Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Part 7
«Κάνετε λοιπόν το γρηγορώτερο μια επιστολή. Ακούσατε τι πρέπει να γράψετε. Κάνετε γρήγορα: η Ιζόλδη υπέφερε πάρα πολύ μέσα στα καλλίτερα χρόνια της. Διατάζω να κρεμαστή η απάντησις στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού πριν από απόψε το βράδυ. Κάνετε γρήγορα».
Προσέθεσε:
«Θα πήτε ακόμη ότι στέλνω και στους δύο χαιρετισμούς και αγάπη».
Κατά το βραδάκι, ο Τριστάνος πέρασε τον άσπρο Κάμπο, ηύρε την επιστολή και σφραγισμένη την επήγε στον ερημίτη Ογκρίν. Ο ερημίτης διάβασε τα γράμματα: Ο Βασιληάς Μάρκος συγκατετίθετο, σύμφωνα με τη συμβουλή όλων των βαρώνων του, να ξαναπάρη την Ιζόλδη, μα όχι να κρατήση κοντά του τον Τριστάνο ως πολεμιστή του. Όσο για τον Τριστάνο, αφού σε τρεις ημέρες παράδινε τη Βασίλισσα στα χέρια του Βασιληά Μάρκου, στον Επικίνδυνο Πόρο, όφειλε ύστερα να περάση τη θάλασσα και να φύγη».
«Θεέ! είπε ο Τριστάνος. Τι, πόνος να σε χάσω, φίλη! Είναι ανάγκη μολαταύτα, αφού μπορώ έτσι να σε γλυτώσω απ' όσα εξ αιτίας μου υπέφερες. Όταν θάρθη η στιγμή να χωριστούμε, θα σας χαρίσω ένα δώρο, εγγύησι της αγάπης μου. Από τον άγνωστο τόπο όπου πηγαίνω, θα σας στείλω έναν απεσταλμένο. Θα του πήτε τη θέλησί σας και στην πρώτη πρόσκλησι, από το μακρυνό τόπο, αμέσως θα τρέξω».
Στέναξε η Ιζόλδη και είπε:
«Τριστάνε, άφησέ μου τον Χουσδάν, το σκύλλο σου. Ποτέ λαγωνικό δε θάχη φυλαχτή με μεγαλύτερες τιμές. Όταν τον βλέπω θα σε θυμάμαι και θάμαι λιγώτερο θλιμμένη. Φίλε, έχω ένα δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα, πάρ' το γι' αγάπη μου, και φόρα το στο δάχτυλό σου. Όταν κανένας απεσταλμένος λέη ότι έρχεται από μέρους σου, δεν θα τον πιστέψω ό,τι κι' αν κάνη, ό,τι κι' αν πη, όσο δε μου δείξη αυτό το δαχτυλίδι. Αλλά μόλις το ιδώ, καμμιά δύναμι, καμμιά βασιλική απαγόρευσι, δε θα μ' εμποδίσουν να κάνω ό,τι μου παραγγείλης, είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι.
— Φίλη, σου αφήνω το Χουσδάν.
— Φίλε, πάρε και συ αυτό το δαχτυλίδι.
Και οι δυο φιλήθηκαν στα χείλη.
Στο αναμεταξύ, αφήνοντας τους αγαπημένους στο ερημητήριο, ο Ογκρίν είχε βαδίσει με το ραβδί του μέχρι το Μοντ. Αγόρασε γουναρικό, πορφύρα, και κόκκινο βελούδο, μεταξωτά υφάσματα, ερμίνα, σιντζάπια, κ' ένα πέπλο λευκότερο από κρίνο, κι' ακόμη ένα βασιλικό άλογο σελλωμένο με χρυσάφι, που πήγαινε βάδην, σιγά-σιγά. Οι άνθρωποι γελούσαν βλέποντάς τον να σκορπίζη γι' αυτά τα αλλόκοτα και μεγαλοπρεπή ψώνια, της οικονομίες που τόσον καιρό είχε μαζέψει. Αλλά, ο γέρως ερημίτης φόρτωσε στο άλογο τα πλούσια υφάσματα και γύρισε κοντά στην Ιζόλδη:
«Βασίλισσα τα ρούχα σας πέφτουν κουρέλια. Δεχθήτε αυτά τα δώρα, για νάσαστε πειο ώμορφη την ημέρα που θα πάτε στον Πόρο του Κινδύνου. Φοβούμαι μήπως δε σας αρέσουν, γιατί δεν έχω καθόλου πείρα σ' αυτά τα πράγματα».
Μολαταύτα ο Βασιληάς εκήρυξε σ' όλη την Κορνουάλλη ότι εντός τριών ημερών, στον Πόρο του Κινδύνου, θάκανε συμβιβασμό με τη Βασίλισσα. Κυρίες και ιππότες, πλήθος, έτρεξαν για την τελετή. Όλοι επιθυμούσαν να ξαναϊδούν τη Βασίλισσα Ιζόλδη, όλοι την αγαπούσαν, εκτός από τους προδότες, τους τρεις που ζούσαν ακόμη.
Από τους τρεις, ο ένας θα σκοτωθή με το σπαθί, ο άλλος με το βέλος που θα τον περάση κατάστηθα, ο άλλος θα πάη πνιχτός. Όσο για το δασοκόμο, αυτόνε ο Περινίς ο Πιστός, ο Ξανθός, θα τον σκοτώση μ' ένα ραβδί, μέσα στο δάσος. Έτσι ο Θεός, που μισεί την αδικία, θα δώση εκδίκησι στους αγαπημένους, κατά των εχθρών των.
Την ημέρα που είχε ορισθή για την τελετή, στον Πόρο του Κινδύνου, τα λειβάδια έλαμπαν μακρυά σκεπασμένα, και στολισμένα απ' άκρη σ' άκρη με της πλούσιες σκηνές των βαρώνων. Στο δάσος, ο Τριστάνος εκάλπαζε με την Ιζόλδη, κι' από φόβο παγίδας, είχε φορέσει την περικεφαλαία του και το θώρακά του. Ξαφνικά, και οι δύο φάνηκαν έξω από το δάσος και είδαν μακρυά, μέσα στους βαρώνους το Βασιληά Μάρκο.
«Φίλη, είπε ο Τριστάνος, να ο Βασιληάς και κύριός σου, οι ιππότες του και οι πολεμιστές του. Σε μια στιγμή δε θα μπορούμε πεια να μιλάμε. Στ' όνομα του παντοδυνάμου και δοξασμένου Θεού, σ' εξορκίζω αν ποτέ σου στείλω κανέναν απεσταλμένο, κάνε ό,τι θα σου παραγγείλω!
— Φίλε Τριστάνε, μόλις ιδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε πύργος ούτε τείχος, ούτε φρούριο κανένα θα μεμποδίση να κάνω το θέλημα του φίλου μου.
— Ιζόλδη, ο Θεός να σε προστατεύη.
Τα δυο τους άλογα βάδιζαν κοντά-κοντά. Την τράβηξε κοντά του και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, άκουσε την τελευταία μου παράκλησι. Σε λίγο θ' αφήσης αυτόν τον τόπο. Περίμενε τουλάχιστον μερικές ημέρες. Κρύψου κάπου μέχρις ότου μάθης πώς μου φέρεται ο Βασιληάς, στο θυμό του ή την καλωσύνη του. Είμαι καταμονάχη. Ποιος θα με υπερασπιστή κατά των προδοτών; Φοβάμαι. Ο δασοφύλακας Όρρι θα σε κρατήση μυστικά, στο ερειπωμένο κελλί του όσο χρειαστή: πήγαινε ως εκεί τη νύχτα. Θα στείλω τον Περινίς να σε ειδοποιήσω αν κανείς με κακομεταχειρίζεται.
— Φίλη κανείς δε θα τολμήση. Θα μείνω κρυμμένος στου Όρρι. Όποιος σε πειράξη, ας φυλαχτή το θυμό μου σαν το Διάβολο».
Οι δύο όμιλοι είχαν αρκετά πλησιάσει ώστε ν' ανταλλάξουν τους χαιρετισμούς των. Σε απόστασι βέλους μπροστά από τους δικούς του, ο Βασιληάς Μάρκος εκάλπαζε τολμηρά: μαζύ του ήτανε ο Ντινάς ντε Λιντάν.
Όταν συναντήθησαν, ο Τριστάνος κράτησε από τα χαλινάρια το άλογο της Ιζόλδης, εχαιρέτησε το Βασιληά και είπε:
«Βασιληά, σου παραδίνω πάλι την Ιζόλδη την Ξανθή. Μπροστά σ' όλο τον κόσμο εδώ, ζητώ να με παραδεχτής στην Αυλή σου για να μπορέσω να υπερασπίσω τον εαυτό μου κατά των συκοφαντών. Ποτέ δεν εδικάστηκα. Διάταξε, Βασιληά, να δώσω μάχη. Αν νικηθώ, κάψε με στο θειάφι. Αν νικήσω κράτησέ με κοντά σου. Ή, αν δε θέλης να με κρατήσης, θα φύγω σε μακρυνόν τόπο».
Κανείς δεν εδέχθη την πρόκλησι του Τριστάνου. Ο Μάρκος πήρε στα χέρια του τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης, κ' εμπιστευόμενος τη Βασίλισσα στο Λιντάν, πήγε παράμερα για να πάρη συμβουλή.
Χαρούμενος ο Ντινάς έκαμε στη Βασίλισσα χίλιες τιμές και χίλιες περιποιήσεις. Της έβγαλε τον πλούσιο πορφυρό μαντύα, και χαριτωμένο φάνηκε το σώμα της στη λεπτή τουνίκα και στο μεγάλο μεταξωτό φόρεμα. Κ' η Βασίλισσα δε μπόρεσε να κρατήση τα γέλοια σαν θυμήθηκε τον καλό γέρω-ερημίτη που είχε σκορπίση και της τελευταίες οικονομίες του, για να την στολίση. Η ρόμπα της είναι πλούσια, λεπτά τα μέλη της, τα μάτια της γαλανά, και φωτεινά τα μαλλιά της σαν ακτίνες του ήλιου.
Όταν οι προδότες την είδαν έτσι ωραία και τιμημένη σαν άλλοτε, ωργισμένοι, εκάλπασαν προς το Βασιληά. Κείνη την στιγμή, ένας βαρώνος, ο Αντρέ Ντενικόλ προσπαθούσε να τον πείση:
«Μεγαλειότατε, κράτησε κοντά σου τον Τριστάνο. Χάρις σ' αυτόν θα εμπνέης μεγαλύτερο φόβο στους εχθρούς σου».
Και, σιγά σιγά, εμαλάκωνε την καρδιά του Μάρκου. Αλλά οι προδότες είπαν:
«Βασιληά, άκουσε τη συμβουλή που τίμια σου δίνουμε και πιστά. Εσυκοφάντησαν τη Βασίλισσα, άδικα, το παραδεχόμαστε. Αλλά, αν ο Τριστάνος κι' αυτή γυρίσουν μαζύ στην Αυλή, πάλι θ' αρχίσουν τα λόγια. Άφησε καλλίτερα τον Τριστάνο να φύγη για λίγον καιρό, και μια μέρα βέβαια θα τον ανακαλέσης».
Ο Μάρκος παράγγειλε στον Τριστάνο με τους βαρώνους του, ν' απομακρυνθή δίχως αναβολή. Τότε ο Τριστάνος πλησίασε τη Βασίλισσα, να την αποχαιρετίση. Κυττάχτηκαν στα μάτια. Η Βασίλισσα ντράπηκε μπρος στον κόσμο και κοκκίνησε.
Αλλά ο Βασιληάς συγκινήθηκε, και για πρώτη φορά μιλώντας στον ανηψιό του:
«Πού θα πας μ' αυτά τα κουρέλια; Πάρε από το θησαυροφυλάκιό μου ελεύθερα ό,τι θέλεις, χρυσάφι, ασήμι, γουναρικά, υφάσματα.
— Βασιλιά, είπε ο Τριστάνος, δε θα πάρω ούτε πεντάρα, τίποτα. Όπως μπορέσω, θα πάω πιστά να υπηρετήσω τον πλούσιο Βασιληά της Φρίζης».
Γύρισε τάλογό του και κατέβη κατά τη θάλασσα. Η Ιζόλδη τον ακολούθησε με το μάτι κι' όσο μπορούσε να τον κυττάζη μακρυά, δεν εγύρισε καθόλου το πρόσωπό της.
Με την είδησι του συμβιβασμού, μεγάλοι και μικροί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, έτρεξαν αθρόοι έξω από την πόλι να υποδεχτούν την Ιζόλδη. Καταλυπημένοι για την ιστορία του Τριστάνου, χαιρέτιζαν με μεγάλο ενθουσιασμό την επιστροφή της Βασίλισσας. Η καμπάνες χτυπούσαν. Μέσα από τους καλοστρωμένους δρόμους, στολισμένους με μεταξωτές γιρλάντες, περνούσε η λαμπρή συνοδεία: ο Βασιληάς, οι κόμητες και οι πρίγκηπες, με την Ιζόλδη στη μέση. Η πόρτες του παλατιού ανοίχτηκαν σε όλο το λαό: πλούσιοι και φτωχοί στρώθηκαν στο τραπέζι, και για να πανηγυρίση την ημέρα, ο Βασιληάς Μάρκος έδωσε την ελευθερία σε εκατό σκλάβους, και ώπλισε με τα χέρια του είκοσι ιππότες, δίνοντάς τους το θώρακα και τάλλα ιπποτικά άρματα.
Μολαταύτα, σαν έπεσε η νύχτα, — καθώς το είχε υποσχεθή στη Βασίλισσα, — ο Τριστάνος τρύπωσε στου δασοκόμου Όρρι, ο οποίος τον έκρυψε μυστικά στο ερειπωμένο κελλάρι. Ας τρέμουν οι προδότες!
ΙΒ'. Η ΙΖΟΛΔΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΑΘΟΩΤΗΤΑ ΤΗΣ
Γρήγορα ο Ντενοαλέν, ο Αντρέ, και ο Γκοντοΐν, επίστεψαν ότι σιγουρεύτηκαν. Δίχως άλλο ο Τριστάνος περνούσε τη ζωή του πέρα από τη θάλασσα, σε τόπο πολύ μακρυνό για να μπορή να τους φθάση. Λοιπόν μια μέρα, στο κυνήγι, καθώς ο Βασιλέας ακούγοντας το θόρυβο των κυνηγών και των λαγωνικών, κρατούσε το άλογο του στη μέση ενός ωργωμένου χωραφιού, πήγαν κοντά του καλπάζοντας και οι τρεις:
«Βασιληά, άκουσέ μας. Είχες καταδικάσει τη Βασίλισσα χωρίς δίκη, κ' ήταν άδικο. Σήμερα την αθώωσες πάλι χωρίς δίκη. Δεν είναι και πάλι άδικο; Ποτέ δεν εδικαιολογήθη, και οι Βαρώνοι του τόπου σου σας κατηγορούν και τους δυο. Συμβούλεψέ τη καλλίτερα να ζητήση μόνη της την κρίσι του Θεού. Τι θα της στοιχίση, μια κ' είναι αθώα, να ορκισθή στα οστά των Αγίων ότι δεν έσφαλε ποτέ της. Ή να πιάση ένα σίδερο κοκκινισμένο στη φωτιά; Έτσι το θέλει το έθιμο. Και μ' αυτήν την εύκολη δοκιμή θα διαλυθούν για πάντα η παληές υποψίες».
Ωργισμένος, απάντησε ο Μάρκος:
«Ο Θεός να σας τιμωρήση κακά, άρχοντες της Κορνουάλλης, που ακατάπαυστα ζητάτε να με ντροπιάστε. Από σας έδιωξα τον ανηψιό μου. Τι άλλο θέλετε πεια; Να διώξω τη Βασίλισσα στην Ιρλανδία; Τι καινούργιες κατηγόριες έχετε; Για της παληές κατηγόριες, δεν προσεφέρθη να την υπερασπίση ο Τριστάνος; Για να την υπερασπίση, σας προσέφερε μάχη, κι' όλοι σας τον ακούγατε. Γιατί δε ζωστήκατε εναντίον του τους θώρακές σας και γιατί δεν πήρατε τα κοντάρια σας; Άρχοντες, μου ζητάτε άδικα πράγματα. Φοβηθήτε, μήπως ανακαλέσω πάλι εδώ πέρα αυτόν που, από σας, έδιωξα!»
Τρεμούλα τους έπιασε τους τιποτένιους.
Τρομερός παρουσιάστηκε στα μάτια τους ο Τριστάνος. Τον έβλεπαν κι' όλα να βυθίζη το σπαθί του στα κορμιά τους ...
«Μεγαλειότατε, καθώς είναι το καθήκον των υποτελών σας, σας δίναμε τίμια και πιστή συμβουλή, για την τιμή σας. Μα από δω και πίσω θα σωπάσουμε. Ξεχάστε το θυμό σας, και δώστε μας πάλι την αγάπη σας!»
Ολόρθος σηκώθηκε ο Μάρκος στης σκάλες του αλόγου του:
«Όξω από τον τόπο μου, προδότες! Ποτέ πεια δε θάχετε την αγάπη μου! Από σας, έδιωξα τον Τριστάνο. Όξω λοιπόν και σεις από τον τόπο μου!
— Καλά, ωραίε Βασιλιά. Οι πύργοι μας είναι οχυροί, για ν' ανέβη κανείς!»
Και χωρίς να χαιρετήσουν, γύρισαν της πλάτες.
Χωρίς να περιμένη κυνηγούς και λαγωνικά, ο Βασιλιάς Μάρκος βάρεσε τ' άλογο για το Τινταγκέλ. Ανέβηκε τα σκαλιά της αιθούσης, κ' η Βασίλισσα άκουσε τα βιαστικά βήματά του ν' αντηχούν στης πλάκες.
Σηκώθηκε, πήγε να τον συναντήση, του πήρε τάρματα, τούλυσε το σπαθί καθώς συνήθιζε, και υποκλίθηκε ως τα πόδια του. Ο Μάρκος την πήρε από τα χέρια και την εσήκωνε, όταν η Ιζόλδη ρίχνοντας απάνω του τα μάτια της, είδε τα ευγενικά χαρακτηριστικά του παραμορφωμένα από το θυμό. Τέτοιος της είχε φανή, τότε, μπροστά στη φωτιά, — σα μανιασμένος.
«Α! σκέφτηκε, ο φίλος μου ανακαλύφτηκε. Τον έπιασε ο Βασιλιάς».
Επάγωσε η καρδιά της, κι' αμίλητη η Ιζόλδη έπεσε στα πόδια του Βασιλιά. Την πήρε στα χέρια του και την εφίλησε γλυκά. Λίγο-λίγο πήρε κουράγιο εκείνη.
«Φίλη, ω φίλη, τι σε βασανίζει έτσι;
— Φοβάμαι, Μεγαλειότατε. Σας είδα τόσο θυμωμένο.
— Ναι, γύριζα θυμωμένος απ' αυτό το κυνήγι.
— Α! Μεγαλειότατε, αν σας λύπησαν οι κυνηγοί, αξίζει τάχα να τα πέρνετε τόσο κατάκαρδα αυτά τα πράγματα;»
Γέλασε ο Μάρκος μ' αυτή την κουβέντα.
«Όχι, φίλη, δεν με θύμωσαν οι κυνηγοί μου. Με θύμωσαν τρεις προδότες που πολύν καιρό τώρα μας μισούν. Τους γνωρίζεις: Αντρέ, Δενοαλέν, και Γκοντοΐν. Τους έδιωξα από τον τόπο μου.
— Μεγαλειότατε, τι κακό ετόλμησαν να πουν εναντίον μου;
— Τι σε νοιάζει; Τους έδιωξα.
— Μεγαλειότατε, καθένας έχει το δικαίωμα να λέη τη σκέψι του. Αλλά έχω κ' εγώ το δικαίωμα να μάθω τι κατηγόρια είπαν εναντίον μου. Κι' από ποιον θα το μάθαινα, αν όχι από σας; Μόνη σ' αυτό τον τόπο, ξένη, δεν έχω κανένα εκτός από σας, Μεγαλειότατε, για να με υπερασπίση.
— Έστω. Ήθελαν λοιπόν να σε προκαλέσουν να δικαιολογηθής με όρκο και με τη δοκιμασία του καυτού σίδερου. «Η Βασίλισσα, έλεγαν, δεν οφείλει από μόνη της να ζητήση την κρίσι; Αυτή η δοκιμή είναι τίποτα για τους αθώους. Τι θα της εστοίχιζε; Ο Θεός είναι αληθινός κριτής. Έτσι μια για πάντα θα μπορούσε να διαλύση της παληές υποψίες». Αυτό έλεγαν. Αλλ' ας τ' αφήσουμε. Τους έδιωξα, σου λέω».
Ανατρίχιασε η Ιζόλδη. Κύτταξε το Βασιλιά.
«Μεγαλειότατε, παραγγείλατε τους να ξαναγυρίσουν στην Αυλή σας. Θα δικαιολογηθώ με όρκο.
— Πότε;
— Σε δέκα μέρες.
— Η προθεσμία, φίλη, είναι πολύ σύντομη.
— Είναι πολύ μακρυνή, μάλιστα. Αλλά ζητώ το εξής: Να παραγγείλετε στο Βασιληά Αρθούρο να έρθη με τ' άλογό του μαζύ με τον άρχοντα Γκωβαίν, τον Ζίρφλετ, τον αυλάρχη Κε, και εκατό ιππότες ως τα σύνορα της χώρας σου, στον Άσπρο Κάμπο, στην όχθη του ποταμού που χωρίζει τα Βασίλειά σας. Θέλω κει, μπροστά σ' αυτούς να ορκιστώ, κι' όχι μοναχά μπροστά στους βαρώνους σου. Γιατί δε θα πρόφθανα καλά-καλά να ορκιστώ, κι' οι βαρώνοι σου θα ζητούσαν να μου επιβάλετε καμμιά καινούργια δοκιμή, και ποτέ τα βάσανα μας δε θάπερναν τέλος. Αλλά δε θα τολμήσουν πεια, αν ο Αρθούρος κι' οι ιππότες του γίνουν εγγυηταί της δίκης».
Ενώ έσπευδαν για το Καρδουέλ οι κήρυκες, απεσταλμένοι του Μάρκου στο Βασιληά Αρθούρο, μυστικά η Ιζόλδη έστειλε στον Τριστάνο τον ακόλουθό της Περινίς, τον Ξανθό, τον Πιστό.
Ο Περινίς έτρεξε μέσα στα δάση, αποφεύγοντας τα πατημένα μονοπάτια, ως ότου έφθασε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι όπου, από πολλές ημέρες, τον περίμενε ο Τριστάνος. Ο Περινίς του ιστόρησε όλα τα συμβάντα, την καινούργια προδοσία, την ημέρα της δίκης, την ώρα και τον τόπο που είχαν ορισθή.
«Άρχοντα, η κυρία μου σας παραγγέλνει, την ωρισμένη μέρα, μ' ένδυμα προσκυνητού, χωρίς όπλα να βρεθήτε στον Άσπρο Κάμπο, αλλά τόσο καλά αλλαγμένος που κανείς να μη μπορέση να σας αναγνωρίση. Για να φθάση στον τόπο της δίκης, θα χρειασθή να περάση το ποτάμι με βάρκα. Στην αντίθετη όχθη, κει που θα βρίσκωνται οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου, θα την περιμένετε. Δίχως άλλο, θα μπορέστε βέβαια να την βοηθήστε. Η κυρία μου φοβάται την ημέρα της δίκης: μολαταύτα έχει εμπιστοσύνη στην καλωσύνη του Θεού, που την επήρε άλλοτε από τα χέρια των λεπρών».
— Γύρισε στη Βασίλισσα, ωραίε γλυκέ φίλε Περινίς. Πες της ότι θα κάνω το θέλημά της».
Λοιπόν, Άρχοντες, όταν ο Περινίς γύριζε στο Τινταγκέλ, συνέβη να παρατηρήση μέσα σε κάτι δέντρα τον ίδιο δασοφύλακα που άλλοτε ανακάλυψε τους αγαπημένους, κοιμισμένους στην καλύβα, και τους πρόδωσε στο Βασιληά. (Μια μέρα, μεθυσμένος, είχε περηφανευτή για την προδοσία του). Τώρα είχε σκάψει ένα λάκκο βαθύ, και τον εσκέπαζε προσεχτικά με φυλλώματα, για να πιάση λύκους κι' αγριογούρουνα. Είδε που ερχότανε καταπάνω του ο ακόλουθος της Βασίλισσας και θέλησε να φύγη. Ο Περινίς τον εστύλωσε στο γκρεμό της παγίδας:
«Σπιούνε που πρόδωσες τη Βασίλισσα, να φύγης μου θέλεις, αί; Κάθησε αυτού κοντά στον τάφο, που μοναχός σου έκαμες κι' όλα τον κόπο να σκάψης».
Το ραβδί του στριφογύρισε στον αέρα βουίζοντας. Ραβδί και κεφάλι έσπασαν μαζύ κομμάτια, κι' ο Περινίς, ο Ξανθός, ο Πιστός, έσπρωξε με το πόδι το πτώμα μέσα στο λάκκο τον σκεπασμένο με φύλλα.
Την ωρισμένη μέρα, ο Βασιλιάς Μάρκος, η Ιζόλδη και οι βαρώνοι της Κορνουάλλης, καβάλλα στα υπερήφανα άλογά τους, έφθασαν — λαμπρή συνοδεία — στον Άσπρο Κάμπο, μέχρι τον ποταμό. Από την αντικρυνή όχθη, οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου τους εχαιρέτισαν με τ' αστραφτερά τους λάβαρα.
Μπροστά τους, ένας κακομοιριασμένος προσκυνητής, καθισμένος στην όχθη, τυλιγμένος στον μαντύα του, άπλωνε το ξύλινο δισκάκι του και με μια στριγγή και θρηνητική φωνή ζητούσε ελεημοσύνη.
Η βάρκες των Κορνουαλλών επλησίαζαν. Σαν έφθασαν στην όχθη, η Ιζόλδη ρώτησε τους ιππότες που την συνώδευαν:
«Άρχοντες, πώς θα μπορέσω να φθάσω στη στεριά χωρίς να λερώσω τα μακρυά μου φορέματα στη λάσπη; Θάπρεπε νάρθη κανένας πορθμέας να με βοηθήση».
Ένας από τους ιππότες φώναξε τον προσκυνητή.
«Φίλε, σήκωσε το μαντύα σου, κατέβα στο νερό, και βάστηξε τη Βασίλισσα, αν δηλαδή δε φοβάσαι, έτσι τσακισμένο που σε βλέπω, μη λυγίσης στη μέση του δρόμου».
Ο προσκυνητής πήρε τη Βασίλισσα στα χέρια του. «Φίλε» του είπε κείνη σιγά. Έπειτα ακόμη σιγώτερα: «Κάνε να πέσης στον άμμο».
Σαν έφθασε στην όχθη, εσκόνταψε κι' έπεσε, κρατώντας τη Βασίλισσα σφιγμένη στα χέρια του. Ιπποκόμοι και βαρκάρηδες άδραξαν τα κουπιά και τα καμάκια, κυνηγώντας το φτωχό άνθρωπο.
«Αφήστε τον, είπε η Βασίλισσα, δίχως άλλο έχει εξαντληθή από μακρυνές περιοδείες σε άγιους τόπους».
Και βγάζοντας μια χρυσή αλυσσίδα, την πέταξε στον προσκυνητή.
Μπροστά στη σκηνή του Βασιληά Αρθούρου, είχαν απλώση χάμω ένα πλούσιο ύφασμα της Νικαίας, και απάνω είχαν τοποθετήσει τα λείψανα των αγίων, βγαλμένα από της ιερές θήκες τους. Ο άρχοντας Γκωβαίν, ο Ζιρφλέ, και ο αυλάρχης Κε τα κρατούσαν υπό την επίβλεψί τους.
Η Βασίλισσα, αφού παρακάλεσε το Θεό, έβγαλε έπειτα τα στολίδια της από το λαιμό και τα χέρια, και τάδωσε στους φτωχούς επαίτες. Έβγαλε τον πορφυρό μαντύα, έβγαλε το πλούσιο σάλι, και τάδωσε κι' αυτά. Έδωσε ακόμη το μπούστο της, και το φόρεμά της, και τα ποδήματά της τα στολισμένα με πολύτιμα πετράδια. Κράτησε μοναχά επάνω της μια τουνίκα χωρίς μανίκια, και με τα μπράτσα και τα πόδια γυμνά, προχώρησε μπροστά στους Βασιληάδες. Γύρω οι βαρώνοι την κύτταζαν σιωπηλοί, κ' έκλαιγαν. Κοντά στα λείψανα των αγίων έκαιγε φωτιά. Με τρεμούλα άπλωσε η Ιζόλδη το δεξί χέρι στα οστά των αγίων και είπε:
«Βασιληά του Λογρ, και σεις Βασιληά της Κορνουάλλης, και σεις άρχοντα Γκωβαίν, άρχοντα Κε, άρχοντα Ζιρφλέ, και σεις όλοι που ήρθατε δω εγγυητές μου, σ' αυτά τα άγια λείψανα και σ' όλα τα άγια λείψανα που βρίσκονται στον κόσμο, ορκίζομαι ότι ποτέ κανείς άνθρωπος γεννημένος από γυναίκα δε με κράτησε στα χέρια του εκτός από το Βασιληά Μάρκο τον κύριό μου, κι' από το φτωχό προσκυνητή που προ ολίγου έπεσε χάμω μπρος στα πόδια σας.
— Βασιληά Μάρκε, φθάνει ο όρκος;
— Ναι, Βασίλισσα. Κι' ο Θεός ας φανερώση την κρίσι του την αληθινή.
— Αμήν, είπε η Ιζόλδη».
Επλησίασε στη φωτιά, χλωμή και κλονιζομένη.
Όλοι σιωπούσαν. Κόκκινο ήτανε το καυτό σίδερο. Βύθισε τα γυμνά μπράτσα της μέσ' τη φωτιά, έπιασε το σιδερένιο ραβδί, έκανε εννιά βήματα κρατώντας το στα χέρια της σε σχήμα σταυρόν, ανοιχτά. Κι' όλοι είδαν που το κρέας της έμεινε απείραχτο και αβρό σαν το δαμάσκηνο της δαμασκηνιάς.
Τότε απ' όλα τα στήθεια μεγάλη κραυγή ευχαριστίας βγήκε προς το Θεό.
ΙΓ'. Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΗΔΟΝΙΟΥ
Όταν ο Τριστάνος γύρισε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι, κ' έρριξε μακρυά το ραβδί και την κάπα του προσκυνητή, αισθάνθηκε βαθειά στην καρδιά του ότι ήρθε η ώρα να κρατήση το λόγο που είχε δώσει στο Βασιληά Μάρκο, και να φύγη μακρυά από την Κορνουάλλη.
Τι χασομερούσε ακόμη; Η Βασίλισσα είχε δικαιλογηθή, ο Βασιληάς την αγαπούσε, την τιμούσε. Εν ανάγκη ο Βασιληάς Αρθούρος θ' ανελάμβανε την προστασία της, και στο μέλλον, καμμιά απιστία δε μπορούσε πεια να τη βάλη σε κίνδυνο. Γιατί να τριγυρίζη άλλο, γύρω από το Τινταγκέλ; Άδικα έβανε σε κίνδυνο τη ζωή του δασοκόμου, και την ησυχία της Ιζόλδης. Δίχως άλλο έπρεπε να φύγη, και να το πάρη απόφασι πως για τελευταία φορά είχε κρατήσει, κάτω από την κάπα του προσκυνητή — στον Άσπρο Κάμπο — τ' ωραίο σώμα της Ιζόλδης στα χέρια του.
Τρεις ημέρες ακόμη έφαγε έτσι, χωρίς να μπορή να ξεκολλήση από τον τόπο που ζούσε η Βασίλισσα. Αλλά όταν ήρθε η τετάρτη ημέρα, αποχαιρέτησε το δασοκόμο που τον είχε φιλοξενήσει, και είπε στο Γκορνεβάλη:
«Ωραίε κύριε, ήρθε η ώρα του μεγάλου ταξιδιού: θα πάμε στη χώρα της Ουαλλίας.»
Θλιβερά μέσα στη νύχτα, βάλθηκαν στο δρόμο. Αλλά ο δρόμος τους περνούσε από τον κήπο το φραγμένο με πασσάλους, όπου άλλοτε ο Τριστάνος περίμενε τη φίλη του. Καθαρή έλαμπε η νύχτα. Στη στροφή, όχι μακρυά από το ψηλό κιγκλίδωμα, είδε να υψώνεται στην ξαστεριά τ' ουρανού τον εύρωστο κορμό του μεγάλου πεύκου.
«Ωραίε κύριε, περίμενέ με στο πρώτο δάσος που θ' απαντήσης. Θα γυρίσω σε λίγο.
— Πού πάς; Τρελλέ, ζητάς κι' όλα το θάνατό σου;»
Αλλά ο Τριστάνος, μ' ένα σίγουρο, πήδημα, είχε περάσει κι' όλα το κιγκλίδωμα. Πήγε κάτω από το μεγάλο πεύκο, κοντά στο μαρμαρένιο πλατύσκαλο. Μα τι ώφελος κι' αν έρριχνε τώρα, καλοκομμένα ξυλάκια στο νερό της πηγής; Η Ιζόλδη δε θαρχότανε πεια. Με φρόνιμα και αλαφρά βήματα, από το μονοπάτι που έπερνε άλλοτε η Βασίλισσα, ετόλμησε να πλησιάση στο Παλάτι.
Στο δωμάτιό της, στα χέρια του Μάρκου αποκοιμισμένου, έμενε άγρυπνη η Ιζόλδη. Ξαφνικά, από τα μισοανοιγμένα τζάμια του παραθύρου όπου έπαιζαν η ακτίνες του φεγγαριού, μπήκε η φωνή ενός αηδονιού.
Η Ιζόλδη άκουγε την καθαρή και γλυκειά φωνή που ερχότανε να μαγέψη τη νύχτα, κ' η φωνή ανέβαινε παραπονετική — τόσο γλυκειά που καμμιά σκληρή καρδιά, ούτε φονηά καρδιά δε θα μπορούσε να την ακούση δίχως να συγκινηθή. «Από που νάρχεται αυτή η μελωδία;...» σκέφτηκε η Βασίλισσα. Ξαφνικά, κατάλαβε: »Α! είναι ο Τριστάνος. Έτσι και στο δάσος του Μορουά έκανε, για να μ' ευχαριστήση, τη φωνή των πουλιών. Φεύγει, κι' αυτό, είναι το τελευταίο του χαίρε... Πώς θρηνεί! Έτσι το αηδόνι, όταν τελειώνη το καλοκαίρι, φεύγει, αποχαιρώντας με μεγάλη θλίψι. Φίλε, ποτέ πεια δε θ' ακούσω τη φωνή σου!»
Πειο φλογερή άρχισε να πάλλεται η μελωδία.
«Α! τι ζητάς; Νάρθω; Όχι! Θυμήσου τον ερημίτη Ογκρίν και τους όρκους που κάναμε. Σώπαινε, ο θάνατος μας τριγυρίζει. Τι με νοιάζει ο θάνατος; Με φωνάζεις, με θέλεις, έρχομαι!»
Γλύστρησε από τα μπράτσα του Βασιληά κ' έρριξε στ' ολόγυμνο σχεδόν κορμί της ένα μαντύα με γουναρικό. Έπρεπε να περάση τη γειτονική αίθουσα όπου κάθε νύχτα δέκα ιππότες αγρυπνούσαν με τη σειρά τους. Ενώ οι πέντε κοιμώντανε, οι άλλοι πέντε ωπλισμένοι, όρθιοι μπροστά στης πόρτες και στα παράθυρα, φύλαγαν άγρυπνοι. Αλλά, κατά τύχη, είχαν όλοι αποκοιμηθή, πέντε στα κρεββάτια, πέντε στης πλάκες. Η Ιζόλδη πέρασε τα ξαπλωμένα σώματά τους, σήκωσε το σίδερο της πόρτας. Έκαμε κρότο ο σύρτης, μα χωρίς να ξυπνήση κανείς από τους φρουρούς. Πέρασε το κατώφλι, κι' ο τραγουδιστής έπαψε.
Κάτω από τα δέντρα, δίχως μιλιά, την έσφιξε στο στήθος του. Σφιχτά δέθηκαν τα μπράτσα τους γύρω από τα κορμιά τους, και ως την αυγή, σαν τυλιγμένοι με σχοινιά, έμειναν έτσι. Παρά τον Βασιληά και όλους τους φρουρούς του κόσμου, οι αγαπημένοι εγλέντησαν τη χαρά τους και την αγάπη τους.
Αυτή η νυχτιά ξετρέλλανε τους αγαπημένους. Και της άλλες μέρες, καθώς συνέβη ν' αφήση ο Βασιληάς το Τινταγκέλ για να πάη στης δίκες του Σαιν-Λουβέν, ο Τριστάνος ξαναγύρισε στου Όρρι, και τόλμησε κάθε πρωί — με τον ήλιο! — να γλυστράη από τον κήπο ως της αίθουσες των γυναικών.
Ένας σκλάβος τον έπιασε, κ' έτρεξε να βρη τον Αντρέ, τον Ντενοαλέν, και τον Γκοντοΐν.
«Άρχοντες, το θερίο που το νομίζετε μακρυά ξαναγύρισε στη φωληά.
— Ποιος;
— Ο Τριστάνος.
— Πότε τον είδες;
— Αυτό το πρωί και τον εγνώρισα καλά. Μπορείτε και σεις αύριο την αυγή να τον δήτε που έρχεται, με το σπαθί του ζωσμένο, ένα τόξο στο χέρι, δυο βέλη στο άλλο.
— Πού θα τον δούμε;
— Από ένα παράθυρο που ξέρω γω. Μα αν σας τον δείξω τι θα μου δώστε;
— Ένα χρυσό μάρκο, και θα γίνης ένας πλούσιος σκλάβος.
— Λοιπόν, ακούστε, είπεν ο δούλος. Μπορεί κανείς να ιδή στο δωμάτιο της Βασίλισσας από ένα στενό παραθυράκι που βρίσκεται πειο ψηλά στο τείχος. Αλλά μια μεγάλη κουρτίνα τεντωμένη κατά μήκος της αιθούσης σκεπάζει τη θέα. Ένας από τους τρεις σας ας μπη αύριο με τρόπο στον κήπο. Θα κόψη ένα μακρύ κλαδί και θα το ξεμυτίση στην άκρη. Ας σκαρφαλώση τότε ως το ψηλό παράθυρο κι' ας παραμερίση λίγο με το κλαδί το πανί της κουρτίνας. Αν πίσω από το παραπέτασμα δεν ιδήτε τότε ό,τι σας είπα, το κορμί μου να κάψετε, Άρχοντες!»
Ο Αντρέ, ο Γκοντοΐν, και ο Ντενοαλέν, πιάστηκαν ποιος πρώτος θάχε τη χαρά να ιδή αυτό το θέαμα. Στο τέλος συνεφώνησαν υπέρ του Γκοντοΐν. Χωρίστηκαν. Την άλλη μέρα, την αυγή, ήθελαν πάλι συναντηθή. Την άλλη μέρα την αυγή, ωραίοι Άρχοντες, φυλαχθήτε τον Τριστάνο!