Ο Τριστάνος της έλεγε:

«Βλέπεις αυτές της ωραίες μπούκλες; είναι του Ντενοαλέν. Σου πήρα εκδίκηση απάνω του. Ποτέ του πεια δε θ' αγοράση ούτε θα πουλήση θώρακα ούτε κοντάρι!

— Καλά, άρχοντα. Αλλά τεντώστε το τόξο σας, παρακαλώ. Θάθελα να ιδώ αν τεντώνεται εύκολα».

Ο Τριστάνος το τέντωσε μ' έκπληξι, χωρίς να καταλαβαίνη καλά. Η Ιζόλδη πήρε ένα από τα δυο τόξα το εφάρμοσε, κύτταξε αν η χορδή ήτανε καλή, και με σιγανή και γρήγορη φωνή:

« — Βλέπω κάτι που δε μ' αρέσει, είπε. Σημάδεψε καλά Τριστάνε!»

Πήρε την κατάλληλη στάσι, σήκωσε το κεφάλι και είδε ψηλά στην κουρτίνα τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν. «Ο Θεός να οδήγηση καλά αυτό το τόξο». Είπε, γυρίζει κατά το τείχος, ρίχνει. Το μακρύ βέλος σφυρίζει στον αέρα, ταχύτερο από χελιδόνι και γεράκι, βγάζει το μάτι του προδότη, ξεσκίζει το μυαλό του, σαν τη σάρκα μήλου, και σταματάει παλλόμενο απάνω στο κρανίο. Δίχως κιχ, ο Γκοντοΐν σωριάζεται και πέφτει απάνω σ' ένα στύλο.

«Και τώρα φίλε, φεύγε, λέει η Ιζόλδη στον Τριστάνο. Το βλέπεις οι προδότες ανακάλυψαν το καταφύγιό σου. Ο Αντρέ ζη, θα το προδώση στο Βασιληά. Δεν είσαι πεια ασφαλισμένος στην καλύβα του δασοφύλακα. Φεύγα, φίλε. Ο Περινίς ο Πιστός θα κρύψη αυτό το σώμα στο δάσος, τόσο καλά που ποτέ δε θα μάθη τίποτα ο Βασιληάς. Αλλά συ, φεύγα απ' αυτόν τον τόπο, για τη σωτηρία τη δική σου και τη δική μου».

Ο Τριστάνος είπε:

«Πώς θα μπορέσω να ζήσω;

— Ναι, φίλε Τριστάνε, είμαστε σα ραμμένοι κ' είμαστε σα δεμένοι σε μια ζωή, ο ένας με τον άλλο. Και γω πώς θα μπορέσω να ζήσω; Το σώμα μου μένει εδώ. Έχεις την καρδιά μου.

— Ιζόλδη, φίλη, φεύγω, δεν ξέρω για ποιον τόπο. Αλλ' αν ποτέ ξαναϊδής το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, θα κάμης ό,τι σου ζητήσω μ' αυτό;

— Ναι, το ξέρεις: αν ξαναδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε πύργος, ούτε φρούριο, ούτε Βασιλική διαταγή θα μ' εμποδίσουν να κάνω τη θέλησι του φίλου μου, κι' ας είναι φρονιμάδα και τρέλλα ας είναι!

— Φίλη, ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ας σε ανταμείψη.

— Φίλε, ο Θεός ας σ' έχη στη φύλαξί του!»

Ο Τριστάνος κατέφυγε στην Ουαλλία, στον τόπο του ευγενικού Δούκα Γκιλαίν. Ο Δούκας ήτανε νέος, ισχυρός, αγαθός. Τον εδέχθη σαν έναν ευπρόσδεκτο ξένο. Για να κάνη χαρά και τιμή στον Τριστάνο, τίποτα δεν παράλειψε. Αλλά ούτε η περιπέτειες ούτε η γιορτές μπόρεσαν να καταπραΰνουν την αγωνία του Τριστάνου.

