Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Part 4
Η Ιζόλδη είναι, βασίλισσα και φαίνεται να ζη ευτυχισμένη. Η Ιζόλδη είναι βασίλισσα και ζη με τον πόνο. Η Ιζόλδη έχει την τρυφερότητα του Βασιληά Μάρκου. Οι βαρώνοι την τιμούν. Και οι άνθρωποι του λαού την αγαπούν. Η Ιζόλδη περνάει την ημέρα της στης πλούσιες ζωγραφιστές αίθουσες της σπαρμένες με άνθη. Η Ιζόλδη έχει τα ευγενικά στολίδια, τα πορφυρά υφάσματα και τους τάπητες της Θεσσαλίας, τα τραγούδια των αρπιστών, και της κουρτίνες όπου είναι κεντημένες λεοπαρδάλεις, αετοί, παπαγάλοι της Αμερικής, κι' όλα τάλλα ζώα και τα θερία της θάλασσας και των δασών. Η Ιζόλδη έχει τους φλογερούς κι' ωραίους έρωτές της και ο Τριστάνος κοντά της, τη χαίρεται, και τη νύχτα και την ημέρα: γιατί, όπως είναι συνήθεια στους μεγάλους άρχοντες, κοιμάται μέσα στη βασιλική αίθουσα, μαζύ με τους πιστούς και τους σπιτικούς. Η Ιζόλδη τρέμει μολαταύτα. Γιατί να τρέμη; Δεν κρατεί μυστικούς τους έρωτές της; Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον Τριστάνο; Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον ίδιο το γυιό του Βασιληά; Ποιος τηνέ βλέπει; Ποιος την κατασκοπεύει; Ποιος μάρτυρας; Ναι, ένας μάρτυρας την κατασκοπεύει, η Βραγγίνα. Η Βραγγίνα την παραμονεύει. Η Βραγγίνα μοναχά γνωρίζει την ζωή της. Η Βραγγίνα την κρατεί στη διάκρισί της. Θεέ! Αν, βαρυεστημένη να ετοιμάζη το κρεββάτι όπου πρώτη αυτή κοιμήθηκε την νύχτα του γάμου, αν τους μαρτυρούσε στον Βασιλέα; Αν ο Τριστάνος πέθαινε, από την απιστία της! . . . Έτσι, ο φόβος κάνει τρελλή τη Βασίλισσα. Όχι, δεν προέρχεται από την Βραγγίνα την πιστή, αλλά από την ίδια την καρδιά της, το βασανιστήριο. Ακούστε, άρχοντες, τη μεγάλη προδοσία που εσχεδίασε. Αλλά ο Θεός, καθώς θα το ακούστε, την ελυπήθηκε. Λυπηθήτε την, και σεις άρχοντες!
Εκείνη την ημέρα, ο Τριστάνος κι' ο Βασιληάς κυνηγούσαν μακρυά, κι' ο Τριστάνος δεν έμαθε αυτό το έγκλημα. Η Ιζόλδη εκάλεσε δυο σκλάβους: τους έταξε ελευθερία και εξήντα χρυσά Βυζαντινά, αν έδιναν όρκο ότι θα κάνουν το θέλημά της. Ωρκίσθηκαν.
«Θα σας παραδώσω λοιπόν, είπε, μια κόρη. Θα την πάτε στο δάσος, μακρυά ή κοντά, αλλά σε τέτοιο μέρος που ποτέ κανείς να μην ανακαλύψη τίποτε. Εκεί θα την σκοτώσετε και θα μου φέρετε τη γλώσσα της. Θυμηθήτε, για να μου τα επαναλάβετε, τα λόγια που θα πη. Πηγαίνετε. Στο γυρισμό θάσαστε ελεύθεροι και πλούσιοι».
Έπειτα εκάλεσε τη Βραγγίνα.
«Φίλη, βλέπεις πώς υποφέρει το σώμα μου, και πώς λυώνει. Θέλεις να πας στο δάσος να βρης τα χόρτα που χρειάζονται στην αρρώστεια μου; Δυο σκλάβοι που είναι δω, θα σε οδηγήσουν. Γνωρίζουν πού φυτρώνουν τα μαγικά βότανα. Ακολούθησέ τους. λοιπόν. Αδερφή, πίστεψέ με: αν σε στέλνω στο δάσος, το κάνω επειδή πρόκειται για τη ζωή μου και την ησυχία μου».
Οι σκλάβοι την επήραν μαζύ τους. Όταν έφτασαν στο δάσος, εκείνη θέλησε να σταματήσουν, γιατί τα σωτήρια βότανα φύτρωναν γύρω τους άφθονα. Αλλά την ετράβηξαν πειο μακρυά.
Έλα, κόρη, δεν είναι δω το κατάλληλο μέρος».
