Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Part 2
«Πατριώτη, πολύ ωραίο είναι το τραγούδι. Γλυκός ο σκοπός του, και γλυκά τα λόγια. Τώκαναν τον παληό καιρό οι αρχαίοι Βρεττανοί για να υμνήσουν τον έρωτα της Γρηλέντας. Πατριώτη, η φωνή σου είναι ωραία, τραγούδησε το καλά με την άρπα».
Ο Ουαλλός τραγούδησε, έπειτα απάντησε:
«Παιδί, πού ξέρεις λοιπόν, εσύ, από την τέχνη των οργάνων; Αν οι έμποροι του Λοοννουά μαθαίνουν επίσης στα παιδιά τους να παίζουν την άρπα, και την σαμβύκη, σήκω, πάρε την άρπα και δείξε την τέχνη σου.
Ο Τριστάνος πήρε την άρπα και τραγούδησε τόσο ωραία που οι βαρώνοι συνεκινούντο ακούγοντάς τον. Και ο Βασιληάς Μάρκος θαύμαζε τον αρπιστή που είχεν έλθει από τον τόπο του Λοοννουά, όπου άλλοτε ο Ριβαλάν είχεν οδηγήσει την Μπλανσεφλέρ.
Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Βασιληάς έμεινε πολλή ώρα αμίλητος.
«Παιδί, είπε έπειτα, ευλογημένος νάναι ο δάσκαλος που σε δίδαξε, ευλογημένος και συ από το Θεό. Ο Θεός αγαπάει τους καλούς τραγουδιστές. Η φωνή τους και η φωνή της άρπας μπαίνουν μέσ' την καρδιά των ανθρώπων, ξυπνάνε της πειο αγαπημένες τους αναμνήσεις, και τους κάνουν να ξεχνάνε τόσες και τόσες λύπες και ατυχίες. Για χαρά μας μεγάλη ήλθες εδώ σπήτι μας. Μείνε πολύν καιρό κοντά μου, φίλε!
— Ευχαρίστως, θα σας υπηρετήσω, Μεγαλειότατε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής».
Έτσι και έκαμε. Και μέσα σε τρία χρόνια μια αμοιβαία τρυφερότης μεγάλωσε μέσ' της καρδιές τους. Την ημέρα ο Τριστάνος ακολουθούσε τον Βασιληά στης δίκες ή στο κυνήγι, και τη νύχτα, καθώς κοιμώτανε στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπιτικούς, αν ο Βασιληάς ήτανε λυπημένος, έπαιζε με την άρπα για να γλυκάνη τη θλίψι του. Οι βαρώνοι τον αγαπούσαν, και απ' όλους πειο πολύ, καθώς θα το ιδούμε παρακάτω, ο Αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν. Αλλά τρυφερώτερα ακόμη από τους βαρώνους και τον Ντινάς ντε Λιντάν, τον αγαπούσε ο Βασιληάς. Μ' όλη του όμως την τρυφερότητα, ο Τριστάνος δε μπορούσε να παρηγορηθή που είχε χάσει τον πατέρα του το Ρόχαλτ και το δάσκαλό του Γκορνεβάλη, και την πατρίδα του, το Λοοννουά.
Άρχοντες, δε στέκει στον ιστορητή, που θέλει να σας ευχαριστήση, να λέη πάρα πολλά. Το θέμα αυτής της ιστορίας είναι τόσο ωραίο και έχει τόση ποικιλία: γιατί να την μακραίνω φλυαρώντας; Θα πω λοιπόν σύντομα πώς, αφού πέρασε βουνά και θάλασσες, και πλανήθηκε πολύν καιρό δω και κει, ο Ρόχαλτ ο Πιστός έφθασε τέλος πάντων στην Κορνουάλη, ξαναύρε τον Τριστάνο, και πώς, δείχνοντας στο Βασιληά το ρουμπίνι, που άλλοτε είχε δώσει στην Μλανσεφλέρ για δώρο νυφικό, του είπε:
«Βασιληά Μάρκο, αυτός εδώ είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ανεψιός σου, γυιός του Βασιληά Ριβαλάν και της αδερφής σου Μπλανσεφλέρ. Ο Δούκας Μόργκαν κρατάει τον τόπο του με το άδικο. Είναι καιρός να γυρίση στον νόμιμο κληρονόμο».
Και θα πω σύντομα πώς ο Τριστάνος πήρε από το θείο του τα άρματα του ιππότη, πώς πέρασε τη θάλασσα μετά καράβια της Κουρνουάλης, πώς ανεγνωρίσθη από τους αρχαίους υποτελείς του πατέρα του, πώς προεκάλεσε το φονηά του Ριβαλάν, πώς τον εσκότωσε και ανέκτησε την πατρίδα του.
Έπειτα σκέφτηκε πώς ο Βασιληάς Μάρκος δεν μπορούσε πεια να ζήση ευτυχισμένος δίχως αυτόν, και καθώς η ευγενικιά καρδιά του τού έδειχνε πάντοτε την πειο φρόνιμη απόφασι, εμάζεψε τους κόμητες και τους βαρώνους του, και τους μίλησε έτσι:
«Άρχοντες του Λοοννουά, ανέκτησα αυτόν τον τόπο και εκδικήθηκα για τον Βασιληά Ριβαλάν με τη βοήθεια του Θεού και την δική σας. Όμως δυο άνθρωποι, ο Ρόχαλτ και ο Βασιληάς Μάρκος της Κορνουάλης υπεστήριξαν τ' ορφανό και το περιπλανώμενο παιδί, και οφείλω να τους ονομάζω πατέρες. Δεν έχω χρέος, το ίδιο, όπως απέδωκα στον πατέρα μου τα δικαιώματά του, να τ' αποδώσω και σ' αυτούς; Λοιπόν δυο πράγματα έχει ένας άνθρωπος σαν και μένα: τον τόπο του και το σώμα του. Στον Ρόχαλτ από δω, δίνω τον τόπο μου. Πατέρα, θα τον κρατήσης και ο γυιός σου κατόπιν θα τον κρατήση κατόπιν σου. Στον Βασιληά Μάρκο θα δώσω το σώμα μου. Θ' αφήσω αυτόν τον τόπο, αν και μου είναι πολύ αγαπητός, και θα πάω να υπηρετήσω τον κύριό μου τον Βασιληά Μάρκο της Κορνουάλλης. Αυτή είναι η σκέψις μου. Αλλά σεις, σαν πιστοί μου άρχοντες του Λοοννουά που είσθε, μου οφείλετε την συμβουλήν σας: Αν λοιπόν κανείς σας θέλη να μου συμβουλέψη άλλη, απόφασι καλλίτερη, ας σηκωθή κι' ας μιλήση!».
Αλλά όλοι οι βαρώνοι τον παίνεψαν με δάκρυα στα μάτια, και ο Τριστάνος, παίρνοντας μαζύ του μόνον τον Γκορνεβάλη, έφυγε για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου.
Β'. Ο ΜΟΡΧΟΛΤ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ
Όταν γύρισε ο Τριστάνος, ο Μάρκος και όλοι του οι βαρώνοι είχαν μεγάλο πένθος. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας αρμάτωσε μεγάλο στόλο για να λεηλατήση την Κορνουάλλη, αν ο Μάρκος εξακολουθούσε ν' αρνιέται, όπως τώκανε δω και δέκα πέντε χρόνια, να πληρώση ένα φόρο που έδιναν τον παληό καιρό οι πρόγονοί του. Λοιπόν μάθετε, ότι σύμφωνα με παληές συνθήκες, οι Ιρλανδοί μπορούσαν να πέρνουν από την Κορνουάλην τον πρώτο χρόνο τρακόσες λίτρες χάλκωμα, το δεύτερο τρακόσες λίτρες καθαρό ασήμι και τον τρίτο τρακόσες λίτρες χρυσάφι. Αλλά, κάθε τέταρτη χρονιά, έπερναν με κλήρο απ' όλες της οικογένειες της Κορνουάλης τρακόσια παιδιά και τρακόσια κορίτσια δέκα πέντε χρονών. Λοιπόν, αυτή τη χρονιά, ο Βασιληάς έστειλε στο Τινταγκέλ, για να φέρη την παραγγελία του, ένα γίγαντα ιππότη, τον Μόρχολτ που είχε πάρει την αδελφή του γυναίκα και βασίλισσα. Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να νικήση τον Μόρχολτ σε μονομαχία. Αλλά ο Βασιλιάς Μάρκος με σφραγισμένα γράμματα είχε συγκαλέσει στην Αυλή του όλους τους βαρώνους του τόπου του, για να πάρη τη συμβουλή τους.
Την ωρισμένη μέρα, όταν οι βαρώνοι συναθροίσθηκαν στην θολωτή σάλα του ανακτόρου, και ο Βασιληάς Μάρκος κάθησε στο θρόνο του, ο Μόρχολτ μίλησε έτσι:
«Βασιληά Μάρκο, άκουσε για τελευταία φορά το μήνυμα του Βασιληά της Ιρλανδίας και κυρίου μου. Σου παραγγέλνει να πληρώσης επί τέλους τον φόρο που του οφείλεις. Επειδή τόσον καιρό τώρα τον έχεις αρνηθή, παραγγέλνει να μου παραδώσης σήμερα τρακόσα αγόρια και τρακόσα κορίτσια δέκα πέντε χρονών, που θα τα διαλέξουμε με τον κλήρο απ' όλες της οικογένειες της Κορνουάλλης. Το καράβι μου, αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Τινταγκέλ, θα τα πάρη για να γίνουνε σκλάβοι μας. Μολαταύτα — και δεν βγάνω έξω παρά μοναχά σένα, καθώς πρέπει, Βασιληά Μάρκε — αν κανείς από τους βαρώνους σου θέλει ν' αποδείξη με μονομαχία ότι αυτός ο φόρος είναι άδικος, θα δεχθώ την πρόκλησί του. Ποιος από σας, Άρχοντες της Κορνουάλλης, θέλει να πολεμήση, για να μη πληρώση ο τόπος σας το φόρο;»
Οι βαρώνοι κύτταζαν λαθραία ο ένας τον άλλο, και χαμήλωναν τα κεφάλια. Ο ένας έλεγε: «Κύτταξε, δύστυχε, το ανάστημα του Μόρχολτ της Ιρλανδίας: είναι πειο δυνατός από τέσσερες ρωμαλέους άντρες. Κύτταξε το σπαθί του: δεν ξέρεις ότι αυτό το σπαθί, μεγεμένο, έκοψε τα κεφάλια των πειο τολμηρών μαχητών; — τόσα χρόνια τώρα που ο Βασιλιάς της Ιρλανδίας στέλνει το γίγαντα στους υποτελείς τόπους για να πηγαίνη τα μηνύματά του; Κοκόμοιρε το θάνατό σου γυρεύεις;». Ο άλλος συλλογιζότανε: «Σας ανάστησα, αγαπημένα παιδιά και αγαπημένα κορίτσια, για να γίνετε σκλάβοι; Αλλά μήπως ο θάνατός μου θα σας έσωζε τάχα;», Κι' όλοι σιωπούσαν.
Ο Μόρχολτ είπε πάλι:
«Ποιος από σας, άρχοντες της Κορνουάλης, θέλει να δεχθή την πρόκλησί μου; Του προσφέρω μια ωραία μάχη: σε τρεις ημέρες θα πάμε με βάρκες στο νησί του Αγίου Σαμψών, στο πέλαγος του Τινταγκέλ. Εκεί, ο ιππότης σας κ' εγώ θα παλαίψουμε ολομόναχοι. Και η δόξα ότι ανάλαβε τον αγώνα αυτό θα φωτίση όλη τη γενιά του».
Σώπαιναν πάντα εκείνοι. Ο Μόρχολτ έμοιαζε με γεράκι κλεισμένο στο κλουβί μαζύ με μικρά πουλάκια: όταν μπη εκεί μέσα όλα σωπαίνουν.
Ο Μόρχολτ μίλησε για τρίτη φορά.
«Αί λοιπόν, ωραίοι άρχοντες της Κουρνουάλλης, αφού αυτή η απόφασις σας φαίνεται πειο τιμητική, βάλτε τα παιδιά σας στον κλήρο και θα τα πάρω. Αλλά όμως δεν πίστευα ότι αυτός ο τόπος κατοικείται μοναχά από σκλάβους».
Τότε ο Τριστάνος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιληά Μάρκου, και είπε:
«Βασιληά και κύριε, αν θέλης να μου κάνης αυτή τη χάρι, εγώ θα πολεμήσω».
Άδικα ο Βασιληάς Μάρκος θέλησε να του αλλάξη ιδέα. Ήταν τόσο νεαρός ιππότης: εις τι θα του εχρησίμευεν η τόλμη του; Αλλά ο Τριστάνος έδωσε την πρόκλησί του στο Μόρχολτ, και κείνος την εδέχτη.
Την ωρισμένη μέρα, ο Τριστάνος ετοποθετήθη στο μεταξωτό βυσσινί πάπλωμα, και κάθησε να του φορέσουν την πανοπλία του για τη μεγάλη περιπέτεια. Εφόρεσε το θώρακα και την περικεφαλαία από μελανό ατσάλι. Οι βαρώνοι έκλαιγαν από λύπη για τον αντρείο, και ντροπή για τον εαυτό τους. «Α! Τριστάνε, έλεγαν, τολμηρέ βαρώνε, για τι να μη δεχτώ καλλίτερα εγώ αυτόν τον αγώνα; Ο θάνατός μου θάρριχνε λιγώτερο πένθος στη χώρα». Η καμπάνες χτυπάνε, και όλοι, οι βαρώνοι και οι άνθρωποι του λαού, γέροι, παιδιά, και γυναίκες, με κλάμματα και ευχές, συνοδεύουν τον Τριστάνο ως την παραλία. Ήλπιζαν ακόμη, γιατί στην καρδιά του ανθρώπου η ελπίδα ζη με το τίποτε.
Ο Τριστάνος ανέβηκε μονάχος σε μια βάρκα και τράβηξε κατά το νησί του Αγίου Σαμψών. Ο Μόρχολτ είχε υψώσει στο κατάρτι του ένα πανί από πλούσια πορφύρα. Πρώτος έφτασε στο νησί. Έδενε τη βάρκα στην παραλία, όταν ο Τριστάνος πηδώντας κι' αυτός στη στεριά έσπρωξε με το πόδι τη δική του κατά τη θάλασσα, μέσα.
«Υποτελή, τι κάνεις εκεί; είπε ο Μόρχολτ. Και γιατί δεν κράτησες την βάρκα σου, όπως εγώ;
— Υποτελή, για ποιο λόγο; απάντησε ο Τριστάνος. Ένας από τους δυο μας θα φύγη μονάχος του από δω. Δεν του φτάνει μια βάρκα;».
Και οι δύο, ερεθιζόμενοι για τη μάχη με υβριστικά λόγια, ετράβηξαν μέσα στο νησί.
Κανείς δεν είδε τη φοβερή μάχη. Τρεις φορές όμως φάνηκε ότι ο θαλασσινός άνεμος έφερνε στην παραλία μια μανιασμένη κραυγή. Τότε, δείχνοντας το πένθος τους, η γυναίκες χτυπούσαν τα χέρια τους, ενώ οι σύντροφοι του Μόρχολτ, μαζεμένοι παράμερα μπρος στης σκηνές τους, γελούσαν. Κατά το δείλι, φάνηκε, στο βάθος, το πορφυρό ιστίο: Ήταν η βάρκα του Ιρλανδού, που έφευγε από το νησί. Ξεφωνητά απελπισίας αντηχήσανε: «Ο Μόρχολτ! Ο Μόρχολτ!» Αλλά καθώς μεγάλωνε, πλησιάζοντας, η βάρκα, και καθώς ξαφνικά την εσήκωσε στην κορυφή του ένα κύμα, φάνηκε ένας ιππότης που στεκότανε όρθιος στην πλώρη. Δυο σπαθιά κρατούσε στα χέρια. Ήτανε ο Τριστάνος. Αμέσως είκοσι βάρκες πέταξαν να τον συναντήσουν, και τ' αγόρια έτρεχαν κατ' απάνω του κολυμπώντας. Ο αντρείος επήδησε αλαφρά στην ακτή, κ' ενώ η μητέρες γονατιστές του φιλούσαν τα σιδερένια παπούτσια, εφώναξε στους συντρόφους του Μόρχολτ:
«Άρχοντες της Ιρλανδίας, ο Μόρχολτ επολέμησε καλά. Δέτε: το σπαθί μου είναι τσακισμένο στην άκρη. Ένα κομμάτι της λάμας έμεινε βυθισμένο στα κεφάλι του. Πάρτε, άρχοντες, αυτό το κομμάτι το ατσάλι: είνε ο φόρος της Κορνουάλλης!».
Έπειτα ανέβη κατά το Τινταγκέλ. Στο πέρασμά του, τα ελευθερωμένα παιδιά τον εχαιρέτιζαν με μεγάλες κραυγές κινώντας πράσινα κλαδιά, κι' από τα παράθυρα έβγαιναν η γυναίκες. Αλλά όταν, μέσα στο θόρυβο και τον ενθουσιασμό των ασμάτων, των κωδωνοκρουσιών, των σαλπίγγων και των κεράτων, — τόσο μεγάλο θόρυβο που ούτε τους κεραυνούς του Θεού δε θα μπορούσε κανείς ν' ακούση — όταν ο Τριστάνος έφθασε στο ανάκτορο, έπεσε μισολιπόθυμος στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Και το αίμα έτρεχε από της πληγές του ποτάμι.
Εν μέσω μεγάλης λύπης, οι σύντροφοι του Μόρχολτ έφθασαν στην Ιρλανδία. Άλλοτε, όταν έμπαινε στο λιμάνι του Βάιζεφορ, ο Μόρχολτ χαιρότανε βλέποντας μεζεμένους πλήθος, τους ανθρώπους του που τον χαιρετούσαν με ζητωκραυγές, και την αδερφή του την Βασίλισσα, και την Ιζόλδη την ανηψιά του με τα χρυσά μαλλιά, που η καλλονή της άρχιζε να λάμπη σαν απαλή αυγή. Τρυφερά τον υποδέχοντο, κι' αν είχε πληγωθή πουθενά τον εγιάτρευαν: γιατί ήξεραν τα βάλσαμα και τα γιάτρια που ανασταίνουν πληγωμένους ομοίους με νεκρούς. Αλλά τώρα πεια τι μπορούσαν να χρησιμεύσουν η μαγικές συνταγές, και τα βότανα τα μαγεμένα στην κατάλληλη ώρα, και τα φίλτρα όλα; Ήτανε κει νεκρός, ραμένος μέσα σε δέρμα ελαφιού, και το κομμάτι του εχθρικού σπαθιού έμενε ακόμη βυθισμένο στο κεφάλι. Η Ιζόλδη η Ξανθή το έβγαλε και τώκλεισε σ' ένα φιλντισένιο κουτί, πολύτιμο σαν αγιοθήκη. Και σκυμμένες απάνω στο πελώριο πτώμα, μητέρα και κόρη, ξανάλεγαν ατελείωτα το παινετικό μοιρολόγι του νεκρού και ρίχνανε την ίδια κατάρα κατά του φονηά. Και με τη σειρά της μία μία γυναίκα έπαιρνε το μοιρολόγι. Από κείνη την ημέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε να μισή το όνομα του Τριστάνου του Λοοννουά.
Αλλά στο Τινταγκέλ, ο Τριστάνος έλυωνε: φαρμακωμένο αίμα έτρεχε από της πληγές του. Οι γιατροί είπαν ότι ο Μόρχολτ είχε βυθίσει στη σάρκα του δηλητηριασμένο ξίφος, και καθώς με τα φάρμακά τους και τη θεριακή τους δεν μπορούσαν να τον κάμουν καλά, τον άφησαν στη φύλαξι του Θεού. Μια τόσο απαίσια βρώμα έβγαινε από της πληγές του, ώστε και οι πειο αγαπημένοι του φίλοι έφευγαν από κοντά του, όλοι εκτός από τον Βασιληά Μάρκο, τον Γκορνεβάλη, και τον Νανάς ντε Λιντάν, που μόνοι μπορούσαν κ' έμεναν στο προσκέφαλό του: η αγάπη τους υπερνικούσε τη φρίκη. Επί τέλους ο Τριστάνος είπε και τον μετέφεραν σε μια καλύβα χτισμένη απόμερα, στην παραλία. Κατάκοιτος μπρος στα κύματα περίμενε το θάνατο. Σκεφτότανε: «Μ' εγκαταλείψατε λοιπόν, Βασιληά Μάρκε, μένα που έσωσα την τιμή του τόπου σας; Όχι, το γνωρίζω, ωραίε θείε, ότι θα δίνατε την ζωή σας για τη δική μου. Αλλά τι μπορεί η αγάπη σας; Πρέπει να πεθάνω. Μολαταύτα είνε γλυκό πράγμα να βλέπη κάνεις τον ήλιο, και η καρδιά μου είναι τολμηρή ακόμη. Θέλω ν' αρμενίσω στην άγνωστη θάλασσα... Θέλω να με πάνε τα κύματα μακρυά, μακρυά, καταμόναχο. Σε ποιον τόπο; δεν ξέρω, αλλά κει που ίσως θα βρω τη γιατρειά μου. Και ίσως μια μέρα θα σας υπηρετήσω ακόμη, ωραίε θείε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής».
Παρακάλεσε τόσο θερμά, που στο τέλος ο Βασιληάς Μάρκος τούκανε το θέλημά του. Τον έφερε σε μια βάρκα δίχως πανιά και δίχως κουπιά. Και ο Τριστάνος θέλησε να του βάλουν μονάχα κοντά του την άρπα του. Τι να τα κάνη τα πανιά που τα χέρια του δε θα μπορούσαν να τα σηκώσουν; Τι να τα κάνη τα κουπιά; Και τι το σπαθί; Όπως οι ναυτικοί, στα μεγάλα ταξίδια, ρίχνουν από το κατάστρωμα στη θάλασσα το πτώμα κάποιου παληού τους συντρόφου, έτσι και ο Γκορνεβάλης, με τρεμουλιαστά χέρια, έσπρωξε προς το πέλαγος τη βάρκα που ήτανε κατάκοιτος μέσα ο αγαπημένος του γυιός· και η θάλασσα τον επήρε και τον τράβηξε.
Εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες η θάλασσα τον έφερνε αλαφρά. Κάποτε, ο Τριστάνος για να γλυκαίνη τον πόνο του έπαιζε με την άρπα. Επί τέλους, χωρίς να το καταλάβη, η θάλασσα τον έφερε κοντά σε μια παραλία. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα κάτι ψαράδες είχαν αφήσει το λιμάνι, για να ρίξουν τα δίχτυα στα βαθειά, και τράβαγαν με τα κουπιά, όταν ξαφνικά άκουσαν μια γλυκειά μελωδία, ζωηρή και δυνατή, που κυλούσε απάνου στα κύματα. Ακίνητοι, με τα κουπιά κρεμασμένα απάνου από τα κύματα, άκουγαν. Με τα πρώτα θαμπά φώτα της αυγής παρατήρησαν την περιπλανημένη βάρκα.
«Έτσι, είπαν μέσα τους, μια υπερφυσική μουσική εσκέπαζε το καράβι του Αγίου Βρεντάν όταν αρμένιζε κοντά στα Νησιά της Τύχης απάνω σε μια θάλασσα άσπρη όπως το γάλα». Πήραν τα κουπιά και τράβηξαν γρήγωρα για να φθάσουν τη βάρκα, που πήγαινε στην τύχη και τίποτα δε φαινότανε να ζη μέσα εκτός από τη φωνή της άρπας. Μα όσο επλησίαζαν, η μελωδία αδυνάτιζε, στο τέλος έπαψε, κι' όταν επλεύρισαν, τα χέρια του Τριστάνου είχανε πέσει νεκρά απάνω στης χορδές που έφρισσαν ακόμη. Τον επεριμάζεψαν και γύρισαν ατό λιμάνι για να παραδώσουν τον πληγωμένο στην σπλαχνική κυρία τους που ίσως θα μπορούσε να τον γιατρέψη.
Αλλοίμονο! Αυτό το λιμάνι ήτανε το Βάιζεφορ, όπου κοίτονταν νεκρός ο Μόρχολτ, και η κυρία τους ήτανε η Ιζόλδη η Ξανθή. Μόνη αυτή, γνωρίζοντας τα φίλτρα, μπορούσε να σώση τον Τριστάνο. Αλλά μόνη αυτή μέσα σ' όλες της γυναίκες ήθελε το θάνατό του. Όταν ο Τριστάνος, ζωογονημένος από τα γιατρικά της, ανέλαβε και ξαναύρε της αισθήσεις του, κατάλαβε ότι τα κύματα τον είχαν ρίξει σ' ένα τόπο γεμάτο κινδύνους. Αλλά τολμηρός ακόμη, προκειμένου να υπερασπισθή τη ζωή του, μπόρεσε γρήγωρα να βρη ωραία πονηρά λόγια. Διηγήθη ότι ήτανε τραγουδιστής, και ταξίδευε μ' ένα εμπορικό καράβι για την Ισπανία όπου ήθελε να μάθη να διαβάζη στ' αστέρια. Πειραταί είχαν προσβάλει το καράβι, κι' αυτός πληγωμένος ξέφυγε μ' αυτή τη βάρκα. Τον πίστεψαν. Κανείς από τους συντρόφους του Μόρχολτ δεν ανεγνώρισε τον ωραίο ιππότη του Νησιού Αγίου Σαμψών. Τόσο άσχημα το φαρμάκι είχε παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του. Αλλά όταν, έπειτα από σαράντα μέρες, η Ιζόλδη με τα χρυσά μαλλιά τον είχε σχεδόν όλως διόλου γιατρέψει, κι' άρχιζε στα ξανανεωμένα μέλη του να φαίνεται η χάρη και η δύναμη, κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγη.
Έφυγε κρυφά. Κι' έπειτα από χίλιους κινδύνους, μια μέρα παρουσιάστηκε πάλι μπρος στον Βασιληά Μάρκο.
Γ'. Η ΩΡΑΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΛΙΑ
Μέσ' την αυλή του Βασιληά Μάρκου ήτανε τέσσερες βαρώνοι — οι πειο άπιστοι των ανθρώπων — που μισούσαν με μαύρο μίσος τον Τριστάνο για την αντρεία του και για την τρυφερή αγάπη που του είχε ο Βασιληάς. Και ξέρω καλά να σας ξαναπώ τα ονόματά τους: Αντρέ, Γκενελόν, Γοντοΐν, και Ντενοαλέν. Λοιπόν ο Δούκας Αντρέ ήταν όπως και ο Τριστάνος, ανηψιός του Βασιληά Μάρκου. Γνωρίζοντας ότι ο Βασιληάς μελετούσε να γεράση άτεκνος για ν' αφήση την χώρα του στον Τριστάνο, ο φθόνος τους άναψε και με ψέμματα ερέθιζαν κατά του Τριστάνου τους Άρχοντες της Κορνουάλλης.
«Πόσα θαύματα στη ζωή του! έλεγαν οι άπιστοι. Αλλ' είσαστε, άρχοντες, άνδρες με μεγάλη γνώσι και μπορείτε καλά να κρίνετε αυτά τα θαύματα. Ενίκησε τον Μόρχολτ: να ένα ωραίο ανδραγάθημα. Αλλά με ποιες μαγείες κατώρθωσε, σχεδόν πεθαμμένος, να ταξιδέψη καταμόναχος μέσα στη θάλασσα; Ποιος από μας, άρχοντες, θα μπορούσε να διευθύνη μια βάρκα χωρίς πανιά και χωρίς κουπιά; Οι μάγοι μπορούν μοναχά, καθώς λένε. Έπειτα σε ποιον τόπο μάγων κατώρθωσε να βρη φάρμακο για της πληγές του. Ασφαλώς είναι κάποιος μάγος. Ναι, η βάρκα του ήταν νεράιδα καθώς και το ξίφος του, και μαγεμένη είναι η άρπα του που κάθε μέρα σταλάζει δηλητήρια μέσ' την καρδιά του Βασιληά Μάρκου. Πώς μπόρεσε να δαμάση αυτή την καρδιά με τη δύναμι και τα θέλγητρα της μαγείας; Θα γίνη Βασιληάς, άρχοντες, και τα εδάφη σας θα εξαρτώνται από ένα μάγο!»
Έπεισαν τους πειο πολλούς βαρώνους: γιατί πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν ότι όσα ανήκουν στην εξουσία των μάγων, μπορεί και η καρδιά να τα κατορθώση με τη δύναμι της αγάπης και της τόλμης. Γι' αυτό οι βαρώνοι επίεσαν τον Βασιλέα Μάρκο να πάρη γυναίκα μια βασιλοπούλα, που θα τούδινε νόμιμους κληρονόμους. Αν αρνιότανε, θα πηγαίνανε στους πύργους των, να του στήσουν πόλεμο. Ο Βασιληάς αντιστεκότανε και έκανε όρκους ότι όσο ζούσε ο αγαπημένος του ανηψιός, ποτέ, καμμιά βασιλοπούλα δε θα γινότανε γυναίκα του. Αλλά και ο Τριστάνος, που πολύ τον ντρόπιαζε η υποψία ότι αγαπούσε το θείο του με υστεροβουλία, τον ηπείλησε: ότι αν ο Βασιληάς δεν κάνη το θέλημα των βαρώνων, θάφευγε από την αυλή και θα πήγαινε να υπηρετήση τον πλούσιο Βασιλέα της Γαβοΐας. Τότε ο Βασιληάς έβαλε προθεσμία στους βαρώνους του: σε σαράντα μέρες θάλεγε την απόφασί του.
Την ωρισμένη μέρα μόνος μέσ' το δωμάτιο του τους περίμενε νάλθουν, και συλλογιζότανε θλιμμένος: «Πού να βρω λοιπόν κάποια βασιλοπούλα πάρα πολύ μακρυνή, ώστε να υποκριθώ, μα μονάχα να υποκριθώ, πως τη θέλω για γυναίκα;»
Εκείνη τη στιγμή από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε προς τη θάλασσα, δυο χελιδόνια πούχτιζαν τη φωληά τους, μπήκαν μέσα και εμαλώνανε.
Έπειτα τρομαγμένα ξαφνικά, έγιναν άφαντα.
Αλλά από τα ράμφη τους ξέφυγε μια μακρυά γυναικεία τρίχα, πειο λεπτή από κλωστή μεταξωτή, και λαμπρή σαν ακτίνα του ήλιου.
Ο Μάρκος, παίρνοντάς την στα δάκτυλά του, εκάλεσε μέσα τους βαρώνους και τους είπε:
«Για να σας κάμω τη χάρι, βαρώνοι, θα πάρω γυναίκα. Μόνον όμως αν θέλετε να ζητήστε εκείνη που διάλεξα.
— Και βέβαια θέλουμε, ωραίε άρχοντα. Ποια διάλεξες λοιπόν;
— Διάλεξα εκείνη που έπεσε από τα μαλλιά της αυτή η χρυσή τρίχα, και μάθετε ότι δε θέλω καμμιά άλλη.
— Κι' από που, ωραίε άρχοντα, έρχεται αυτή η χρυσή τρίχα;
— Έρχεται, άρχοντες, από την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Δυο χελιδόνια μου την έφεραν. Αυτά ξέρουν από ποιον τόπο».
Οι βαρώνοι κατάλαβαν ότι τους εκορόιδευε. Εκύτταζαν τον Τριστάνο με πείσμα. Γιατί τον υπωπτευόντανε ότι αυτός είχε συμβουλέψει την πανουργία. Αλλά ο Τριστάνος, κυττάζοντας τη χρυσή τρίχα, θυμήθηκε την Ιζόλδη την Ξανθή, εχαμογέλασε και μίλησε έτσι:
«Βασιλέα Μάρκε, κακά και άδικα φέρεσαι. Δε βλέπεις ότι η υποψίες των αρχόντων από δω με εξευτελίζουν; Αλλά μάταια ετοίμασες αυτό το τέχνασμα: Θα πάω να ζητήσω την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Μάθετε ότι το διάβημα είναι επικίνδυνο και ότι θα είναι δυσκολότερο να γυρίσω από τον τόπο της παρά από το νησί που σκότωσα τον Μόρχολτ. Αλλά και πάλι θέλω, ωραίε θείε, να βάλω προς χάρι σου το σώμα μου και τη ζωή μου στο ρεφούδο. Για να ξέρουν οι βαρώνοι σου αν σ' αγαπάω με πιστή και τίμια αγάπη, κάνω αυτόν τον όρκο: ή θα πεθάνω σ' αυτήν την επιχείρησι ή θα φέρω 'δώ στο ανάκτορο του Τινταγκέλ τη Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά».
Αρμάτωσε ένα ωραίο καράβι, και το γέμισε με στάρι, κρασί, μέλι, και άλλες καλές τροφές. Πήρε μαζύ του, εκτός από τον Γκορνεβάλη, εκατό ιππότες από μεγάλες γενιές, διαλεγμένους μέσα στους πειο αντρείους, και τους έβαλε και φόρεσαν κοντοκάπια και μαντύες από χοντρά πρόστυχα πανιά, ώστε να μοιάζουν με εμπόρους. Αλλά κάτω από τη γέφυρα του καραβιού έκρυβαν της πλούσιες στολές από διάχρυσο ύφασμα, βελούδο, και πορφύρα, που αρμόζουν στους απεσταλμένους ενός Βασιληά ισχυρού και μεγάλου.
Όταν το καράβι μπήκε στο πέλαγος, ερώτησε ο πιλότος:
«Ωραίε άρχοντα, για ποιον τόπο να βάλω πλώρη;
— Φίλε, τράβα κατά την Ιρλανδία, κατευθείαν για το λιμάνι του Βάιζεφορ».
Ανατρίχιασε ο πιλότος. Δεν ήξερε ο Τριστάνος, ότι έπειτα από τον φόνο του Μόρχολτ ο Βασιληάς της Ιρλανδίας κυνηγούσε τα πλοία της Κορνουάλλης; Κι' όσους ναυτικούς έπιανε, τους κρεμούσε σε δίκρανα; Μολαταύτα ο πιλότος υπάκουσε και έπλευσε στον επικίνδυνο τόπο.
Πρώτα-πρώτα ο Τριστάνος έπεισε τους ανθρώπους του Βάιζεφορ ότι οι σύντροφοι του ήτανε έμποροι από την Αγγλία κι' είχαν έλθει για ειρηνικό εμπόριο. Αλλά, καθώς οι παράξενοι αυτοί εμπόροι όλη την ημέρα έτρεχαν στα ευγενικά παιχνίδια, στο ζατρίκι, και στο τάβλι, και ξέρανε καλλίτερα να ρίχνουν τους κύβους παρά να μετράνε το σιτάρι, ο Τριστάνος φοβώτανε μη τους ανακαλύψουν, και δεν ήξερε πώς να κάνη.
Λοιπόν, ένα πρωί, κατά τα ξημερώματα, άκουσε μια φωνή τόσο τρομερή που θάλεγε κανείς ότι ήταν η κραυγή κάποιου δαίμονα. Ποτέ δεν είχεν ακούσει ζωντανό να μουγκρίζη με τέτοιον τρόπο, φρικαλέο και καταπληκτικό. Φώναξε μια γυναίκα που περνούσε στο λιμάνι:
«Πέστε μου, κυρία, από πού βγαίνει, αυτή η φωνή που άκουσα; Μη μου το κρύβετε.
— Και βέβαια, δίχως ψέμμα, θα σας το πω, κύριε. Βγαίνει από το πειο αγέρωχο και το πειο φρικτό θηρίο που υπάρχει στον κόσμο. Κάθε μέρα κατεβαίνει από τη σπηλιά του και στέκεται σε μια από της πύλες της Πολιτείας. Κανείς δεν μπορεί να μπη, κανείς να βγη, αν δε δώσουν, πρώτα, στο δράκοντα μια τρυφερή κόρη. Κι' όταν την πάρη στα νύχια του την καταπίνει σε λιγώτερη ώρα απ' όση χρειάζεται κανείς για να πη τον πάτερ ημών.
— Κυρία, είπεν ο Τριστάνος, μη με ειρωνεύεσθε, αλλά πέστε μου αν θα μπορούσε ένας άντρας γεννημένος από μάννα να πολεμήση το θεριό και να το σκοτώση.
— Αλήθεια, ωραίε και γλυκέ μου κύριε, δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι, ότι είκοσι δοκιμασμένοι ιππότες δοκίμασαν μέχρι τώρα. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας εδήλωσε με το δημόσιο κήρυκα ότι θα δώση την κόρη του την Ιζόλδη την Ξανθή σε όποιον σκοτώση το τέρας, Αλλά το τέρας τους έφαγε όλους».
Ο Τριστάνος αφήνει τη γυναίκα και γυρίζει στο καράβι του. Οπλίζεται μυστικά, και θάτανε ώμορφο νάβλεπε κανείς από αυτό το καράβι των εμπόρων να βγαίνη τόσο πλούσιο πολεμικό άτι και τόσο υπερήφανος καβαλλάρης. Αλλά το λιμάνι ήταν έρημο, γιατί μόλις είχε χαράξει, κ' έτσι κανείς δεν είδε τον αντρείο να καλπάζη κατά το μέρος που τούδειξε η γυναίκα. Ξαφνικά, πέντε άνδρες ξεχύθηκαν στο δρόμο. Σπηρούνιζαν τάλογά τους, με τα χαλινάρια αμπολημένα, και έφευγαν κατά την πόλι. Ο Τριστάνος έπιασε στο πέρασμα ένα απ' αυτούς από τα ορθωμένα κόκκινα μαλλιά τόσο δυνατά ώστε αναποδογύρισε στα καπούλια του αλόγου του, και τον εσταμάτησε.
— Ο Θεός να σας σώση, ωραίε κύριε! είπεν ο Τριστάνος. Από ποιο δρόμο έρχεται ο δράκοντας;»
Και όταν ο φυγάς τούδειξε το δρόμο, ο Τριστάνος τον άφησε.
Το τέρας επλησίαζε. Είχε κεφάλι πελωρίου φειδιού, μάτια κόκκινα σαν κάρβουνα αναμμένα, κέρατα στο κούτελο, αυτιά μακρυά και τριχωτά, νύχια λέοντα, ουρά ερπετού, και το σώμα του ήταν λεπιδωτό.