Μια μέρα που ήτανε καθισμένος δίπλα στο νεαρό Δούκα, τόσο θλιμμένη ήταν η καρδιά του, που αναστέναζε χωρίς να το καταλαβαίνη, δυνατά. Ο Δούκας για να γλυκάνη τον πόνο του διάταξε να του φέρουν στο ιδιαίτερο δωμάτιό του το χαΐδεμένο σκυλλάκι του που με μαγεία στης θλιβερές ώρες, εγοήτευε τα μάτια του και την καρδιά του. Σ' ένα τραπέζι σκεπασμένο με ευγενική και πλούσια πορφύρα, ετοποθέτησαν το σκυλλάκι του Πτικρού. Ήταν ένα σκυλλί μαγεμένο: μια νύφη το είχε στείλει από το νησί Αβαλλόν στο Δούκα για δώρο ερωτικό. Κανείς δε θαύρισκε αρκετά δυνατά λόγια για να περιγράψη τη φύσι του και την καλλονή του. Το τρίχωμά του ήτανε χρωματισμένο με τέτοιες θαυμάσιες διακυμάνσεις που δε θα μπορούσε κανείς να πη τι τρίχωμα είχε. Ο τράχηλός του φαινότανε πειο άσπρος από το χιόνι, τα πισινά του πειο πράσινα από τριφύλλι, το ένα από τα πλευρά του κόκκινο σαν πορφύρα, το άλλο κίτρινο σαν σαφράνι, η κοιλιά του άσπρη σα λαζούρι, η ράχη ρόδινη. Αλλά όταν το κύττταζε κανείς πειο πολύ, όλα αυτά τα χρώματα χόρευαν στα μάτια και άλλαζαν, πότε άσπρα και κίτρινα, πράσινα, μπλε, πορφυρά, σκοτεινά ή φωτεινά. Στο λαιμό του, κρεμότανε από μια χρυσή αλυσσιδίτσα ένα κουδουνάκι, που τόσο χαρωπά, καθαρά, και γλυκά χτυπούσε, ώστε ακούγοντάς το, η καρδιά του Τριστάνου μαλάκωσε, εγλυκάθη, κι' ο πόνος του έλυωσε. Δε θυμώτανε πεια καμμιά από της πίκρες και της δυστυχίες που είχε υποφέρει για τη Βασίλισσα. Γιατί αυτή ήταν η θαυματουργική δύναμι του κουδουνιού: η καρδιά σαν το άκουγε να κουδουνίζη τόσο γλυκά, τόσο χαρωπά, τόσο καθαρά, ξεχνούσε κάθε πόνο. Κ' ενώ ο Τριστάνος, συγκινημένος, από τη μαγεία, χάιδευε το μικρό μαγεμένο ζωντανό που τούδιωχνε όλη τη λύπη, και του οποίου το τρίχωμα φαινότανε, στην αφή αβρότερο από το πειο πολύτιμο ύφασμα, συλλογιζότανε ότι αυτό θάτανε ένα καλό δώρο για την Ιζόλδη. Μα πώς να κάμη; Ο δούκας Γκιλαίν αγαπούσε τον Πτικρού περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο, και κανείς δε θα μπορούσε, ούτε με παρακαλετά ούτε με πονηρίες, να τον καταφέρη να του το πάρη.

Μια μέρα ο Τριστάνος είπε στο Δούκα:

«Άρχοντα, τι θα δίνατε σε όποιον ήθελε ελευτερώσει τη χώρα σου από το γίγαντα Ούργκαν τον τριχωτό, που σας ζητεί τόσο βαρείς φόρους;

— Μα την αλήθεια, θάδινα στο νικητή να διαλέξη από τα πλούτη μου ό,τι θα θεωρούσε πειο πολύτιμο. Αλλά κανείς δε θα τολμήση να τα βάλη με το γίγαντα.

— Να λόγια θαυμάσια, ξανάπεν ο Τριστάνος. Αλλά σ' έναν τόπο μόνο με την τόλμη έρχεται το καλό· και για όλο το χρυσάφι της Παβίας, δε θα παραιτιώμουνα από την επιθυμία μου να πολεμήσω το γίγαντα.

— Τότε, είπεν ο Δούκας Γκιλαίν, ο Θεός ο υιός της Παρθένου να σας συντροφεύη και να σας φυλάη από το θάνατο!»

Ο Τριστάνος πρόσβαλε τον Ούργκαν τον Τριχωτό μέσ' τη σπηλιά του. Πολλήν ώρα πολέμησαν μανιασμένοι. Στο τέλος η αντρεία ενίκησε τη δύναμι, το ευκίνητο σπαθί το βαρύ ρόπαλο, κι' ο Τριστάνος έκοψε τη δεξιά γροθιά του γίγαντα και την επήγε στο Δούκα.

«Άρχοντα, γι' ανταμοιβή, καθώς υποσχεθήκατε, δώστε μου τον Πτικρού, το μαγεμένο σκυλλάκι σας.