Ο ένας σκλάβος εβάδιζε μπροστά της, ο άλλος την ακολουθούσε. Άφησαν τα πατημένο μονοπάτι, και μπήκαν μέσα σε βάτους, αγκάθια και γαϊδουράγκαθα ανακατωμένα. Τότε ο σκλάβος που βάδιζε μπροστά γύρισε κατά πίσω και τράβηξε το σπαθί του. Η Βραγγίνα γύρισε προς τον άλλο δούλο ζητώντας βοήθεια. Κρατούσε κι' αυτός γυμνό το σπαθί στο χέρι, και είπε:
— Κόρη, πρέπει να σε σκοτώσουμε.
Η Βραγγίνα έπεσε στα χόρτα και με τα χέρια της πολεμούσε ν' απομακρύνη της αιχμές των σπαθιών. Ζητούσε έλεος, με τόσο λυπητερή και τρυφερή φωνή, που τη λυπηθήκανε και της είπαν:
«Κόρη, για να θέλη η Βασίλισσα Ιζόλδη το θάνατό σου, η κυρία η δική σου και η δική μας, χωρίς άλλο, κάποιο μεγάλο άδικο της έχεις κάνει».
Απάντησε:
«Δε γνωρίζω, φίλοι. Μοναχά ένα άδικο θυμάμαι. Όταν φύγαμε από την Ιρλανδία πήραμε καθεμία, σαν το πολυτιμότερο στολίδι, ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι, ένα πουκάμισο για την νύχτα των γάμων μας. Στη θάλασσα, συνέβη να σχίση η Ιζόλδη το γαμήλιο πουκάμισό της, και τη νύχτα των γάμων της, της εδάνεισα εγώ το δικό μου. Φίλοι, να όλο το άδικο που της έκαμα. Αλλ' αφού θέλει να πεθάνω, πέστε της ότι της στέλνω αγάπη και ειρήνη, και την ευχαριστώ για όλα τα καλά και της τιμές που μου έκαμε από τότε που παιδί με άρπαξαν οι πειρατές, με πούλησαν στη μητέρα της, κι' αφωσιώθηκα στην υπηρεσία της. Ο καλός Θεός ας φυλάη την τιμή της, το σώμα της, και τη ζωή της. Αδερφοί, χτυπάτε με τώρα».
Οι δούλοι την ελυπήθηκαν. Σκεφθήκανε, και βρίσκοντας ότι ίσως ένα τέτοιο έγκλημα δεν άξιζε καθόλου το θάνατο, την έδεσαν σ' ένα δένδρο.
Έπειτα εσκότωσαν ένα μικρό σκυλί. Ο ένας του έκοψε τη γλώσσα, την έβαλε στη τσέπη του κοντοκακιού του, και παρουσιάσθηκαν έτσι πάλι στην Ιζόλδη.
— Εμίλησε καθόλου; ρώτησε κείνη, ανήσυχη.
— Ναι, Βασίλισσα, εμίλησε. Είπε ότι είσαστε ωργισμένη εξ αιτίας αυτού μοναχά του αδικήματος: ξεσχίσατε στη θάλασσα ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι που φέρνατε από την Ιρλανδία, και σας δάνεισε το δικό της τη βραδυά των γάμων σας. Αυτό ήταν, έλεγε, το μόνο της έγκλημα. Είπε την ευγνωμοσύνη της σε σας για τόσα καλά που της κάνατε, και παρακάλεσε το Θεό να προστατεύση την τιμή σας και τη ζωή σας. Σας παραγγέλνει αγάπη και σωτηρία. Βασίλισσα, να η γλώσσα της που τη φέρνουμε.
— Φονηάδες, εφώναξε η Ιζόλδη, δώστε μου πίσω τη Βραγγίνα, την αγαπητή μου υπηρέτρια. Δεν ξέρατε ότι ήτανε η μόνη μου φίλη; Φονηάδες, δώστετή μου πίσω.
— Βασίλισσα, σωστά έχουνε πη: «Η γυναίκα αλλάζει σε λίγες ώρες. Την ίδια ώρα η γυναίκα γελάει, κλαίει, αγαπάει, μισεί». Την εσκοτώσαμε, καθώς διατάξατε.
— Γιατί θα το διάταζα; Για ποιο έγκλημα; Δεν ήταν η αγαπημένη μου σύντροφος, η γλυκειά, η πιστή, η ωραία; Το ξέρατε κακούργοι. Την είχα στείλη να βρη σωτήρια βότανα. Και σας την εμπιστεύτηκα για να την προστατέψετε στο δρόμο, θα πω ότι την εσκοτώσατε, και θα σας κάψουνε απάνου στα κάρβουνα.
— Βασίλισσα, μάθετε λοιπόν ότι ζη και ότι θα σας την ξαναφέρουμε σώα και απείραγη».
Αλλά η Ιζόλδη δεν τους επίστευε. Και σαν άλλη στρατισμένη, πότε καταριώτανε τους φονηάδες και πότε τον ίδιο τον εαυτό της. Κράτησε τον ένα σκλάβο κοντά της, ενώ ο άλλος έτρεξε στο δένδρο που ήτανε δεμένη η Βραγγίνα.
— Ωραία, ο Θεός σε λυπήθηκε και να που η κυρία σου σε ξαναφωνάζει».
Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στην Ιζόλδη, η Βραγγίνα γοτάτισε, ζητώντας να της συγχωρήση τ' άδικά της. Αλλά η Βασίλισσα έπεσε κι' αυτή στα γόνατα μπροστά της και, αγκαλιασμένες, ώρα πολλή έμειναν λιπόθυμες.
ΣΤ'. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΥΚΟ
Δεν είναι η Βραγγίνα η πιστή, είναι ο ίδιος ο εαυτός τους που πρέπει να φοβούνται οι αγαπημένοι. Αλλά πώς θα μπορούσαν η μεθυσμένες καρδιές τους να γίνουν προσεκτικές; Η αγάπη τους σπρώχνει, όπως η δίψα σπρώχνει το ελάφι προς το ποτάμι. Κ' έτσι ακόμη, το γεράκι έπειτα από μακρυά νηστεία ρίχνεται στη λεία του. Αλλοίμονο! η αγάπη ποτέ δεν κρύβεται. Βέβαια, χάρις στης προφυλάξεις της Βραγγίνας, κανείς δεν έπιασε τη Βασίλισσα στα χέρια του φίλου της. Αλλά σε κάθε ώρα και σε κάθε τόπο, καθένας δε μπορεί να ιδή πώς τους ζαλίζει ο πόθος, πώς τους σφίγγει, και ξεχειλίζει από της αισθήσεις τους όπως το καινούργιο κρασί ξεχειλίζει από το βαρέλι;
Ήδη οι τέσσερες προδότες της αυλής, που μισούσαν τον Τριστάνο για τα κατορθώματά του, τριγυρίζουν τη Βασίλισσα. Γνωρίζουν κι' όλα το μυστικό των ωραίων ερώτων της. Καίγονται από επιθυμία, μίσος, και χαρά. Θα φέρουν την είδησι στο Βασιληά: θα ιδούν την τρυφερότητα να γίνεται μανία, τον Τριστάνο διωγμένο ή σκοτωμένο, και της Βασίλισσας τα μαρτύρια. Εφοβούντο μολαταύτα το θυμό του Τριστάνου. Αλλά στο τέλος το μίσος ενίκησε τον τρόμο: μια μέρα οι τέσσερες βαρώνοι εζήτησαν ακρόασι από το Βασιληά Μάρκο. Και ο Αντρέ του είπε:
— Ωραίε Βασιληά, δίχως άλλο η καρδιά σου θα οργισθή. Λυπόμαστε και οι τέσσερες γι' αυτό πολύ. Αλλ' οφείλουμε να σου αποκαλύψουμε ό,τι ξαφνικά, εμάθαμε. Έδωσες την καρδιά σου στον Τριστάνο. Κι' ο Τριστάνος θέλει να σ' εξευτελίση. Άδικα σε είχαμε ειδοποιήσει. Για την αγάπη ενός ανθρώπου, περιφρονείς όλους σου τους συγγενείς κι' όλους σου τους βαρώνους, και μας αφήνεις μόνους. Μάθε λοιπόν, ότι ο Τριστάνος αγαπάει τη Βασίλισσα. Είναι πράγμα αποδειγμένο, και χίλια λόγια άρχισαν να λέγωνται δω και κει.
Ο ευγενικός Βασιληάς κλονίσθηκε, και απάντησε.
— Άναντρε! Τι ατιμία σκέφτηκες; Βέβαια έδωσα την καρδιά μου στον Τριστάνο. Την ημέρα όπου ο Μόρχολτ σας προκάλεσε σε μάχη, κατεβάζατε όλοι τα κεφάλια τρέμοντας, και μένατε αμίλητοι σαν μουγγοί. Αλλά ο Τριστάνος, για την τιμή αυτού του τόπου, πήγε και τον αντιμετώπισε, και κάθε μια από της πληγές που πήρε τότε έφτανε για να πεθάνη. Αυτός είναι ο λόγος που τον μισείτε, και γι' αυτό τον αγαπώ εγώ περισσότερο από σένα, Αντρέ, περισσότερο από όλους σας, περισσότερο από κάθε τι. Αλλά τι ισχυρίζεσθε πως ανακαλύψατε; Τι είδατε; Τι ακούσατε;
— Τίποτε, Μεγαλειότατε, μα την αλήθεια, που να μη μπορής να το ιδής με τα μάτια σου και να τ' ακούσης με τ' αυτιά σου. Κύτταξε, άκουσε, ωραίε Βασιληά. Ίσως είναι ακόμη καιρός.
Απεσύρθησαν, και με χαρά τον άφησαν να καταπίνη το φαρμάκι.
