Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Part 5
— Άρχοντες, μια φορά επίστεψα στα βρωμερά λόγια που λέγατε για τον Τριστάνο, και μετάνοιωσα. Αλλά είστε υποτελείς μου, και δε θέλω να χάσω την υπηρεσία των ανθρώπων μου. Συμβουλεύτε με λοιπόν, σας παρακαλώ, σεις που μου οφείλετε συμβουλή. Καλά γνωρίζετε ότι αποφεύγω κάθε υπερβολή και κάθε αγέρωχο εγωισμό.
— Λοιπόν, Άρχοντα, καλέστε δω το νάνο Φροσίνο. Δεν τούχετε εμπιστοσύνη, από την ιστορία του κήπου. Μολαταύτα δεν είχε διαβάσει στάστρα ότι η Βασίλισσα θαρχότανε κείνο το βράδυ κάτω από το πεύκο; Ξέρει χίλια πράγματα. Πάρτε συμβουλή απ' αυτόν».
Τρεχάτος ήρθε ο καταραμένος καμπούρης. Ο Ντενοαλέν τον αγκάλιασε. Ακούστε τι άτιμη προδοσία συμβούλεψε στο Βασιληά.
«Μεγαλειότατε, διάταξε τον ανηψιό σου να πάη αύριο την αυγή καλπασμό στο Καρδουέλ μια επιστολή σε περγαμηνή καλοσφραγισμένη με κερί, για το Βασιληά Αρθούρο. Ο Τριστάνος κοιμάται κοντά στο κρεββάτι σου. Βγε από το δωμάτιό σου την ώρα του πρώτου ύπνου, και σ' το ορκίζομαι στο Θεό και στο νόμο της Ρώμης, πώς αν αγαπάη την Ιζόλδη με τρελλή αγάπη θα θελήση να της μιλήση προτού φύγη. Κι' αν έλθη χωρίς να το πάρω κάβο και χωρίς να τον δης και συ, τότε σκότωσέ με. Για τ' άλλα, άφησέ με να κάνω εγώ όπως ξέρω και φυλάξου μοναχά μην πης τίποτε στον Τριστάνο γι' αυτήν την επιστολή προ της ώρας του ύπνου.
— Ναι, απήντησε ο Μάρκος, έτσι ας γίνη».
Τότε ο νάνος σοφίστηκε μια βρωμερή ατιμία. Πήγε σ' ένα φούρνο, αγόρασε ψιλή φαρίνα αλεύρι και τώκρυψε στην τσέπη της ρόμπας του. Α! ποιος θάβανε ποτέ με το νου του τέτοια προδοσία. Τη νύχτα, σαν απόφαγε ο Βασιλιάς και οι άνθρωποι του κοιμήθηκαν στην αίθουσα που ήτανε κολλητά στη δική του, ο Τριστάνος, κατά τη συνήθειά του, ήρθε στο δωμάτιο του Βασιληά Μάρκου.
«Ωραίε ανηψιέ, κάνετε το θέλημά μου: την αυγή θα καβαλήστε και θα πάτε στο Καρδουέλ αυτή την επιστολή στο Βασιληά Αρθούρο, να την ανοίξη μπροστά σας. Χαιρετήστε τον από μέρος μου και μείνετε μια μέρα μονάχα κοντά του.
— Βασιληά, θα την πάω αύριο.
— Ναι, αύριο την αυγή».
Σε μεγάλη συγκίνησι βρίσκεται ο Τριστάνος. Από το κρεββάτι του έως το κρεββάτι του Βασιληά Μάρκου τόνε χώριζε απόστασις κονταριού. Τρελλή επιθυμία τον έπιασε να μιλήση της Βασίλισσας, κι' αποφάσισε αν κατά την αυγή κοιμώτανε ο Μάρκος, να την πλησιάση. Α! Θεέ! Τι τρελλή σκέψις.
Ό νάνος κοιμώτανε, όπως πάντα, στο δωμάτιο του Βασιληά. Όταν πίστεψε ότι όλοι κοιμώντανε, σηκώθη και ανάμεσα στο κρεββάτι του Τριστάνου και της Βασίλισσας έχυσε την ψιλή φαρίνα. Αν ο ένας από τους αγαπητικούς πήγαινε να σμίξη τον άλλο, η φαρίνα θα έδειχνε το ίχνος των βημάτων. Αλλά καθώς τη σκορπούσε, ο Τριστάνος, που έμεινε ξύπνιος τον είδε.
«Τι πα να πη αυτό; Αυτός ο νάνος δεν συνηθίζει να με υπηρετή για το καλό μου. Αλλά θα την πάθη. Πολύ τρελλός θάταν όποιος θάφηνε να του πιάσουν τ' αχνάρια των βημάτων του».
Κατά τα μεσάνυχτα, ο Βασιληάς σηκώθηκε και βγήκε έξω, ακολουθούμενος από τον νάνο καμπούρη. Σκοτάδι ήταν μέσ' το δωμάτιο. Ούτε κερί αναμμένο, ούτε λάμπα. Ο Τριστάνος σηκώθηκε όρθιος στο κρεββάτι του. Θεέ, γιατί του πέρασε αυτή η σκέψις; Ενώνει τα πόδια, μετράει την απόστασι, πηδάει, και ξαναπέφτει στο κρεββάτι του Βασιληά. Αλλοίμονο! την προηγουμένη, στο δάσος, ένα μεγάλο αγριογούρουνο τον είχε χτυπήσει στη γάμπα με το δόντι του, και, για τη δυστυχία του, η πληγή δεν ήταν δεμένη. Στο τάνημα του πηδήματος, άνοιξε κι' άρχισε να τρέχη. Αλλά ο Τριστάνος δε βλέπει το αίμα που ξεβρυσάει και κοκκινίζει, τα σεντόνια. Έξω στο φως του φεγγαριού, ο νάνος είδε με τα μάγια του ότι είχαν σμίξει οι αγαπητικοί. Τρεμούλιασε από τη χαρά του, και είπε στο Βασιληά:
«Πήγαινε, κι' αν αυτή τη φορά δεν τους πιάσης στα φόρα, κρέμασέ με!»
Πηγαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο, ο Βασιλιάς, ο νάνος, και οι τέσσερες προδότες. Ο Τριστάνος τους ακούει. Σηκώνεται, πηδάει, φτάνει στο κρεββάτι του. Αλλοίμονο, κατά το πέρασμα, το αίμα χύθηκε άφθονο από την πληγή, στη φαρίνα.
Να, ο Βασιληάς, οι βαρώνοι, και ο νάνος που κρατεί ένα φως. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη έκαμαν πώς κοιμούνται. Είχαν μείνει μόνοι στο δωμάτιο με τον Περινίς που κοιμώτανε στα πόδια του Τριστάνου και έμενεν ακίνητος.
Ο Βασιληάς βλέπει στο κρεββάτι κατακκόκινα τα σεντόνια και στο πάτωμα την ψιλή φαρίνα βρεγμένη από φρέσκο αίμα.
Οι τέσσερες βαρόνοι που μισούσαν τον Τριστάνο για την αντρεία του, τον κρατούν στο κρεββάτι, κι' απειλούν τη Βασίλισσα και την κοροϊδεύουν, την περιγελούν και της υπόσχονται καλή δικαιοσύνη. Ανακαλύπτουν την πληγή που τρέχει.
«Τριστάνε, λέγει ο Βασιληάς, τώρα πεια καμμιά διάψευσι δεν περνάει. Αύριο θα πεθάνετε».
Του φωνάζει:
«Μεγαλειότατε, χάρι ζητώ. Για τόνομα και για τα πάθη του Χριστού, Μεγαλειότατε, έλεος για μας!
— Μεγαλειότατε, εκδίκησι! φωνάζουν οι προδότες.
— Ωραίε θείε, δε σας ικετεύω για τον εαυτό μου. Τι με νοιάζει για το θάνατο; Βέβαια, αν δεν ήτανε ο φόβος μη θυμώστε, αυτοί οι τέσσερες παληανθρώποι θα πλήρωναν ακριβά το θράσος τους, αυτοί, που δίχως τη δική σας προστασία, ούτε να μ' αγγίξουν δε θα τολμούσαν. Αλλά, από σεβασμό και αγάπη για σας, παραδίνομαι στη διάκρισί σας. Κάμετέ με ό,τι θέλετε. Να με, Μεγαλειότατε. Αλλά λυπηθήτε τη Βασίλισσα!»
Και ο Τριστάνος γονατίζει και ταπεινώνεται στα πόδια του.
«Έλεος για τη Βασίλισσα. Γιατί αν στο παλάτι σου βρίσκεται κανείς που νάχη την τόλμη να υποστηρίξη το ψέμμα ότι την αγάπησα ποτέ μένοχο έρωτα θα μεύρη μπροστά του ολόρθο, σε κλειστό χώρο. Μεγαλειότατε, χάρι γι' αυτήν, για τόνομα του Μεγάλου Θεού».
Αλλά οι τρεις βαρώνοι τον δένουν με σκοινιά, αυτόν και τη Βασίλισσα. Α! αν ήξερε ότι δεν θα του επέτρεπαν ν' αποδείξη με μονομαχία την αθωότητά του, κομμάτια θα τον έκαναν προτού ανεχτή να τόνε δέσουν έτσι χυδαία.
Αλλ' εμπιστευότανε στο Θεό, και ήξερε ότι κανείς δε θα τολμούσε να σηκώση απάνω του σπαθί, μέσα σε κλειστό χώρο. Και βέβαια, με το δίκηο του, είχε την πεποίθησι στο Θεό. Όταν έκανε όρκο ότι ποτέ δεν είχε αγαπήσει τη Βασίλισσα μένοχο έρωτα, οι προδότες γελούσαν για την αδιάντροπη αγυρτεία του. Αλλά σας επικαλούμαι, Άρχοντες: σεις που ξέρετε την αλήθεια για το φίλτρο που ήπιανε στη θάλασσα, σεις που καταλαβαίνετε, — έλεγε ψέμματα; Το έγκλημα δεν αποδεικνύεται από το πράγμα, παρά από την κρίσι. Οι άνθρωποι βλέπουν το πράγμα, μα ο Θεός βλέπει της καρδιές, και μόνος αυτός είναι δίκαιος κριτής. Γι' αυτό κι' όλα ώρισε πως ότι κάθε κατηγορούμενος θα μπορούσε με μονομαχία να υποστηρίζη το δίκηο του, και γι' αυτό ο Θεός πέρνει στης μονομαχίες το μέρος του αθώου. Γι' αυτό και ο Τριστάνος ζητούσε δικαιοσύνη και μονομαχία, και γι' αυτό παραδόθηκε έτσι στο Βασιλέα Μάρκο. Μα αν είχε προΐδει τι θα γινότανε, σίγουρα θα σκότωνε τους προδότες. Α! Θεέ! γιατί δεν τους σκότωνε;
Η'. ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ
Μέσα στην κατάμαυρη νύχτα, τρέχει το κακό μαντάτο κατά την πολιτεία: πιάσανε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα, κι' ο Βασιληάς θέλει να τους σκοτώση. Πλούσιοι αστοί και άνθρωποι του λαού, όλοι κλαίνε:
«Αλλοίμονο! Πώς να μην κλαίμε; Τριστάνε, αντρειωμένε βαρώνε, θα πεθάνης λοιπόν με τόσο άτιμη προδοσία; Και συ, Βασίλισσα αγνή, Βασίλισσα τιμημένη, σε ποιον τόπο θα γεννηθή ποτέ βασιλοπούλα τόσο ώμορφη και τόσο αξιολάτρευτη; Αυτά λοιπόν κατώρθωσε με τα μάγια του ο νάνος καμπούρης; Ω! που να μη δη ποτέ Θεού πρόσωπο όποιος τον απαντήση στο δρόμο του και δεν του χώση το σπαθί στην κοιλιά του! Τριστάνε, αγαπημένε ώμορφε φίλε, όταν ο Μόρχολτ ήρθε στον τόπο μας για ν' αρπάξη τα παιδιά μας, κανένας από τους βαρώνους μας δεν ετόλμησε να ζώση τ' άρματα, κι' όλοι, σαν τους μουγγούς, έμεναν αμίλητοι. Και μοναχά συ, Τριστάνε, πολέμησες για όλους μας, για όλη την Κορνουάλλη, και σκότωσες το Μόρχολτ. Και λίγο έλειψε να πεθάνης από της πληγές που σούδωκε με το φαρμακωμένο σπαθί του. Σήμερα, ξεχνώντας όλα αυτά θα ανεχτούμε το θάνατό σου;»
Οι θρήνοι, η κραυγές, περνούν όλη την πολιτεία. Όλοι τρέχουνε στο παλάτι. Αλλά ο θυμός του Βασιληά είναι τέτοιος που κανείς βαρώνος — όσο δυνατός και νάναι κι' όσο αγέρωχος — δεν τολμά να πη κουβέντα για να τον μαλακώση.
Η μέρα πλησιάζει. Φεύγει η νύχτα. Προτού σηκωθή ο ήλιος, ο Βασιληάς καλπάζει όξω από την πόλι, στον τόπο οπού συνήθιζε να δικάζη! Διατάζει να σκάψουν λάκκο στο χώμα και να τον γεμίσουν με χοντρές και κοφτερές κληματόβεργες κι' αγκάθια άσπρα και μαύρα, βγαλμένα από την γη μαζύ με της ρίζες τους.
Πρωί-πρωί, χτυπάνε τα τύμπανα για να μαζευτούν αμέσως οι άνθρωποι της Κορνουάλλης. Με μεγάλη βουή μαζεύονται: όλοι κλαίνε εκτός από τον νάνο του Τινταγκέλ. Τότε ο Βασιληάς τους μίλησε έτσι:
«Άρχοντες, αυτή η πυρά είναι για τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα, γιατί εγκλημάτησαν».
Όλοι φώναξαν:
«Δίκη, Βασιληά. Να γίνη δίκη πρώτα. Είναι ντροπή και κρίμα, να τους σκοτώσουμε χωρίς δίκη. Βασιληά, αναβολή και έλεος γι' αυτούς!»
Θυμωμένος απάντησε ο Βασιλιάς:
«Όχι, ούτε αναβολή, ούτε έλεος, ούτε δίκη. Μα τον Ύψιστο Θεό που έφτιασε τον κόσμο, αν κανείς τολμήση να δευτερώση αυτήν την αίτησι, πρώτος θα καή απάνω σ' τη φωτιά!»
Διατάζει ν' ανάψουνε τη φωτιά και να πάνε στο παλάτι να φέρουνε πρώτον τον Τριστάνο.
Καίνε ταγκάθια, όλοι μένουν αμίλητοι, κι' ο Βασιληάς περιμένει.
Οι υπηρέτες τρέχουνε στο δωμάτιο όπου με αυστηρή επίβλεψι φυλάνε τους αγαπητικούς. Τραβάνε τον Τριστάνο από τα σκοινιά. Καλέ Θεέ! τι χυδαιότης να τόνε δέσουν έτσι. Κλαίει για την προσβολή, μα τι ωφελούν τα δάκρυα; Αισχρά τον πέρνουν και τον πάνε. Και η Βασίλισσα, σχεδόν τρελλή από αγωνία, φωνάζει:
«Αν μπορούσα να σκοτωθώ, φίλε, για να σωθής, τι μεγάλη χαρά!»
Οι φύλακες κι' ο Τριστάνος κατεβαίνουν στην πόλι, για τον τόπο της φωτιάς. Ένας καβαλλάρης τρέχει κατά πίσω τους, τους φτάνει, πηδάει από το άτι που τρέχει ακόμη. Είναι ο Ντινάς, ο καλός αυλάρχης. Στο άκουσμα των συμβάντων, άφησε αμέσως τον πύργο του Λιντάν. Ο αφρός, ο ιδρώτας, και το αίμα αυλάκια κυλάνε στα πλευρά του αλόγου του:
«Υγιέ, πάω στο δικαστήριο του Βασιληά. Ο Θεός θα με βοηθήση ίσως να δώσω κάποια συμβουλή που θα βγη σε καλό και των δυο σας. Για την ώρα, μου επέτρεψε τουλάχιστον να σας κάνω αυτήν τη μικρή υπηρεσία: Φίλοι, είπε στους υπηρέτες, δεν μπορώ να βλέπω αυτά τα σκοινιά, — κι' ο Ντινάς, έκοψε τα σκοινιά με το σπαθί του. Αν δοκιμάση να φύγη, μήπως δεν έχετε τα σπαθιά σας;»
Φιλάει τον Τριστάνο στα χείλη, ξανακαβαλλικεύει και φεύγει.
Λοιπόν, ακούστε πώς ο καλός Θεός λυπάται τους ανθρώπους. Αυτός, που ούτε του αμαρτωλού δε θέλει το θάνατο, δέχτηκε ευνοϊκά τα δάκρυα και της ικεσίες των φτωχών ανθρώπων που τον παρακαλούσαν για τους βασανισμένους εραστές. Κοντά στο δρόμο που περνούσε ο Τριστάνος, στην κορυφή ενός βράχου και φάτσα κατά το βορρηά, βρισκότανε ένα εκκλησάκι απάνω από τη θάλασσα. Ο κυκλικός τοίχος του ιερού ήτανε χτισμένος απάνω σ' ένα ψηλό γκρεμό του γυαλού, βραχώδη, με απότομες κατωφερειές.
Στο ιερό, βλέποντας κατά το βάραθρο ήτανε μια χρωματιστή τζαμαρία, περίτεχνο έργο κάποιου αγίου ερημίτη.
«Κύριοι, είπεν ο Τριστάνος στους οδηγούς του, αφήστε με να μπω σ' αυτό το εξωκκλήσι. Σε λίγο θα πεθάνω. Θέλω να παρακαλέσω το Θεό να με συγχωρήση για τα τόσα κρίματά μου. Κύριοι, το εκκλησάκι δεν έχει άλλη έξοδο απ' αυτή. Καθένας σας κρατάει το σπαθί του στα χέρια. Ξέρετε καλά ότι μόνον απ' αυτήν την πόρτα μπορώ να περάσω, κι' άμα παρακαλέσω το Θεό, θέλοντας και μη θα ξαναπέσω πάλι στα χέρια σας!»
«Μπορούμε να τον αφήσουμε!» είπεν ένας από τους φύλακες.
Τον αφήκαν να μπη. Τρέχει μέσ' το εκκλησάκι, περνάει το χορό, φθάνει στην τζαμαρία του ιερού, πιάνει το παράθυρο, το ανοίγει και πηδάει στο γκρεμό... Καλλίτερα αυτό το πήδημα παρά ο θάνατος στη φωτιά, μπροστά σ' εκείνη τη συνάθροισι.
Αλλά, μάθετε, Άρχοντες, ότι ο Θεός τον ελυπήθη. Ο άνεμος πιάνεται στα ρούχα του, τον σηκώνει και τον αποθέτει σε μια πλατειά πέτρα στα πόδια του γκρεμού. Οι άνθρωποι της Κορνουάλλης ακόμη ονομάζουν αυτήν την πέτρα «Πήδημα του Τριστάνου».
Μπρος στην εκκλησιά, οι άλλοι όλο τον περίμεναν. Άδικα όμως, — γιατί τώρα πεια τον πήρε ο Θεός στη φύλαξί του. Φεύγει... Ο αλαφρός άμμος βουλιάζει στα πόδια του. Πέφτει χάμω, γυρίζει πίσω, βλέπει μακρυά τη φωτιά. Τριζομανάνε η φλόγες και ψηλά ανεβαίνει ο μαύρος καπνός. Κι' ο Τριστάνος φεύγει..
Ζωσμένος το σπαθί του, μ' αμπολυμένα χαλινάρια, — στα τέσσερα, — είχε φύγει ο Γκορνεβάλης από την πολιτεία. Ο Βασιληάς θα τον έψηνε ζωντανό, αντί του αφεντικού του. Απάντησε τον Τριστάνο στο γιαλό κι' ο Τριστάνος φώναξε:
«Δάσκαλε, ο Θεός με λυπήθηκε! Α! δυστυχισμένος εγώ! Τι με ωφελεί; Χωρίς την Ιζόλδη, τι μ' ωφελεί; Γιατί καλλίτερα να μην γίνω κομμάτια στο πέσιμο! Εγώ ξέφυγα, Ιζόλδη, και σένα θα σε σκοτώση. Για μένα την καίνε! Γι' αυτή, πρέπει κ' εγώ να πεθάνω».
Ο Γκορνεβάλης του είπε:
«Ωραίε άρχοντα, ησυχάστε, μην ακούτε το θυμό σας. Κυττάχτε αυτόν τον πυκνό θάμνο, το φραγμένο από πλατύ αυλάκι. Ας κρυφτούμε κει. Πολλοί περνάνε από το δρόμο. Θα μας πουν νέα. Κι' αν κάψουν την Ιζόλδη, ορκίζομαι στο Χριστό, τον υγιό της Μαρίας, ποτέ να μην κοιμηθώ κάτω από στέγη αν δεν την εκδικηθούμε πρώτα».
— Ωραίε μου δάσκαλε, δεν έχω το σπαθί μου.
— Να το, σου το έφερα.
— Καλά, δάσκαλε. Δε φοβάμαι τίποτα πεια εκτός από το Θεό!
— Γιε, έχω ακόμη κάτω από το κοντοκάπι μου ένα πράγμα που θα σ' ευχαριστήση: αυτόν το στερεό και ελαφρό θώρακα που ίσως σου χρειαστή.
— Φέρε δω, ωραίε δάσκαλε, Μα το Θεό στον οποίο πιστεύω, θα πάω τώρα να ελευτερώσω τη φίλη μου.
— Όχι, μη βιάζεσαι έτσι, είπε ο Γκορνεβάλης. Ο Θεός βέβαια σου φυλάει πειο σίγουρη εκδίκησι. Σκέψου ότι δεν είναι στο χέρι σου να ζυγώσης στη φωτιά. Γύρω είναι οι αστοί, και φοβούνται το Βασιληά. Σ' αγαπούν και θέλουν την ελευτερία σου, κι' όμως όλοι θα σε χτυπήσουν. Γιε μου, καλά έχουνε πη: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». Περίμενε λίγο! .. .»
Όταν πήδησε ο Τριστάνος από το γκρεμό, ένας φτωχός άνθρωπος του λαού τον είδε να σηκώνεται και να φεύγη. Έτρεξε στο Τινταγκέλ και γλύστρησε ως το δωμάτιο της Ιζόλδης.
— Βασίλισσα, πάψε πεια τα κλάμματα. Ο φίλος σου ξέφυγε.
— Δόξα τω θεώ, είπε η Ιζόλδη. Τώρα ας με δέσουν ας με κάνουν ό,τι θέλουν, ας με σκοτώσουν, δε με μέλει πεια».
Οι άπιστοι προδότες τόσο σφιχτά της είχαν δέσει τα σκοινιά που το αίμα έτρεχε από τα χέρια της αυλάκι. Αλλά εκείνη είπε γελαστή:
«Αν έκλαιγα γι' αυτόν τον πόνο, την ώρα που ο καλός Θεός πήρε το φίλο μου από τα νύχια των απίστων, βέβαια, δε θάξιζα τίποτα!»
Όταν πήγανε στο Βασιληά την είδησι ότι ο Τριστάνος ξέφυγε από τη τζαμαρία της μικρής εκκλησίας, πρασίνισε από το θυμό του, και διέταξε τους ανθρώπους του να φέρουν την Ιζόλδη.
Τη σέρνουν. Και εμφανίζεται η Ιζόλδη στο κατώφλι της αιθούσης, απλώνοντας τα λεπτά χέρια της που στάζουν αίμα. Μεγάλη βουή ανεβαίνει από το δρόμο: «Ω! Θεέ, λυπηθήτε την. Αγνή Βασίλισσα, Βασίλισσα τιμημένη. Τι πένθος έρριξαν στον τόπο αυτοί που σας πρόδωσαν! Καταραμένοι να είναι!»
Σέρνοντας φέρνουν τη Βασίλισσα έως τ' αναμμένα αγκάθια, που βγάνουν μεγάλες φλόγες.
Ο Ντινάς, ο άρχοντας του Λιντάν, πέφτει στα πόδια του Βασιλιά.
«Βασιληά, άκουσέ με. Πολύν καιρό σε υπηρέτησα πιστά και τίμια, χωρίς κέρδος κανένα: ποιος φτωχός ή ποιος ορφανός ή ποια γρηά γυναίκα θα μούδινε μια πεντάρα για όλη την αυλαρχεία που κράτησα στη ζωή μου; Για αμοιβή, κάνε μου, Μεγαλειότατε, τη χάρι να λύπηθής τη Βασίλισσα. Θέλεις ζωντανή να την κάψης, χωρίς δίκη. Είναι άδικο πράγμα, αφού δεν αναγνωρίζει το έγκλημα για το οποίο την κατηγορείς. Σκέψου άλλωστε: αν κάψης το σώμα της, καμμιά ασφάλεια δε θα υπάρξη πεια στον τόπο. Ο Τριστάνος ξέφυγε. Σπιθαμή προς σπιθαμή γνωρίζει της πεδιάδες, τα δάση, τους πόρους, τα στενά. Κ' είναι τολμηρός. Βέβαια είσαι θείος του, και δε θα επιτεθή ποτέ εναντίον σου. Αλλά όλους τους βαρώνους, τους υποτελείς σου, που θα πιάση, θα τους σκοτώση».
Οι τέσσερες άπιστοι προδότες χλωμιάζουν, σαν ακούνε αυτά τα λόγια. Βλέπουν κι' όλα κρυμμένο τον Τριστάνο να τους παραμονεύη.
«Μεγαλειότατε, λέει ο αυλάρχης, αν αλήθεια σε υπηρέτησα σ' όλη μου τη ζωή παράδωσέ μου την Ιζόλδη. Αναλαμβάνω γι' αυτή σα φύλακας και σαν Εγγυητής της».
Αλλά, αλύγιστος, ο Βασιληάς πιάνει το Ντινάν από το χέρι κι' ορκίζεται στους αγίους πως θα τιμωρήση δίχως αναβολή.
Τότε ο Ντινάς σηκώθηκε:
«Βασιληά, ξαναγυρίζω στο Λιντάν, και παραιτούμαι από την υπηρεσία σου».
Κ' ενώ η Ιζόλδη του στέλνει θλιβερό μειδίαμα, ανεβαίνει στο άτι του κι' απομακρύνεται, περίλυπος και σκυθρωπός, με το κεφάλι σκυφτό.
Όρθια στέκει η Ιζόλδη κοντά στην πυρά. Το πλήθος γύρω, φωνάζει, καταριέται το Βασιληά, καταριέται τους προδότες.
Δάκρυα βρέχουν το πρόσωπό της. Φορεί στενό επενδύτη, πλεγμένο με λεπτό χρυσάφι. Χρυσοΰφαντη ελαφρή εσάρπα είναι πλεγμένη στα μαλλιά της που πέφτουν ως τα πόδια. Όποιος μπορούσε να τη δη χωρίς να τη λυπηθή, δίχως άλλο θα είχε καρδιά προδότη. Θεέ, θεέ! Τι σφιχτά που της έχουνε δέσει τα χέρια!
Εκατό λεπροί, παραμορφωμένοι, με το κρέας φαγωμένο και ξασπρουλιασμένο, είχανε τρέξει με τα δεκανίκια τους, και στριφογύριζαν μπροστά στη φωτιά, και τα αιματηρά μάτια τους, κάτω από τα πρισμένα βλέφαρα, έχαιραν με το θέαμα.
Ο Ύβαινος ο απαισιώτερος από τους λεπρούς, φώναζε στο Βασιληά με τη στριγγιά φωνή του:
«Μεγαλειότατε, θέλεις να ρίξης τη γυναίκα σου σ' αυτό το καμίνι. Καλή είναι η τιμωρία, μα πολύ σύντομη. Η μεγάλη φωτιά θα την κάψη αμέσως, κι' ο δυνατός άνεμος θα σκορπίση γρήγορα την στάχτη της. Κι' όταν σε λίγο θα πέση η φλόγα, η τιμωρία της θα τελειώση κι' όλα. Θέλεις να σου μάθω εγώ ακόμη χειρότερη τιμωρία: τέτοια που να ζη, αλλά στην ατιμία κι' όλο ένα παρακαλώντας το θάνατο; Βασιληά, το θέλεις;»
Απάντησε ο Βασιληάς:
«Ναι, να της αφήσουμε την ζωή, αλλά με μεγάλη ατίμωσι, χειρότερη από το θάνατο. Όποιος με συμβουλέψη τέτοιο μαρτύριο, πειο πολύ θα τον αγαπήσω.
— Μεγαλειότατε, θα σου πω λοιπόν σύντομα τη σκέψι μου. Να, έχω δω εκατό συντρόφους. Δώσε μας την Ιζόλδη, να την έχουμε όλοι μαζική. Η αρρώστεια ανάβει της ορμές μας. Δώσ' τη στους λεπρούς σου, ποτέ γυναίκα δεν θάχη βρη χειρότερο τέλος. Να, τα κουρέλια μας είναι κολλημένα στης πληγές μας που βγάνουν κακό ιδρώτα. Αυτή που κοντά σου ευχαριστιότανε με τα πλούσια υφάσματα, με τα λευκά γουναρικά, με τα στολίδια, με της μαρμάρινες σάλλες, τα καλά κρασιά, της τιμές και της χαρές, α! όταν θα δη την αυλή των λεπρών σου, όταν θ' αναγκασθή να μπη στης χαμηλές μας τρώγλες και να κοιμηθή μαζύ μας, τότε η Ιζόλδη η Ωραία, η Ξανθή, θ' αναγνωρίση την αμαρτία της, και θα πεθυμήση χίλιες φορές αυτήν την ωραία φωτιά των αγκαθιών!»
Ο Βασιληάς ακούει, σηκώνεται και πολλή ώρα μένει ακίνητος. Επί τέλους ορμάει κατά τη Βασίλισσα και την πιάνει από το χέρι. Κείνη φωνάζει:
— Έλεος, Μεγαλειότατε, καλλίτερα να καώ, καλλίτερα να καώ!»
Ο Βασιληάς την παραδίνει. Ο Ύβαινος την παίρνει κι' οι εκατό λεπροί αναδεύουνε γύρω της.
Ακούγοντάς τους να φωνάζουν και να γαυγίζουν γύρω της, όλες η καρδιές λυώνουν από οίκτο. Αλλά ο Ύβαινος είναι χαρούμενος. Η Ιζόλδη φεύγει και ο Ύβαινος την οδηγεί. Η απαισία συνοδεία κατεβαίνει έξω από την πόλι.
— Πήραν το δρόμο που είναι κρυμμένος ο Τριστάνος. Ο Γκορνεβάλης αφήνει κραυγή:
— «Τι θα κάμης; Να η φίλη σου!»
Ο Τριστάνος τραβάει τάλογό του όξω από το θάμνο.
— Ύβαινε, αρκετά της κράτησες συντροφιά. Τώρα άφησέ τη, αν θέλης να ζήσης!»
Ο Ύβαινος ξεκουμπώνει το μαντύα του.
«Θάρρος, σύντροφοι! Τα μπαστούνια σας! Τα δεκανίκια σας. Να η στιγμή να δείχτε την αντρεία σας!»
Τότε, ήτανε αλλόκοτο πράγμα να βλέπη κανείς τους λεπρούς να ρίχνουνε κάτω τους μαντύες, να στεριώνουνται στ' άρρωστα πόδια τους, να φυσοκοπάνε, να φωνάζουν, να στριφογυρίζουν τα δεκανίκια τους: άλλοι απειλούν, άλλοι ουρλιάζουν. Αλλά ο Τριστάνος συχαινότανε να τους χτυπήση. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο Τριστάνος εσκότωσε τον Ύβαινο: βρωμερό ψέμμα. Τέτοιος ήρωας δε θάπλωνε το χέρι να σκοτώση τέτοιο σκυλλολόι. Ο Γκορνεβάλης τον εσκότωσε μ' ένα χοντρό ξύλο, που του κατάφερε στο κεφάλι το μαύρο αίμα τινάχτηκε κ' έτρεξε μέχρι τα κακοφτιαγμένα πόδια του.
Ο Τριστάνος ξαναπήρε τη Βασίλισσα, η οποία δεν υποφέρει πεια καθόλου. Έκοψε τα σκοινιά των χεριών της, και αφήνοντας την πεδιάδα, μπήκαν στο δάσος του Μορουά. Εκεί, στα μεγάλα δάση, ο Τριστάνος αισθάνεται ασφάλεια σα να βρίσκεται πίσω από τείχη φρουρίου.
Με τη δύσι του ηλίου, σταμάτησαν στους πρόποδες κάποιου βουνού. Ο φόβος είχε κουράσει τη Βασίλισσα. Ανάπαυσε το κεφάλι της στο σώμα του Τριστάνου και απεκοιμήθη.
Το πρωί, ο Γκορνεβάλης πήρε από κάποιο δασοφύλακα το τόξο του και δυο καλοφτιαγμένα βέλη, και τάδωσε στον Τριστάνο, τον καλό τοξότη, που ξεπέταξε ένα ελάφι και το σκότωσε. Ο Γκορνεβάλης άναψε φωτιά από ξερά κλαδιά για να ψήση το κυνήγι. Ο Τριστάνος έκοψε φυλλώματα, έφτιασε μια καλύβα και τη σκέπασε με φύλλα.
Τότε, στο βάθος του αγρίου δάσους, άρχισε για τους φυγάδες η τραχειά ζωή, — αγαπημένη μολαταύτα.
Θ'. ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΟΥΑ
Στο βάθος του αγρίου δάσους, με μεγάλους μόχθους, σαν κυνηγημένα ζώα, γυρίζουν δω κ' εκεί, και σπάνια τολμούν να ξαναπάνε το βράδυ στο άσυλο της προηγουμένης. Τρώνε όλο κρέας των αγριμιών και πιθυμούν τη γεύσι τ' αλατιού. Τ' αδυνατισμένα πρόσωπά τους γίνονται χλωμά, τα ρούχα τους πέφτουν κυρέλια, ξεσκισμένα από τ' αγκάθια. Αγαπιούνται όμως. Δεν υποφέρουν.
Μια μέρα, καθώς περνούσαν τα μεγάλα απάτητα δάση, έφθασαν κατά τύχη στο ερημητήριο του αδελφού Ογκρίν.
Στον ήλιο, σ' ένα ελαφρό δάσος ιτιών, κοντά στο εκκλησάκι του, ο σεβαστός γέρως στηριγμένος στο δεκανίκι του, πήγαινε με μικρά βήματα.
«Άρχοντα Τριστάνε, φώναξε, μάθετε τι μεγάλο όρκο έκαμαν οι άνθρωποι της Κουρνουάλλης. Ο Βασιληάς έβαλε προκήρυξι σ' όλο τον τόπο. Όποιος σας πιάση θα πάρη εκατό χρυσά μάρκα κι' όλοι οι βαρώνοι ορκίστηκαν να σας παραδώσουν νεκρό ή ζωντανό. Μετανοήστε, Τριστάνε! Ο Θεός συγχωρεί τον αμαρτωλό όταν μετανοή.
— Να μετανοήσω, άρχοντα Ογκρίν; Και για ποιο έγκλημα; Σεις μπορείτε και κρίνετε: ξέρετε τι ποτό ήπιαμε στη θάλασσα; Ναι, το καλό ποτό μας έχει μεθύσει, και θα προτιμούσα να ζητανιεύω όλη μου τη ζωή στους πέντε δρόμους και να ζω με χόρτα και με ρίζες μαζύ με την Ιζόλδη παρά νάμαι, δίχως αυτή, Βασιληάς της πειο μεγάλης χώρας.
— Άρχοντα Τριστάνε, ο Θεός να σας βοηθήση· γιατί εχάσατε τούτον τον κόσμο και τον άλλο. Όποιος προδίνει τον κύριό του, τον διαμελίζουν με δυο άλογα, ή τον καίνε στην πυρά, και όπου πέση η στάχτη του τίποτε πεια δε φυτρώνει, και τ' όργωμα μένει μάταιο. Τα δέντρα κ' η χλόη μαραίνονται. Τριστάνε, δώσε πάλι τη Βασίλισσα σε κείνον που την πήρε γυναίκα, κατά τον νόμο της Ρώμης.
— Τώρα πεια δεν του ανήκει. Την έδωκε στους λεπρούς του. Από τα χέρια τους την πήρα. Από δω και πέρα είναι δική μου. Δε μπορώ να την χωριστώ, ούτε αυτή μπορεί να χωριστή από μένα.
Ο Ογκρίν είχε καθήσει χάμω. Στα πόδια του η Ιζόλδη έκλαιγε, με το κεφάλι στα γόνατα του ανθρώπου που υποφέρει για το Θεό. Ο ερημίτης της έλεγε τα άγια λόγια της Βίβλου. Αλλά, με κλάμματα εκείνη κουνούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να τον πιστέψη.
— Αλλοίμονο, είπε ο Ογκρίν, πώς να παρηγορήση κανείς πεθαμένους; Μετανόησε, Τριστάνε· γιατί, όποιος ζη στην αμαρτία χωρίς να μετανοή, είναι πεθαμένος.
— Όχι! είμαι ζωντανός, και ούτε μετανοώ. Θα γυρίσουμε στο δάσος που μας προστατεύει και μας φυλάει. Έλα, Ιζόλδη, φίλη!»
Σηκώθηκε η Ιζόλδη. Πιάσθηκαν από τα χέρια. Μπήκαν στα ψηλά χόρτα και της φτέρες. Τα δέντρα ξανάκλεισαν πίσω τα κλαδιά τους. Και χαθήκανε μέσ' τα φυλλώματα.
Ακούστε μια ωραία περιπέτεια, Άρχοντες. Ο Τριστάνος είχε αναστήσει ένα σκυλλί: ένα λαγωνικό, ώμορφο, ζωηρό, ελαφρό στην τρεχάλα. Κανένας κόμης κι' ούτε ο ίδιος ο Βασιληάς δεν έχει το όμοιό του για το κυνήγι με το τόξο. Τον έλεγαν Χουσδάν. Τον είχαν κλείσει στον ψηλότερο πύργο του φρουρίου, μ' ένα βαρύ ξύλο κρεμασμένο στο λαιμό. Από την ημέρα που έχασε τον κύριό του, δεν ήθελε καμμιά τροφή, έξυνε το χώμα με τα πόδια, τα μάτια του έτρεχαν, ούρλιαζε. Πολλοί τον ελυπήθηπαν.
«Χουσδάν, έλεγαν, κανένα σκυλί δεν αγάπησε ποτέ έτσι τον κύριό του, σαν εσένα. Ναι, σωστά είπε ο Σολομών: «ο αληθινός μου φίλος, είναι το λαγωνικό μου».
Κι' ο Βασιληάς Μάρκος, συλλογιζότανε τα περασμένα, κ' έλεγε μέσα του: «Μεγάλη γνώσι δείχνει τούτο το σκυλί που κλαίει έτσι τον αφεντικό του. Μήπως δα υπάρχει κανείς σ' όλη την Κορνουάλλη που ναξίζη το νύχι του Τριστάνου;»
Τρεις βαρώνοι ήρθαν στο Βασιληά:
«Μεγαλειότατε, διατάχτε να λύσουν τον Χουσδάν. Θα ιδούμε αν κάνη έτσι γιατί πεθυμάει τον κύριό του. Αν όχι, θα τον δήτε, μόλις λυθή, με το στόμα ανοικτό, με τη γλώσσα μια πήχυ έξω, να κυνηγάη, για να δαγκώση, ζώα και ανθρώπους».