— Φίλε, τι εζήτησες;! Άφησε το μου και πάρε καλλίτερα την αδερφή μου και το μισόν τόπο μου.

— Άρχοντα, ωραία είναι η αδερφή σου, κι' ωραία είναι επίσης η χώρα σου. Αλλ' αν πολέμησα τον Ούργκαν τον Τριχωτό, τώκανα για να κερδίσω το μαγεμένο σκυλλί σας. Θυμηθήτε την υπόσχεσί σας!

— Πάρ' το λοιπόν. Αλλά γνώριζε ότι μου πέρνεις τη χαρά των ματιών μου και τη χαρά της καρδιάς μου!».

Ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε το σκυλλί σ' έναν τραγουδιστή της Ουαλλίας, γνωστικό και παμπόνηρο ο οποίος το πήγε εκ μέρους του στην Κορνουάλλη. Ο Τραγουδιστής έφτασε στο Τινταγκέλ και το παράδωσε κρυφά στη Βασίλισσα. Δέκα χρυσά μάρκα έδωκε στον τραγουδιστή, και στο Βασιληά είπε ότι η μητέρα της η Βασίλισσα της Ιρλανδίας της έστελνε αυτό το δώρο. Έβαλε ένα χρυσοχόο κ' έφτιασε για το σκυλλί ένα ωραίο σπιτάκι στολισμένο με χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια, κι' όπου πήγαινε τώπερνε κοντά της, για θύμησι του φίλου της. Και κάθε φορά που το κύτταζε, λύπη, αγωνία, νοσταλγίες, έφευγαν από την καρδιά της.

Στην αρχή δεν κατάλαβε το θαύμα. Αν εύρισκε τόση γλύκα να το κυττάζη, ήταν, συλλογιζότανε, επειδή τώστελνε ο Τριστάνος. Ήταν δίχως άλλο η θύμησι του φίλου της που κοίμιζε έτσι κάθε λύπη. Αλλά μια μέρα αντελήφθη, ότι ήτανε μαγεία, κι' ότι μοναχά το ντιν-ντιν του κουδουνιού γοήτευε την καρδιά της.

«Α! σκέφτηκε, στέκει να βρίσκω την ανάπαυσι μ' αυτόν τον τρόπο, ενώ ο Τριστάνος είναι δυστυχισμένος; Θα μπορούσε να κρατήση αυτό το μαγεμένο σκυλλί και να ξεχνάη έτσι όλο τον πόνο του. Αλλ' από ευγενική καλωσύνη προτίμησε να μου το στείλη, να μου δώση τη χαρά του και να ξαναπάρη τη λύπη του. Αλλά δε στέκει αυτό το πράγμα, Τριστάνε, θέλω να υποφέρω όσο υποφέρεις και συ».

Πήρε το μαγικό κουδουνάκι, άκουσε μια τελευταία φορά το ντιν-ντιν, τώλυσε σιγά-σιγά. Έπειτα, από το ανοιχτό παράθυρο, τώρριξε στη θάλασσα.

ΙΕ'. Η ΙΖΟΛΔΗ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΧΕΡΙΑ

Οι αγαπημένοι δε μπορούσαν μήτε να ζουν μήτε να πεθάνουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Ο χωρισμός δεν ήταν η ζωή ούτε ο θάνατος, αλλά ήτανε μαζύ και ο θάνατος και η ζωή.

Γύρισε της θάλασσες, τα νησιά, και τους τόπους, για να διώξη την απελπισία του. Ξαναείδε την πατρίδα του, το Λοοννουά, όπου ο Ρόχαλτ ο Πιστός δέχτηκε το γυιό του με δάκρυα τρυφερότητος. Αλλά, μη βαστώντας να ζη στην ησυχία του τόπου του, ο Τριστάνος έφυγε στα δουκάτα και στα βασίλεια, ζητώντας περιπέτειες! Από το Λοοννουά στην Φρίζα, από την Φρίζα στη Γαβοΐα, από τη Γερμανία στην Ισπανία, πολλούς άρχοντες υπηρέτησε και πολλά κατορθώματα έκανε. Αλλοίμονο! δυο ολόκληρες χρονιές, κανένα νέο δεν τούρθε από την Κορνουάλλη, ούτε καλό ούτε κακό.

Τότε πίστεψε ότι η Ιζόλδη δεν τον αγαπούσε πεια και τον λησμονούσε.

Λοιπόν συνέβηκε μια μέρα, καθώς εκάλπαζε με μόνο τον Γκορνεβάλη, να μπη στη χώρα της Βρεττάνης. Πέρασαν μια πεδιάδα λεηλατημένη. Παντού τείχη γκρεμισμένα, χωριά δίχως κατοίκους, χωράφια — ωργωμένα από τη φωτιά, — και τάλογά τους πατούσαν στάχτες και κάρβουνα. Στον έρημο κάμπο, σκέφτηκε ο Τριστάνος:

«Είμαι βαρυεστημένος κ' είμαι αποσταμένος. Τι ωφελούν αυτές η περιπέτειες; Η αγαπημένη μου είναι μακρυά, ποτέ δε θα την ξαναϊδώ. Δυο χρόνια τώρα, πώς δεν έστειλε να με γυρέψη στης χώρες που γύριζα; Ούτε μια είδησί της δεν έλαβα. Στο Τινταγκέλ, ο Βασιληάς την τιμάει και την υπηρετεί. Ζη μέσα στη χαρά. Βέβαια το κουδουνάκι του μαγεμένου σκυλλιού τάκαμε αυτά. Με ξεχνάει, και λίγο τη μέλει για της περασμένες χαρές και λύπες, λίγο την μέλει για το δυστυχισμένο που περιπλανιέται σ' αυτόν τον καταστραμμένο τόπο, Κ' εγώ λοιπόν δε θα ξεχάσω ποτέ κείνη που με ξεχνάει; Ποτέ δε θα βρω κάποια που να γιατρέψη τη λύπη μου;»

Δυο μέρες, ο Τριστάνος κι' ο Γκορνεβάλης πέρασαν τα χωράφια και της πολιτείες χωρίς να ιδούν ψυχή, άνθρωπο, σκύλλο, κόκκορα. Την τρίτη μέρα, κατά το δείλι, πλησίασαν σ' ένα λόφο όπου υψωνότανε ένα παληό εξωκκλήσι, και πολύ κοντά το οίκημα ενός ερημίτη. Ο ερημίτης δε φορούσε φορέματα από υφάσματα, παρά μόνον ένα τομάρι γίδας και μάλλινα κουρέλια στη ράχι. Προύμητα στο χώμα, με τα γόνατα και τους αγκώνες γυμνούς, παρακαλούσε τη Μαρία και τη Μαγδαληνή να του εμπνεύση σωτήριες προσευχές. Ευχήθηκε το «καλώς ωρίσατε» στους φρεσκοφερμένους, κ' ενώ ο Γκορνεβάλης έβαλε τάλογα στο σταύλο, πήρε τάρματα του Τριστάνου, έπειτα ετοίμασε το φαΐ. Δεν τους έδωσε πλούσια φαγιά, αλλά νερό της πηγής και κριθαρένιο ψωμί ζυμωμένο με στάχτη. Μετά το φαΐ, καθώς είχε πέσει πεια η νύχτα, κ' ήτανε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, ο Τριστάνος ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο ρημαγμένος τόπος.

«Ωραίε Άρχοντα, είπεν ο ερημίτης, είναι η γη της Βρεττάνης, του Δούκα Χόελ. Ήταν άλλοτε ωραίος τόπος, με πλούσια λειβάδια και χωράφια: εδώ μύλοι, εκεί μηλιές, εκεί αρχοντικά υποστατικά. Ο κόμης Ριόλ της Νάντης έκαμε την καταστροφή. Οι στρατιώτες του έσπειραν παντού τη φωτιά, και παντού πήρανε πλιάτσικα. Οι άνθρωποι του έγιναν για όλη τους τη ζωή πλούσιοι: έτσι είν' ο πόλεμος.

— Αδελφέ, είπεν ο Τριστάνος, γιατί ο κόμης Ριόλ τάκαμε όλα αυτά στον Άρχοντά σας, το Χόελ;

— Θα σας πω λοιπόν, Άρχοντα, την αφορμή του πολέμου. Μάθετε, ότι ο Ριόλ ήτανε υποτελής του Δούκα Χόελ. Λοιπόν, ο Δούκας έχει μια κόρη, μια πεντάμορφη κόρη, κι' ο κόμης ήθελε να την πάρη γυναίκα. Αλλά ο πατέρας της αρνήθηκε να τη δώση σ' ένα υποτελή, κι' ο κόμης Ριόλ θέλησε να την πάρη δια της βίας. Πόσοι και πόσοι σκοτώθηκαν γι' αυτή τη δουλειά!»

Ρώτησε ο Τριστάνος:

«Ο Δούκας Χόελ μπορεί ακόμη, βαστάει τον πόλεμο;

— Με μεγάλη δυσκολία, Άρχοντα. Μολαταύτα το τελευταίο του φρούριο το Κάρχαιξ αντέχει ακόμη, γιατί δυνατά είναι τα τείχη του, και δυνατή είναι η καρδιά του γυιού του, του Καερντέν, του καλού ιππότη. Μα ο εχθρός τους τσιτώνει ολοένα και πεινάνε: θα μπορέσουν να βαστήξουν πολύ ακόμη;»

Ο Τριστάνος ρώτησε πόσο μακρυά ήτανε το φρούριο του Κάρχαιξ.

«Άρχοντα, δυο μίλλια μοναχά».

Χωρίστηκαν και κοιμήθηκαν. Το πρωί αφού έψαλε πρώτα ο ερημίτης και μοιράστηκαν το κριθαρένιο ψωμί, ο Τριστάνος αποχαιρέτισε τον σεβάσμιο ερημίτη, κ' εκάλπασε για το Κάρχαιξ.

Όταν σταμάτησε κάτω από τα κλειστά τείχη, είδε στο φυλάκιο μια περίπολο φρουρών και ζήτησε το Δούκα. Ο Χόελ ήτον επί κεφαλής των μαζύ με το γυιό του Καερντέν. Είπε τ' όνομά του κι' ο Τριστάνος του είπε:

«Είμαι ο Τριστάνος, Βασιληάς του Λοοννουά, κι' ο Μάρκος ο Βασιλιάς της Κορνουάλλης είναι θείος μου. Έμαθα, άρχοντα, ότι οι υποτελείς σου σού έκαμαν άδικο πόλεμο κι' ήρθα να σου προσφέρω της υπηρεσίες μου.

— Αλλοίμονο! άρχοντα Τριστάνε, πηγαίνετε το δρόμο σας κι' ο Θεός να σας ανταμείψη. Πώς να σας δεχτούμε εδώ μέσα; Δεν έχουμε πεια τροφές. Καθόλου σιτάρι, μόνον με κουκιά και κριθάρι βαστιώμαστε.

— Τι με μέλει; είπεν ο Τριστάνος. Έζησα δυο χρόνια ολόκληρα σ' ένα δάσος και ζούσα με χόρτα, ρίζες, και με κυνήγι, και μάθετε ότι εύρισκα ωραία αυτή τη ζωή. Διατάχτε να μ' ανοίξουν την πόρτα».

Ο Καερδέν είπε τότε:

«Αφού είναι τόσο γενναίος, πατέρα, δεχτήτε τον να λάβη μέρος στα καλά μας και στης δυστυχίες μας».

Με τιμή τον εδέχτηκαν. Ο Καερδέν εγύρισε τον Τριστάνο στα τείχη, και στον μεγάλο πύργο, τριγυρισμένο από προμαχώνες με πασσάλους, όπου κρύβονταν οι τοξότες. Από της πολεμότρυπες τούδειξε μακρυά στον κάμπο της σκηνές και τα παραπήγματα πούχε στήσει ο κόμης Ριόλ. Όταν γύρισαν στο παλάτι, ο Καερδέν είπε στον Τριστάνο:

— Τώρα, ωραίε φίλε, θ' ανεβούμε στη σάλλα που είναι η μητέρα μου κι' η αδερφή μου.

Με τα χέρια ενωμένα, μπήκαν στο δωμάτιο των γυναικών. Η μητέρα και η κόρη, καθισμένες σ' έναν καναπέ, κεντούσαν με χρυσή κλωστή ένα πλούσιο ύφασμα της Αγγλίας και τραγουδούσαν κάποιον παληό σκοπό: έλεγαν πώς η ωραία Δοέττη, καθισμένη στον άνεμο κάτω από τον άσπρο βάτο, πεθυμάει και περιμένει το φίλο της, το Ντον, που τόσο πολύ αργεί νάρθη. Ο Τριστάνος της χαιρέτησε, αντιχαιρέτισαν εκείνες, κ' έπειτα οι δυο ιππότες κάθησαν δίπλα τους. Ο Καερδέν δείχνοντας τ' ωραίο τούλι που κεντούσε η μητέρα του:

«Κυττάχτε, είπε, ωραίε φίλε Τριστάνε, τι εργάτισα είναι η μητέρα μου. Πώς ξέρει θαυμάσια να στολίζη τα πετραχείλια και τ' άμφια, για να τα χαρίζη στα φτωχά μοναστήρια. Και πώς τα χέρια της αδερφής μου κεντούν της χρυσές κλωστές στο άσπρο μεταξωτό. Μα την πίστι, ωραία αδερφή, με το δίκηο σου να σε λένε Ιζόλδη με τ' άσπρα χέρια!».