Ο Βασιληάς Μάρκος δε μπόρεσε ν' αντισταθή στον πειρασμό. Αθέλητα κατασκόπευσε τον ανηψιό του, παραμόνεψε τη Βασίλισσα. Αλλά η Βραγγίνα τα κατάλαβε, τους ειδοποίησε, και μάταια ο Βασιληάς προσπάθησε να πιάση την Ιζόλδη με πονηρίες. Έπειτα από λίγο αγανάκτησε μ' αυτήν τη χυδαία ιστορία, και καταλαβαίνοντας ότι δε θα μπορούσε πεια να διώξη της υποψίες του, εκάλεσε τον Τριστάνο και του είπε:
— Τριστάνε, φύγε από το ανάκτορο. Κι' όταν θα το αφήσης, μη σούλθη πεια η τόλμη να περάσης την τάφρο του και της γέφυρές του. Άπιστοι άνθρωποι σε κατηγορούν για μεγάλη προδοσία. Μη ρωτάς: δε θα μπορούσα να επαναλάβω τα λόγια τους χωρίς και οι δυο μας να εξευτελισθούμε. Μη ζητάς λόγια να με καταπραΰνουν. Αισθάνομαι πώς θάμεναν χωρίς αποτέλεσμα. Μολαταύτα δεν πιστεύω τους προδότες. Αν τους πίστευα, θα σε είχα κι' όλας σκοτώσει με θάνατο ατιμωτικό. Αλλά τα σατανικά λόγια τους μου τάραξαν την καρδιά, και μόνη η αναχώρησίς σου θα με ησυχάση. Φεύγα. Και βέβαια πάλι θα σε καλέσω σε λίγο. Πήγαινε, πάντοτε αγαπημένο παιδί μου!»
Όταν οι προδότες έμαθαν το νέο:
Έφυγε, είπαν μεταξύ τους, έφυγε ο μάγος, διωγμένος σαν λωποδύτης. Τι θα καταντήση στο μέλλον; Δίχως άλλο θα περάση τη θάλασσα για να ζητήση περιπέτειες και να προσφέρη της άπιστες υπηρεσίες του σε κάποιον μακρυνό Βασιλέα!»
Όχι! Ο Τριστάνος δεν είχε τη δύναμι να φύγη. Όταν πέρασε την τάφρο και της γέφυρες του ανακτορικού πύργου, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε ν' απομακρυνθή περισσότερο. Εσταμάτησε μέσα στη μικρή πολιτεία του Τινταγκέλ, εγκατεστάθη στο σπήτι κάποιου αστού μαζύ με τον Γκορνεβάλη, κ' έλυωνε εκεί βασανισμένος από τον πυρετό, σκληρότερα πληγωμένος παρά άλλοτε, τον καιρό που η λόγχη του Μόρχολτ είχε δηλητηριάσει το σώμα του. Άλλοτε, όταν ήταν κατάκοιτος στην καλύβη μπρος στα κύματα και όλοι έφευγαν μακρυά από τη βρώμα των φρικτών πληγών του, τρεις άνθρωποι μολαταύτα τον παράστεκαν: ο Γκορνεβάλης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, και ο Βασιληάς Μάρκος. Τώρα ο Ντινάς ντε Λιντάν και ο Γκορνεβάλης μένανε πάλι στο προσκέφαλό του. Αλλά ο Βασιληάς Μάρκος δεν ερχότανε πεια, και ο Τριστάνος θρηνούσε:
— Βέβαια, ωραίε θείε, τώρα το σώμα μου βγάζει τη βρώμα κάποιου φαρμακιού πειο αποκρουστικού ακόμη, και η αγάπη σου δεν μπορεί πεια να υπερνικήση τη φρίκη.
Αλλά απάνω στη φλόγα του πυρετού, ακατάπαυστα η επιθυμία, σαν μανιασμένο άλογο τον έσπρωχνε κατά τους πύργους τους καλοφτιαγμένους όπου βρισκότανε κλεισμένη η Βασίλισσα: άλογο και καβαλάρης τσακιζόντανε στους πέτρινους τοίχους. Άλογο και καβαλάρης σηκωνόντανε αμέσως και ξανάρχιζαν τον ίδιο καλπασμό.
Πίσω από τους καλοκλεισμένους πύργους, η Ιζόλδη η Ξανθή λυώνει κι' αυτή, πειο πολύ δυστυχισμένη ακόμη: γιατί ανάμεσα στους ξένους που την παραμονεύουν είναι αναγκασμένη να φαίνεται διαρκώς χαρούμενη και γελαστή. Και τη νύχτα, ξαπλωμένη στο πλευρό του Βασιληά Μάρκου, αναγκάζεται να δαμάζη ακίνητη την ταραχή των μελών της και της ανατριχίλες του πυρετού. Θέλει να φύγη προς τον Τριστάνο. Της φαίνεται ότι σηκώνεται και τρέχει έως την πόρτα: αλλά οι προδότες έχουνε στήσει στο σκοτεινό κατώφλι μεγάλα κοφτερά δρέπανα. Η ακονισμένες και κακές λάμες πιάνουν, στο πέρασμα, τα λεπτά γόνατα της. Της φαίνεται ότι πέφτει, και ότι από τα κομμένα γόνατά της ξεχύνονται δυο κόκκινες βρύσες.
Σε λίγο οι ερασταί θα πεθάνουν, αν κανείς δεν τους βοηθήση. Και ποιος άλλος θα τους βοηθήση λοιπόν εκτός από τη Βραγγίνα. Με κίνδυνο της ζωής της εγλύστρησε ως το σπήτι που έλυωνε ο Τριστάνος. Ο Γκορνεβάλης της ανοίγει με χαρά, και για να σώση τους αγαπημένους η Βραγγίνα συμβουλεύει ένα πονηρό τέχνασμα.
Όχι, Άρχοντες, ποτέ δε θ' ακούσατε να μιλούν για ωραιότερο ερωτικό τέχνασμα.
Πίσω από τον πύργο του Τινταγκέλ απλώνεται ένας κήπος, μεγάλος και κλεισμένος με γερούς πασσάλους. Αναρίθμητα ωραία δέντρα τονέ στολίζουν, φορτωμένα από καρπούς, άνθη, και πουλιά. Στο πειο μακρυνό από τον πύργο μέρος, πολύ κοντά στους πασσάλους του φράχτη, βρίσκεται ίσο και ψηλό ένα πεύκο: ο ρωμαλέος κορμός του βαστάει άφθονα κλαδιά και φύλλα. Στην ρίζα του, τρέχει γρήγορο το νερό καθαρής βρυσούλας, και πέφτει σε μαρμάρινη μικρή λίμνη, ήρεμο και διαυγές. Έπειτα ακολουθεί μια στενή κοίτη, περνάει έτσι όλον τον κήπο και φθάνει ως τον πύργο, περνώντας μέσα στο εσωτερικό του και μάλιστα μέσα στο διαμέρισμα των γυναικών. Λοιπόν, σύμφωνα με τη συμβουλή της Βραγγίνας, ο Τριστάνος έκοβε με τέχνη κομματάκια ξύλο και λεπτά κλαράκια. Περνούσε τους αιχμηρούς στύλους, ερχότανε κάτω από το πεύκο, κ' έρριχνε τα κομματάκια μέσ' την πηγή. Ελαφρά σαν τον αφρό πήγαιναν απάνω-απάνω, και κυλούσαν μαζύ του μέχρι πέρα, ως τα δωμάτια των γυναικών, όπου η Ιζόλδη παραμόνευε τον ερχομό τους. Αμέσως, — τα βράδυα που η Βραγγίνα είχε καταφέρει ν' απομακρύνη το Βασιληά Μάρκο και τους προδότες, — η Ιζόλδη έτρεχε στο φίλο της.
Ευκίνητη πηγαίνει κι' όμως περίφοβη, κυττάζοντας σε κάθε βήμα μήπως πίσω από τα δέντρα προδότες είναι κρυμμένοι. Μόλις τη βλέπει ο Τριστάνος με τα χέρια ανοιχτά, τρέχει απάνω της. Τότε η νύχτα κι' ο φιλικός ίσκιος του μεγάλου πεύκου τους προστατεύουν. . ..
— Τριστάνε, λέει η Βασίλισσα, δεν παρασταίνουν οι θαλασσινοί πως ο πύργος του Τινταγκέλ είναι στοιχειωμένος, κι' ότι με μάγια δυο φορές το χρόνο, το χειμώνα και το καλοκαίρι, χάνεται και φεύγει από τα μάτια; Τώρα έχει χαθή. Αυτός δεν είναι ο θαυμάσιος κήπος για τον οποίο μιλάνε τα τραγούδια της άρπας; τοίχος από αέρα τον κλείνει απ' όλες της μεριές. Δέντρα ανθισμένα, χώμα που μυρίζει μαγευτικά. Ο ήρωας ζη μέσα, χωρίς να γερνάη ποτέ, στην αγκαλιά της φίλης του, και καμμιά εχθρική δύναμις δε μπορεί ποτέ να σπάση το αέρινο τοίχωμα...»
Στης επάλξεις του Τινταγκέλ αντηχούν η σάλπιγγες των σκοπών που χαιρετούν την αυγή.
— Όχι, λέει ο Τριστάνος, το αέρινο τοίχωμα έσπασε κι' όλα. Δεν είν' αυτός ο κήπος των θαυμάτων. Μια μέρα, ω φίλη, θα πάμε μαζύ στον ευτυχισμένον τόπο απ' όπου κανείς δε γυρίζει πίσω. Εκεί υψώνεται ένας μαρμάρινος άσπρος πύργος. Σε καθένα από τα χίλια παράθυρα του λάμπει αναμμένη λαμπάδα. Σε καθένα, τραγουδιστές παίζουν, και τραγουδάνε μελωδίες χωρίς τέλος. Ο ήλιος δε λάμπει εκεί, όμως κανείς δεν πεθυμάει το φως του. Είναι ο ευτυχισμένος τόπος των ζωντανών».
... Στην κορυφή των επάλξεων και των πυργίσκων του Τινταγκέλ, η αυγή φωτίζει της μεγάλες πράσινες και βαθυκύανες πέτρες . . .
