Ο Αγαθούλης

Part 6

Chapter 68 wordsPublic domain

Μόλις ο Αγαθούλης εγκαταστάθηκε σ' ένα ξένο δοχείο, τον έπιασε ελαφρός πυρετός από τους πολλούς κόπους. Επειδή είχε στο δάχτυλο ένα τεράστιο διαμάντι κ' είχανε παρατηρήση μέσα στις αποσκευές του μια βαλίζα τρομερά βαριά, βρεθήκανε αμέσως γύρω του δυο γιατροί, χωρίς να τους καλέση, μερικοί επιστήθιοι φίλοι, που δεν τον αφήσανε ποτές μόνο του, και δυο θρησκόληπτες γυναίκες, που του ζεσταίνανε τις σούπες. Ο Μαρτίνος έλεγε:

— Θυμούμαι, πως αρρώστησα κ' εγώ στο Παρίσι στο πρώτο μου ταξίδι· ήμουνα πολύ φτωχός· έτσι δεν είχα ούτε φίλους, ούτε γυναίκες ούτε γιατρούς κ' έγιανα.

Εν τω μεταξύ χάρη στα γιατρικά και τις αφαίμαξες η αρρώστια του Αγαθούλη χειροτέρεψε. Ένας παπάς της συνοικίας ήρθε με πολύ γλυκάδα να του ζητήση ένα γραμμάτιο πληρωτέον στο νεκροφόρο. Ο Αγαθούλης αρνήθηκε· οι θρησκόληπτες τον βεβαιούσαμε, πως ήτανε καινούργια μόδα· ο Αγαθούλης απάντησε, πως δεν ήτανε καθόλου άνθρωπος της μόδας. Ο Μαρτίνος θέλησε να πετάξει απ' το παράθυρο αυτόν τον κύριο. Ο παπάς ορκιζότανε πως δε θα θάψει τον Αγαθούλη· ο Μαρτίνος ορκιζότανε, πως θα θάψη τον παπά, αν εξακολουθούσε να τους ζαλίζη. Ο καυγάς άναψε: Ο Μαρτίνος αρπάζει τον παπά από τον ώμο και τον πετάει όξω· αυτό προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο και τους κάνανε αγωγή.

Ο Αγαθούλης έγιανε· και κατά την ανάρρωσή του είχε πολύ καλή συντροφιά στο φαγητό του. Παίζανε δυνατό παιχνίδι. Ο Αγαθούλης απορούσε πολύ, πώς ποτέ δεν του ερχόντανε οι άσσοι· ο Μαρτίνος δεν απορούσε καθόλου!

Μεταξύ εκεινών, που τόνε συργιανίζανε στην πόλη, ήτανε κ' ένας κοντός αββάς Περιγουρδίνος, ένας απ' αυτούς τους πρόθυμους ανθρώπους, πάντα ευκίνητος πάντα περιποιητικός, αδιάντροπος, χαηδευτικός, ικανός για όλα, απ' αυτούς που παραμονεύουνε τους ξένους, όταν περνούνε, τους διηγούνται τη σκανταλιστική ιστορία της πόλης και τους προσφέρουνε ηδονές σε οποιαδήποτε τιμή. Αυτός οδήγησε πρώτα-πρώτα τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο στην Κομεντί· Παίζανε μια νέα τραγωδία. Ο Αγαθούλης βρέθηκε καθισμένος πλάι σε μερικούς, που ξέραν από τραγωδίες. Αυτό δεν τον εμπόδισε να κλαίη σε σκηνές, παιγμένες τέλεια. Ένας από τους ειδικούς, που ήτανε πλάι του, τούπε σε κάποιο διάλειμμα:

— Έχετε πολύ άδικο να κλαίτε· αυτή η ηθοποιός είναι πολύ κακή· ο ηθοποιός, που παίζει μαζί της, είναι πολύ χειρότερος· το έργο είναι ακόμα πιο χειρότερο από τους ηθοποιούς· ο συγγραφέας δεν ξέρει λέξι αραβικά, κι' όμως η σκηνή υποτίθεται στην Αραβία: Επί πλέον είναι ένας άνθρωπος, που δεν πιστεύει στις έμφυτες ιδέες· θα σας φέρω αύριο είκοσι μπροσούρες εναντίον του.

— Κύριε; πόσα θεατρικά έργα έχετε στη Γαλλία; είπε ο Αγαθούλης στον αββά.

— Πέντε έως έξι χιλιάδες.

— Είναι πολλά; είπε ο Αγαθούλης. Πόσα απ' αυτά είνε καλά;

— Δεκαπέντε έως δεκάξι; απάντησε ο άλλος.

— Πολλά! είπε ο Μαρτίνος.

Του Αγαθούλη του άρεσε πολύ μια ηθοποιός, που έπαιζε τη βασίλισσα Ελισσάβετ, σε μια πολύ περολογική τραγωδία, που την παρασταίνουν κάποτε.

— Αυτή η ηθοποιός είπε στο Μαρτίνο, μου αρέσει πολύ· ομοιάζει υπερβολικά με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, θα χαιρόμουνα πολύ αν τήνε γνώριζα.

Ο Περιγουρδίνος αββάς προσεφέρθηκε να τον εισαγάγη στην ηθοποιό. Ο Αγαθούλης, αναθρεμμένος στη Γερμανία, ρώτησε, ποια ήτανε η ετικέττα και πώς φέρνονται στη Γαλλία προς τη βασίλισσα της Αγγλίας.

— Κατά τις περιστάσεις, είπε ο αββάς. Στις επαρχίες τις πάνε στην ταβέρνα· στο Παρίσι τις σέβονται, σαν είναι ωραίες, και τις πετούνε στα σκουπίδια, σαν πεθαίνουνε.

— Τις βασίλισσες στα σκουπίδια! είπε ο Αγαθούλης.

— Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος. Ο κύριος αββάς έχει δίκιο. Ήμουνα στο Παρίσι, όταν η δεσποινίς Μονίμη πέρασε απ' αυτή τη ζωή στην άλλη. Της αρνηθήκανε, όπως λεν εδώ, τις &τιμές της ταφής&, δηλ. το να σαπίση μ' όλους τους ζητιάνους της συνοικίας σ' ένα άθλιο νεκροταφείο. Τη θάψανε χωριστά από τους συντρόφους της στη γωνιά της οδού της Βουργουνδίας· αυτό θα της εκόστισε πολύ, γιατί το πνεύμα της ήτανε πολύ ευγενικό.

— Αυτό είνε μεγάλη αγένεια, είπε ο Αγαθούλης.

— Τι θέλετε, είπε ο Μαρτίνος· οι εδώ κάτοικοι είν' έτσι κανωμένοι· όλες τις αντιφάσεις, που μπορείτε να φανταστήτε, όλες τις δυνατές ασυμφωνίες θα τις βρήτε στην κυβέρνηση, στα δικαστήρια, στις εκκλησίες, στα θεάματα αυτού του αλλόκοτου έθνους.

— Είναι αλήθεια πως γελούνε πάντα στο Παρίσι; είπε ο Αγαθούλης.

— Ναι, είπε ο αββάς, αλλά σαν μανιακοί· γιατί κλαίονται για όλα ξεσπώντας στα γέλια· επίσης κάνουνε γελώντας τις πιο μυσαρές πράξεις.

— Ποιο ήτανε αυτό το χοντρογούρουνο, που μου κακολογούσε τόσο το δράμα, που μ' έκανε να κλαίω, και τους ηθοποιούς, που μου αρέσανε τόσο;

— Είν' ένας φαρμακόψυχος, που κερδίζει τη ζωή του κακολογώντας όλα τα δράματα κι' όλα τα βιβλία· μισεί οποίον πετυχαίνει, όπως οι ευνούχοι μισούνε τους άρτιους· είν' ένα απ' αυτά τα φίδια της φιλολογίας, που τρέφονται από λάσπη και φαρμάκι· είν' ένας λιβελλογράφος.

— Τι θα πει λιβελλογράφος; ρώτησε ο Αγαθούλης.

— Είν' ένας που κάνει φυλλάδες, ένας Φρερώνος. (4)

Έτσι ο Αγαθούλης, ο Μαρτίνος κι' ο Περιγουρδίνος, συνομιλούσανε απάνου στη σκάλα βλέποντας να περνά ο κόσμος μετά το τέλος της παράστασης.

— Αν και βιάζομαι πολύ να ξαναϊδώ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, είπε ο Αγαθούλης, θάθελα όμως να δειπνήσω με τη δεσποινίδα Κλαιρόν, γιατί μου φάνηκε θαυμαστή κοπέλλα.

Ο αββάς δεν ήτανε άνθρωπος, που μπορούσε να πλησιάση τη δεσποινίδα Κλαιρόν, η οποία έβλεπε μονάχα πρόσωπα της υψηλής περιωπής.

— Είνε στα νεύρα της απόψε, είπε· μα θα λάβω την τιμή να σας οδηγήσω σε μια κυρία καθώς πρέπει, όπου θα γνωρίσετε το Παρίσι, σα νάχατε μείνει σ' αυτό τέσσερα χρόνια.

Ο Αγαθούλης, που ήτανε φυσικά περίεργος, δέχτηκε να τον οδηγήσουνε στην κυρία αυτή, στο βάθος του προαστείου του Αγίου Ονωρίου. Παίζανε εκεί φαραώ. Δώδεκα θλιβεροί πονταδόροι κρατούσανε στα χέρια μια τράπουλα με τσακισμένα χαρτιά, όπου κάθε τσάκιση σήμαινε και μια χασούρα.

Μια βαθιά σιωπή βασίλευε, ωχρότητα ήτανε απλωμένη στα πρόσωπα των πονταδόρων, ανησυχία στου μπανκαδόρου η οικοδέσποινα καθισμένη πλάι στον ανελέητον αυτό μπανκαδόρο, παρακολουθούσε με μάτια αλωπούς όλες τις πάρολες και τα σιέτε, που κάθε παίχτης σημάδευε στα χαρτιά του τσακίζοντάς τα, με μια προσεχτικότητα αυστηρή, μα ευγενική· και δε θύμωνε καθόλου από φόβο μη χάση την πελατεία της.

Η κυρία έλεγε πως ονομαζότανε μαρκησία Παρολινιάκ. Η κόρη της, ως δεκαπέντε χρονών, ήτανε μαζί με τους πονταδόρους κι' ειδοποιούσε μ' ένα κλείσιμο του ματιού τις διάφορες κατεργαριές των δυστυχισμένων αυτών ανθρώπων, που προσπαθούνε να επανορθώσουνε μ' αυτό τον τρόπο τις σκληρότητες της τύχης. Ο Περιγουρδίνος αββάς, ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος μπήκανε· κανείς δε σηκώθηκε, ούτε τους χαιρέτισε, ούτε τους είδε. Όλοι ήτανε βαθύτατα απασχολημένοι με τα χαρτιά τους.

— Η κυρία βαρώνη του Τούντερ-τεν-τρονκ ήτανε πιο φιλοφρονητική, είπε ο Αγαθούλης.

Ωστόσο ο αββάς πλησίασε στ' αυτί της κυρίας μαρκησίας, η οποία μισοσηκώθηκε, ετίμησε τον Αγαθούλη μ' ένα χαριτωμένο μειδίαμα και το Μαρτίνο με μια κίνηση της κεφαλής ολότελα αριστοκρατική· είπε να δώσουνε κάθισμα και μια τραπουλόχαρτα στον Αγαθούλη, ο οποίος έχασε πενήντα χιλιάδες φράγκα σε δυο τάγια· μεθ' ό δειπνήσανε πολύ εύθυμα, κι' όλοι θαυμάσανε, που ο Αγαθούλης δεν ταράχτηκε από το χάσιμό του. Οι λακέδες λέγανε αναμεταξύ τους στη γλώσσα των λακέδων:

— Πρέπει νάναι κανένας άγγλος μυλόρδος!

Το δείπνο ήτανε όπως τα περισσότερα δείπνα του Παρισιού: στην αρχή σιωπή, κατόπι μια αντάρα από λόγια, που δε μπορεί κανείς να ξεχωρίση τίποτα, ύστερα οικειότητες, οι περισσότερες ηλίθιες, ψεύτικα νέα, κακές κρίσεις, λίγη πολιτική και πολλή κακολογία· μιλήσανε επίσης για τα καινούργια βιβλία.

— Είδατε, είπε ο Περιγουρδίνος αββάς, το μυθιστόρημα του κυρίου Γκωσσά, διδάκτορος της Θεολογίας;

— Μάλιστα, απάντησε ένας από τους συνδαιτυμόνες, μα δε μπόρεσα να το τελειώσω. Έχουμε πλήθος αδιάντροπα έντυπα, μα όλα μαζί δε φτάνουνε την αδιαντροπιά του Γκωσσά, διδάκτορος της Θεολογίας. Είμαι τόσο αηδιασμένος από τούτη την απειρία των μυσαρών βιβλίων, που μας πλημμυρούνε, ώστε αποφάσισα να ποντάρω στο φαραώ.

— Και τα «Ανάμικτα» του αρχιδιακόνου Τρουμπλέ, πώς σας φαίνονται; είπε ο αββάς.

— Α! είπε η κυρία ντε Παρολινιάκ, τι πληχτικός θνητός! Πώς σας λέγει με σπουδαιότητα ό,τι όλος ο κόσμος το ξέρει. Πώς συζητεί σοβαρά ό,τι δεν αξίζει τον κόπο ούτε ελαφρά να σημειωθή! Πώς ιδιοποιείται, δίχως πνεύμα, το πνεύμα των άλλων! Πώς καταστρέφει ό,τι κλέβει! Πώς με αηδιάζει! Αλλά δε θα με αηδιάση πια· είναι πολύ νάχη διαβάση κανείς λίγες σελίδες του αρχιδιακόνου.

Ήτανε στο τραπέζι ένας κύριος σοφός, με καλαισθησία, που υποστήριζε ό,τι έλεγε η Μαρκησία. Μιλήσανε κατόπιν για τραγωδίες· η κυρία ρώτησε, γιατί υπάρχουνε τραγωδίες, που παίζονται κάποτε και που δε μπορεί κανείς να τις διαβάση. Ο άνθρωπος με την καλαισθησία εξήγησε πολύ καλά, πως ένα έργο μπορεί νάχη κάποιο ενδιαφέρο και καμιά αξία: Απόδειξε με λίγα λόγια, πως δεν αρκεί ν' αναπτύξη κανείς μιαν ή δύο από τις &θέσεις& εκείνες, που βρίσκονται σ' όλα τα μυθιστορήματα και που γοητεύουνε πάντα τους θεατές: Αλλά πρέπει νάναι κανείς καινούργιος, χωρίς νάναι παράδοξος, συχνά υψηλός και πάντοτε φυσικός, να γνωρίζη την ανθρώπινη καρδιά και να την κάμνη να μιλή· νάναι μεγάλος ποιητής, χωρίς τα πρόσωπα του έργου να φαίνονται ποιητές· να γνωρίζη τέλεια τη γλώσσα του, να τη μιλή καθαρά, με συνεχή αρμονία, χωρίς ποτέ η ρίμα να ζημιώνη το νόημα. Όποιος, επρόσθεσε, δεν τηρεί αυτούς τους κανόνες, μπορεί να κάνη μιαν ή δυο τραγωδίες, που να χειροκροτηθούνε στο θέατρο, μα [δεν] θα λογαριαστή ποτέ μεταξύ των καλών συγγραφέων. Υπάρχουνε πολύ λίγες καλές τραγωδίες! άλλες είναι διαλογικά ειδύλλια καλογραμένα, καλοριμαρισμένα· άλλες είναι πολιτικές συζητήσεις, που αποκοιμίζουν ή πλατυασμοί αποκρουστικοί· άλλες είναι όνειρα τρελλού σε ύφος βάρβαρο, κουβέντες κομμένες, μακρυές αποστροφές προς τους θεούς, γιατί δεν ξέρουνε να μιλούνε στους ανθρώπους, ψεύτικοι κομπασμοί, κοινοτυπίες πομπώδικες.

Ο Αγαθούλης άκουσε αυτήν την ομιλία με προσοχή, σχημάτισε μεγάλη ιδέα για τον συζητητή! Κι' όπως η κυρία Μαρκησία είχε φροντίσει να τον βάλη πλάι της, έγειρε στ' αυτί της και τη ρώτησε, ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, που μιλούσε τόσο καλά!

— Είν' ένας σοφός, είπε η κυρία, που δεν ποντάρει ποτές, και που ο αββάς μου τόνε φέρνει κάποτε στο δείπνο. Γνωρίζει τέλεια το ζήτημα των τραγωδιών και των βιβλίων, κ' έκαμε και μια τραγωδία που την σφυρίξανε, κ' ένα βιβλίο, που κανένα του αντίτυπο δε βγήκε από το μαγαζί του εκδότη του, εξόν ένα, που μου αφιέρωσε.

Μεγάλος άνθρωπος! Είπε ο Αγαθούλης· είν' ένας δεύτερος Παγγλώσσης.

Τότες γυρίζοντας προς αυτόν, του είπε:

— Κύριε, πιστεύετε, χωρίς αμφιβολία, πως όλα είναι καλά στον ηθικό και στο φυσικό κόσμο και πως τίποτα δε μπορούσε νάναι αλλιώτικα;

Εγώ, κύριε, του απάντησε ο σοφός, δεν πιστεύω τίποτ' απ' όλα αυτά:

Βρίσκω, πως όλα πάνε ανάποδα σε μας· πως κανείς δε ξέρει ούτε ποια είναι η θέση του, ούτε ποια η δουλιά του, ούτε τι κάμνει, ούτε τι πρέπει να κάμνη κ' έξω από το δείπνο, που είναι αρκετά εύθυμο κι' όπου φαίνεται αρκετή ενότητα, όλος ο άλλος καιρός περνά με καυγάδες: Ζανσενίστες εναντίον μολινιστών, άνθρωποι του παρλαμέντου εναντίον ανθρώπων της εκκλησίας, άνθρωποι των γραμμάτων εναντίον ανθρώπων των γραμμάτων, αυλικοί εναντίον αυλικών, τραπεζίτες εναντίον του λαού, γυναίκες εναντίον ανδρών, συγγενείς εναντίον συγγενών· είν' ένας αιώνιος πόλεμος.

Ο Αγαθούλης του απάντησε:

— Είδα πολύ χειρότερα· αλλ' ένας σοφός, που κατόπι του συνέβη το δυστύχημα να τον κρεμάσουνε, μ' έμαθε, πως όλ' αυτά είναι θαυμάσια· οι ήσκιοι ενός ωραίου πίνακος.

Ο κρεμασμένος σας κορόιδευε τον κόσμο, είπε ο Μαρτίνος· οι ήσκιοι σας είναι στίγματα φοβερά.

— Οι άνθρωποι κάνουνε τα στίγματα, είπε ο Αγαθούλης, και δε μπορούνε να κάνουνε και αλλιώς.

— Ώστε δεν είναι δικό τους λάθος, είπε ο Μαρτίνος.

Οι περισσότεροι πονταδόροι, που δεν καταλαβαίνανε τίποτε απ' αυτά τα λόγια, πίνανε· κι' ο Μαρτίνος συζήτησε με το σοφό, κι' ο Αγαθούλης διηγήθηκε μερικές του περιπέτειες στην οικοδέσποινα.

Μετά το δείπνο, η Μαρκησία οδήγησε τον Αγαθούλη στην κάμαρά της και τον έβαλε να καθίση σ' έναν καναπέ.

— Ε! καλά, του είπε, αγαπάτε πάντα τρελά τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη του Τούντερ-τεν-τρονκ;

— Μάλιστα, κυρία, απάντησε ο Αγαθούλης.

Η Μαρκησία συνέχισε μ' ένα τρυφερό μειδίαμα.

— Απαντάτε σαν ένας νέος της Βεστφαλίας· ένας Γάλλος θα μούλεγε: είναι αλήθεια, πως αγάπησα την δεσποινίδα Κυνεγόνδη, αλλά βλέποντάς σας, φοβούμαι, μη δεν την αγαπώ πια!

— Αλίμονο! Κυρία, είπε ο Αγαθούλης, θ' απαντήσω, όπως σας αρέσει.

— Το πάθος σας γι' αυτήν άρχισε, όταν εσηκώσατε από χάμου το μαντήλι της· επιθυμώ να μου σηκώσετε την καλτσοδέττα.

— Μ' όλη μου την καρδιά, είπε ο Αγαθούλης.

Και τήνε σήκωσε.

— Αλλ' επιθυμώ να μου την ξαναβάλετε στην θέση της, είπε η κυρία.

Κι' ο Αγαθούλης την ξανάβαλε.

— Βλέπετε, είπε η κυρία, είστε ξένος! Κάμνω συχνά τους εραστές μου του Παρισιού να ξεροσταλιάζουν επί δεκαπέντε μέρες, αλλά παραδίνομαι σε σας από την πρώτη νύχτα, γιατί πρέπει να φανώ φιλόξενη σ' ένα νέον της Βεστφαλίας.

Η ωραία είχε παρατηρήσει δύο τεράστια διαμάντια στα δύο χέρια του νεαρού ξένου και τα παίνεσε με τόση καλή πίστη, ώστε από τα δάχτυλα του Αγαθούλη περάσανε στα δάχτυλα τα δικά της.

Όταν ο Αγαθούλης έφυγε με τον αββά Περιγουρδίνο αισθάνθηκε κάποιες τύψεις, που έκανε απιστία στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Ο κύριος αββάς συμμερίστηκε τη στενοχώρια του. Πολύ λίγο είχε λάβει μέρος στις πενήντα χιλιάδες λίβρες, πούχασε ο Αγαθούλης στα χαρτιά και στην αξία των δύο μπριλλαντιών, που μισό τάδωσε, μισό του τα κλέψανε. Το σχέδιο του αββά ήτανε να εκμεταλλευτή, όσο μπορούσε, τα πλεονεκτήματα, που τούδινε η γνωριμία του Αγαθούλη. Του μίλησε πολύ για την Κυνεγόνδη· κι' ο Αγαθούλης του είπε, πως θα ζητούσε συγγνώμη από την ωραία του για την απιστία, που της έκανε, όταν θα την έβλεπε στη Βενετία.

Ο Περιγουρδίνος διπλασίασε τις φιλοφρονήσεις, τις περιποιήσεις του κ' έδειχνε τρυφερό ενδιαφέρο για ό,τι έλεγε ο Αγαθούλης, για ό,τι έκαμνε, για ό,τι ήθελε να κάνη.

— Έχετε λοιπόν, κύριε, του είπε, ραντεβού στη Βενετία;

— Μάλιστα, κύριε αββά, απάντησε ο Αγαθούλης. Είναι απόλυτη ανάγκη να πάω να συναντήσω τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

Τότε, καθώς τον ξανάπιασε η ευχαρίστηση να μιλή για ό,τι αγαπούσε, διηγήθηκε, κατά την συνήθειά του, ένα μέρος από τις περιπέτειές του μ' αυτή τη περίφημη Βεστφαλιανή.

— Νομίζω, είπε ο αββάς, πως η δεσποινίς Κυνεγόνδη είναι πολύ έξυπνη και γράφει χαριτωμένες επιστολές.

— Ποτές δεν έλαβα επιστολή της, είπε ο Αγαθούλης: γιατί, φαντασθήτε, επειδή με διώξαν από τον πύργο για τον έρωτά της, δε μπόρεσα να της γράψω· λίγο κατόπι έμαθα, πως είχε πεθάνει, αργότερα την ξαναβρήκα και την ξανάχασα και της έστειλα από δυόμιση χιλιάδες λεύγες έναν αγγελιοφόρο, από τον οποίον περιμένω απάντηση.

Ο αββάς άκουε προσεχτικά και φαινότανε λιγάκι ρεμβώδης. Αποχαιρέτησε σε λίγο τους δυο ξένους, αφού πρώτα τους φίλησε τρυφερά. Την επομένη ο Αγαθούλης έλαβε, μόλις ξύπνησε, μιαν επιστολή, που έλεγε τα εξής!

« Κύριε πολυαγαπημένε μου. Δω κι' οχτώ μέρες είμαι άρρωστη σ' αυτήν εδώ την πόλη· μαθαίνω, πως είστε και σεις εδώ· θα πετούσα στην αγκαλιά σας, αν μπορούσα να κινηθώ. Έμαθα, πως περάσατε από το Μπορντώ· άφησα εκεί τον πιστό το Κακαμπό και τη γριά, που σε λίγο θάρτουνε να με βρούνε. Ο κυβερνήτης του Μπουένος Άυρες μου τα πήρε όλα, αλλά μου μένει η καρδιά σας. Ελάτε, η παρουσία σας θα μου ξαναδώση τη ζωή ή θα με σκοτώση από χαρά. »

Αυτή η χαριτωμένη επιστολή, αυτή η ανέλπιστη επιστολή, γέμισε ανέκφραστη χαρά τον Αγαθούλη· η αρρώστια της αγαπημένης του Κυνεγόνδης τόνε βύθισε στη λύπη.

Μ' αυτά τα δυο αντίθετα συναισθήματα, παίρνει το χρυσάφι του και τα διαμάντια του, βάζει να τον οδηγήσουνε με το Μαρτίνο στο ξενοδοχείο, που έμενε η δεσποινίς Κυνεγόνδη. Μπαίνει τρέμοντας από τη συγκίνηση, η καρδιά του χτυπά, η φωνή του πιάνεται· θέλει ν' ανοίξη τους μπερντέδες του κρεββατιού, ζητά να φέρουνε φως.

Μη για το Θεό, λέγει η υπηρέτρια, το φως θα τη σκοτώση!

Και ξαφνικά κλείνει τους μπερντέδες.

— Αγαπημένη μου Κυνεγόνδη, λέγει ο Αγαθούλης κλαίοντας, πώς είστε; Αν δε μπορείτε να με ιδήτε, μιλήστε μου τουλάχιστο.

Δε μπορεί να μιλήση, λέγει η υπηρέτρια.

Τραβάει ένα χέρι καλοθρεμμένο από το κρεββάτι, που ο Άγάθούλης το πότιζε πολύν καιρό με δάκρυα, το γεμίζει διαμάντια, αφήνοντας ένα σακκί γεμάτο χρυσάφι απάνου στο κάθισμα.

Απάνω στους ενθουσιασμούς του φτάνει ένας αστυνόμος ακολουθημένος από τον Περιγουρδίνο αββά κι' από ένα απόσπασμα.

— Να τους, λέγει, οι δυο ύποπτοι ξένοι!

Τους πιάνει αμέσως και διατάζει τους γενναίους του να τους πάνε στη φυλακή.

— Δε μεταχειρίζονται έτσι τους ξένους στο Ελδοράδο, είπε ο Αγαθούλης.

— Είμαι περισσότερο από κάθε άλλη φορά μανιχαίος, είπε ο Μαρτίνος.

— Αλλά, κύριε, πού μας πάτε; ρώτησε ο Αγαθούλης.

— Στο μπουδρούμι, απάντησε ο αστυνόμος.

Ο Μαρτίνος ξανάβρε την ψυχραιμία του και σκέφτηκε, πως η κυρία, που έκαμνε την Κυνεγόνδη, ήτανε μια λωποδύτισσα, ο κύριος Περιγουρδίνος αββάς ένας λωποδύτης, κι' ο αστυνόμος ένας άλλος λωποδύτης, από τον οποίον θα μπορούσαν εύκολα να γλυτώσουνε.

Αντί να υποβληθη στις διατυπώσεις της δικαιοσύνης, ο Αγαθούλης, φωτισμένος από τη συμβουλή του Μαρτίνου, κ' εξ άλλου πάντα ανυπόμονος να ιδή την αληθινή Κυνεγόνδη, προτείνει στον αστυνόμο τρία μικρά διαμάντια, που καθένα θα κόστιζε τρεις χιλιάδες πιστόλες πάνου-κάτου.

Α! κύριε, είπε ο άνθρωπος με το φιλντισένιο μπαστούνι, κι' αν είχετε κάνει όλα τα εγκλήματα, που μπορεί να φανταστή κανείς, είστε ο πιο έντιμος άνθρωπος του κόσμου! Το καθένα τρείς χιλιάδες πιστόλες! Κύριε, μπορώ να σκοτωθώ για σας, αντί να σας οδηγήσω στη φυλακή. Πιάνουν όλους τους ξένους, αλλ' αφήστε σε μένα την υπόθεση· έχω έναν αδερφό στη Λιέππη της Νορμανδίας, θα σας στείλω εκεί, κι' αν έχετε κανένα διαμάντι να του δώσετε, θα σας φροντίση, όπως κ' εγώ.

— Και γιατί πιάνουν όλους τους ξένους; ρώτησε ο Αγαθούλης.

Ο Περιγουρδίνος αββάς, έλαβε τότε το λόγο, και είπε:

— Γιατί ένας ζητιάνος από τη χώρα της Ατρεβατίας άκουσε να λέμε ανοησίες· αυτό μονάχα τον ώθησε σε πατροχτονία, όχι όπως εκείνη του 1610, το Μάη το μήνα, αλλά σαν εκείνη του 1594 το μήνα Δεκέμβρη, και σαν εκείνες άλλων χρόνων κι' άλλων μηνών από άλλους αλήτες, που είχαν ακούσει ανοησίες.

Ο αστυνόμος τότες εξήγησε τι συνέβαινε.

— Α! τα τέρατα! φώναξε ο Αγαθούλης. Τέτοιες φρικαλεότητες σ' ένα λαό, που χορεύει και τραγουδεί! Δε θα μπορέσω να φύγω, όσο το γρηγορώτερο απ' αυτό τον τόπο, όπου μαϊμούδες και τίγρεις παίζουνε μαζί. Είδα αρκούδες στον τόπο μου· ανθρώπους είδα μόνο στο Ελδοράδο.

— Για τόνομα του Θεού, κύριε αστυνόμε, στείλε με στη Βενετία, όπου πρέπει να περιμένω τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

— Δε μπορώ να σας στείλω αλλού παρά στην Κάτω Νορμανδία, είπε ο σακαράκας.

Αμέσως λέγει να του βγάλουνε τα σίδερα, λέγει πως έκανε λάθος, διώχνει τους ανθρώπους του κι' οδηγεί στη Διέππη τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο και τους αφήνει στα χέρια του αδερφού του.

Υπήρχε στο λιμάνι ένα μικρό καΐκι ολλανδικό.

Ο Νορμανδός, χάρη σε άλλα τρία μικρά διαμάντια έγινε ο πιο φιλοφρονητικός άνθρωπος του κόσμου, μπαρκαρίζει τον Αγαθούλη και τους ανθρώπους του στο καΐκι, που επρόκειτο να κάνη πανιά για το Πόρτσμουθ της Αγγλίας. Δεν ήτανε βέβαια ο δρόμος της Βενετίας· αλλ' ο Αγαθούλης πίστευε, πως θα γλύτωνε από την κόλαση· κ' ελογάριαζε να ξαναπάρη το δρόμο για τη Βενετία σε πρώτη ευκαιρία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIII.

&Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος τραβάνε για τις αχτές της Αγγλίας. Τι βλέπουν εκεί.&

— Αχ! Παγγλώσση! Παγγλώσση! Αχ! Μαρτίνιε, Μαρτίνε! Αχ! αγαπημένη μου Κυνεγόνδη! Τι είναι αυτός ο κόσμος; λέγει ο Αγαθούλης απάνου στο ολλανδικό καράβι.

— Κάτι τρελό κι' απαίσιο, απαντούσε ο Μαρτίνος.

— Γνωρίζετε την Αγγλία; Είναι κ' εκεί έτσι τρελοί, όπως στη Γαλλία;

— Άλλου είδους τρελοί, είπε ο Μαρτίνος. Ξέρετε, πως αυτά τα δύο έθνη βρίσκονται σε πόλεμο για λίγα στρέμματα χιόνια προς το μέρος του Καναδά, και πως ξοδεύουνε γι' αυτό τον πόλεμο πολύ περισσότερα απ' όσο κοστίζει ολόκληρος ο Καναδάς; Το να σας πω ακριβώς σε ποιόν τόπο υπάρχουνε περισσότεροι για δέσιμο, η ασθενής μου μόρφωση δε μου το επιτρέπει· ξέρω μονάχα, πως γενικά οι άνθρωποι, που θα ιδούμε, είναι υπερβολικά χολερικοί.

Μιλώντας έτσι ζυγώσανε στο Πόρτσμουθ· πλήθος κόσμου είχε γεμίσει την παραλία και παρατηρούσε με προσοχή έναν άνθρωπο πολύ χοντρό γονατισμένο, με τα μάτια δεμένα, πάνω στη γέφυρα ενός πλοίου του στόλου· τέσσερις στρατιώτες, τοποθετημένοι απέναντί του, του τραβήξανε καθένας τρεις σφαίρες στο κρανίο, με τον πιο γαλήνιο τρόπο του κόσμου· κι' όλος ο συναθροισμένος λαός γύρισε σπίτι του ικανοποιημένος.

— Τι ναι λοιπόν όλ' αυτά; φώναξε ο Αγαθούλης· και ποιος δαίμονας εξουσιάζει παντού;

Ρώτησε ποιος ήτανε αυτός ο χοντρός άνθρωπος, που τον σκοτώσανε με τόση πομπή.

— Είν' ένας ναύαρχος, του απαντήσανε.

— Και γιατί τον σκοτώσανε αυτόν το ναύαρχο;

— Γιατί δε σκότωσε πολύν κόσμο εναυμάχησε μ' ένα Γάλλο ναύαρχο κι' αποδείχθηκε, πως δεν τον επλησίασε αρκετά.

— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης, ο γάλλος ναύαρχος ήτανε τόσο μακρυά από τον άγγλο, όσο τούτος από τον άλλον!

— Αυτό είναι αναμφισβήτητο, του αποκριθήκανε· μα σ' αυτόν τον τόπο θεωρείται καλό, από καιρό σε καιρό να σκοτώνουν ένα ναύαρχο για να κάνουνε γενναίους τους άλλους.

Ο Αγαθούλης τόσο ταράχθηκε και τόσο αγανάχτησε απ' ό,τι έβλεπε, ώστε δε θέλησε ούτε να πατήση το πόδι του στη στεριά και συμφώνησε με τον ολλανδό πλοίαρχο (κι' ας τον έκλεβε κι' αυτός σαν τον άλλον του Σουρινάμ), για να τον φέρη χωρίς αναβολή στη Βενετία.

Ο πλοίαρχος ετοιμάστηκε σε δυο μέρες· περάσανε πλάι από τις ακτές της Γαλλίας· περάσαν αντίκρα από τη Λισσαβώνα κι' ο Αγαθούλης ανατρίχιασε. Μπήκανε στα στενά του Γιβραλτάρ και στη Μεσόγειο, και τέλος φτάσανε στη Βενετία.

— Ευλογητός ο Θεός! είπε ο Αγαθούλης, αγκαλιάζοντας το Μαρτίνο. Εδώ θα ξαναϊδώ την ωραία Κυνεγόνδη. Έχω πεποίθηση στον Κακαμπό, και στον εαυτό μου. Όλα είναι καλά, όλα πάνε καλά, όλα πάνε όσο το δυνατό καλύτερα!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIV

&Περί Πακέττας και του αδελφού Γαρουφάλη.&

Μόλις ήρθε στη Βενετία, ζήτησε τον Κακαμπό σ' όλες τις ταβέρνες, σ' όλα τα καφενεία, σ' όλα τα πορνεία, και δεν τον βρήκε πουθενά. Έστελνε κάθε μέρα να ψάχνουν όλα τα καράβια κι' όλες τις βάρκες· καμιά είδηση από τον Κακαμπό!

— Πώς! έλεγε στο Μαρτίνο, είχα τον καιρό να περάσω από το Σουρινάμ στο Μπορντώ, να πάω από το Μπορντώ στο Παρίσι, από το Παρίσι στη Διέππη, από τη Διέππη στο Πόρτσμουθ, να παραπλεύσω την Πορτογαλία και την Ισπανία, να διασχίσω όλη τη Μεσόγειο, να μείνω μερικούς μήνες στη Βενετία, κ' η ωραία Κυνεγόνδη δεν ήρθε ακόμα!

Συνάντησα, αντίς αυτήν, μιαν τιποτένια, κι' έναν περιγουρδίνο αββά! Η Κυνεγόνδη πέθανε χωρίς άλλο! Δε μου μένει παρά να πεθάνω. Αχ πόσο θάτανε καλύτερα νάμενα στον παράδεισο του Ελδοράδο παρά να γυρίσω σ' αυτήν την καταραμένη Ευρώπη. Πόσο έχετε δίκιο, καλέ μου Μαρτίνε! Όλα είναι πλάνη και συφορά!

Τον έπιασε μαύρη μελαγχολία και δεν έλαβε μέρος στην όπερα alla moda ούτε στις άλλες διασκεδάσεις του καρναβαλιού· ούτε μια γυναίκα δεν τούδωσε τον παραμικρότερο πειρασμό. Ο Μαρτίνος του είπε:

— Είστε πολύ απλοϊκός, αλήθεια, να φαντάζεστε πως ένας υπηρέτης μιγάς, πόχει πέντε ως έξι εκατομμύρια στις τσέπες του, θα πάη να ζητήση την ερωμένην σας στην άκρη του κόσμου, για να σας τήνε φέρη στη Βενετία. Θα την πάρη για τον εαυτό του, αν την εύρη: αν δεν την εύρη, θα πάρη μιαν άλλη: σας συμβουλεύω να ξεχάστε τον υπηρέτη σας τον Κακαμπό και την ερωμένη σας την Κυνεγόνδη.

Αλλά τα λόγια αυτά δεν παρηγορήσανε τον Αγαθούλη. Η μελαγχολία του μεγάλωσε κι' ο Μαρτίνος δεν έπαυε να του αποδείχνη, πως υπήρχε πολύ λίγη αρετή και πολύ λίγη ευτυχία πάνω στη γη, εξόν από το Ελδοράδο, όπου όμως κανείς δε μπορούσε να πάη.

Ενώ συζητούσανε γι' αυτό το σπουδαίο θέμα, περιμένοντας πάντα την Κυνεγόνδη, ο Αγαθούλης παρατήρησε ένα νεαρό θεατίνο (5) στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, που κρατούσε στο μπράτσο του μια κοπέλλα. Ο θεατίνος φαινότανε πολύ δροσερός, παχουλός, δυνατός. Τα μάτια του λάμπανε, το ύφος του ήτανε όλο πεποίθηση, το ανάστημά του ψηλό, το βάδισμά του περήφανο. Η κοπέλλα ήτανε πολύ όμορφη και τραγουδούσε· κύτταζεν ερωτικά το θεατίνο της και από καιρό σε καιρό του τσιμπούσε τα παχυά του μάγουλα.

— Θα παραδεχτήτε, τουλάχιστο, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, πως αυτοί εδώ οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι. Έως τώρα σ' όλη την οικουμένη βρήκα, εξόν από το Ελδοράδο, μονάχα δυστυχισμένους, μα γι' αυτή την κοπέλα και για τούτο τον θεατίνο στοιχηματίζω, πως είναι πολύ ευτυχισμένα πλάσματα.