Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Part 11
Μάζεψαν την άγκυρα, σήκωσαν το κατάρτι, τέντωσαν το πανί. Ο δροσερός πρωινός άνεμος εβούιζε στα σκοινιά, και φούσκωναν τα πανιά. Έξω από το λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα, ολόασπρη και φωτεινή πέρα, κάτω από της ακτίνες του ήλιου, ώρμησε το καράβι.
Στο Κάρχαιξ, ο Τριστάνος λυώνει από το κακό του. Περιμένει με πόθο τον ερχομό της Ιζόλδης. Τίποτε δε τον παρηγορεί πεια, κι' αν ζη ακόμη, είναι γιατί περιμένει. Κάθε μέρα έστελνε στην παραλία να κυττάξουν μήπως έρχεται το καράβι, και τι χρώμα έχει το πανί του. Καμμιά άλλη επιθυμία δεν είχε πεια στην καρδιά του. Έπειτ' από λίγο είπε και τον πήγαν στην ακτή του Πέμμαρχ, κι' όσο ήταν ο ήλιος στον ουρανό, κύτταζε μακρυά στη θάλασσα.
Ακούστε, Άρχοντες, μια θλιβερή ιστορία, που θα κάνη να κλάψουν όσους αγαπούν.
Η Ιζόλδη πλησίαζε κι' όλα. Η ακτή του Πέμμαρχ φαινότανε μακρυά, και πειο χαρωπά αρμένιζε το καράβι. Ξαφνικά άνεμος καταιγίδας σηκώνεται. Χτυπάει τα πανιά, στριφογυρίζει το καράβι. Οι ναύτες τρέχουνε στο «προσήνεμο» και με θλιμμένη καρδιά, κάνουν πίσω. Λυσσάει ο άνεμος. Τα βαθειά κύμματα αναταράζονται, ο ουρανός σκοτεινιάζει βαθειά, μαυρίζει η θάλασσα, κ' η βροχή πέφτει κατακλυσμός. Σκοινιά και κατάρτια τσακίζονται, οι ναύτες χαμηλώνουν το πανί, κι' αφήνονται στη διάκρισι των κυμάτων και του ανέμου. Για δυστυχία τους, είχαν ξεχάσει να σηκώσουν στο κατάστρωμα τη βάρκα που είχε δεθή στην πρύμη κ' έσκιζε τη θάλασσα. Ένα μεγάλο κύμα την ξεκόβει από το καράβι και την πέρνει μακρυά.
Η Ιζόλδη φωνάζει:
«Αλλοίμονο! Δυστυχισμένη εγώ! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω αρκετά για να ιδώ τον Τριστάνο, το φίλο μου, μια φορά ακόμη, μοναχά μια φορά. Θέλει να πνιγώ σ' αυτή την θάλασσα. Τριστάνε, μια φορά αν σας μιλούσα, λίγο θα μ' έμελλε πεια να πεθάνω. Φίλε, αν δε φθάσω μέχρις εσένα, θα πη πώς δεν το θέλει ο Θεός, κι' αυτή είναι η πειο μεγάλη μου λύπη. Λίγο με μέλει για το θάνατο. Αφού ο Θεός το θέλει θα τον δεχτώ. Αλλά, φίλε, όταν θα το μάθετε, θα πεθάνετε, το ξέρω καλά. Τέτοιος είναι ο έρωτάς μας που δε μπορείτε να πεθάνετε δίχως εμένα, ούτ' εγώ δίχως εσάς. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου την ίδια ώρα με τον δικό μου. Αλλοίμονο! φίλε, δε θα ικανοποιηθή ο πόθος μου: ήτανε να πεθάνω μέσα στα χέρια σας, να με θάψουν στον ίδιο τάφο με σας. Αλλά θα πεθάνω μόνη, και δίχως εσάς θα χαθώ στη θάλασσα. Ίσως δε θα μάθετε το θάνατό μου, θα ζήστε ακόμη, περιμένοντας ολοένα να έρθω. Αν μάλιστα το θέλη ο Θεός, ίσως και να γιατρευτήτε. Α! ίσως έπειτα από μένα θ' αγαπήστε άλλη γυναίκα, θ' αγαπήστε την Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια. Δεν ξέρω τι θ' απογίνετε. Όσο για μένα, φίλε, αν μάθαινα το θάνατό σας, δε θα ζούσα ούτε στιγμή έπειτα. Παρακαλώ το Θεό, ή να προφθάσω να σε κάνω καλά ή να πεθάνουμε μαζύ από τον ίδιο θάνατο!».