Η Ιζόλδη ξαναηύρε τη χαρά της: η υποψίες του Βασιληά Μάρκου διαλύονται. Απ' εναντίας οι προδότες καταλαβαίνουν, ότι ο Τριστάνος είδε τη Βασίλισσα. Αλλά η Βραγγίνα φυλάει καλά, και άδικα παραμονεύουν. Στο τέλος, ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον παιδέψη! — λέει σ' τους συντρόφους του:
«Άρχοντες, ας συμβουλευτούμε το νάνο Φροσίνο, τον καμπούρη. Γνωρίζει της εφτά τέχνες και όλα τα είδη της μαγείας. Ξέρει, όταν γεννιέται ένα παιδί, να κυττάζη τόσο καλά τους εφτά πλανήτες ώστε προκαταβολικώς απαριθμεί όλα τα γεγονότα της ζωής του. Με τη δύναμι του Βουγιβού και του Νουαρού, ανακαλύπτει όλα τα κρυφά πράγματα. Αν θέλη θα μας πη της πανουργίες της Ιζόλδης της Ξανθής».
Από μίσος της ωμορφιάς και της αντρείας, ο μικρόσωμος μοχθηρός άνθρωπος, εχάραξε τα σημεία της μαγείας, έρριξε όλα τα μάγια του, εκύτταξε την τροχιά του Ωρίωνος και του Αυγερινού και είπε:
— Χαρήτε, ωραίοι άρχοντες. Αυτή τη νύχτα θα μπορέσετε να τους πιάσετε.
Τον επήγαν μπροστά στο Βασιληά.
«Μεγαλειότατε, είπεν ο μάγος, διατάχτε τους κυνηγούς σας νάχουν έτοιμα τα λαγωνικά και να σελλώσουν τάλογα. Πέστε ότι εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες θα λείψετε στο δάσος για κυνήγι, και να με κρεμάστε από της διχάλες, αν απόψε κι' όλα δεν ακούστε τι λόγια λέει ο Τριστάνος στη Βασίλισσα».
Έτσι κ' έκανε ο Βασιληάς, αν και όχι με την καρδιά του. Σαν έπεσε η νύχτα, άφησε τους κυνηγούς του στο δάσος, πήρε το νάνο πισοκάπουλα, και γύρισε στο Τινταγκέλ. Από μια είσοδο που ήξερε, μπήκε στον κήπο κι' ο νάνος τον ωδήγησε κάτω από το μεγάλο πεύκο.
«Ωραίε Βασιληά, πρέπει ν' ανεβήτε στα κλαδιά αυτού του δένδρου. Πάρ'τε κει πάνω το τόξο και τα βέλη σας: ίσως σας χρειασθούν. Και ησυχάστε, δε θα περιμένετε πολύ.
— Φεύγα, σκύλλε του Σατανά! απάντησε ο Βασιληάς.
Ο νάνος επήρε το άλογο κ' έφυγε.
Είχε πη αλήθεια: ο Βασιληάς δεν περίμενε πολύ. Εκείνη τη νύχτα, καθαρό και ωραίο, έλαμπε το φεγγάρι. Κρυμμένος στα κλαδιά, ο Βασιληάς είδε τον ανηψιό του να πηδάη τους αιχμηρούς στύλους. Ο Τριστάνος ήλθε κάτω από το πεύκο και έρριξε στο νερό τα ξύλινα κομματάκια και τα κλαράκια. Αλλά, καθώς ήταν σκυμμένος στο νερό της πηγής, είδε να καθρεφτίζεται μέσα η εικόνα του Βασιληά. Α! αν μπορούσε να σταματήση τα ξυλαράκια που φεύγουν. Αλλά όχι, τρέχουν γρήγορα, διά μέσου του κήπου. Κει κάτω στην αίθουσα των γυναικών η Ιζόλδη παραμονεύει τον ερχομό τους. Τώρα, δίχως άλλο, θα τα είδε, θάρχεται! Ο Θεός να προστατέψη τους αγαπημένους.
Έρχεται! Καθισμένος, ακίνητος, ο Τριστάνος την παρατηρεί, και απάνω στο δένδρο ακούει το τρίξιμο του βέλους που τεντώνεται στην κόρδα του τόξου.
Έρχεται, ευκίνητη μα και προσεχτική, όπως συνηθίζει πάντα. «Τι συμβαίνει λοιπόν, σκέπτεται. Γιατί απόψε δεν τρέχει ο Τριστάνος να με προϋπαντήση. Μην είδε τάχα κανένα;»
Στέκεται, ψάχνει με το βλέμμα τα μαύρα φυλλώματα. Ξαφνικά, στο φως του φεγγαριού, βλέπει τη σκιά του Βασιληά στην πηγή. Γνωστική όπως όλες η γυναίκες, ούτε σηκώνει τα μάτια κατά το φύλλωμα του δέντρου. «Θεέ και κύριε μου! λέει χαμηλόφωνα, κάνετε μοναχά ώστε να μιλήσω εγώ πρώτη!»
Πλησιάζει ακόμη. Ακούστε πώς προλαμβάνει και ειδοποιεί τον φίλο της:
«Άρχοντα Τριστάνε, τι τόλμη πήρατε; Να με τραβήχτε τέτοια ώρα σ' αυτό το μέρος; Χίλιες φορές μ' έχετε προσκαλέσει για να με ικετεύσετε, λέγατε. Τι να με ικετεύσετε; Τι περιμένετε από μένα; Επί τέλους ήρθα: γιατί, δε μπορώ να το λησμονήσω, ως Βασίλισσα είχα αυτήν την υποχρέωσι. Να με λοιπόν. Τι θέλετε;
— Βασίλισσα, να σας ικετεύσω να μαλακώστε το θυμό του Βασιληά.
Τρέμει η Ιζόλδη και κλαίει. Αλλά ο Τριστάνος ευλογεί το Θεό που έδειξε στη φίλη του τον κίνδυνο.
— Ναι, Βασίλισσα, σας προσκάλεσα πολλές φορές και πάντοτε άδικα. Αφ' ότου μ' έδιωξε ο Βασιλιάς, ποτέ δεν καταδεχτήκατε ναρθήτε στην πρόσκλησί μου. Λυπηθήτε με το δυστυχισμένον. Ο Βασιληάς με μισεί, δεν ξέρω για ποιο λόγο, σεις τον ξέρετε ίσως. Ποίος άλλος θα μπορούσε να μαλακώση το θυμό του, εκτός από σας, ω τιμιωτάτη Βασίλισσα, ευγενική Ιζόλδη, που μοναχά σε σας εμπιστεύεται η καρδιά του;
— Αλήθεια, άρχοντα Τριστάνε, δεν ξέρετε ότι μας υποπτεύεται και τους δυο; Και για ποία προδοσία! Πρέπει, γι' ακόμη μεγαλύτερη ντροπή, εγώ να σας το πω; Ο κύριος μου πιστεύει ότι σας αγαπώ με ένοχο έρωτα. Ο Θεός το ξέρει μολαταύτα, κι' αν λέω ψέμματα, ας παιδέψη το κορμί μου, ποτέ δεν έδωσα την αγάπη μου σε κανέναν άνθρωπο εκτός σ' εκείνον που πρώτος με πήρε παρθένα στα χέρια του. Και θέλετε, Τριστάνε, να ζητήσω εγώ από το Βασιληά να σε συχωρέση; Αλλ' αν ήξερε μοναχά, ότι ήρθα κάτω απ' αυτό το πεύκο, θάρριχνε αύριο τη στάχτη μου στους τέσσερες ανέμους!»
Ο Τριστάνος είπε θρηνώντας:
— Α! ωραίε θείε! λένε ότι «κανείς δεν είναι παληάνθρωπος, αν δεν κάνη παληανθρωπιές». Μα σε ποία καρδιά μπόρεσε να γεννηθή τέτοια υποψία!
— Τι θέλετε να πήτε, άρχοντα Τριστάνε; Όχι, ο Βασιληάς και κύριος μου, ποτέ δεν θα φανταζότανε μόνος του τέτοια ατιμία. Αλλά οι προδότες αυτού του τόπου τον έκαναν να πιστέψη το ψέμμα, γιατί είναι εύκολο να ξεγελιούνται η τίμιες καρδιές. Αγαπιούνται, του είπαν, και οι προδότες του το παράστησαν ως έγκλημα. Ναι, με αγαπούσατε, Τριστάνε, γιατί να το αρνηθούμε; Δεν είμαι η γυναίκα του θείου σας και δε σας έσωσα δυο φορές τη ζωή; Κ' εγώ πάλι σας αγαπούσα. Δεν είσαστε από τη γενιά του Βασιληά, και δεν άκουσα χίλιες φορές τη μητέρα μου να λέη ότι μια γυναίκα δεν αγαπάει τον άντρα της αν δεν αγαπάη κι' όλο του το σώι; Γι' αγάπη του Βασιλιά, σας αγαπούσα, Τριστάνε. Ακόμη και τώρα αν σας συχωρέση, θα χαρώ. Αλλά το σώμα μου τρέμει, φοβάμαι πολύ, φεύγω, έμεινα κι' όλα πάρα πολύ».
Ο Βασιληάς, μέσ' τα κλαδιά, λυπήθηκε, και γέλασε γλυκά.
Η Ιζόλδη φεύγει, και ο Τριστάνος τη φωνάζει.
— Βασίλισσα, για τόνομα του Χριστού, λυπηθήτε με, βοηθήστε με! Οι τιποτένιοι προδότες ήθελαν να διώξουν μακρυά από το Βασιληά όλους όσοι τον αγαπούν. Επέτυχαν το σκοπό τους, και τώρα τον περιγελούν. Έστω, θα φύγω λοιπόν μακρυά απ' αυτό τον τόπο, μακρυά, — άθλιος όπως ήρθα άλλοτε. Αλλά τουλάχιστον, πήτε στο Βασιληά, γι' ανταμοιβή των περασμένων υπηρεσιών μου και για να μπορώ δίχως ντροπή να φύγω μακρυά από δω, να μου δώση λίγα χρήματα να πληρώσω τα έξοδά μου, και να εξοφλήσω το άλογό μου και τα όπλα μου.
— Όχι, Τριστάνε, δεν έπρεπε να μου κάμετε αυτή την αίτηση. Είμαι ολομόναχη σ' αυτόν τον τόπο, ολομόναχη σ' αυτό το παλάτι όπου κανείς δε μ' αγαπά, χωρίς στήριγμα κανένα, στη διάκρισι του Βασιληά. Αν του πω μια λέξι για σας, δε βλέπετε ότι κινδυνεύω να βρω ατιμωτικό θάνατο; Φίλε, ο Θεός να σας προστατεύη. Ο Βασιληάς σας μισεί, πολύ άδικα. Αλλά σ' όποιον τόπο και να πάτε, ο Μεγάλος Θεός θα σας είναι αληθινός φίλος».
Φεύγει η Ιζόλδη και τρέχει έως το δωμάτιό της όπου η Βραγγίνα την πέρνει ολότρεμη στα χέρια της. Η Βασίλισσα της διηγείται την περιπέτεια. Η Βραγγίνα φωνάζει:
«Ιζόλδη, κυρία μου, ο Θεός έκανε μεγάλο θαύμα για σας. Είναι πατέρας πονετικός και δε θέλει το κακό των αθώων.»
Κάτω από το μεγάλο πεύκο, ο Τριστάνος, στηριγμένος στο μαρμάρινο χείλος της λίμνης, θρηνούσε:
— Ας με λυπηθή ο Θεός κι' ας επανορθώση τη μεγάλη αδικία που μου κάνει ο αγαπητός μου κύριος!
Όταν πέρασε το φράχτη του κήπου, ο Βασιληάς είπε γελώντας:
— Ωραίε ανηψιέ, ευλογημένη νάναι αυτή η ώρα. Να, το μακρυνό ταξίδι που ετοίμαζες γι' αύριο πρωί, τελείωσε κι' όλα.
Κει κάτω, σ' ένα πλάτωμα του δάσους, ο νάνος Φροσίνος εξέταζε την τροχιά των άστρων: Εδιάβασε κει, ότι ο Βασιληάς τον απειλούσε με θάνατο. Μαύρισε από το φόβο και τη ντροπή, φούσκωσε από θυμό, και γρήγορα-γρήγορα τούδωσε για τη γη της Ουαλλίας.
Ζ'. Ο ΝΑΝΟΣ ΦΡΟΣΙΝΟΣ
Ο Βασιληάς Μάρκος έκαμε ειρήνη με τον Τριστάνο. Του έδωσε την άδεια να γυρίση πίσω στο παλάτι, και όπως άλλοτε, ο Τριστάνος κοιμάται στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπητικούς. Όποτε θέλει, μπορεί να μπαίνη και να βγαίνη. Ο Βασιληάς δεν έχει πεια καμμιά ανησυχία. Αλλά ποιος λοιπόν μπορεί πολύν καιρό να κρατήση μυστικούς τους έρωτές του; Αλλοίμονο, ο έρωτας δεν κρύβεται.
Ο Βασιληάς είχε συχωρέσει τους προδότες, και καθώς ο αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν ηύρε μια μέρα σε κάποιο μακρυνό δάσος να πλανάται, άθλιο και ελεεινό, το νάνο καμπούρη, τον ξανάφερε στο Βασιληά, ο οποίος τον ελυπήθη και του συχώρεσε το σφάλμα του.
Αλλά η καλωσύνη του δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά να μεγαλώση το μίσος των βαρώνων. Κάποια μέρα που ξανάπιασαν τον Τριστάνο με τη Βασίλισσα, έκαμαν αυτό τον όρκο: αν ο Βασιληάς δεν έδιωχνε τον ανηψιό του μακρυά από τη χώρα, αυτοί θ' αποτραβιώντανε στους οχυρούς πύργους των για να τον πολεμήσουν. Παρουσιασθήκανε στο Βασιληά:
«Μεγαλειότατε, μπορεί να μας αγαπάς ή να μας μισής, όπως θέλεις. Αλλά θέλουμε να διώξης τον Τριστάνο. Αγαπάει τη Βασίλισσα, κι' είναι φανερό για όποιονε θέλει να κυττάξη. Μεις δε θάν' το ανεχθούμε ποτέ».
Ο Βασιληάς τους ακούει, αναστενάζει, χαμηλώνει το κεφάλι κατά τη γη, σωπαίνει.
«Όχι Βασιληά, δε θάν' το ανεχθούμε πεια. Γιατί ξέρουμε τώρα ότι αυτή η είδησι, αλλόκοτη άλλοτε, έπαυσε πεια να σου φαίνεται παράξενη. Βλέπουμε ότι ανέχεσαι το έγκλημά τους. Τι θα κάμης; Σκέψου και συμβουλέψου. Όσο για μας, αν δεν απομακρύνης μια για πάντα τον ανηψιό σου, θα τραβηχτούμε στης βαρωνείες μες παίρνοντας και τους γείτονες μας μακρυά από την αυλή σου, γιατί δεν μπορούμε ν' ανεχτούμε να μένη περισσότερο εδώ. Βασιληά, διάλεξε μεταξύ των δυο!