Part 7
— Στοιχηματίζω, πως όχι! είπε ο Μαρτίνος.
— Παρακάλεσέ τους, αν θέλης, είπε ο Αγαθούλης, να δειπνήσουνε μαζί μας και θα ιδής, αν γελιέμαι.
Ευθύς τους πλησιάζει, τους χαιρετά και τους προσκαλεί νάρθουνε στο ξενοδοχείο του να φάνε μακαρόγια, πέρδικες της Λομβαρδίας, χαβιάρι μαύρο, και να πιούνε κρασί του Μοντεπουλστιάνο, δάκρυα του Χριστού, κυπριώτικο και σαμιώτικο.
Η δεσποινίς κοκκίνησε, ο θεατίνος δέχτηκε κ' εκείνη τον ακολούθησε κοιτάζοντας τον Αγαθούλη μ' έκπληξη και ταραχή, ενώ δάκρυα θαμπώνανε τα μάτια της. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο του Αγαθούλη, τούπε:
— Πώς λοιπόν, κύριε Αγαθούλη, δεν αναγνωρίζετε πια την Πακέττα;
Σ' αυτά τα λόγια ο Αγαθούλης, που δεν την είχε έως τώρα προσέξει, απάντησε:
— Αλίμονο, δυστυχισμένο μου παιδί, σεις λοιπόν εφέρατε τον δόχτορα Παγγλώσση στα όμορφα χάλια, που τον είδα;
— Αλίμονο, κύριε, είμ' εγώ, είπε η Πακέττα. Βλέπω, πως τάχετε πληροφορηθή όλα. Έμαθα όλα τα τρομερά δυστυχήματα, που πέσανε σ' το σπίτι της κυρίας Βαρωνέσσας και στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Σας ορκίζομαι, πως η μοίρα μου δεν υπήρξε λιγώτερο θλιβερή. Ήμουνε πολύ αθώα, όταν με γνωρίσατε. Ένας κορδελιέρος, που ήτανε ο εξομολογητής μου, με πλάνεψε. Οι συνέπειες υπήρξανε φριχτές· βρέθηκα στην ανάγκη να φύγω από τον πύργο λίγο αργότερα από τότε, που ο κύριος βαρώνος σας είχε διώξει με δυνατές κλωτσιές στον πισινό. Αν ένας περίφημος γιατρός δε με λυπότανε, θα πέθαινα. Έκανα λίγον καιρό, από ευγνωμοσύνη, μαιτρέσσα αυτού του γιατρού. Η γυναίκα του, που λύσσαε από ζήλεια, μ' έδερνε κάθε μέρα ανελέητα· ήτανε μανιακή. Αυτός ο γιατρός ήτανε ο πιο άσχημος απ' όλους τους άντρες κ' εγώ η πιο δυστυχισμένη απ' όλα τα πλάσματα, αφού έτρωγα ξύλο για έναν άντρα, που δεν τον αγαπούσα. Ξέρετε, κύριε, πόσο είναι επικίνδυνο, για μια ζηλιάρα νάναι γυναίκα γιατρού. Αυτός, μην υποφέροντας τις γκρίνιες της, της έδωσε μια μέρα, για να τη γιατρέψη από κάποιο μικρό συνάχι, ένα γιατρικό τόσο αποτελεσματικό, που πέθανε σε δυο ώρες με φριχτούς σπασμούς. Οι γονείς της κυρίας καταγγείλανε το γιατρό για φόνο κ' εκείνος τόσκασε κρυφά, μα βάλανε μένα στη φυλακή. Η αθωότητά μου δε θα μ' έσωζε, αν δεν ήμουνα λιγάκι όμορφη. Ο δικαστής μ' απάλλαξε με τον όρο να διαδεχτή το γιατρό. Σε λίγο με υποσκέλισε μια άλλη, με διώξανε χωρίς να με πλερώσουνε κι' αναγκάστηκα να εξακολουθήσω αυτό το απαίσιο επάγγελμα, που σας αρέσει τόσο εσάς των αντρών και που είναι για μας άβυσσο αθλιότητας. Ήρθα να εξασκήσω την εργασία μου στη Βενετία. Αχ! κύριε, δε μπορείτε να φανταστήτε, τι θα πη νάσαστε υποχρεωμένη να χαηδεύετε με την ίδια αδιαφορία ένα γέρο έμπορο, ένα δικηγόρο, έναν καλόγερο, ένα γονδολιέρο, έναν αββά· νάσαστε εκθεμένη σ' όλους τους εξευτελισμούς, σ' όλους τους διασυρμούς· να καταντάτε συχνά στο σημείο να δανείζεστε ένα πουκάμισο για να πηγαίνετε να σας το σηκώνη ένας άντρας συχαμερός: να σας κλέβη ο ένας, ό,τι κερδίσατε από τον άλλο· να σας φορολογούν οι αστυνόμοι και να σας περιμένουνε στο βάθος του μέλλοντός σας φριχτά γηρατειά, ένα νοσοκομείο και μια κοπριά, ε! τότε θα συμπεράνετε, πως είμαι ένα από τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα του κόσμου.
Έτσι η Πακέττα άνοιγε την καρδιά της στον καλόν Αγαθούλη, μέσα σ' ένα δωμάτιο, μπροστά στο Μαρτίνο, ο οποίος έλεγε στον Αγαθούλη.
— Βλέπετε, πως έχω κερδίσει έως τώρα το μισό στοίχημα.
Ο αδελφός Γαρουφάλης είχε μείνει στην τραπεζαρία κ' έπινε από λίγο- λίγο προσμένοντας το δείπνο.
— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης στην Πακέττα, είχατε το ύφος τόσο εύθυμο, τόσο ευχαριστημένο, όταν σας συνάντησα, τραγουδούσατε, χαηδεύατε το θεατίνο με μια χάρη ολότελα φυσική· μου φανήκατε τόσο ευτυχισμένη, όσο τώρα λέτε, πως είσαστε δυστυχισμένη.
— Αχ! κύριε, απάντησε η Πακκέττα, κι' αυτό ακόμα είναι μια από της αθλιότητες του επαγγέλματος. Χτες μ' έκλεψε και μ' έδειρε ένας αξιωματικός και πρέπει σήμερα να φαίνομαι, πως έχω κέφι, για ν' αρέσω σ' έναν καλόγερο.
Ο Αγαθούλης δε ζήτησε περισσότερα· ωμολόγησε, πως ο Μαρτίνος είχε δίκιο. Καθήσανε στο τραπέζι με την Πακέττα και το θεατίνο· το δείπνο στάθηκε πολύ ευχάριστο και στο τέλος μιλήσανε με κάμποση εμπιστοσύνη.
— Πατέρα μου, είπε ο Αγαθούλης στον καλόγερο, μου φαίνεστε, πως η μοίρα σας έχει ευνοήσει σε βαθμό, που όλοι να σας ζηλεύουνε· Το άνθος της υγείας λάμπει στο πρόσωπό σας, η φυσιογνωμία σας δείχνει την ευδαιμονία· έχετε μια πολύ ωραία κοπέλλα για να σας διασκεδάζη, και μοιάζετε πολύ ευχαριστημένος, που είσαστε θεατίνος.
— Μα την πίστη μου, είπε ο αδελφός Γαρουφάλης θα πεθυμούσα όλ' οι θεατίνοι να πνιγούνε στο βάθος της θάλασσας. Εκατό φορές μου ήρθε ο πειρασμός να βάλω φωτιά στο μοναστήρι και να πάω να γίνω τούρκος. Οι γονείς μου με αναγκάσανε στην ηλικία των δεκαπέντε μου χρόνων, να ζωστώ αυτό το απαίσιο ράσο, για ν' αφήσουνε περισσότερη περιουσία σ' έναν καταραμένο μεγαλύτερο αδερφό μου, που άμποτες ο Θεός να τον πνίξη!
Η ζήλεια, η διχόνοια, η λύσσα, κατοικούνε στα μοναστήρια. Είναι αλήθεια, πως έβγαλα μερικούς κακούς λόγους, από τους οποίους κέρδισα λίγα χρήματα, αλλ' ο ηγούμενος μούκλεψε τα μισά· τα υπόλοιπα τα διαθέτω να διατηρώ γυναίκες· αλλ' όταν επιστρέφω το βράδυ στο μοναστήρι, είμ' έτοιμος να σπάσω το κεφάλι μου στους τοίχους του κοιτώνα· κι' όλοι οι συνάδερφοι μου έχουνε την ίδια επιθυμία.
Ο Μαρτίνος γυρίζοντας προς τον Αγαθούλη με τη συνειθισμένη του ψυχραιμία:
— Ε! λοιπόν του λέγει, κέρδισα όλο το στοίχημα!
Ο Αγαθούλης έδωσε δυο χιλιάδες πιάστρα στην Πακέττα και χίλια στον αδερφό Γαρουφάλη.
— Σας απαντώ, είπε, πως μ' αυτά τα χρήματα τους έκανα ευτυχείς.
— Δεν το πιστεύω καθόλου, είπε ο Μαρτίνος· θα τους κάνετε μ' αυτά τα χρήματα πολύ πιο δυστυχείς.
— Ας γίνη ό,τι θέλη· αλλ' ένα πράγμα με παρηγορεί: βλέπω, πως ξαναβρίσκει κανείς συχνά πρόσωπα που δεν έλπιζε ποτές να τα συναντήση. Είναι πολύ πιθανό, αφού ξαναβρήκα το κόκκινό μου πρόβατο και την Πακέττα, να ξανασυναντήσω επίσης την Κυνεγόνδη.
— Εύχομαι, είπε ο Μαρτίνος, να σας δώση μιαν ημέρα την ευτυχία· αλλά γι' αυτό αμφιβάλλω πολύ.
— Είστε πολύ σκληρός, είπε ο Αγαθούλης.
— Γιατί έχω ζήσει πολύ, είπε ο Μαρτίνος.
— Αλλά παρατηρήστε αυτούς τους γονδολιέρους, είπε ο Αγαθούλης· τραγουδούν ακατάπαυτα.