Τότε ο Τριστάνος, ακούγοντας πώς τη λέγανε Ιζόλδη, την εκύτταξε πειο γλυκά, και χαμογελώντας.

Ο κόμης Ριόλ είχε στήσει το στρατόπεδο του τρία μίλλια μακρυά από το Κάρχαιξ κι' από πολλές ημέρες οι άντρες του Δούκα Χόελ δεν τολμούσαν πεια να περάσουν της πόρτες να τον χτυπήσουν.

Όμως την άλλη μέρα κι' όλα, ο Τριστάνος, ο Καερδέν, και δώδεκα νεαροί ιππότες βγήκαν από το Κάρχαιξ, φορώντας τους θώρακας και της περικεφαλαίες, και κάλπασαν κάτω από το δάσος των ελάτων μέχρι της εχθρικές σκηνές. Έπειτα, ορμώντας ξαφνικά από το μέρος που παραμόνευαν, άρπαξαν μια συνοδεία αμάξια του κόμητος Ριόλ. Απ' αυτή τη μέρα, αλλάζοντας πονηρίες και αντρεία, έρριχναν κάτω της σκηνές του, χτυπούσαν της εφοδιοπομπές, σκότωναν τους άντρες, και ποτέ δεν εγύριζαν στο Κάρχαιξ χωρίς να φέρουν κάποια λεία. Έτσι, ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν άρχισαν ν' αγαπιώνται με τρυφερότητα και με πίστη κι' ωρκίστηκαν φιλία μέχρι θανάτου. Ποτέ δεν απίστησαν σ' τον όρκο τους, καθώς θα το μάθετε απ' αυτή την ιστορία.

Λοιπόν, καθώς γύριζαν απ' αυτές της επιδρομές, συζητώντας για ευγένεια και ιπποτισμό, συχνά ο Καερδέν παινούσε στον αγαπητό του σύντροφο την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια, την απλή, την ωραία.

Ένα πρωί, καθώς χάραζεν η αυγή, ένας φρουρός κατέβηκε λαχανιάζοντας από τον πύργο του, κ' έτρεξε στης σάλλες φωνάζοντας:

«Άρχοντες, πολύ κοιμηθήκατε: Σηκωθήτε, ο Ριόλ έρχεται να κάνη επίθεσι!»

Ιππότες και αστοί ωπλίστηκαν κ' έτρεξαν στα τείχη: είδαν στον κάμπο να λάμπουν η περικεφαλαίες, να κυματίζουν η τριγωνικές σημαίες των ιπποτών, κι' όλον το στρατό του Ριόλ που προχωρούσε σε καλή τάξι. Ο Δούκας Χοέλ και ο Καερδέν παρέταξαν αμέσως τα πρώτα τμήματα των ιπποτών, μπρος στης πόρτες των τειχών.

Άμα έφθασαν σε απόστασι τόξου, σταμάτησαν τάλογα, με τα κοντάρια χαμηλωμένα, ενώ σαν βροχή του Απρίλη έπεφταν απάνω τους τα βέλη.

Ο Τριστάνος ωπλιζότανε κι' αυτός με κείνους που τελευταία είχε ξυπνήσει ο φρουρός. Δένει της μπότες του, περνάει το κοντοκάπι του, της σφιχτές κάλτσες και τα χρυσά σπηρούνια. Φορεί το θώρακα, σιάζει την περικεφαλαία. Ανεβαίνει, σπηρουνίζει τ' άλογό του έως την πεδιάδα κ' εμφανίζεται με την ασπίδα σηκωμένη στο στήθος, φωνάζοντας: «Κάρχαιξ!» Ήταν καιρός: οι άντρες του Χοέλ υποχωρούσαν κι' όλα κατά τα τείχη. Τότε ήταν ωραίο νάβλεπε κανείς το ανακάτωμα των αλόγων που σωριάζονται χάμω, και τους πληγωμένους υποτελείς, και τα χτυπήματα που έδιναν οι νεαροί ιππότες, και τα χορτάρια, που κάτω από τα βήματά τους, γινόντανε κόκκινα από το αίμα. Μπροστά σε όλους, ο Καερδέν είχεν υπερήφανα σταματήσει, βλέποντας νάρχεται απάνω του ένας τολμηρός βαρώνος, ο αδερφός του κόμητος Ριόλ. Ώρμησαν με τα κοντάρια χαμηλωμένα και χτυπήθηκαν. Ο βαρώνος της Νάντης έσπασε το δικό του χωρίς να κλονίση τον Καερδέν που μ' ένα πειο σίγουρο χτύπημα παραμέρισε την ασπίδα του αντιπάλου και του βύθισε το μαυρειδερό σίδερο στο πλευρό, ως τη λαβή. Αναποδογυρισμένος από τη σέλλα ο ιππότης ξεφεύγει από της σκάλες και πέφτει.

Στην κραυγή τ' αδερφού του, ο Δούκας Ριόλ ρίχνεται κατ' απάνω του Καερδέν, με τα χαλινάρια αμπολυμένα. Αλλά ο Τριστάνος του κόβει το δρόμο. Άμα χτυπήθηκαν, το κοντάρι του Τριστάνου έσπασε στα χέρια του. Το κοντάρι του Ριόλ χώθηκε στο στήθος του εχθρικού αλόγου, πέρασε της σάρκες και το ξάπλωσε νεκρό, χάμω στο λειβάδι.

Σηκώνεται αμέσως ο Τριστάνος, με το γυαλιστερό σπαθί στο χέρι:

«Άναντρε, φωνάζει, ο κακός θάνατος θε ναύρη κείνον π' αφίνει τον κύριο για να χτυπήση το άλογο. Δε θα βγης ζωντανός απ' αυτό το λειβάδι.

— Μου φαίνεται πώς δε λέτε αλήθεια! απάντησε ο Ριόλ, σπρώχνοντας κατ' απάνω του το άτι.

Παραμέρισε όμως ο Τριστάνος, ξεφεύγοντας την επίθεσι, και σηκώνοντας το χέρι, χτύπησε βαρειά τη λάμα του στην περικεφαλαία του Ριόλ: την εβούλιαξε από πάνω και της έρριξε κάτω την προσωπίδα. Το κοντάρι γλύστρησε από τον ώμο του ιππότη στα πλευρά του αλόγου, το οποίο κλονίστηκε κ' έπεσε χάμω. Ο Ριόλ κατώρθωσε να ξεγλυστρήση και σηκώθηκε πάλι όρθιος. Πεζοί κ' οι δύο, με της ασπίδες τρυπημένες, τσακισμένες, με της κάσκες σαλατιασμένες, σμίγουν και χτυπιούνται. Στο τέλος ο Τριστάνος χτυπάει τον Ριόλ στο μάτι της κάσκας. Το χτύπημα ήτανε τόσο δυνατό και καλοσημαδεμένο, που ο κόμης έπεσε χάμω, στα γόνατα και στα χέρια.

«Σήκω τώρα αν μπορής, υποτελή, του φωνάζει ο Τριστάνος. Κακή ώρα ήρθες δω πέρα, και θα πεθάνης!»

Ο Ριόλ σηκώνεται πάλι στα πόδια, αλλά ο Τριστάνος μ' ένα χτύπημα πειο δυνατό σχίζει την κάσκα, και το κεφάλι μένει ακάλυπτο. Ο Ριόλ ζητάει ψυχικό, παρακαλεί να του χαρίση τη ζωή, κι' ο Τριστάνος πέρνει το σπαθί του. Καιρός ήτανε, γιατί απ' όλες της μεριές οι βαρώνοι της Νάντης έτρεχαν να βοηθήσουν τον κύριό τους. Αλλά ο κύριός τους ήτανε πεια παραδομένος, αιχμάλωτος.

Ο Ριόλ έδωσε υπόσχεσι να πάη στη φυλακή του Δουκός Χοέλ, να του ορκισθή πάλι πίστι και τιμή, να ξαναφτιάση τα πυρπολημένα χωριά και της πολιτείες. Στη διαταγή του, η μάχη έπαψε, κι' απεμακρύνθη ο στρατός του.

Όταν οι νικητές γύρισαν στο Κάρχαιξ, ο Καερδέν είπε στον πατέρα του:

«Μεγαλειότατε, καλέστε τον Τριστάνο και κρατήστε τον. Δε βρίσκεται καλλίτερος ιππότης, κι' ο τόπος σου έχει ανάγκη από ένα βαρώνο με τέτοια αντρεία».

Αφού πήρε τη συμβουλή των ανθρώπων του, ο Δούκας Χοέλ εκάλεσε τον Τριστάνο:

«Φίλε, ποτέ δε θα μπορούσα να σ' αγαπήσω αρκετά, που έσωσες αυτόν τον τόπο. Θέλω λοιπόν να ξεπληρώσω την οφειλή μου. Η κόρη μου η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια είναι από γενιά δουκών, βασιλιάδων και βασιλισσών: πάρτε την. Σας τη δίνω».

— Μεγαλειότατε, την παίρνω, είπεν ο Τριστάνος.

Α! Άρχοντες, γιατί είπε αυτόν το λόγο; Γι' αυτόν το λόγο πέθανε.

Όρισαν την ημέρα, ώρισαν την προθεσμία. Ο Δούκας έρχεται με τους φίλους του, ο Τριστάνος με τους δικούς του. Ο εφημέριος του παλατιού ψέλνει τη λειτουργία. Μπροστά σ' όλους, στην πόρτα του μοναστηριού, σύμφωνα με το νόμο της Αγίας Εκκλησίας, ο Τριστάνος παίρνει γυναίκα την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια. Μεγαλοπρεπείς ήταν οι γάμοι και πλούσιοι. Μα σαν ήρθε η νύχτα, ενώ οι άνθρωποι του Τριστάνου τούβγαζαν τα ρούχα του, συνέβηκε ώστε καθώς έβγαζαν το πολύ στενό μανίκι του κοντοκαπιού, να παρασύρουν από το δάχτυλο του το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, το δώρο της Ιζόλδης. Καθαρό ήχο άφησε πέφτοντας στης πλάκες.

Ο Τριστάνος κυττάζει και το βλέπει. Ξυπνάει τότε η παληά αγάπη του· κι' ο Τριστάνος καταλαβαίνει το κρίμα που έκαμε.

Θυμήθηκε την ημέρα όπου η Ιζόλδη η Ξανθή τούδωσε αυτό το δώρο: μέσα στο δάσος του τώδωκε, στο δάσος όπου προς χάρι του είχε κακοπαθήσει στην τραχειά ζωή. Και ξαπλωμένος τώρα δίπλα στην άλλη Ιζόλδη, ξαναείδε την καλύβα του Μορουά. Τι τρέλλα χτύπησε την καρδιά του ώστε να μπορέση να κατηγορήση τη φίλη του για προδοσία; Όχι· αυτή υπόμενε για χάρι του όλες της δυστυχίες, μόνο αυτός την είχε προδώσει.

Αλλά πάλι λυπότανε την Ιζόλδη τη γυναίκα του, την απλή, την ωραία. Κακή ώρα τον αγάπησαν οι δυο Ιζόλδες. Και στης δυο είχε φανή άπιστος.

Μολαταύτα, η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, παραξενευότανε να τον ακούη, ξαπλωμένο δίπλα της, ν' αναστενάζη. Στο τέλος, σαν ντροπιασμένη λίγο του είπε:

«Αγαπητέ Άρχοντα, μη σας πρόσβαλα σε τίποτα; Γιατί δε μου δίνετε ούτ' ένα φιλί; Πέστε μου για να ξέρω το άδικό μου, κι' αν μπορώ, θα σας ανταμείψω ωραία.

— Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, μη θυμώσετε, αλλά έχω δώσει όρκο. Άλλοτε, σε άλλον τόπο, είχα πολεμήσει ένα δράκοντα, κι' ήρθα κοντά στο θάνατο, όταν θυμήθηκα τη Θεομήτορα. Της έδωκα υπόσχεσι, ότι αν είχε την καλωσύνη να μ' ελευτερώση από το θεριό, αν έπαιρνα ποτέ γυναίκα, ένα χρόνο ούτε θα τη φιλούσα ούτε θα την αγκάλιαζα.

— Λοιπόν, είπεν η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια, θα το υπομείνω όπως μπορώ».

Αλλά όταν η υπηρέτριες, το πρωί, της φόρεσαν τον πέπλο των παντρεμμένων γυναικών, γέλασε θλιβερά, και συλλογίστηκε ότι δεν είχε δικαίωμα σ' αυτό το στολίδι.

ΙΣΤ'. ΚΑΕΡΔΕΝ