Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Part 6
Τον λύνουν. Πηδάει στην πόρτα και τρέχει στο δωμάτιο όπου άλλοτε βρισκότανε ο Τριστάνος. Γαυγίζει, κλαίει, ψάχνει, επί τέλους βρίσκει τα ίχνη του κυρίου του. Διασχίζει βήμα προς βήμα το δρόμο που είχε ακολουθήσει ο Τριστάνος ως τον τόπο της φωτιάς. Όλοι τον πέρνουν από πίσω. Γαυγίζει δυνατά, και σκαρφαλώνει κατά την ακτή. Μπαίνει στην εκκλησιά και πηδάει στο βωμό. Ξαφνικά ρίχνεται από την τζαμαρία, πέφτει στα πόδια του βράχου, ξαναβρίσκει τα ίχνη στην παραλία, στέκει μια στιγμή στο θάμνο που είχε κρυφτεί ο Τριστάνος, έπειτα φεύγει για το δάσος. Όλοι συγκινούνται.
«Ωραίε Βασιληά, λένε οι ιππότες, ας πάψουμε πεια να τον ακολουθούμε. Θα μπορούσε να μας πάη σε μέρος όπου ο γυρισμός δεν θάταν εύκολος».
Τον αφήνουν και γυρίζουν πίσω. Το δάσος αντιλαλούσε από τα γαυγητά του Χουσδάν, κι' από μακρυά ο Τριστάνος, η Βασίλισσα κι' ο Γκορνεβάλης τον ακούνε· «ο Χουσδάν!» Τρομάζουν: δίχως άλλο ο βασιληάς τους κυνηγάει, σαν άγρια θερία, με λαγωνικά. Βυθίζονται σε κάτι πυκνά φυλλώματα. Στην άκρη στέκεται όρθιος ο Τριστάνος με τεντωμένο το τόξο του. Αλλά ο Χουσδάν, βλέποντας και αναγνωρίζοντας τον κύριο του, πηδάει απάνω του, κουνάει το κεφάλι και την ουρά, τεντώνεται, κυλιέται χάμου. Ποιος είδε ποτέ τέτοια χαρά; Έπειτα τρέχει στην Ιζόλδη την Ξανθή, στον Γκορνεβάλη, ακόμη και στο άλογο, και κάνει χαρές. Βαθειά συγκινήθηκε ο Τριστάνος.
«Αλλοίμονο! Τι δυστυχία να μας ανακαλύψη. Τι να το κάνη αυτό το σκυλί που δεν μπορεί να μείνη ήσυχο, ένας άνθρωπος καταδιωγμένος; Στης πεδιάδες και στα δάση, σ' όλη τη χώρα του, ο Βασιληάς μας κυνηγάει: ο Χουσδάν με τα γαυγητά του θα μας προδώση. Α! η αγάπη κ' η ευγενική φύσι του τον έσπρωχναν εδώ να βρη το θάνατο. Μολαταύτα, πρέπει να φυλαχτούμε. Τι να κάνουμε; Συμβουλεύτε με!»
Η Ιζόλδη χάιδεψε το Χουσδάν με το χέρι και είπε:
«Λυπηθήτε τον, άρχοντα! Άκουσα άλλοτε να μιλούν για έναν Ουαλλό δασοφύλακα που είχε συνηθίσει το σκύλλο του ν' ακολουθή χωρίς γαυγητά τα ίχνη των πληγωμένων ελαφιών. Φίλε Τριστάνε, τι χαρά αν κατωρθώναμε, σιγά-σιγά με υπομονή, να γυμνάσουμε έτσι τον Χουσδάν!»
Σκέφτηκε μια στιγμή, ενώ ο Χουσδάν έγλυφε τα χέρια της Ιζόλδης. Λυπήθη ο Τριστάνος και είπε:
«Θα δοκιμάσω. Δεν μου κάνει καρδιά να τον σκοτώσω!»
Σε λίγο, ο Τριστάνος βγαίνει στο κυνήγι, ξεπετάει ένα ζαρκάδι, και το πληγώνει μ' ένα βέλος. Το λαγωνικό θέλει να τρέξη πίσω του και γαυγίζει τόσο δυνατά που όλο το δάσος αντιλαλεί. Ο Τριστάνος, χτυπώντας, το κάνει να σωπάση. Ο Χουσδάν σηκώνει το κεφάλι προς τον κύριό του, παραξενεύεται και μην τολμώντας πεια να γαυγίση, αφήνει ταχνάρια. Ο Τριστάνος τον βάζει μέσα στα πόδια του, έπειτα χτυπά την μπότα του με την καρυδένια μπαγκέτα, καθώς συνηθίζουν να κάνουν οι κυνηγοί για να ερεθίσουν τα σκυλιά. Μ' αυτό το σύνθημα, ο Χουσδάν θέλει πάλι να γαυγίση, κι' ο Τριστάνος τον χτυπά. Μ' αυτή τη διδασκαλία, σ' ένα μήνα μοναχά, τον εγύμνασε να κυνηγάη στα μουγγά. Όταν το βέλος του πλήγωνε κανένα ζαρκάδι ή αγριοκάτσικο, ο Χουσδάν χωρίς πεια να γαυγίζη, ακολουθούσε ταχνάρια στον πάγο, στο χιόνι ή στα χορτάρια. Αν πρόφταινε το αγρίμι στα δάση, ήξερε να σημαδεύη το μέρος μαζεύοντας φύλλα. Αν τώπιανε στην πεδιάδα, εσώρευε χόρτα απάνω στο σκοτωμένο αγρίμι και χωρίς γαυγητό, γύριζε να βρη τον κύριό του.