— Να τους ιδήτε σπίτι τους με τις γυναίκες τους και τα κουτσούβελά τους, είπε ο Μαρτίνος. Ο δόγης έχει τις πίκρες του, οι γονδολιέροι τις δικές τους. Είναι αλήθεια, πως γενικά η τύχη ενός γονδολιέρου είναι προτιμότερη από του δόγη· αλλά βλέπω τη διαφορά τόσο ασήμαντη, ώστε δεν αξίζει τον κόπο να σημειωθή.
— Μιλούνε, είπε ο Αγαθούλης, για κάποιον συγκλητικό Ποκοκουράντη, που κατοικεί σ' αυτό το ωραίο παλάτι στη Μπρέντα και που δέχεται αρκετά φιλόφρονα τους ξένους. Ισχυρίζονται πως είναι ένας άνθρωπος, που δε γνώρισε ποτέ πίκρες.
— Θάθελα να ιδώ ένα τόσο σπάνιο ον, είπε ο Μαρτίνος.
Ο Αγαθούλης αμέσως έστειλε να ζητήση την άδεια από τον εξοχώτατο Ποκοκουράντη να πάη την επομένη να τον επισκεφθή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXV
&Επίσκεψη στου Άρχοντα Ποκοκουράντη Βενετσάνου άρχοντα.&
Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πήγανε με γόνδολα στη Μπρέντα και φτάσανε στο παλάτι του άρχοντα Ποκοκουράντη. Οι κήποι ήταν εξαίσιοι και στολισμένοι με ωραία μαρμάρινα αγάλματα· του παλατιού η αρχιτεχτονική κομψότατη. Ο οικοδεσπότης, ηλικίας εξήντα χρονών, υποδέχτηκε πολύ ευγενικά τους δύο περίεργους αλλά με πολύ ολίγη προθυμία, κι' αυτό σύγχισε τον Αγαθούλη και δεν άρεσε του Μαρτίνου.
Και πρώτα-πρώτα δυο κορίτσια καθαροντυμένα σερβίρανε σοκολάτα καλά αφρισμένη. Ο Αγαθούλης δεν κρατήθηκε από το να επαινέση την ομορφιά, τους καλούς τρόπους και την επιδεξιωσύνη τους.
— Είναι πολύ καλά κορίτσια, είπε ο συγκλητικός Ποκοκουράντης: τις βάζω κάποτε να κοιμούνται στο κρεββάτι μου γιατί μαι πολύ αηδιασμένος από τις κυράδες της πολιτείας, από τις κοκκεταρίες τους, τις ζήλιες τους, τους καυγάδες τους, τα νεύρα τους, τις μικρολογιές τους, τις αλαζονείες τους, τις ανοησίες τους κι από τα σονέττα, που πρέπει να τις κάμνω ή να παραγγέλω να τις κάμνουν: αλλά μ' όλα αυτά, κι' αυτές η δυο κοπέλλες αρχίζουνε να μου γίνονται κουραστικές.
Ο Αγαθούλης μετά το γεύμα περιδιαβάζοντας μέσα σε μια μακρυά γαλαρία, θαύμαζε την ομορφιά των ζωγραφικών πινάκων. Ρώτησε ποιανού μεγάλου τεχνίτη ήτανε οι δυο πρώτοι.
— Είναι του Ραφαήλου, είπε ο συγκλητικός· τους αγόρασα πολύ ακριβά από ματαιότητα δω και λίγα χρόνια· λέγουν, πως είναι ό,τι ωραιότερο υπάρχει στην Ιταλία, αλλά μένα δε μου αρέσουνε καθόλου: το χρώμα είναι πολύ σκοτεινό, τα πρόσωπα δεν είναι αρκετά στρογγυλεμένα και δεν ξεκόβουν αρκετά· οι ενδυμασίες δε φαίνονται καθόλου νάναι από ύφασμα: με ένα λόγο, ό,τι κι' αν λένε, δε βρίσκω σ' αυτές μιαν αληθινή ομοιότητα με τη φύση: αλλά τέτοιου είδους δεν υπάρχουν. Έχω πολλούς πίνακες, μα δεν τους προσέχω πια.
Ενώ περιμένανε το δείπνο, ο Ποκοκουράντης έβαλε να παίξουνε ένα κοντσέρτο. Ο Αγαθούλης βρήκε τη μουσική υπέροχη.
— Αυτός ο θόρυβος, είπε ο Ποκοκουράντης, ημπορεί να διασκεδάση για μισή ώρα· αλλ' αν βαστάξει περισσότερο, κουράζει όλους, αν και κανείς δεν τολμά να το ομολογήση. Η μουσική σήμερα είναι μονάχα η τέχνη, που εκτελεί πράγματα δύσκολα· ό,τι είναι δύσκολο, δε μπορεί ναρέση πολλή ώρα.
Θα προτιμούσα ίσως την όπερα, αν δεν είχαν εύρει, το μυστικό να φτιάνουνε τερατουργήματα που μ' εξοργίζουν. Όποιος θέλει ας πηγαίνη να βλέπη κακές τραγωδίες βαλμένες σε μουσική, καμωμένες για ένα ή δυο γελοία τραγούδια, όπου δοκιμάζεται η αξία του λαρυγγιού μιας ηθοποιού· ας χλωμιαίνη από ηδονή όποιος θέλει ή οποίος μπορεί, βλέποντας ένα μουνούχο να τσαμπουνά το ρόλο του Καίσαρα ή του Κάτωνα και να περιφέρεται μ' ένα ύφος αδέξιο πάνου στα σανίδια: όσο για μένα έπαψα από πολύν καιρό να ενδιαφέρομαι γι' αυτές τις μιζέριες, που αποτελούνε σήμερα τη δόξα της Ιταλίας και που οι ηγεμόνες τις πληρώνουνε τόσο ακριβά.
Ο Αγαθούλης το αμφισβήτησε λιγάκι, αλλά με πολλή διάκριση. Ο Μαρτίνος ήτανε τέλεια σύμφωνος με το συγκλητικό.
Καθίσανε στο τραπέζι· και μετά ένα έξοχο δείπνο, περάσανε στη βιβλιοθήκη. Ο Αγαθούλης βλέποντας έναν Όμηρο μεγαλόπρεπα δεμένο, παίνεσε τον εκλαμπρότατο για την καλαισθησία του.
— Να! ένα βιβλίο, που ήταν η απόλαυση του δόχτορα Παγγλώσση, του καλύτερου φιλοσόφου της Γερμανίας.
— Δεν είναι και δική μου, είπε ψυχρά ο Ποκοκουράντης: με κάνανε άλλοτες να πιστεύω, πως ευχαριστιόμουνα διαβάζοντάς τον· αλλ' αυτή η συνεχής επανάληψη μαχών, που όλες μοιάζουν αναμεταξύ τους, αυτοί οι θεοί που ενεργούνε πάντα, χωρίς να κάμνουνε τίποτε το οριστικό, αυτή η Ελένη, που είναι η αιτία του πολέμου και που μόλις εμφανίζεται στο έργο· αυτή η Τροία, που την πολιορκούνε και δεν την κυριεύουνε ποτέ· όλ' αυτά μου προξενούσανε την πιο θανάσιμη πλήξη. Ρώτησα μερικούς σοφούς, αν έπλητταν όσο κι' εγώ σ' αυτό το διάβασμα: όλοι οι ειλικρινείς άνθρωποι μου ομολογήσανε, πως το βιβλίο τους έπεφτε απ' τα χέρια, αλλ' έπρεπε πάντα να το έχουνε στη βιβλιοθήκη, σαν ένα μνηνείο της αρχαιότητας, όπως αυτά τα σκουριασμένα νομίσματα, που δεν περνούνε πια.
— Η εξοχότητά σας σκέπτεται τα ίδια και για το Βιργίλιο; ρώτησε ο Αγαθούλης,
— Παραδέχομαι, είπε ο Ποκοκουράντης, πως το δεύτερο, το τέταρτο και το έχτο βιβλίο της Αινειάδας του είναι έξοχα· αλλά για τον ευσεβή του Αινεία, το δυνατό Κλοάνθη και το φίλο του τον Αχάτη και το μικρόν Ασκάνιο και τον ηλίθιο βασιλιά Λατίνο και τη χωριάτισσα Αμάτα και την άνοστη Λαβινία, πιστεύω, πως δεν υπάρχει τίποτε πιο κρύο και πιο δυσάρεστο. Προτιμώ τον Τάσσο και τους μύθους του Αριόστου, που σε κάνουνε να κοιμάσαι όρθιος.
— Να τολμήσω να σας ρωτήσω, κύριε, είπε ο Αγαθούλης, αν δε σας δίνει μεγάλη ευχαρίστηση το διάβασμα του Ορατίου;
— Έχει γνωμικά, είπε ο Ποκοκουράντης, που μπορούνε να ωφελήσουν έναν άνθρωπο του κόσμου και που όντας βαλμένα σε στίχους ενεργητικούς, χαράζονται ευκολώτερα στη μνήμη: αλλά λίγο μ' ενδιαφέρει το ταξίδι του στο Βρινδήσιο κ' η περιγραφή του ενός κακού δείπνου κ' οι χαμάλικοι καυγάδες μεταξύ ενός κάποιου Πουπίλου, που τα λόγια του, λέγει, ήτανε γεμάτα έμπυο, κι' ενός άλλου, που τα λόγια του ήτανε γεμάτα ξίδι. Διάβασα μ' έσχατη αηδία τους χονδροειδείς στοίχους του ενάντια στις γριές και τις μάγισσες· και δε βλέπω, τι αξία έχει το να λέγη στο φίλο του Μαικήνα, πως, αν τον λογαριάση μεταξύ των λυρικών ποιητών, θα χτυπήση τάστρα με το υψηλό του μέτωπο. Οι μωροί θαυμάζουν όλα σ' έναν ποιητή αναγνωρισμένο. Εγώ διαβάζω για τον εαυτό μου· αγαπώ μονάχα ό,τι μου κάνει.
Ο Αγαθούλης είχε μάθη να μην κρίνη τίποτα μόνος του κι' απορούσε πολύ απ' ό,τι άκουε. Αλλ' ο Μαρτίνος εύρισκε τον τρόπο της σκέψης του Ποκοκουράντη πολύ λογικό:
— Ω, να ένας Κικέρωνας, είπε ο Αγαθούλης· αυτόν το μεγάλον άντρα, είμαι βέβαιος, πως δεν παύετε να τον διαβάζετε.
— Δεν τον διαβάζω ποτές, απάντησε ο Βενετσάνος· Τι μ' ενδιαφέρει, αν υπεράσπισε το Ραβίριο ή τον Κλουέντιο; Έχω αρκετές δίκες, που κρίνω: περισσότερο θα μου κάνανε τα φιλοσοφικά του έργα, μα σαν είδα πως αμφέβαλλε για όλα, συμπέρανα, πως ήξερα όσα κι αυτός και πως δεν είχα ανάγκη από κανένανε, για να τ' αγνοώ όλα.
— Α! να ογδόντα τόμοι μιας ακαδημίας των επιστημών, φώναξε ο Μαρτίνος· μπορεί να υπάρχη δω μέσα κάτι καλό.
— Θα υπήρχε, είπε ο Ποκοκουράντης, αν ένας από τους συγγραφείς αυτών των ανακατεμένων σωρών είχε εφεύρει την τέχνη να κάμνη καρφίτσες· μα σε όλ' αυτά τα βιβλία υπάρχουνε μονάχα κούφια συστήματα και τίποτα ωφέλιμο.
— Ω! πόσα θεατρικά έργα βλέπω εδώ, είπε ο Αγαθούλης, Ιταλικά, Ισπανικά, Γαλλικά.
Ναι, απάντησε ο συγκλητικός, είναι τρεις χιλιάδες και δεν έχει ούτε τρεις ντουζίνες καλά. Αυτές τις συλλογές λόγια, που όλες μαζί δεν αξίζουνε μια σελίδα του Σενέκα, κι' όλους αυτούς τους χοντρούς τόμους θεολογίας, δεν τους ανοίγω ποτέ, ούτ' εγώ ούτε κανείς άλλος.
Ο Μαρτίνος παρατήρησε θέσεις γεμάτες αγγλικά βιβλία.
— Νομίζω, πως ένας δημοκράτης πρέπει να βρίσκη ευχαρίστηση στα περισσότερα απ' αυτά τα έργα, τα γραμμένα με τόση ελευθερία.
— Ναι, απάντησε ο Ποκοκουράντης, είναι καλό να γράφη κανείς ό,τι σκέπτεται: αυτό είναι το προνόμιο του ανθρώπου. Σ' όλη μας την Ιταλία γράφουν ό,τι δεν σκέπτονται· αυτοί που κατοικούνε στην πατρίδα των Καισάρων και των Αντωνίνων, δεν τολμούνε νάχουνε μιαν ιδέα χωρίς την άδεια ενός Ιακωβίνου. Θάμουν ευχαριστημένος από την ελευθερία, που εμπνέει τους Άγγλους διανοουμένους, αν η εμπάθεια κ' η προκατάληψη δεν καταστρέφανε ό,τι άξιο έχει αυτή η πολύτιμη ελευθερία. Ο Αγαθούλης παρατήρησε ένα Μίλτωνα και ρώτησε, αν ο Ποκοκουράντης θέα εύρισκε αυτόν τον συγγραφέα μεγάλον άνθρωπο.
— Ποιόν; είπεν ο Ποκοκουράντης, αυτόν το βάρβαρο, που υπομνηματίζει φλυαρώτατα το πρώτο κεφάλαιο της «Γενέσεως» σε δέκα βιβλία και σε στίχους τραχείς; αυτόν τον χονδροειδή μιμητή των Ελλήνων, που παραμορφώνει τη δημιουργία, κι' ο οποίος, ενώ ο Μωυσής παρασταίνει τον Αιώνιο να κάμνη τον κόσμο με το λόγο, βάζει τον Μεσσία να παίρνη ένα μεγάλο διαβήτη απ' όνα ερμάριο τουρανού και να το δίνει του Θεού να σχεδιάση το έργο του; Εγώ θα εχτιμήσω εκείνον, που χάλασε την κόλαση και το διάβολο του Τάσσου· που μεταμορφώνει τον Εωσφόρο άλλοτε σε βάτραχο, άλλοτε σε πυγμαίο; που τον βάζει να επαναλαβαίνη εκατό φορές τα ίδια λόγια; που τον βάζει να συζητή Θεολογία; ο οποίος μιμούμενος σοβαρά την κωμικήν εύρεση των πυροβόλων όπλων από τον Αριόστο, βάζει τους διαβόλους να τραβούνε κανονιές στον ουρανό; Ούτε σε μένα ούτε σε άλλον κανένα στην Ιταλία δε μπορέσανε ν' αρέσουν όλες αυτές οι θλιβερές παραδοξότητες. &Ο γάμος της Αμαρτίας και του θανάτου& και τα φίδια, που γεννά η Αμαρτία, προκαλούνε τον έμετο κάθε ανθρώπου με λεπτό γούστο, κι' η μακρυά του περιγραφή ενός νοσοκομείου είναι καλή μονάχα για νεκροθάφτες. Αυτό το σκοτεινό, αλλόκοτο, κι' αηδιαστικό ποίημα περιφρονήθηκε στη γέννησή του· το θεωρώ σήμερα, όπως το θεωρήσανε στην πατρίδα του οι σύγχρονοί του. Το κάτου-κάτου λέγω ό,τι σκέπτομαι και πολύ λίγο με μέλει, τι σκέπτονται οι άλλοι για μένα.
Ο Αγαθούλης ήτανε λυπημένος απ' αυτά τα λόγια· σεβότανε τον Όμηρο, αγαπούσε λίγο το Μίλτωνα.
— Αλίμονο! είπε πολύ σιγά στο Μαρτίνο ω! τι ανώτερος άνθρωπος! μουρμούρισε ανάμεσα στα δόντια του. Τι μεγαλοφυία αυτός ο Ποκοκουράντης! Τίποτε δεν μπορεί να του αρέση.
Αφού έτσι επιθεωρήσανε όλα τα βιβλία, κατεβήκανε στον κήπο. Ο Αγαθούλης παίνεσε όλες του τις ομορφιές.
— Δεν ξέρω τίποτε τόσο κακού γούστου, είπε ο οικοδεσπότης· είναι μικροπράγματα· αλλά από αύριο θα φυτέψω άλλα με σχέδιο πολύ ευγενικώτερο.
Όταν οι δυο φιλοπερίεργοι αποχαιρετήσανε την εξοχότητά του:
— Λοιπόν, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, θα ομολογήσετε, πως αυτός, είναι ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους, γιατί ναι πάνω από ό,τι κατέχει.
Δε βλέπετε, πως τον αηδιάζει ό,τι κατέχει; Ο Πλάτων είπε, δω και τόσον καιρό, πως τα καλύτερα στομάχια δεν είναι κείνα, που αρνιούνται όλες τις τροφές.
— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης, δεν υπάρχει ηδονή στο να κριτικάρη κανείς τα πάντα, να αισθάνεται ελαττώματα, εκεί που οι άλλοι νομίζουνε, πως βλέπουν ομορφιές;
— Πάει να πη, απάντησε ο Μαρτίνος, πως είναι μια ηδονή το να μην έχης καμιά ηδονή!
— Ω! καλά, είπε ο Αγαθούλης, δεν υπάρχει λοιπόν άλλος ευτυχής από μένα, όταν θα ξαναϊδώ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.
— Είναι πάντα καλό να ελπίζη κανείς, είπε ο Μαρτίνος.
Ωστόσο οι μέρες, οι μήνες περνούσανε. Ο Κακαμπός δεν ερχότανε καθόλου κι' ο Αγαθούλης ήτανε τόσο βυθισμένος στη λύπη του, που ούτε καν συλλογίστηκε, πως η Πακέττα κι' ο αδερφός Γαρουφάλης δεν ήρθανε να τον ευχαριστήσουνε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVI
&Για ένα δείπνο, που έκανε ο Μαρτίνος μ' έξι ξένους και ποιοι ήτανε αυτοί.&
Ένα βράδι, που ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πηγαίνανε να καθήσουνε στο τραπέζι μαζί με τους ξένους, που μένανε στο ίδιο ξενοδοχείο, ένας άνθρωπος καρβουνοπρόσωπος τον πλησίασε από πίσω και πιάνοντάς τον από το μπράτσο του είπε:
— Ετοιμαστήτε ν' αναχωρήσετε μαζί μας, μην αρνηθήτε.
Γυρίζει και βλέπει τον Κακαμπό. Ε, μονάχα η θέα της Κυνεγόνδης θα μπορούσε να τον εκπλήξη και τον χαροποιήση περισσότερο. Λίγο έλειψε να τρελαθή από χαρά. Αγκαλιάζει τον αγαπημένο του φίλο.
— Η Κυνεγόνδη είν' εδώ, χωρίς άλλο; Πού είναι; Πήγαινέ με κοντά της, για ν' αποθάνω από χαρά!
— Η Κυνεγόνδη δεν είν' εδώ, είπεν ο Κακαμπός· είναι στην Κωσταντινούπολη.
— Α! ουρανέ! στην Πόλη! Αλλά και στην Κίνα νάτανε, θα πετούσα έως εκεί· πάμε!
— Θα φύγουμε μετά το δείπνο, είπε ο Κακαμπός. Δε μπορώ να σας πω περισσότερα· είμαι σκλάβος· ο αφέντης μου με περιμένει· πρέπει να πάω να του σερβίρω στο τραπέζι· μη λέτε λέξη, φάτε και νάσαστε έτοιμος.
Ο Αγαθούλης, μισός χαρά, μισός λύπη, γοητευμένος, που ξανάδε τον πιστό του υπηρέτη, ξαφνισμένος, που τον είδε σκλάβο, γεμάτος από τη σκέψη να ξανάβρη την αγαπημένη του, με την καρδιά ταραγμένη το πνεύμα άνω κάτω, κάθισε στο τραπέζι με το Μαρτίνο, που παρακολουθούσε με ψυχραιμία όλες αυτές τις περιπέτεις, μαζί με τους άλλους έξι ξένους, που είχαν έρθει να περάσουνε τα καρναβάλια στη Βενετία.
Ο Κακαμπός, που έχυνε κρασί σ' έναν απ' αυτούς τους έξι ξένους, πλησίασε στ' αυτί του αφέντη του, κατά το τέλος του δείπνου, και τούπε:
— Η Μεγαλειότητά σας ημπορεί ν' αναχωρήση όποτε θέλη, το καράβι είναι έτοιμο.
Αφού είπε αυτές τις λέξεις, βγήκε έξω. Οι άλλοι, που τρώγανε στο ίδιο τραπέζι, κοιταζόντανε μ' έκπληξη χωρίς να προφέρουνε λέξη, όταν ένας δεύτερος υπηρέτης πλησιάζει τον αφέντη του και του λέγει:
— Το φορείο της Μεγαλειότητά σας είναι στην Πάδοβα κ' η βάρκα έτοιμη. Ο αφέντης έκαμε ένα σημάδι κι' ο υπηρέτης βγήκε έξω. Όλοι οι άλλοι ξανακοιταχτήκανε πάλι κ' η κοινή έκπληξη διπλασιάστηκε. Ένας τρίτος υπηρέτης πλησίασε επίσης έναν τρίτο ξένο και τούπε:
— Η Μεγαλειότητά σας δε θα μείνη πολύν καιρό εδώ· θα τα ετοιμάσω όλα.
Κ' ευθύς εξαφανίστηκε.
Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος δεν αμφιβάλανε πως είχαν εμπρός τους μασκαράδες του καρναβαλιού. Ένας τέταρτος υπηρέτης είπε στον τέταρτον αφέντη.
— Η μεγαλειότητά σας θ' αναχωρήση, όποτε θέλη, και βγήκε έξω σαν τους άλλους.
Ο πέμτος υπηρέτης είπε τα ίδια στον πέμτο αφέντη. Αλλά ο έχτος υπηρέτης, μίλησε διαφορετικά στον έχτο αφέντη, που καθότανε πλάι στον Αγαθούλη.
— Μα την πίστη μου, Μεγαλειότατε, δε θέλουνε πια να κάνουνε πίστωση στη μεγαλειότητά σας, ούτε και σε μένα· και μπορεί αξιόλογα απόψε να μας φυλακίσουνε και σας και μένα· πάω να φροντίσω για τον εαυτό μου! Χαίρετε!
Αφού όλοι οι υπηρέτες εξαφανιστήκανε, οι έξι ξένοι, ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος μένανε βυθισμένοι σε βαθυά σιγή. Επί τέλους ο Αγαθούλης τη διάκοψε!
— Κύριοι, είπε, να μια μοναδική αστειότητα. Γιατί ήσαστε όλοι βασιλιάδες; Όσο μια μένα, σας ομολογώ, πως δεν είμαι βασιλιάς, καθώς κι' ο φίλος ο Μαρτίνος.
Ο αφέντης του Κακαμπό έλαβε τότε με πολλή σοβαρότητα το λόγο και είπε Ιταλικά!
— Δεν αστειεύομαι καθόλου! Ονομάζομαι Μεχμέτ ο Γος. Έκανα Σουλτάνος πολλά χρόνια· είχα εκθρονίσει τον αδερφό μου· ο ανεψιός μου μ' εκθρόνισε, κόψανε τον λαιμό των βεζύρηδών μου· αποτελειώνω τις μέρες της ζωής μου μέσα στο παλιό Σαράι. Ο ανεψιός μου, ο μέγας σουλτάνος Μαχμούτ, μου επιτρέπει να ταξιδεύω κάποτε για την υγεία μου· κ' έτσι ήρθα να περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.
Ένας νέος, που βρισκότανε πλάι στον Αχμέτ μίλησε κατόπι και είπε:
— Ονομάζομαι Ιβάν· ήμουν αυτοκράτορας πασών των Ρωσσιών· μ' εκθρόνισαν, όταν ακόμα ήμουνα στην κούνια· τον πατέρα μου και τη μητέρα μου τη φυλακίσανε· μ' αναθρέψανε μέσα στη φυλακή· έχω κάποτε την άδεια να ταξιδεύω, συνοδευμένος από τους φυλακές μου· κ' ήρθα να περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.
Ο τρίτος είπε:
— Είμαι ο Κάρολος Εδουάρδος, βασιλιάς της Αγγλίας· ο πατέρας μου, μου παραχώρησε τα δικαιώματά του στη βασιλεία· πολέμησα για να τα υποστηρίξω· ξερρριζώσανε την καρδιά από οχτακόσιους του κόμματός μου, και τους τη χτυπήσανε στα μούτρα· με βάλανε στη φυλακή· πάω στη Ρώμη να επισκεφτώ τον πατέρα μου, εκθρονισμένον όπως κ' εγώ κι' ο παπούς μου· κ' ήρθα να περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.
Ο τέταρτος είπε:
— Είμαι βασιλιάς των Πολάκων· η τύχη του πολέμου μου στέρησε τις κληρονομικές μου χώρες κι' ο πατέρας μου έπαθε το ίδιο· αφήνομαι στη Θεία Πρόνοια, όπως ο Σουλτάνος Αχμέτ, ο αυτοκράτορας Ιβάν κι' ο βασιλιάς Κάρολος Εδουάρδος, στους οποίους άμποτε ο Θεός να δίνει χρόνια πολλά· κ' ήρθα να περάσω τα Καρναβάλια στη Βενετία.
Ο πέμτος είπε:
— Κ' εγώ είμαι βασιλιάς των Πολάκων· έχασα δυο φορές το βασίλειό μου· αλλ' η Πρόνοια μου έδωσε άλλο κράτος, στο όποιο έκανα τόσα αγαθά, όσα δεν κάνανε όλοι οι βασιλιάδες των Σαρματών μαζί στις όχθες του Βιστούλα. Αφήνομαι κ' εγώ στη Θεία Πρόνοια· κ' ήρθα να περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.
Έμενε να μιλήση ο έχτος μονάρχης.
Κύριοι, είπε, δεν είμαι τόσο μέγας Αφέντης όπως εσείς· αλλ' επί τέλους υπήρξα βασιλιάς, όπως κάθε βασιλιάς· είμαι ο Θεόδωρος· μ' εκλέξανε βασιλιά της Κορσικής· με ωνομάσανε, &Μεγαλειότατον&, αλλά τώρα μόλις μ' ονομάζουνε &Κύριο&· έκοψα νομίσματα και δεν έχω ούτ' ένα δηνάριο· Είχα δυο γραμματείς της Επικρατείας, και δεν έχω έναν υπηρέτη· είχα καθήσει σε θρόνο κ' έμεινα πολύν καιρό, στη Λόντρα, φυλακή πάνω στ' άχερα· φοβούμαι πολύ, μην πάθω τα ίδια κ' εδώ, αν κ' ήρθα να περάσω, όπως οι Μεγαλειότητές σας, τα καρναβάλια στη Βενετία.
Οι άλλοι πέντε βασιλιάδες ακούσανε αυτά τα λόγια μ' ευγενική συμπάθεια: Ο καθένας απ' αυτούς έδωκε είκοσι τσεκίνια στο βασιλιά Θεόδωρο, για ν' αγοράση ρούχα και πουκάμισα· ο Αγαθούλης του χάρισε ένα διαμάντι, πόκανε δυο χιλιάδες τσεκίνια.
— Ποιος νάναι άραγε αυτός ο άνθρωπος, λέγανε οι πέντε βασιλιάδες, που μπορεί να δίνη εκατό φορές περισσότερα από μας και τα δίνει; Μήπως ήσαστε και σεις βασιλιάς, κύριε;
— Όχι, κύριοι, και δεν το επιθυμώ καθόλου! Την ώρα, που φεύγανε από το τραπέζι, φτάσανε στο ίδιο ξενοδοχείο έξι γαληνότατες υψηλότητες, που είχανε χάσει ομοίως τα κράτη τους εξ αιτίας του πολέμου και που ήρθανε να περάσουνε τα καρναβάλια στη Βενετία. Αλλ' ο Αγαθούλης δεν τους πρόσεξε καθόλου: ήτανε ολότελα απασχολημένος να πάη νάβρη την αγαπημένη του Κυνεγόνδη στην Κωνσταντινούπολη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVII.
&Ταξίδι του Αγαθούλη στην Κωσταντινούπολη.&
Ο πιστός Κακαμπός είχε καταφέρει τον τούρκο πλοίαρχο, που θα μετέφερνε το σουλτάνο Αχμέτ στην Κωσταντινούπολη, να δεχτή στο καράβι τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο. Κι' ο ένας κι' ο άλλος επιβιβαστήκανε, αφού πρώτα προσκυνήσανε την άθλια Μεγαλειότητά του. Ο Αγαθούλης, ενώ βαδίζανε προς το καράβι, έλεγε στο Μαρτίνο:
— Να, ωστόσο, έξι ξεθρονισμένοι βασιλιάδες, με τους οποίους δειπνήσαμε! Κ' επί πλέον μέσα σ' αυτούς τους έξι υπήρχε κ' ένας, που τούκανα ελεημοσύνη. Ίσως υπάρχουνε πολλοί άλλοι πρίγκιπες πιο κακότυχοι. Εγώ έχασα μόνο έξι πρόβατα και τώρα πετώ στην αγκαλιά της Κυνεγόνδης. Αγαπητέ μου Μαρτίνε, άλλη μια φορά ο Παγγλώσης είχε δίκιο, πως όλα είναι καλά.
Το εύχομαι, είπε ο Μαρτίνος.