Έτσι θρηνεί η Βασίλισσα, όσο βαστάει η καταιγίδα. Αλλά έπειτα από πέντε μέρες έπαψε το κακό. Ψηλά-ψηλά στο κατάρτι ο Καερδέν σηκώνει το άσπρο πανί, για να το γνωρίση από μακρυά ο Τριστάνος από το χρώμα. Ο Καερδέν βλέπει κι' όλα στα βάθη, τη Βρεττάνη .... Αλλοίμονο! σχεδόν αμέσως η κάλμα ακολουθεί την καταιγίδα, η θάλασσα γίνεται γλυκειά και ήσυχη σαν λάδι. Ο άνεμος έπαψε να φουσκώνη τα πανιά, κι' οι ναύτες πηγαίνουν άδικα βόλτες το καράβι δεξιά κι' αριστερά, μπρος και πίσω. Μακρυά πέρα έβλεπαν την ακτή, αλλά η φουρτούνα είχεν αρπάξει τη βάρκα, και δε μπορούσαν να βγουν έξω. Την τρίτη νύχτα, η Ιζόλδη ονειρεύτηκε ότι κρατούσε στα γόνατά της το κεφάλι μεγάλου αγριογούρουνου που λέρωνε τη ρόμπα της με αίμα, κ' έτσι κατάλαβε πώς δε θα ξανάβλεπε πεια το φίλο της ζωντανό.
Ο Τριστάνος είχε πολύ αδυνατίσει και δε μπορούσε πεια να μένη στην ακτή του Πέμμαρχ, κι' από πολλές μέρες κλεισμένος στο παλάτι έκλαιγε για την Ιζόλδη που δεν ερχότανε. Τσακισμένος, παραλυμένος, θρηνεί, αναστενάζει. Λίγο θέλει για να πεθάνη από τον καϋμό του.
Επί τέλους, φύσηξεν ο άνεμος και φάνηκε το άσπρο πανί. Τότε η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια εκδικήθηκε.
Έρχεται στο κρεββάτι του Τριστάνου και λέει:
«Φίλε, ο Καερδέν φθάνει. Είδα το καράβι του στη θάλασσα. Σιγά-σιγά προχωρεί. Μολαταύτα το αναγνώρισα. Ο Θεός να δώση να σου φέρη τη γιατρειά σου»
Αναταράζεται ο Τριστάνος.
«Ωραία φίλη, είσαστε βέβαιη ότι είναι το καράβι του;! Λοιπόν, πέστε μου τι πανί έχει.
— Το είδα καλά. Το έχουν ολάνοιχτο και τεντωμένο πολύ ψηλά, γιατί ο άνεμος είναι αλαφρός. Μάθετε ότι είναι κατάμαυρο».
Ο Τριστάνος γύρισε κατά τον τοίχο και είπε:
«Δε μπορώ να κρατηθώ πεια άλλο στη ζωή». Είπε τρεις φορές: «Ιζόλδη, φίλη!» Την τέταρτη, παράδωσε την ψυχή.
Τότε, σ' όλο το παλάτι έκλαψαν οι ιππότες, οι σύντροφοι του Τριστάνου. Τον εσήκωσαν από το κρεββάτι του, τον εξάπλωσαν σ' έναν πλούσιο τάπητα, και σκέπασαν το σώμα του μ' ένα σάβανο.
Στη θάλασσα, είχε για καλά σηκωθή ο άνεμος και χτυπούσε δυνατά τα πανιά. Το καράβι έφτασε γρήγωρα στη στεριά. Η Ιζόλδη η Ξανθή βγήκε όξω. Άκουσε μεγάλους θρήνους στους δρόμους. Άκουσε να χτυπούν η καμπάνες λυπητερά στης εκκλησιές και στα μοναστήρια.
Ρωτάει τους περαστικούς γιατί η πένθιμες καμπάνες, γιατί οι θρήνοι.
Ένας γέρος της λέει:
«Αρχόντισσα, μεγάλο κακό μας ηύρε. Ο Τριστάνος, ο αντρείος, ο τίμιος, πέθανε. Ήτανε ανοιχτοχέρης στους φτωχούς, και βοηθούσε όσους υπέφεραν. Ποτέ τέτοια συφορά δεν έπεσε σ' αυτόν τον τόπο, άλλοτε.
Τον ακούει η Ιζόλδη, δίχως να μπορή να βγάλη μιλιά. Ανεβαίνει πατά το παλάτι. Πέρνει τον ανηφορικό δρόμο. Ο μπούστος της έχει ξελυθή. Οι Βρεττανοί την κυττάζουν θαυμάζοντας. Ποτέ τους δεν είχαν ιδή τόσο ώμορφη γυναίκα. Ποία είναι; Πούθ' έρχεται;
Κοντά στον Τριστάνο, η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια, τρελλή από το κακό που η ίδια είχε κάνει, χτυπιώτανε με μεγάλες φωνές απάνω από το πτώμα. Μπήκε η άλλη Ιζόλδη και της είπε:
«Σηκωθήτε, κυρία, κι' αφήστε με να πλησιάσω. Έχω πειο πολλά δικαιώματα να τον κλάψω, πιστεύτε με. Πειο πολύ τον αγάπησα».
Γύρισε κατά την ανατολή και παρακάλεσε το Θεό. Έπειτα ξεσκέπασε λίγο το σώμα, ξαπλώθη κοντά του, δίπλα στο φίλο της, του φίλησε το στόμα και το πρόσωπο, και τον αγκάλιασε σφιχτά. Κορμί με κορμί, στόμα με στόμα, παραδίνει έτσι την ψυχή της, και πεθαίνει κοντά του για τον πόνο του φίλου της.
Όταν ο Βασιληάς Μάρκος έμαθε το θάνατο των αγαπημένων, πέρασε τη θάλασσα, και σαν ήρθε στη Βρεττάνη, είπε κ' έφτιασαν και στόλισαν δυο φέρετρα το ένα με αχάτη για την Ιζόλδη, το άλλο με βύριλλο για τον Τριστάνο. Πήρε στο καράβι του για τη Βρεττάνη τ' αγαπημένα τους σώματα. Κοντά σ' ένα ξωκκλήσι, δεξιά και αριστερά από το ιερό, τους έθαψε σε δυο μνήματα. Αλλά τη νύχτα, από το μνήμα του Τριστάνου ξεφύτρωσε ένας πράσινος και φουντωτός θάμνος με γερά κλαδιά, με άνθη αρωματικά. Σηκώθηκε απάνω από το ξωκκλήσι και βυθίστηκε στον τάφο της Ιζόλδης. Οι άνθρωποι του τόπου έκοψαν το θάμνο. Την άλλη μέρα ξαναφυτρώνει όμοια πράσινος, ανθισμένος, και ζωηρός και βυθίζεται στο νεκρικό κρεββάτι της Ιζόλδης. Τρεις φορές θέλησαν να τον κόψουν. Άδικα. Έπειτα το είπαν του Βασιληά Μάρκου, κ' εκείνος διάταξε να μη ξανακόψουν πεια το θάμνο.
Άρχοντες, οι καλοί τροβαδούροι του παληού καιρού, ο Βερούλ, κι' ο Θωμάς, κι' ο άρχοντας Άιλχαρτ, κι' ο κύριος Γκόττφριδ, αφηγήθηκαν αυτή την ιστορία για κείνους που αγαπούν, όχι για τους άλλους. Σας στέλνουν με μένα το χαιρετισμό τους. Χαιρετούν τους σκεφτικούς και τους ευτυχισμένους, κείνους πούναι πικραμένοι και κείνους πώχουν πόθο στην καρδιά, τους χαρούμενους και τους λυπημένους, όλους τους εραστές. Εύχονται να βρουν εδώ παρηγοριά για την αστάθεια, για την αδικία, για το πείσμα, για τον πόνο, για όλες της πίκρες της αγάπης!
ΤΕΛΟΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ» ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ Δρ. Αισχύλου, Προμηθεύς δεσμώτης, μετάφ. Γ. Καλοσγούρου 8. — Αλφιέρη Β., Σαούλ, τραγωδία, μετάφ. Γ. Καλοσγούρου 4. — Βουτυρά Α., Ζωή αρρωστεμένη κι' άλλα διηγήματα . . . 4. — Γαβριηλίδου Βλάση, Ταξείδια ............. 6. — » » Αι Γυναίκες ........... 3.50 Γκαίτε, Φάουστ, μετάφρασις Κ. Χατζοπούλου 7.50 Γκέιγερσταμ Γ., Παλιά γράμματα, μετάφρ. I. Ε. Χρυσάφη 4.50 Γρανίτσα Στ., Του βουνού και του λόγγου ....... 6. — Θεοτόκη Κ., Η τιμή και το χρήμα .......... 6. — Καζαντζάκη Γαλάτειας, Τη νύχτα τ' Άη Γιάννη .... 5.50 Καμπούρογλου Δημ., Περασμένα χρόνια ........ 2. — Καμπύση Γιάννη, Μυστικό του γάμου. — Η φάρσα της ζωής 5. — Λόγγου, Δάφνης και Χλόη, μετάφρ. Ηλ. Βουτιερίδου . . 3.50 Μαρία (Βασίλισσα της Ρουμανίας), Μινόλα, μετάφρασις Αιμιλίας Καραβία ............... 5. — Μεριμέ Πρ., Κολόμβα μετάφρασις Ν. Γ. Πολίτου .... 7. — Moréas J. (I. Παπαδιαμαντόπουλος). Οι Στροφές .... 5. — Μπεντιέ Ιωσ., Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης, μετάφρ. Ν. Α. Βεντήρη ......... 7. — Νικοντέμι Δαρ., Η Δασκαλίτσα, μετάφρ. Ειρήνης Δενδρινού 3.50 Ντε Αμίτσης, Το πατρικό σπίτι — Φούριος μετ. Γερ.Σπαταλά4. — Ντοστογιέβσκη Θ., Ο Παίκτης, μυθιστόρ. μετάφρ. Φιλήντα 5. — Ξενοπούλου, Φοιτηταί, τρεις πράξεις μ' επίλογο .... 3.50 » Λάουρα, (Το κορίτσι που σκοτώνει) μυθισ. . 7. — Πουτσίνι Π, Ανατριχίλες. Διηγήματα, μετάφρ. Μ. Κόκκαλη 2. — Ρύδβεργ Β., Ρωμαϊκοί θρύλρι, μετάφρασις Ι. Ε. Χρυσάφη 3.50 Σλουμπερζέ Γ., Βυζαντινά Ιστορήματα, μετάφ. Ορ. Σχινά 5. — Σολωμού Δ., Τα Ιταλικά ποιήματα, πρόλογος και μετά- φρασις Γ. Καλοσγούρου............. 1.50 » Άπαντα, μετά προλόγου Κ. Παλαμά ..... 18. — Ταγόρ Ρ., Λυρικά αφιερώματα, μετάφρ. Κ. Τρικογλίδη 3.50 Τσένζορ, Η μονάκριβη, μετ. εκ του ρωσσικού I. Βεργωτή 4. — Τσέχωφ Α., Νύκτα στο νεκροταφείο. Διηγήματα, μετά- φρασις Αγ. Κωνσταντινίδου........... 4.50 Φρανς Α., Ο Κραινκεμπίλης κλπ., μετάφρ. Α. Πρωτοπάτση 5. — Χατζοπούλου Κ., Βραδινοί θρύλοι, Ποιήματα ...... 5. — Χρηστομάνου, Το βιβλίον της Αυτοκράτ. Ελισάβετ . . . 7.50 Ψυχάρη Γ., Ζωή κι' αγάπη στη μοναξιά......... 10. — » Σα λάμπει ο ήλιος ............ 4. — » Απολογία................ 6. — » Δύο Αδέρφια.............. 10. — » Το ταξίδι μου.............. 6. — » Στον ίσκιο του πλατάνου ......... 5. — » Πολλά πράματα............. 4. — » Τρία λόγια................ 6. —
End of Project Gutenberg's Le roman de Tristan et Iseut, by Joseph Bédier