Το καλοκαίρι φεύγει, κι' έρχεται ο χειμώνας. Οι αγαπητικοί έζησαν χωμένοι στη σπηλιά ενός βράχου. Στο χώμα, σκληρό από την ψύχρα, η παγωνιά άπλωνε το στρώμα των πεθαμμένων φύλλων. Με τη δύναμι της αγάπης, ούτε ο ένας ούτε άλλος δεν αισθάνθηκαν την αθλιότητα της θέσεως τους.
Αλλά, όταν ξαναγύρισε η καλοκαιρία, έστησαν κάτω από τα μεγάλα δέντρα την καλύβα με τα πρασινισμένα φύλλα. Ο Τριστάνος ήξερε από παιδί να κάνη τη φωνή των πουλιών του δάσους. Μπορούσε να κάνη το αηδόνι, το μελισσοφάγο, το φλώρο, κι' όλο το βασίλειο των πουλιών!..
Και, συχνά, πολυάριθμα πουλιά, τραβηγμένα από τη φωνή του, κελαδούσαν απάνω στα κλαδιά της καλύβας, με το λαιμό φουσκωμένο, τα τραγούδια τους, — μέσα στο φως.
Οι εραστές έπαψαν πεια να γυρίζουν εδώ κ' εκεί μέσα στο δάσος. Γιατί κανείς από τους βαρώνους δεν τολμούσε να τους κυνηγήση. Εγνώριζαν ότι ο Τριστάνος θα τους κρεμούσε στα κλαδιά των δέντρων. Μια μέρα μολαταύτα, ένας από τους άπιστους προδότες, ο Γκενελόν, — που καταραμένος νάναι από το Θεό — παρασύρθηκε από την ορμή του κυνηγίου, κι' ετόλμησε να προχωρήση μέχρι απ' έξω από το δάσος του Μορουά. Εκείνο το πρωί, στην παρυφή του δάσους, ο Γκορνεβάλης είχε ξεσελλώσει το άτι του και τάφησε να βόσκη στη δροσερή χλόη. Κει κάτω, στην καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα κοιμώντανε σφιχτά αγκαλιασμένοι.
Ξαφνικά, ο Γκορνεβάλης άκουσε το θόρυβο κοπαδιού σκυλιών: με μεγάλη ορμή τα λαγωνικά κυνηγούσαν ένα ελάφι, που είχε ριχτεί στη χαράδρα. Μακρυά, στην πεδιάδα, φάνηκε ένας κυνηγός. Ο Γκορνεβάλης τον εγνώρισε: ήτανε ο Γκενελόν, ο άνθρωπος που περισσότερο απ' όλους μισούσε ο Τριστάνος. Μόνος, χωρίς ιπποκόμο, με τα σπηρούνια βυθισμένα στα ματωμένα πλευρά του αλόγου του, έτρεχε στα τέσσερα.
Κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο, ο Γκορνεβάλης, τον παραμονεύει: γρήγορα έρχεται, αργά θα γυρίση.
Περνάει. Ο Γκορνεβάλης ξεπετιέται από τον κρυψώνα του, πιάνει το χαλινό, και συλλογιζόμενος στη στιγμή όλο το κακό πούχε κάμει αυτός ο άνθρωπος, τόνε ρίχνει κάτω, τον κάνει κομμάτια, και φεύγει, πέρνοντας μαζύ του το κομμένο κεφάλι.
Κει κάτω στη χορταρένια καλύβα, ο Τριστάνος και η Βασίλισσα κοιμούνται σφιχτά αγκαλιασμένοι, απάνω στην ανθισμένη χλόη. Ο Γκορνεβάλης έρχεται αθόρυβα, με το κεφάλι του σκοτωμένου στο χέρι.
Όταν οι κυνηγοί ηύραν κάτω από το δέντρο το ακέφαλο σώμα, αλληστρατισμένοι, σα να τους κυνηγούσε κι' όλα ο Τριστάνος, τούδωσαν στα τέσσερα, καταπράσινοι από το φόβο. Από τότε, κανείς πεια δεν ήρθε να κυνηγήση στο δάσος.
Για να χαρεθή ο κύριός του όταν θα ξυπνούσε, ο Γκορνεβάλης κρέμασε από τα μαλλιά το κεφάλι στη διχάλα της καλύβας, και τα πυκνά φύλλα το επλαισίωναν γύρω-γύρω.
Ο Τριστάνος ξύπνησε και είδε μισοκρυμμένο πίσω από τα φύλλα, το κεφάλι που τον εκύτταζε. Αναγνωρίζει τον Γκενελόν. Ταραγμένος, σηκώνεται όρθιος. Αλλά ο Γκορνεβάλης του φωνάζει:
«Ησύχασε, είναι νεκρός. Μ' αυτό το σπαθί τον σκότωσα. Γιε, ήταν εχθρός σου!».
Κι' ο Τριστάνος χαίρεται: ο χειρότερος εχθρός του, ο πειο μισητός, ο Γκενελόν, είναι σκοτωμένος!
Από τότε κανείς πεια δεν ετόλμησε να μπη στο άγριο δάσος. Ο τρόμος φυλάει της πόρτες του κι' οι δυο εραστές είναι κύριοι κει μέσα. Εκείνη την εποχή ο Τριστάνος έφτιασε το «α λ ά θ ε υ τ ο» τόξο, που πάντοτε πετύχαινε το στόχο, άνθρωπο ή αγρίμι στο σημαδεμένο μέρος.
Άρχοντες, ήτανε μια καλοκαιρινή ημέρα, στην εποχή του θερισμού, λίγο μετά την Πεντηκοστή· και τα πουλιά στη δροσιά, χαιρέτιζαν κελαδώντας την αυγή που άρχιζε να χαράζη. Ο Τριστάνος βγήκε από την καλύβα, έζωσε το σπαθί του, ετοίμασε το «Αλάθευτο», και έφυγε να κυνηγήση στο δάσος. Μέχρι το βράδυ κατακόπηκε από την κούρασι. Ω! όχι ποτέ άνθρωποι δεν αγαπήθηκαν τόσο πολύ και δε βασανίστηκαν τόσο σκληρά.
Όταν ο Τριστάνος γύρισε από το κυνήγι, τσακισμένος από τη βαρειά ζέστη, αγκάλιασε τη Βασίλισσα με τα χέρια του.
«Φίλε, που έλειπες όλη την ημέρα;»
— Κυνηγούσα ένα ελάφι, κ' είμαι σκοτωμένος από την κούρασι. Κύττα, ο ιδρώτας τρέχει από το σώμα μου. Θάθελα να πέσω να κοιμηθώ».
Στην καλύβα με τα πράσινα κλαδιά, τη στρωμένη με δροσερά χόρτα πρώτη ξαπλώθη η Βασίλισσα, και ο Τριστάνος έπεσε δίπλα της, αποθέτοντας το σπαθί του στη μέση, γυμνό. Τυχερό τους που δεν είχανε βγάλει τα ρούχα τους. Η Βασίλισσα φορούσε στο δάχτυλο το χρυσό δαχτυλίδι με τα ωραία σμαράγδια που της είχε δώσει ο Βασιληάς Μάρκος την ημέρα των γάμων. Τα δάχτυλά της τόσο πολύ είχαν αδυνατίσει που μόλις κρατούσε απάνω το δαχτυλίδι. Κοιμώντανε έτσι, σφιχτά αγκαλιασμένοι με το ένα χέρι του Τριστάνου περασμένο στο λαιμό της φίλης του, το άλλο ριγμένο στ' ωραίο της σώμα. Αλλά τα χείλη τους δεν άγγιζαν καθόλου. Ούτε ένα φύσημα αύρας, ούτε ένα φύλλο να τρέμη. Από μια χαραμάδα της σκεπής, μια ακτίνα ηλίου έμπαινε στην καλύβα κ' έπεφτε στο πρόσωπο της Ιζόλδης, που έλαμπε σαν το χιόνι.
Ένας δασοφύλακας ανακάλυψε στο δάσος ένα μέρος όπου τα χόρτα ήτανε πατημένα: την προηγουμένη είχαν κοιμηθή εκεί ο Τριστάνος και η Ιζόλδη. Μην αναγνωρίζοντας όμως το αποτύπωμα των σωμάτων, ακολούθησε τ' αχνάρια, κ' έφθασε έτσι μέχρι την καλύβα. Τους είδε να κοιμούνται, τους ανεγνώρισε, και τρομαγμένος μην ξυπνήση ξαφνικά ο Τριστάνος, τώβαλε στα πόδια. Έφυγε μέχρι το Τινταγκέλ, δυο λεύγες μακρυά, ανέβη τα σκαλιά της Βασιλικής σάλλας και ηύρε το Βασιληά που προήδρευε σε κάποια δίκη, στη μέση των συναθρισμένων υποτελών του.
«Φίλε, τι έρχεσαι, έτσι λαχανιασμένος, να ζητήσης εδώ μέσα; Θάλεγε κανείς πώς είσαι οδηγός λαγωνικών και τρέχεις κατ' οπίσω τους να τα πιάσης. Μήπως έρχεσαι και συ να ζητήσης δικαιοσύνη για κανένα άδικο που σου κάνανε; Ποιος σ' έδιωξε από το δάσος μου;»
Ο δασοφύλακας τον επήρε κατά μέρος, και χαμηλόφωνα του είπε:
— «Είδα τη Βασίλισσα και τον Τριστάνο. Κοιμώντανε, και μ' έπιασε φόβος.
— Σε ποιο μέρος;
— Σε μια καλύβα, στο Μορουά. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Έλα γρήγορα, αν θέλης να πάρης εκδίκησι.
— Πήγαινε να με περιμένης στην είσοδο του δάσους, κοντά στον Κόκκινο σταυρό. Μην πης μιλιά σε κανένα για ό,τι είδες. Θα σου δώσω χρυσάφι και ασήμι, όσο θέλης.
Ο δασοφύλακας πηγαίνει και κάθεται κάτω από τον Κόκκινο Σταυρό. Καταραμένος νάναι ο σπιούνος! Αλλά, καθώς θα το δήτε πάρα κάτω, θα πάη με αισχρό θάνατο.
Ο Βασιληάς διάταξε και του σέλλωσαν το άλογο, έζωσε το σπαθί του, και ολομόναχος, έφυγε από την πολιτεία. Καλπάζοντας, θυμήθηκε τη νύχτα όπου είχε πιάσει τον ανηψιό του: τι τρυφερότητα είχε δείξει τότε για τον Τριστάνο η Ιζόλδη η Ξανθή, με το φωτεινό πρόσωπο. Αν τους πιάση, ω! πώς θα τιμωρήση τα μεγάλα τους κρίματα! Πώς θα εκδικηθή εκείνους που τον ατίμασαν!...
Στον Κόκκινο Σταυρό, ηύρε το δασοφύλακα. «Τράβα μπροστά. Πήγαινέ με γρήγορα, γρήγορα, γραμμή».
Ο μαύρος ίσκιος των δέντρων τους σκεπάζει. Ο Βασιληάς ακολουθεί τον κατάσκοπο. Έχει πεποίθησι στο σπαθί του που άλλοτε χτύπαγε τόσο καλά χτυπήματα! Α! Αν ξυπνήση ο Τριστάνος, ένας από τους δυο, ο Θεός ξέρει ποιος!, θα μείνη στον τόπο. Επιτέλους ο δασοφύλακας λέει σιγά- σιγά.
— Μεγαλειότατε, κοντεύουμε.
Του κράτηοε τον αναβατήρα κ' έδεσε τα χαλινάρια τ' αλόγου στα κλαδιά μιας καταπράσινης μηλιάς. Πλησίασαν ακόμη, και ξαφνικά, σ' ένα ηλιοφωτισμένο πλάτωμα του δάσους είδαν την ανθοφορτωμένη καλύβα.
Ο Βασιλιάς ξεκουμπώνει τον περίχρυσο μαντύα, τον ρίχνει κάτω, κι' εμφανίζεται το ωραίο του σώμα. Βγάζει το σπαθί και ορκίζεται ακόμη μια φορά πως ή θα τους σκοτώση ή θα σκοτωθή.
Κάνει νόημα στο δασοφύλακα να γυρίση πίσω, και μόνος, κραδαίνοντας το γυμνό σπαθί, μπαίνει μέσ' την καλύβα. Α! τι πένθος αν χτυπήση... Αλλά βλέπει ότι τα χείλη τους δεν αγγίζουν. Κι' ένα γυμνό σπαθί χωρίζει τα σώματά τους:
«Θεέ! τι βλέπω; Πρέπει να τους σκοτώσω; Τόσον καιρό που ζουν μαζύ στο δάσος, αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θάβαζαν να τους χωρίζη αυτό το γυμνό σπαθί; Και δεν ξέρει καθένας, ότι μια ολόγυμνη λάμα που χωρίζει δυο σώματα, είναι εγγύησις και φύλακας αγνότητος; Αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θα κοιμώντανε έτσι τόσο αγνά; Όχι, δε θα τους σκοτώσω. Θάτανε μεγάλη αμαρτία να τους χτυπήσω. Κι' αν ξυπνούσα τον Τριστάνο κ' ένας από τους δυο μας έμενε στον τόπο, πολύν καιρό θα μιλούσαν στη χώρα γι' αυτή την ντροπή, Αλλά θα κάμω έτσι ώστε, ξυπνώντας, να καταλάβουν, ότι τους έπιασα κοιμισμένους, ότι δε θέλησα το θάνατό τους, και ότι ο Θεός τους λυπήθηκε».
Ο ήλιος, περνώντας από της χαραματιές, έκαιγε το πρόσωπο της Ιζόλδης. Ο Βασιλιάς πήρε τα γάντιά του τα στολισμένα με γουναρικό. «Αυτή, σκέφτηκε μου τάφερε άλλοτε από την Ιρλανδία!. ..» Τάβαλε στα κλαδιά για να κλείση την χαραματιά από την οποία έμπαινε ο ήλιος. Έπειτα απαλά-απαλά τράβηξε το δαχτυλίδι με τα σμαράγδια που είχε δώσει στη Βασίλισσα: με πόση δυσκολία μπήκε τότε το δαχτυλίδι! Τώρα η Βασίλισσα τόσο είχε αδυνατίσει, που το δαχτυλίδι εβγήκε χωρίς την παραμικρή προσπάθεια. Στη θέσι του ο Βασιληάς έβαλε το δαχτυλίδι που του είχε χαρίσει άλλοτε η Βασίλισσα. Έπειτα πήρε το σπαθί που χώριζε τους αγαπημένους — το αναγνώρισε, ήτανε το ίδιο σπαθί που είχε σπάσει μέσ' το κεφάλι του Μόρχολτ — έβαλε στη θέσι του το δικό του, βγήκε από την καλύβα, πήδησε στο άτι του, και είπε στο δασοφύλακα.
«Δίνε του τώρα, κι' αν μπορής κύττα να γλυτώσης το τομάρι σου».
Στον ύπνο της η Ιζόλδη είχε δη μιαν οπτασία: βρέθηκε σε μια πλουσία σκηνή, στη μέση μεγάλου δάσους. Δυο λιοντάρια πέφτανε απάνω της και πολεμούσαν ποιο θα την πάρη. Έρριξε μια κραυγή και ξύπνησε: τα με γουναρικό στολισμένα γάντια έπεσαν ξαφνικά στο στήθος της. Με τη φωνή, σηκώνεται όρθιος ο Τριστάνος, θέλει να πάρη από χάμω το σπαθί του και στη θέσι του βλέπει το Βασιλικό σπαθί με τη χρυσή λαβή. Και η Βασίλισσα βλέπει στο δάχτυλό της το δαχτυλίδι του Μάρκου:
«Άρχοντα, φωνάζει, δυστυχία μας! Μας έπιασε ο Βασιληάς!»
— Ναι, είπε ο Τριστάνος, επήρε το σπαθί μου. Ήτανε μόνος, θα φοβήθηκε, και πήγε να φέρη ενίσχυσι. Θα γυρίση, και θα μας κάψη μπροστά σε όλο το λαό. Ας φεύγουμε!...»
Βαδίζοντας ολημερίς, μαζύ με τον Γκορνεβάλη, φεύγουν για την Ουαλλία, μέχρι τα τελευταία όρια του Μορουά. Τι μαρτύρια τους φέρνει αυτή η αγάπη! ...
Ι'. Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΟΓΚΡΙΝ
Τρεις ημέρες αργότερα, καθώς ο Τριστάνος είχε πολλή ώρα ακολουθήσει ταχνάρια πληγωμένου ελαφιού, τον πρόφτασε η νύχτα μέσα στο σκοτεινό δάσος, κάθησε χάμου και σκέφτηκε.
«Όχι, δεν είναι από φόβο που δε μας χτύπησε ο Βασιληάς. Πήρε το σπαθί μου, κοιμώμουνα, ήμουν στη διάκρισί του, μπορούσε να με χτυπήση. Ποια η ανάγκη να φέρη βοήθεια; Κι' αν ήθελε πάλι να με πιάση ζωντανό γιατί, αφού με αφώπλισε, έπειτα μάφησε το ίδιο το σπαθί του; Α! σε κατάλαβα, Πατέρα! Όχι από φόβο, παρά από τρυφερότητα κι' από οίκτο, θέλησες να μας συγχωρήσης. Να μας συγχωρήση; Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να δώση αθώωσι για ένα τέτοιο έγκλημα χωρίς να εξευτελισθή; Όχι, δεν εσυγχώρησε, παρά εκατάλαβε. Είδε, από τα επεισόδια της φωτιάς, του πηδήματος από την εκκλησιά, της ενέδρας κατά των λεπρών, ότι ο Θεός μας είχε πάρει στην προστασία του. Θυμήθηκε τότε το παιδί που, παληά, έπαιζε την άρπα στα πόδια του, και τη χώρα του Λοοννουά που για χάρι του εγκατέλειψα, και τη λόγχη του Μόρχολτ, και το αίμα που έχυσα για την τιμή του. Θυμήθηκε ότι δεν ανεγνώρισα το έγκλημά μου, κι' ότι μάταια ζήτησα κρίσι, δικαιοσύνη και μονομαχία, και με την ευγένεια της καρδιάς του κατάλαβε τα πράγματα, που γύρω του δεν καταλαβαίνει κανείς. Όχι πως ξέρει ή μπορεί ποτέ να μάθη την αλήθεια για την αγάπη μας. Αλλ' αμφιβάλλει, ελπίζει, αισθάνεται ότι δεν είπα ψέμματα, θέλει ν' αποδείξω το δίκηο μου. Α! ωραίε θείε, να νικήσω σε μάχη με τη βοήθεια του Θεού, να κερδίσω την ειρήνη σου, και για σένα, να ξαναφορέσω το θώρακα και την περικεφαλαία! Αλλά τι σκέφτηκα; Θα ξανάπερνε την Ιζόλδη... Θα του την έδινα; Γιατί καλλίτερα, να μη με σφάξη στον ύπνο μου; Προ ολίγου, καταδιωγμένος απ' αυτόν, μπορούσα να το μισώ και να τον ξεχάσω. Είχε παραδώσει την Ιζόλδη στα χέρια των λεπρών. Δεν ήτανε πεια δική του, ήτανε δική μου. Να τώρα που με τη σπλαχνική στοργή του ξύπνησε την τρυφερότητά μου κι' απόκτησε πάλι τη Βασίλισσα. Τη Βασίλισσα; Βασίλισσα ήτανε δίπλα του και τώρα εδώ στο δάσος ζη σαν σκλάβα. Τι έκαμα τα νειάτα της; Αντί των αιθουσών με τα πλούσια μεταξωτά, της δίνω αυτό το άγριο δάσος. Μια καλύβα. Και προς χάρι μου ακολουθεί αυτόν τον κακό δρόμο. Συχώρεσι ζητώ από το Θεό, το Βασιληά του κόσμου, και τον ικετεύω να μου δώση τη δύναμι να παραδώσω πάλι την Ιζόλδη στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Δεν είναι γυναίκα του, που την επήρε με το Νόμο της Ρώμης, μπροστά σ' όλους τους πλουσίους ανθρώπους του τόπου του;»
Ακουμπάει στο τόξο του, και πολλή ώρα θρηνεί ο Τριστάνος μέσα στη νύχτα.
Στο μυχό του δάσους, τον περιτριγυρισμένο με κλαδιά, που τους εχρησίμευε για άσυλο, η Ιζόλδη η ξανθή περίμενε την επάνοδο του Τριστάνου. Μια ακτίνα του φεγγαριού φώτισε το χρυσό δαχτυλίδι, που είχε αφήσει στο δάχτυλό της ο Βασιληάς Μάρκος. Σκέφτηκε:
«Αυτός που έτσι ευγενικά μου έδωκε τούτο το χρυσό δαχτυλίδι, δεν είναι ο ίδιος θυμωμένος άνθρωπος που με παρέδωκε στους λεπρούς. Όχι, είναι ο στοργικός άρχοντας που από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στη χώρα του, με υπεδέχτη και με προστάτεψε. Πώς αγαπούσε τον Τριστάνο! Αλλά ήρθα εγώ, και τι έκαμα; Δεν έπρεπε να ζη ο Τριστάνος στο παλάτι του Βασιληά, με εκατό νεαρούς ακολούθους γύρω του που θα τον υπηρετούσαν για να τους χρίση μια μέρα ιππότες; Δεν έπρεπε, γυρίζοντας με τάλογό του στης Αυλές και στης Βαρωνείες να ζητάη κατορθώματα και περιπέτειες; Αλλά προς χάρι μου ξεχνάει όλες αυτές της δόξες, εξορισμένος από την Αυλή, καταδιωγμένος σ' αυτό το δάσος, και ζη έτσι σαν άγριος!...»
Άκουσε ξαφνικά στα κλαδιά και στα ξερά φύλλα να πλησιάζουν τα βήματα του Τριστάνου. Ήρθε να τον απαντήση, όπως πάντα, και να τον αλαφρώση από τάρματα. Του πήρε από τα χέρια το τόξο το «αλάθευτο» και τα βέλη, και του ξέζωσε το σπαθί.
«Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, είναι το ξίφος του Βασιληά Μάρκου. Ήρθε να μας σφάξη. Κι' όμως δεν τώκαμε».
Η Ιζόλδη πήρε το σπαθί, και φίλησε τη χρυσή λαβή του. Ο Τριστάνος την είδε να κλαίη.
«Φίλη, είπε, αν μπορούσα να τα συμβιβάσω με το Βασιληά Μάρκο! Αν μου επέτρεπε να υποστηρίξω με μονομαχία, ότι ποτέ ούτε με γεγονότα ούτε με λόγια σε αγάπησα με ένοχο έρωτα, όποιος ιππότης του Βασιλείου του από το Ντινάν μέχρι το Ντούρχαμ θα τολμούσε να με διαψεύση, θα μεύρισκε αντιμέτωπο μπροστά του σε κλειστό χώρο. Κ' έπειτα αν ο Βασιλιάς ήθελε να επιτρέψη να μείνω στην υπηρεσία του, θα τον υπηρετούσα με μεγάλη τιμή σαν κύριό μου και σαν πατέρα μου. Κι' αν προτιμούσε να με διώξη και να σας κρατήση, εσάς, θα πήγαινα στη Βρεττάνη με τον Γκορνεβάλη για μόνο μου σύντροφο. Μα όπου κι' αν πήγαινα, Βασίλισσα, παντού και πάντοτε, θάμενα δικός σας. Ιζόλδη, ποτέ δε θα συλλογιζόμουν αυτόν το χωρισμό αν δεν ήτανε η μίζερη αυτή ζωή που προς χάρι μου υποφέρετε τόσον καιρό τώρα, Ωραία, σ' αυτόν τον έρημο τόπο».
— Τριστάνε, θυμηθήτε τον ερημίτη Ογκρίν στο άλσος του. Ας γυρίσουμε σ' αυτόν. Κ' είθε να μπορέσουμε να ζητήσουμε έλεος από τον Ουράνιο Πατέρα, Τριστάνε, φίλε!»
Ξύπνησαν τον Γκορνεβάλη. Η Ιζόλδη καβάλλησε στο άλογο που οδηγούσε ο Τριστάνος από το χαλινάρι, κι' όλη την νύχτα περνώντας τ' αγαπημένα δάση για τελευταία φορά, εβάδισαν δίχως μιλιά.
Το πρωί, ξεκουράστηκαν λίγο, έπειτα εβάδισαν ακόμη, όσο που έφτασαν στο ερημητήριο. Στο κατώφλι της εκκλησίτσας του, ο Ογκρίν εδιάβαζε σ' ένα βιβλίο. Τους είδε, κι' από μακρυά τους φώναξε τρυφερά:
«Φίλοι! Σε τι δυστυχίες σας σέρνει η αγάπη! Πόσο θα βαστήξη η τρέλλα σας; Θάρρος! Μετανοήστε, επί τέλους!»
Ο Τριστάνος του είπε:
« Ακούστε, άρχοντα Ογκρίν. Βοηθήστε μας να προτείνουμε ένα συμβιβασμό στο Βασιληά. Θα του ξανάδινα τη Βασίλισσα. Έπειτα, θάφευγα μακρυά, στη Βρεττάνη. Μια μέρα, αν ο Βασιληάς ήθελε να με ανεχθή κοντά του, θα γύριζα και θα τον υπηρετούσα όπως οφείλω».
Σκυμμένη στα πόδια του ερημίτη, η Ιζόλδη είπε κι' αυτή, θρηνητικά:
«Δε θα ζήσω πεια άλλο έτσι. Δεν λέω πώς μετανοώ επειδή αγάπησα τον Τριστάνο και τον αγαπώ, ακόμη και πάντοτε. Αλλά τα σώματά μας τουλάχιστον, από δω και πέρα, θα χωριστούν».
Ο ερημίτης έκλαψε κ' εδόξασε το Θεό. «Θεέ! ωραίε παντοδύναμε Βασιλέα! Δοξασμένος νάσαι που μ' άφηκες να ζήσω αρκετά ώστε να μπορέσω να βοηθήσω τούτους εδώ!» Τους συμβούλεψε γνωστικά, έπειτα πήρε μελάνι και χαρτί κ' έγραψε μια επιστολή όπου ο Τριστάνος επρότεινε συμβιβασμό στο Βασιληά. Όταν έγραψε όλα όσα είπε ο Τριστάνος την εσφράγισε από κάτω με το δαχτυλίδι του.
— Ποιος θα πάη αυτή την επιστολή; ρώτησε ο ερημίτης.
— Θα την πάω μοναχός μου.
— Όχι, άρχοντα Τριστάνε, δεν θα επιχειρήστε αυτήν την παράτολμη εκδρομή. Θα πάω εγώ αντί για σας: γνωρίζω καλά τους ανθρώπους του Παλατιού.
— Αφήστε, ωραίε άρχοντα Ογκρίν. Η Βασίλισσα θα μείνη στο ερημητήριό σας. Μόλις πέση η νύχτα θα πάω μαζύ με τον ιπποκόμο μου, ο οποίος θα φυλάξη το άλογό μου».
Όταν το σκοτάδι κατέβηκε στο δάσος, ο Τριστάνος πήρε δρόμο μαζύ με τον Γκορνεβάλη. Στης πύλες του Τινταγκέλ τον αφήκε. Στα τείχη, οι φρουροί χτυπούσαν της σάλπιγγες. Εχώθηκε μέσα στην τάφρο και διέσχισε την Πολιτεία με κίνδυνο της ζωής του. Πέρασε όπως άλλοτε τους μυτερούς στύλους του κήπου, ξαναείδε τη μαρμάρινη σκάλα, την πηγή και το μεγάλο πεύκο και πλησίασε στο παράθυρο πίσω από το οποίο κοιμώτανε ο Βασιληάς Μάρκος. Τον εφώναξε σιγά. Ο Μάρκος εξύπνησε.
«Ποιος είσαι, συ, που με φωνάζεις μέσ' τη νύχτα, τέτοια ώρα;
— Μεγαλειότατε, είμαι ο Τριστάνος, σας φέρνω μια επιστολή. Την αφήνω κει, στη γρίλλια του παραθύρου. Στείλτε κρεμάστε την απάντησί σας στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού.
— Γι' αγάπη του Θεού, ωραίε ανηψιέ, περίμενέ με.
Έτρεξε στο κατώφλι και τρεις φορές εφώναξε μέσα στη νύχτα.
«Τριστάνε, Τριστάνε, Τριστάνε, υγιέ μου!
Αλλά ο Τριστάνος είχε φύγει. Ηύρε τον ιπποκόμο του και μ' ένα ελαφρό πήδημα βρέθηκε στη σέλλα.
«Τρελλέ, είπε ο Γκορνεβάλης. Γρήγορα ας φύγουμε απ' αυτόν το δρόμο».
Έφθασε τέλος στο ερημητήριο όπου ηύραν να τους περιμένουν τον ερημίτη που παρακαλούσε και την Ιζόλδη που έκλαιγε.
ΙΑ'. Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΟΣ
Ο Μάρκος ξύπνησε τον εφημέριο και γραμματέα του και τούδωσε το γράμμα. Ο γραμματέας έσπασε το κερί και χαιρέτισε κατά πρώτον το Βασιλέα εξ ονόματος του Τριστάνου. Έπειτα του ιστόρησε όλα όσα παρήγγελνε ο Τριστάνος. Ο Μάρκος άκουγε χωρίς μιλιά και κατά βάθος εχαιρότανε, γιατί αγαπούσε ακόμη τη Βασίλισσα.
Ονομαστί συγκάλεσε τους πειο ξακουστούς βαρώνους του, κι' όταν μαζεύτηκαν όλοι, έκαναν ησυχία και μίλησε ο Βασιληάς:
«Άρχοντες, έλαβα αυτή την επιστολή. Είμαι Βασιληάς σας κ' είστε υποταχτικοί μου. Ακούστε τι μου παραγγέλνουν. Έπειτα συμβουλεύτε με, το απαιτώ, γιατί μου οφείλετε συμβουλή».
Ο γραμματέας σηκώθηκε, ξεδίπλωσε την επιστολή με τα χέρια του, κι' όρθιος μπροστά στο Βασιληά:
«Άρχοντες, είπε, ο Τριστάνος παραγγέλνει πρώτα πρώτα χαιρετίσματα και αγάπη στο Βασιληά και σε όλη την βαρωνεία του. Έπειτα προσθέτει: Βασιληά, όταν εσκότωσα το δράκοντα και κατάκτησα την κόρη του Βασιληά της Ιρλανδίας, σε μένα την έδωκαν. Ήμουν κύριος να την κρατήσω, μα δεν το θέλησα. Την έφερα στον τόπο σας και σας τήνε παράδωσα. Μολαταύτα μόλις την πήρατε γυναίκα σας, οι προδότες σας έκαμαν να πιστέψετε τα ψέμματά τους. Απάνω στο θυμό σας, ωραίε θείε και κύριέ μου, θελήσατε να μας κάψετε χωρίς δίκη. Αλλά ο Θεός μας λυπήθηκε. Τον ικετεύσαμε, έσωσε τη Βασίλισσα και ήτανε δικαιοσύνη που την έσωσε. Κι' εγώ επίσης πήδησα από έναν ψηλό βράχο, και γλύτωσα με τη βοήθεια του Θεού. Τι έκανα έπειτα το αξιοκατάκριτο; Η Βασίλισσα ήτανε παραδομένη στους λεπρούς, έτρεξα να την βοηθήσω, και την επήρα. Μπορούσα να μείνω με δεμένα τα χέρια βλέποντας σ' αυτή την κατάστασι εκείνη που, αθώα, κινδύνευσε μολαταύτα να χάση τη ζωή της; Έφυγα μαζύ της στα δάση. Μήπως μπορούσα να βγω από το δάσος και να κατέβω στην πεδιάδα, για να σας την παραδώσω; Δεν είχατε δώσει διαταγή να μας πιάσουν νεκρούς ή ζωντανούς; Αλλά και σήμερα όπως τότε, είμαι έτοιμος, ωραίε Άρχοντα, να προκαλέσω οποιονδήποτε και να υποστηρίξω σε μονομαχία, εναντίον όποιου θέλη, ότι ποτέ η Βασίλισσα δεν είχε για μένα και ποτέ εγώ δεν είχα για τη Βασίλισσα έρωτα τέτοιον που να σας προσβάλλη. Διατάχτε τη μάχη: δεν αρνούμαι κανέναν αντίπαλο, κι' αν δεν μπορέσω ν' αποδείξω το δίκηο μου, κάψετέ με μπροστά στους ανθρώπους σας. Αλλ' αν νικήσω κι' αν σας ξαναρέση να πάρτε πάλι την Ιζόλδη με το φωτεινό πρόσωπο, κανείς από τους βαρώνους δε θα σας υπηρετήση πειο πιστά από μένα. Αν, απεναντίας, δεν θέλετε της υπηρεσίες μου, θα περάσω τη θάλασσα και θα πάω στον Βασιληά της Γαβοΐας ή στον Βασιληά της Φρίζης, και δεν θακούστε πεια ποτέ να μιλάνε για μένα. Μεγαλειότατε, πάρτε συμβουλή από τους βαρώνους σας, κι' αν δε δέχεστε κανένα συμβιβασμό, θα ξαναπάω την Ιζόλδη στην Ιρλανδία από όπου την επήρα. Θα είναι Βασίλισσα στον τόπο της».
Όταν οι βαρώνοι της Κορνουάλλης άκουσαν, ότι ο Τριστάνος τους πρότεινε μονομαχία, είπαν όλοι στο Βασιληά:
«Μεγαλειότατε, πάρε πάλι τη Βασίλισσα. Ανόητοι ήτανε αυτοί που την εσυκοφάντησαν. Όσο για τον Τριστάνο, ας φύγη, όπως το προτείνει, να πολεμήση στη Γαβοΐα ή κοντά στο Βασιληά της Φρίζης. Παράγγειλέ του να σας ξαναφέρη την Ιζόλδη, την τάδε μέρα και γρήγορα».
Ο Βασιληάς ρώτησε τρεις φορές:
«Κανείς δε σηκώνεται να κατηγορήση τον Τριστάνο;».
Όλοι σιωπούσαν. Τότε είπε στο γραμματέα: