Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Single quotation marks are left as in the edition.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Μονά εισαγωγικά έχουν παραμείνει, όπως φαίνονται στην έκδοση.
ΙΩΣΗΦ ΜΠΕΝΤΙΕ (JOSEPH BÉDIER))
ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΖΟΛΔΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΎ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α Ν Τ. Β Ε Ν Τ Η Ρ Η
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ “ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922
Από το βιβλίο αυτό ετυπώθηκαν χωριστά, σε χαρτί πολυτελείας, εκατό αντίτυπα αριθμημένα από 1 έως 100.
Τυπογραφείον I. Βάρτσου, Πραξιτέλους 21
Με πολλήν ευχαρίστησι παρουσιάζω στους αναγνώστες το πειο πρόσφατο από τα ποιήματα που εγέννησεν ο θαυμάσιος θρύλος του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Αν και γραμμένο σε ωραία και απλή πρόζα, είναι, αλήθεια, ένα ποίημα. Ο κ. Ι. Μπεντιέ γίνεται ο άξιος συνεχιστής των παληών τροβαδούρων που εδοκίμασαν να χύσουν στο ελαφρό κρύσταλλο της γλώσσης μας το μεθυστικό ποτό όπου οι δύο αγαπημένοι της Κορνουάλλης ήπιαν, στους παληούς καιρούς, την αγάπη και τον θάνατο. Για να ξαναπή τη θαυμασία τους ιστορία: το μάγευμά τους, της χαρές τους, τους πόνους τους και το θάνατό τους, έτσι όπως εβγήκε από τα βάθη του Κελτικού ονείρου και εγοήτευσε και συνετάραξε την ψυχή των Γάλλων του δωδεκάτου αιώνος, εχρειάσθη να αναπαραστήση, με την δύναμη μιας φαντασίας συμπαθητικής και μιας υπομονητικής σπουδής, την ίδια εκείνη την ψυχή, την ώρα που μόλις έβγαινε από την ομίχλη, και που η συγκινήσεις αυτές της ήτανε όλως διόλου καινούργιες. Την ψυχή που αφηνότανε να κατακλυσθή απ' αυτές χωρίς να σκέπτεται να της αναλύση, και προσήρμοζε χωρίς να το κατορθώνη πλήρως, το παραμύθι που την έθελγε στης συνθήκες της συνηθισμένης υπάρξεώς της. Αν είχε φθάσει μέχρι των ημερών μας μία πλήρης Γαλλική απόδοσις του θρύλου, ο κ. Μπεντιέ, για να γνωρίση τον θρύλον αυτό στους σύγχρονους αναγνώστες, θα μπορούσε να περιορισθή σε μια πιστή μετάφρασι. Η ιδιότροπη μοίρα που θέλησε να μας φθάση μόνον σε σκορπισμένα κομμάτια, τον υπεχρέωσε ν' αναλάβη πειο ενεργητικό ρόλο, για τον οποίον δεν έφθανε πεια νάναι σοφός, για τον οποίον χρειαζότανε νάναι ποιητής. Από τα μυθιστορήματα του Τριστάνου, όσων γνωρίζουμε στην ύπαρξι, και που όλα θα ήσαν μεγάλης εκτάσεως, του Κρετιέν ντε Τροά και του Λασέβρ εχάθησαν ολόκληρα. Από του Μπερούλ εσώθησαν τρεις χιλιάδες στίχοι περίπου. Άλλοι τόσοι του Τομάς. Κάποιου άλλου, ανωνύμου, χίλιοι πεντακόσιοι. Έπειτα υπάρχουν ξένες μεταφράσεις: Τρεις απ' αυτές αποδίδουν αρκετά πλήρως, ως προς το βάθος, αλλ' όχι κι' ως προς τη φόρμα, το έργο του Τομάς. Άλλη μας παρουσιάζει ένα ποίημα αρκετά όμοιο με του Μπερούλ. Υπαινιγμοί πολυτιμότατοι κάποτε· μικρά επεισοδιακά ποιήματα· και τέλος το αχώνευτο εις πεζόν μυθιστόρημα όπου μέσα σε κυκεώνα αδιακόπως αυξημένο από τους διαδοχικούς συντάκτες, διετηρήθησαν κάποια λείψανα των χαμένων ποιημάτων. Τι να κάμη εκείνος που εμπρός στο σωρό όλων αυτών των ερειπίων, θα ήθελε να ανεγείρη ένα από τα γκρεμισμένα οικοδομήματα; Ένα από τα δύο: να προσκολληθή στον Τομάς ή στον Μπερούλ. Ο πρώτος δρόμος παρουσίαζε το πλεονέκτημα ότι κατέληγεν ασφαλώς, χάρις στης ξένες μεταφράσεις, στην αναδημιουργία μιας αφηγήσεως πλήρους και ομογενούς. Είχε το μειονέκτημα να μην αποδίδη παρά το λιγώτερο αρχαίο από τα ποιήματα του Τριστάνου, εκείνο οπού το παληό βαρβαρικό στοιχείο είχεν εντελώς αφομοιωθή με το πνεύμα και τα έργα της ιπποτικής Αγγλογαλλικής κοινωνίας. Ο κ. Μπεντιέ προτίμησε τη δεύτερη λύσι την πολύ δυσκολώτερη και γι' αυτό ακριβώς πειο ελκυστική για την τέχνη του και τη μόρφωσί του, και, ακόμη, πειο κατάλληλος ως προς το σκοπό που είχε τάξει: ν' αναστήση για τους ανθρώπους των ημερών μας το θρύλο του Τριστάνου υπό την αρχαιότερη μορφή που επήρε, εκείνη τουλάχιστον που μπορούμε να φθάσουμε στην Γαλλία. Άρχισε λοιπόν μεταφράζοντας όσο πειο πιστά μπορούσε το κομμάτι του Μπερούλ που έφθασε μέχρι της εποχής μας, και που αποτελεί το κέντρο της ιστορίας, περίπου. Αφού προσηνατολίσθη έτσι καλά στο πνεύμα του αρχαίου ιστορικού, αφού αφωμοίωσε τον αφελή τρόπο του τού αισθάνεσθαι, τον απλό τρόπο του τού σκέπτεσθαι, μέχρι ως την παιδική κάποτε αμηχανία της αφηγήσεως και την ελαφρώς αδεξία χάρι του ύφους του, ξανάδωσε στον κορμόν εκείνο κεφάλι και μέλη, όχι με μια μηχανική προσαρμογή, αλλά μ' ένα είδος οργανικής αναδημιουργίας, έτσι καθώς μας την παρουσιάζουν τα ζώα εκείνα, που ακρωτηριασμένα, συμπληρώνονται εκ νέου με την εσωτερική τους δύναμη στο σχέδιο της αρχικής φόρμας τους.
Αυτές η αναδημιουργίες πιτυχαίνουν — είναι γνωστό — τόσο καλλίτερα όσο ο οργανισμός είναι λιγώτερο οριστικός και λιγώτερο ανεπτυγμένος. Αυτή ίσα-ίσα ήταν η περίπτωσις για τον Μπερούλ. Αφωμοίωνε ο ίδιος στοιχεία κάθε προελεύσεως, κάποτε αρκετά ανόμοια, και που η ανομοιότης τους δεν τον στενοχωρούσε, αφού άλλωστε τα υπέβαλλε συχνά σ' ένα είδος προσαρμογής που αρκούσε να τους δώση μια επιφανειακή ομοιογένεια. Ο μοντέρνος Μπερούλ μπόρεσε λοιπόν να κάνη κι' αυτός το ίδιο, εκτός φυσικά που έβαλε περισσότερη εκλεκτικότητα και καλαισθησία. Από το ανώνυμο κομμάτι που ακολουθεί το κομμάτι του Μπερούλ, από την Γερμανική μετάφρασι ενός ποιήματος συγγενεύοντος με του Μπερούλ, από τον Τομάς και τους μεταφραστές του, από τους υπαινιγμούς και τα επεισοδιακά ποιήματα, από το πεζό μυθιστόρημα ακόμη, επήρε ό,τι χρειαζότανε για να δημιουργήση εκ νέου στο διατηρημένο κομμάτι μια αρχή, συνέχεια και τέλος, ζητώντας πάντοτε, μέσα στης διάφορες εκδόσεις του παραμυθιού, εκείνη που καλλίτερα πήγαινε με το πνεύμα και τον τόνο του αυθεντικού. Έπειτα — κι' αυτή είναι η πειο πνευματώδης κι' η λεπτότερη προσπάθεια της τέχνης του — δοκίμασε να δώση σ' όλα αυτά τα σκόρπια μέρη τη φόρμα και το χρώμα που θα τους έδινε ο Μπερούλ. Θα ωρκιζόμουν ότι έγραψε ολόκληρο το ποίημα σε στίχους όσο το δυνατόν πειο όμοιους με τους στίχους του Μπερούλ, για να τους μεταφράση έπειτα στην μοντέρνα Γαλλική με όση επιμέλεια το είχε κάμει για τους τρεις χιλιάδες διατηρημένους στίχους. Αν ο παληός ποιητής ξαναζούσε σήμερα, και ρωτούσε για το έργο του, θα έμενε έκθαμβος βλέποντας με πόση ευλάβεια, ευφυία, κόπο και επιτυχία, το ανέσυραν από την άβυσσο από την οποίαν μόλις ένα λείψανο επέπλεε, και το έφεραν στην επιφάνεια, πληρέστερο αναμφιβόλως, λαμπρότερο, ελαφρότερο από ότι το είχε κάμει παλαιά.
Το βιβλίο του κ. Μπεντιέ είναι λοιπόν ένα ποίημα του δωδεκάτου αιώνος, που συνετέθη όμως στο τέλος του δεκάτου ενάτου. Έτσι έπρεπε να παρουσιάση στους Γάλλους αναγνώστες την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, αφού μ' αυτό το Γαλλικό κοστούμι του δωδεκάτου αιώνος εκυρίευσεν έκτοτε όλες της φαντασίες, αφού όλες η φόρμες που επήρε από τότε ανάγονται στον πρώτο εκείνο Γαλλικό τύπο, αφού, αναγκαστικά, βλέπουμε τον Τριστάνο με πανοπλία ιππότη και την Ιζόλδη με μακρυά ρόμπα στ' αγάλματα των Γαλλικών κατεντράλ. Αλλά το Γαλλικό και ιπποτικό αυτό κοστούμι, δεν είναι το αρχαϊκό. Όσο ανήκει στους ήρωες της Ελλάδος και της Ρώμης που συγχρόνως τους το φορούσε ο μεσαίωνας, άλλο τόσο ανήκει και στους ήρωές μας. Το βλέπει κανείς σε πολλά στοιχεία που διετήρησαν οι διασκευαστές. Ο Μπερούλ προ πάντων, που καυχιέται πως έσβυσε μερικά ίχνη της πρωτογενούς βαρβαρότητος, άφησε άθικτα πολλά άλλα. Κι' ο ίδιος ο Τομάς, πειο προσεκτικός τηρητής των κανόνων της ευγενείας, μας ανοίγει μολαταύτα δω και κει παράξενες απόψεις ως προς τον αληθινό χαρακτήρα των ηρώων του και του περιβάλλοντος όπου κινούνται. Συνδυάζοντας της πολύ αόριστες συνήθως ενδείξεις των Γάλλων ιστορητών, κατορθώνει κανείς να ιδή τι θα ήταν στους Κέλτες το άγριο αυτό ποίημα, νανουρισμένο ολόκληρο από τη θάλασσα και σκεπασμένο από το δάσος, που ο ήρωας του ημίθεος μάλλον παρά άνθρωπος, παρουσιαζότανε κάτοχος ή μάλιστα εφευρέτης όλων των βαρβάρων τεχνών, εσκότωνε ελάφια και αγριογούρουνα, ετεμάχιζε σοφά το κυνήγι, ήταν παλαιστής και άλτης ασύγκριτος, θαλασσοπόρος τολμηρός, ικανός μέσα σ' όλους να δίνη παλμούς στην άρπα, ήξερε να μιμήται εξαίσια το κελάδημα όλων των πουλιών, και μαζύ μ' αυτά, ήταν φυσικά ανίκητος στης μάχες, δαμαστής θηρίων, προστάτης των πιστών του, αλύπητος στους εχθρούς του, ζώντας μια ζωή σχεδόν υπεράνθρωπη, παντοτινό αντικείμενο θαυμασμού, αφοσιώσεως και φθόνου. Ο τύπος αυτός είχε σχηματισθή ασφαλώς από πολύ παλαιά στον Κελτικό κόσμο: ήταν απαραίτητο να συμπληρωθή με τον έρωτα. Δεν πρόκειται να επαναλάβω εδώ ποιος είναι στον θρύλο του Τριστάνου και της Ιζόλδης ο χαρακτήρας του πάθους που τους ενώνει, και τι είναι εκείνο που κάνει αυτόν τον θρύλο, στης διάφορες μορφές του, ένα ασύγκριτο έπος της αγάπης. Θα υπενθυμίσω μόνον ότι η ιδέα του συμβολισμού της αθέλητης, ανίκητης και παντοτεινής αγάπης με το ποτό, που η ενέργεια του — σ' αυτό διαφέρει από τα κοινά φίλτρα βαστάει σ' όλη τη ζωή, και μάλιστα επιμένει και μετά τον θάνατο, η ιδέα αυτή που δίνει στην ιστορία των δυο αγαπημένων τον μοιραίο και μυστηριώδη χαρακτήρα της, έχει προφανώς την καταγωγή της στης τέχνες της αρχαίας Κελτικής μαγείας. Δεν θέλω επίσης να επιμείνω στα χαρακτηριστικά σημεία των βαρβαρικών ηθών και αισθημάτων, που κάθε στιγμή, μέσα στην ήσυχη αφήγησι των Γάλλων ιστορητών, κάνουν τόσο δυνατή και τόσο παράξενη εντύπωσι. Ο κ. Μπεντιέ τα περισυνέλεξε φυσικά με στοργή. Οι αναγνώστες εύκολα θα τ' αντιληφθούν, και θα αισθανθούν πόσο η ιστορία που οι Γάλλοι ποιηταί μας του δωδεκάτου αιώνος αφηγούντο στους συγχρόνους τους, ήταν ξένη στο περιβάλλον όπου την διέδιδαν και με το οποίον μάταια προσπαθούσαν να την πλαισιώσουν.
Ό,τι τους τραβούσε από την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, και τους παρεκίνει να επιχειρήσουν να τη βάλουν, μ' όλες της δυσκολίες και της σκοτεινότητες που παρουσίαζε, στον καθιερωμένο ήδη τύπο των εκτοσυλλάβων στίχων, ό,τι έδωσε πραγματικά την επιτυχία στην προσπάθειά τους κ' έφερε στην ιστορία αυτή, αμέσως μόλις έγινε γνωστή στον Ρωμανογερμανικό κόσμο, μια χωρίς προηγούμενο δημοτικότητα, ήταν το πνεύμα που την εμψυχώνει απ' άκρη σ' άκρη, που κυκλοφορεί σε όλα της τα επεισόδια σαν το «ερωτικό ποτό» στης φλέβες των δυο ηρώων: η ιδέα του μοιραίου στην αγάπη, που την υψώνει πειο ψηλά απ' όλους τους νόμους. Ενσαρκωμένη σε δυο εξαιρετικές υπάρξεις, η ιδέα αυτή, που ανταποκρίνεται στο μυστικό αίσθημα τόσων ανδρών και τόσων γυναικών, τόσο πειο πολύ εκυρίευσε της καρδιές, όσο παρουσιάζεται εδώ εξαγνισμένη από τον πόνο και σαν καθηγιασμένη από τον θάνατο. Ανάμεσα στη συνηθισμένη αστασία των ανθρωπίνων αισθημάτων, στης διαρκείς απογοητεύσεις που παθαίνει η ερωτική ιλλυζιόν, ολοένα αλλάζουσα αντικείμενο, το ζεύγος του Τριστάνου και της Ιζόλδης, — εξ αρχής υποδουλωμένο από δεσμά μυστηριωδώς αδιάλυτα, κυνηγημένο απ' όλες της καταιγίδες και παλαίβοντας εναντίον τους, που μάταια δοκιμάζει να ξεφύγη και παραδίνεται τελικά, έξαλλο, σ' έναν τελευταίο και αιώνιο εναγκαλισμό, — φαινότανε και φαίνεται ακόμη σαν μια από της φόρμες του ιδανικού αυτού που ποτέ δεν κουράζεται ο άνθρωπος να φαντάζεται πλανώμενο απάνω από την πραγματικότητα, και που η διάφορες και αντίθετες όψεις του δεν είναι παρά εκδηλώσεις της επιμόνου τάσεώς μας προς την ευτυχία. Αν η μορφή αυτή είναι μια από της πειο συγκινητικές και της πειο γοητευτικές, είναι συγχρόνως από της πειο επικίνδυνες· η ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης σε πολλές ψυχές έχυσε παλαιικά, — δεν μπορεί κανείς ν' αμφιβάλλη, — διαπεραστικό δηλητήριο, κι' ακόμη σήμερα καθώς το παρεσκεύασε ο νεώτερος μάγος, που προσέθεσε και τη δύναμι της μουσικής γοητείας, το ποτό της αγάπης ασφαλώς εζάλισε, κι' ίσως παρεπλάνησε πολλές καρδιές. Αλλά δεν υπάρχει ιδανικό που το θέλγητρό του νάναι ακίνδυνο, κ' εν τούτοις δεν θα μπορούσε ν' αφαιρέση κανείς το ιδεώδες από την ζωή χωρίς να την καταδικάση στην χυδαιότητα ή στη ζοφερή απελπισία. Πρέπει μόνον να ξέρη κανείς, περνώντας από το άντρο των Σειρήνων, να κρατιέται στερεά δεμένος στο κατάρτι, χωρίς να παραιτήται από το άκουσμα της θείας μελωδίας που κάνει τους θνητούς να διαβλέπουν της υπεράνθρωπες ευδαιμονίες.
Άλλωστε, αν όλο το θέλγητρο του παληού ποιήματος διατηρείται στην «ανανέωσι» αυτή, ο κίνδυνος που μπορούσε να παρουσιάζη για τους συγχρόνους του Μπερούλ, είναι σημαντικά μικρότερος ως προς τους ανθρώπους της εποχής μας. Τα πάθη είναι τόσο περισσότερο μεταδοτικά στης ψυχές όσο παρουσιάζονται σε ψυχές όμοιες: όταν πρόκειται για ψυχές πολύ μακρυνές και πολύ διάφορες, αν όχι στο φόντο τους τουλάχιστον στης εξωτερικές συνθήκες της ενεργείας τους, τα πάθη διατηρούν όλο τους το μεγαλείο κι' όλη την καλλονή τους, αλλά χάνουν πολύ από την υποβλητική δύναμί τους. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Μπερούλ, αναστημένοι από τον κ. Μπεντιέ με τα κοστούμια και τα φερσίματα του αλλοτινού καιρού, με τον μεσαιωνικό τους τρόπο του ζην, του αισθάνεσθαι και του ομιλείν, θα είναι για τους μοντέρνους αναγνώστες σαν πρόσωπα αρχαίου vitrail, άκαμπτα, με εκφράσεις αφελείς, και φυσιογνωμίες αινιγματικές. Αλλά πίσω από την εικόνα αυτή τη σφραγισμένη με τον ειδικό χαρακτήρα μιας εποχής, βλέπουμε, όπως ο ήλιος πίσω από το vitrail, να λάμπη το πάθος, αιώνια το αυτό, που την φωτίζει και την κάνει ολόκληρη να λαμποκοπά και να ρίχνη αστραπές. Ένα αιώνιο θέμα μελέτης και σκέψεως και ταραχής της καρδιάς, αντιπροσωπευόμενο από μορφές που ο αρχαϊκός τύπος τους της κάνει ακριβώς πειο ενδιαφέρουσες: να όλο το ποίημα του ανανεωτού του Μπερούλ. Αρκεί αυτό για να θέλξη τους αναγνώστες που διψούν ιστορία και ποίησι μαζύ. Αλλ' ό,τι δεν μπόρεσα να πω, ό,τι θ' ανακαλύψετε με γοητεία διαβάζοντες το αρχαϊκό αυτό έργο, είναι το θέλγητρο των λεπτομερειών, η μυστηριώδης και μυθική καλλονή κάποιων επεισοδίων, η επιτυχής επινόησις άλλων πειο μοντέρνων, το απρόοπτο των καταστάσεων και των αισθημάτων, ό,τι κάνει αυτό το ποίημα ένα μοναδικό μίγμα αμνημονεύτου αρχαιότητος και διαρκώς νέας νωπότητος, Κελτικής μελαγχολίας και Γαλλικής χάριτος, δυνατού νατουραλισμού και λεπτής ψυχολογίας. Ανήκει αληθινά στην «φιλολογία του κόσμου» για την οποία μιλούσε ο Γκαίτε.
GASTON PARIS
Α'. Η ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ
Άρχοντες, έχετε την ευχαρίστησι ν' ακούστε μια ωραία ιστορία αγάπης και θανάτου; Την ιστορία του Τριστάνου και της Βασίλισσας Ιζόλδης; Ακούστε πώς με μεγάλη χαρά και μεγάλη λύπη αγαπήθηκαν, και πώς πέθαναν έπειτα την ίδια μέρα — αυτός εξ αιτίας εκείνης, αυτή εξ αιτίας εκείνου.
Στους παληούς καιρούς, βασίλευε στην Κορνουάλλη ο Βασιληάς Μάρκος. Μαθαίνοντας ότι οι εχθροί του τού έστησαν πόλεμο, ο Βασιληάς του Λοοννουά ο Ριβαλάν, πέρασε τη θάλασσα για να του φέρη βοήθεια. Τον εβοήθησε και με το σπαθί και με τη συμβουλή, σαν υποτελής, — τόσο πιστά, που ο Μάρκος τούδωσε γι' αμοιβή την αδελφή του, την ωραία Μπλανσεφλέρ, που ο Βασιληάς Ριβαλάν αγαπούσε μ' έναν υπερκόσμιο έρωτα.
Οι γάμοι έγιναν στο Μοναστήρι του Τινταγκέλ. Αλλά ότι την είχε πάρει του έφεραν την είδησι ότι ο αρχαίος εχθρός του ο Δούκας Μόργκαν μπήκε στο Λοοννουά και κατέστρεφε τα χωράφια, τα χωριά, και της πολιτείες. Ο Ριβαλάν αρμάτωσε βιαστικά τα καράβια του και πήρε την Μπλανσεφλέρ, που είχε μείνη έγκυος, στην μακρυνή πατρίδα του. Άραξε μπρος στον Πύργο του, στο Κανοέλ. Άφησε τη Βασίλισσα στη φύλαξι του Στρατάρχου Ρόχαλτ, — του Ρόχαλτ που για την ευθύτητά του όλοι τον ονόμαζαν μ' ένα ωραίο όνομα «Ρόχαλτ ο Πιστός». Έπειτα ο Ριβαλάν συνάθροισε τους βαρώνους του κ' έφυγε για τον πόλεμο.
Πολύν καιρό τον περίμενε η Μπλανσεφλέρ. Αλλοίμονο! Δεν του ήτανε γραφτό να γυρίση. Μια μέρα έμαθε ότι ο Δούκας Μόργκαν τον είχε σκοτώσει με προδοσία. Δεν τον έκλαψε καθόλου: ούτε κλάμματα, ούτε θρήνους, μονάχα τα μέλη της έγιναν όλα άσπρα και αδυνάτισαν. Η ψυχή της πήρε μια δυνατή επιθυμία να χωριστή από το σώμα. Ο Ρόχαλτ προσπαθούσε να την παρηγορήση.
— Βασίλισσα, έλεγε, δεν θα βγη κανένα κέρδος από ένα καινούργιο πένθος. Όσοι γεννιούνται δε θα πεθάνουν όλοι μια μέρα; Ας παρακαλούμε μόνον να πέρνη ο Θεός τους πεθαμένους και να φυλάη τους ζωντανούς!...
Αλλά κείνη δεν ήθελε ν' ακούση. Τρεις μέρες περίμενε, θέλοντας να πάη με τον αγαπητό της κύριο. Την τετάρτη, γέννησε ένα παιδί, ένα γυιό. Τον αγκάλιασε.
«Παιδί μου, του είπε, πολύν καιρό είχα επιθυμία να σε ιδώ. Και βλέπω τώρα την ωραιότερη ύπαρξι που γέννησε ποτέ γυναίκα. Θλιμμένη σε γέννησα. Θλιβερή είναι η πρώτη γιορτή που σου κάνω. Εξ αιτίας σου είμαι περίλυπη μέχρι θανάτου. Κ' έτσι, αφού, γεννήθηκες με τη λύπη, τόνομά σου θε είναι Θλιβερός, Τριστάνος».
Είπε αυτά τα λόγια, τον εφίλησε, και μόλις τον εφίλησε πέθανε.
Ο Ρόχαλτ ο Πιστός πήρε το ορφανό. Οι άνθρωποι του Μόργκαν είχαν κι' όλας περικυκλώσει τον πύργο Κανοέλ. Πώς θα μπορούσε πεια ο Ρόχαλτ να βαστήξη περισσότερο τον πόλεμο; Σωστά έχουνε πη ότι: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». Αναγκάστηκε λοιπόν να παραδοθή στην διάκρισι του Δουκός Μόργκαν. Αλλά από το φόβο του μήπως ο Μόργκαν σφάξη τον γυιό του Ριβαλάν, ο Στρατάρχης τον παρουσίασε για δικό του, και τον ανάστησε μαζύ με τα παιδιά του.
Εφτά ολόκληρα χρόνια πέρασαν, κι' όταν ήλθε ο καιρός να τον πάρη από της γυναίκες, ο Ρόχαλτ εμπιστεύτηκε τον Τριστάνο σ' ένα γνωστικό δάσκαλο, τον καλό ιπποκόμο Γκορνεβάλη. Ο Γκορνεβάλης σε λίγα χρόνια του έμαθε όλες της τέχνες, που πρέπουνε στους βαρώνους. Τούμαθε να χειρίζεται το κοντάρι, το ξίφος, την ασπίδα, και το τόξο, να ρίχνη τους πέτρινους δίσκους, να πηδάη με μιας τα πειο πλατειά χαντάκια. Τον έμαθε να μισή το ψέμμα και την απιστία, να βοηθή τους αδυνάτους, να κρατάει τον όρκο του. Τούμαθε διάφορους τρόπους άσματα, τον έμαθε να παίζη άρπα, καθώς και την τέχνη του αρχικυνηγού. Κι' όταν το παιδί πήγαινε καβάλλα μαζύ με τους νεαρούς ιπποκόμους, θάλεγε κανείς ότι το άλογό του, τα όπλα του κι' αυτό το ίδιο δεν ήτανε παρά ένα, κι' ότι ποτέ δε θα χωριζόντανε. Βλέποντάς το τόσο ευγενικό και περήφανο, με τους πλατειούς ώμους του και τη λεπτή μέση, δυνατό, πιστό και αντρείο, όλοι παινούσαν τον Ρόχαλτ που είχε ένα τέτοιο γυιό. Αλλά ο Ρόχαλτ θυμότανε τον Ριβαλάν και την Μπλανσεφλέρ — που ξαναζούσε η χάρι τους και η νεότης τους — κι' αγαπούσε τον Τριστάνο σαν παιδί του, ενώ μυστικά τον εσέβετο σαν κύριο του.
Και λοιπόν συνέβηκε να του αρπάξουν όλη τη χαρά του... Μια μέρα κάποιοι έμποροι από την Νορβηγία τράβηξαν τον Τριστάνο στο καράβι τους, και τον πήραν σαν ωραίο λάφυρο. Καθώς αρμένιζαν γι' άγνωστα μέρη, ο Τριστάνος πάλαιβε σαν λυκόπουλο πιασμένο στη παγίδα. Μα αυτή η αλήθεια έχει αποδειχθή, και την ξέρουν όλοι οι ναυτικοί: πώς η θάλασσα οργίζεται τα άπιστα καράβια, και δεν βοηθάει ούτε της αρπαγές ούτε της προδοσίες. Σηκώθηκε λοιπόν μανιασμένη, σκέπασε το καράβι με σκοτάδια, κι' οχτώ μέρες κι' οχτώ νύχτες τώφερνε δω ή εκεί, στην τύχη. Στο τέλος, οι ναυτικοί παρατήρησαν μέσα από τη μαύρη καταχνιά μια ακτή που ύψωνε τους γκρεμούς της και της ξέρες της: κομμάτια θα τους έκανε κει απάνω η θάλασσα. Μετάνοιωσαν. Γνωρίζοντας ότι ο θυμός της θάλασσας ερχότανε από αυτό το παιδί — που, ώρα μαύρη, είχαν αρπάξει — αποφάσισαν να το ελευθερώσουν, και τώβαλαν σε μια βάρκα για να το βγάλη στη στεριά. Αμέσως έπεσαν οι άνεμοι και τα κύματα. Έλαμψε ο ουρανός. Κι' ενώ το καράβι των Νορβηγών έφευγε μακρυά, ήρεμα και γελαστά τα κύματα έφεραν τη βάρκα του Τριστάνου στην άμμο της παραλίας.
Με μεγάλη προσπάθεια, ανέβηκε στους γκρεμούς και είδε, πέρα από μια έρημη και βαθειά σαν κοιλάδα έκτασι, ένα δάσος απέραντο. Θρηνούσε πεθυμώντας τον Γκορνεβάλη, το Ρόχαλτ τον πατέρα του, και τη γη του Λοοννουά, όταν ο μακρυνός θόρυβος κυνηγιού με σάλπιγγες και κραυγές χαροποίησε ξαφνικά την ψυχή του. Στην άκρη του δάσους, ένα ωραίο ελάφι ξεπετάχτηκε. Το κοπάδι, τα λαγωνικά και οι κυνηγοί ξεχύθηκαν πίσω του με μεγάλο θόρυβο φωνών και σαλπίγγων. Αλλά, καθώς τα λαγωνικά είχαν κρεμαστεί από το λαιμό του, το ελάφι έπεσε χάμου και τα παράδωκε. Ένας κυνηγός το επέρασε με τη λόγχη. Ενώ οι κυνηγοί, στέκοντας σε κύκλο εσάλπιπιζαν με τα κέρατα, ο Τριστάνος είδεν έκπληκτος τον αρχικυνηγό να μαχαιρώνη βαθειά το λαιμό του ελαφιού σαν νάθελε να τον κόψη.
«Τι κάνετε, Άρχοντα; φώναξε. Πάει να κομματιάζετε ένα τόσο ευγενικό ζώο σα σφαχτό γουρούνι; Έτσι λοιπόν το συνηθάτε σ' αυτόν τον τόπο;
— Ωραίο αδέρφι, απάντησε ο αρχικυνηγός· τι κάνω που σας φαίνεται παράξενο; Ναι, κόβω πρώτα το κεφάλι τον ελαφιού, έπειτα θα κόψω το σώμα του τέσσερα κομμάτια και θα τα πάμε, κρεμασμένα από τη σέλλα μας, στο Βασιλιά Μάρκο τον κύριό μας. Έτσι το κάνουμε πάντα κι' έτσι έκαναν από τα παλαιικά χρόνια οι άνθρωποι της Κορνουάλης. Μολαταύτα αν ξέρης καμμιά πειο καλή μέθοδο, δείχ'τη μας. Πάρε αυτό το μαχαίρι, ωραίο αδέρφι. Θα την μάθουμε ευχαρίστως».
Ο Τριστάνος γονάτισε και προτού κόψη το ελάφι, του έβγαλε το τομάρι. Έπειτα τεμάχισε το ζω, αφήνοντας τα κέρατα απείραγα. Έπειτα έκοψε τη γλώσσα, το ρύγχος, τα νεφρά, την καρδιά, και τάλλα εντόσθια.
Κυνηγοί και οδηγοί των λαγωνικών, σκυμμένοι γύρω του, τον κύτταζαν, γοητευμένοι.
«Φίλε, είπεν ο αρχικυνηγός, αυτές η συνήθειες είναι ωραίες. Σε ποιον τόπο της έμαθες; Πέσε μας την πατρίδα σου και τόνομά σου.
— Ωραίε άρχοντα, με λένε Τριστάνο κι' αυτές της συνήθειες της έμαθα στην πατρίδα μου, στο Λοοννουά.
— Τριστάνε, είπε ο αρχικυνηγός, ο Θεός ν' ανταμείψη τον πατέρα σου που σανάστησε τόσο ευγενικά. Χωρίς άλλο, θάναι κάποιος βαρώνος πλούσιος και δυνατός;
Αλλά ο Τριστάνος που ήξερε να μιλάη καλά και να σωπαίνη καλλίτερα, απάντησε με πονηρία.
«Όχι, Άρχοντα, ο πατέρας μου είναι έμπορος. Έφυγα μυστικά από το σπήτι μ' ένα καράβι που έφευγε για εμπόριο μακρυά, γιατί ήθελα να μάθω πώς είναι και τι κάνουν οι άνθρωποι των γειτονικών τόπων. Αν με θέλετε να με πάρετε μαζύ με τους κυνηγούς σας, θα σας ακολουθήσω ευχαρίστως, και θα σας μάθω, ωραίε Άρχοντα, κι' άλλα ευχάριστα συστήματα του κυνηγιού.»
— Ωραίε Τριστάνε, παράξενο μου φαίνεται να υπάρχη τόπος όπου οι γυιοί των εμπόρων μαθαίνουν πράγματα που αλλού δεν τα ξέρουν ούτε τα παιδιά των ιπποτών. Έλα όμως μαζύ μας, αφού το θέλεις, και καλοσωρισμένος νάσαι. Θα σε οδηγήσωμε μπρος στο Βασιληά Μάρκο, τον κύριό μας».
Ο Τριστάνος τέλειωσε το κομμάτιασμα του ελαφιού. Έδωσε στους σκύλους την καρδιά, και τάντερα, κι' έδειξε στους κυνηγούς πώς πρέπει να γίνεται με τη σάλπιγγα η πρόσκλησις και το τάισμα των σκυλιών. Έπειτα έβαλε απάνω σε διχάλες τα καλοκομμένα κομμάτια τον ελαφιού και τάδωσε στους κυνηγούς: Στον ένα το κεφάλι, στον άλλο τα πισινά και τα μεγάλα φιλέτα, σ' άλλους τους ώμους, σ' άλλους τα μπούτια, και σ' άλλον τα πόδια. Τους έδειξε πώς έπρεπε να ταχθούν δύο-δύο για να καλπάσουν με καλή διάταξι, αναλόγως της σπουδαιότητος του κομματιού που κρατούσε καθένας σ' τη διχάλα του.
Τότε ξεκίνησαν, και πήραν το δρόμο κουβεντιάζοντας, μέχρις ότου έφθασαν επί τέλους σ' έναν πλούσιο πύργο. Λειβάδια ήτανε γύρω, κήποι με λαχανικά, νερά τρεχούμενα, εγκαταστάσεις για ψάρεμα, και χωράφια καλλιεργημένα. Πολλά καράβια έμπαιναν στο λιμάνι. Ό Πύργος υψώνετο αντίκρυ στη θάλασσα, ισχυρός και ωραίος καλά προφυλαγμένος από κάθε επίθεσι και κάθε πολεμική προσβολή. Ο ψηλότερος πυργίσκος του, που τον είχαν χτίσει, παλαιικά οι γίγαντες, ήταν φτιαγμένος από μεγάλους και καλοκομμένους πέτρινους όγκους, πράσινους και γαλανούς.
Ο Τριστάνος ρώτησε τόνομα του Πύργου.
«Ωραίε ακόλουθε, Τινταγκέλ ονομάζεται.
— Τινταγκέλ, φώναξε ο Τριστάνος, ο Θεός να σ' ευλογήση σένα και τους άρχοντές σου!»
Άρχοντες, εδώ άλλοτε ο πατέρας του ο Ριβαλάν, με μεγάλη χαρά, είχε πάρει την Μπλανσεφλέρ. Αλλά — αλλοίμονο! — ο Τριστάνος δεν το ήξευρε.
Όταν έφθασαν κάτω από τη μεγάλη σκοπιά του πύργου, τα σαλπίσματα των κυνηγών αντήχησαν, και αμέσως κατέβηκαν στης πόρτες οι βαρώνοι κι' ο ίδιος ο Βασιληάς Μάρκος.
Αφού ο αρχικυνηγός του ιστόρησε τα συμβάντα, ο Μάρκος θαύμασε την ωραία διάταξι της συνοδείας, το καλό κόψιμο του ελαφιού, και τα σπουδαία συστήματα του κυνηγιού. Μα προ πάντων θαύμαζε το ωραίο, ξένο αγόρι, και τα μάτια του δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν από πάνω του. Από πού του ερχότανε αυτή η πρώτη τρυφερότης; Ο Βασιληάς ρωτούσε την καρδιά του και δεν μπορούσε να καταλάβη.
Άρχοντες, ήταν το αίμα του που εσυγκινείτο και μιλούσε μέσα του, και η αγάπη που είχε άλλοτε για την αδερφή του την Μπλανσεφλέρ.
Το βράδυ, αφού σήκωσαν τα τραπέζια, ένας Ουαλλός θαυματοποιός, μάστορης στην τέχνη του, προχώρησε ανάμεσα στους συναθροισμένους βαρώνους, και τραγούδησε ποιήματα με την άρπα. Ο Τριστάνος ήτανε καθισμένος στα πόδια του Βασιληά. Και καθώς ο θαυματοποιός άρχιζε μια νέα μελωδία, ο Τριστάνος του μίλησε ως εξής: