Part 2
Στης άρπες των σκοινιών του μάταια πέρασαν οι συμφωνίες των ανέμων και πίσω απ' τα κατάρτια του μάταια έσβυσαν ήλιοι ωκεανών. Κάβοι καρτερούσαν το καράβι της νειότης μου ξεκινημένο την αυγή.
Σε μαύρον κάβο το καράβι της νειότης μου έπεσε. Προς τον Άθω πλέουν τα συτρίμματά του, Κυρία των Αγγέλων!
Οι αγαπημένοι μου πρόσφεραν το φαρμάκι του χωρισμού. Ως την ύστερη στάλα το ήπια και σε είδα μπροστά μου. Ωραία είσαι σαν την αγάπη και σαν την αδυναμία.
Οι αγαπημένοι μου πρόσφεραν το φαρμάκι του χωρισμού. Αμάρτημα ήταν αν κάποτε χάρηκα, πλάνη αν κάποτε τόλμησα. Στο ύψος του πόνου, Δέσποινα, κράτησέ με.
Την ειρωνεία της χαράς και τη φτώχεια της νίκης απομάκρυνε από με, Οδηγήτρια.
Τη δύναμι είδεν η ψυχή μου και γύρισε το πρόσωπό της. Το αύριο της νειότης είδε κι' έκλαψε πικρά. Στην όχθη ακούοντας το τραγούδι των ποταμών μοιρολόγησε της δυνατές πολιτείες του πολέμου που αφανίστηκαν και θρήνησε το νικητή μαζύ με το νικημένο. Ιδού που έμαθα να κρατώ τη λαμπάδα και να στέκω στο εικόνισμά σου.
Είδα της σαύρας το λιγερό περπάτημα στα ερείπια των πολιτισμών. Είδα τη δάφνη να κλαίη να σαν ιτιά στην έρημη αρχαία παλαίστρα. Σαν του σύννεφου τη σκιά περνά η δόξα των δυνατών, σαν παραμύθι των αγρών η ιστορία! Στων ανθρώπινων θριάμβων τον πάταγο τα κυπαρίσσια κινούν την κεφαλή. Μονάχα ο πόνος που σε πλήγωσε, αυτός δεν είνε ψέμμα, Παναγία Παρθένε.
Δόξα στον πόνο!
Σ' αυτόν η αγάπη προσφέρει το ποτήρι του αίματός μας. Σ' αυτόν το πνεύμα σωριάζει τα άστρα που τρύγησεν απ' τους ουράνιους κήπους. Γι' αυτόν ανοίγει τα φτερά της η πεταλούδα της ωραίας μας στιγμής. Γι' αυτόν ανθίζουν οι κρίνοι των κυμάτων στο αλέτρι της πλώρης.
Δόξα στον πόνο!
Γι' αυτόν απ' το δέντρο της ζωής μας πέφτουν αργά τα χρυσά φύλλα της πείρας και της υποταγής. Τον ήλιο σκλαβώνουν οι ζωγράφοι και διηγούνται τα έργα του. Στα χιόνια των μαρμάρων κατοικούν οι ευγενικές του μορφές. Στη σιωπή ανθίζουν οι αιώνιες ιδέες του.
Δόξα στον πόνο που σ' εσπάραξε, Μητέρα των θλιμμένων.
Σε γονυκλισίες εξαϋλώθηκε — στο στασίδι τυράγνησε τα κόκκαλά του — στη δέηση κέρωσε — στην τύψη του σε είδεν όραμα ο ασκητής που σ' έχει ζωγραφισμένα.
Των παθημάτων μου η σοφία λαμπάδα σ' εσένα γίνεται, της σιωπής μου η μουσική τροπάριο βυζαντινό ανεβαίνει στη δόξα σου.
Ωραία είσαι σαν ψυχή που επόνεσε. Ωραία είσαι σαν ευτυχία που χάθηκε. Ωραία είσαι σαν πνεύμα που δίστασε. Ωραία είσαι σαν τόλμη που γονάτισε.
Τα κρίνα των στοχασμών μου δέξου, τα χιλιδόνια των ψαλμών μου άκουσε, Κυρία των Αγγέλων!
ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΙ
Καλογεράκι νάμουνα στη rue de Vaugirard..
Απ' την πλατειά πόρτα των μαύρων σεμιναρίων να βγαίνω γοργό, σκυφτό και σεμνό — σε ώρα τραγουδημένην από ρωλόγι παληό.
Σφιγμένο να είμαι σε ράσο μεταξωτό, κλειδωμένο με ζώνη πλατειά.
Την άκρη του δρόμου να πηγαίνω την ώρα που περνούν εκείνες που με κυττάζουν και δεν πρέπει να της κυττάζω — οι γυναίκες.
Αλαφρές με το ζαρκάδινο πάτημα που μας υπόσχεται την τρελλή μουσική του ερχομού.
Πάντα πρόθυμες ν' αγαπηθούν και να λησμονήσουν.
Όλες λυγμός και προδοσία.
Όμως εγώ με τη ζώνη σφιχτή γύρω στο κορμί το λιγερό σαν κολώνα της Sainte-Chapelle να χαμηλώνω τα μάτια.
Και να μην το ξέρω πως είμαι ωραίο, γιατί δεν πρέπει να το ξέρω αν θέλω να λέω σωστή την προσευχή μου.
Και το λύγισμα του νέου κορμιού μου μέσα στο ράσο να μην το νοιώθω — γιατί δεν πρέπει ποτέ να το μάθω πως είμαι σεμνόπρεπο και λιγερό σαν το κοτσύφι.
Και στους διαβάτες που περγελούν τον Άγιο Σεβαστιανό της νειότης μου χτυπημένον απ' τα βέλη της αρετής να μπορώ ν' απαντήσω:
«Γιατί δεν κυττάτε την καρδιά σας και το αίμα της σταλάζει στη λάσπη του δρόμου γι' αυτές ;».
Κι' από μαύρο σεμινάριο σε τρίσβαθη εκκλησία κι' από εκκλησία σε πεθαμένη βιβλιοθήκη να πηγαίνω — γοργό, σκυφτό και σεμνό.
Ave Maria! Παρίσι, 1909
ΣΕΜΝΟΤΥΦΙΑ
Θυμάσαι ; Το λεωφορείο μας πήγαινε κλονίζοντάς μας βαρειά με τους μεγάλους του βαλλισμούς. Ήταν συννεφιά, το πλήθος έτρεχε χωρίς να σταματήση πουθενά, καταδικασμένο σε κίνησιν αιώνια, σε ωμμορφιά και σε καταστροφή, όπως η θάλασσα.
Κι' άξαφνα στο δρόμο πέρασαν τα κορίτσια των δώδεκα χρονών πηγαίνοντας ν' ανθίσουν μέσα στο λίθινο δάσος μιας γοτθικής εκκλησίας. Θα κοινωνούσαν.
Ήταν ολάσπρα. Οι πέπλοι των ακινητούσαν στον αέρα. Η ψυχή των δεν πρόφτασε να γευτή το φαρμάκι που λέμε ωραίο.
Τότε, εσύ που είχες στα χείλη σου τη νικοτίνη τόσων αντρών, τη γεύσι τόσων σπασμένων ποτηριών — εσύ που τα ήξερες όλα και το κακό δεν μπορούσε νάνε μπροστά σου παρά μια παληά ιστορία που φέρνει νύστα
— τότε —
καθώς περνούσε η αυγή των δώδεκα χρονών κι' ακούγαμε, θαρρείς, το χτύπο των φτερών του αρχαγγέλου που τα οδηγούσε στο ναό — το φτιασίδι σου άσπρισε. Και την ψυχή σου την περόνιασε τέτοιο κρύο που την άκουσα να πέφτη και να περιμένη ένα θάνατο αργό και βουβό, καθώς πεθαίνουν μέσα στο χιόνι.
Παρίσι, 1909.
Ο ΜΟΙΡΑΙΟΣ
Το πρώτο φιλί που μου χάρισε — το πήρανε τα χείλη του άλλου που θάρθη.
Στο πρώτο της αγκάλιασμα έτριξεν ηδονικά το κορμί του άλλου που θάρθη.
Τα χείλη της που κρυφομίλησαν στα πρώτα μου τριαντάφυλλα είπαν «ευχαριστώ» σ' εκείνον που θάρθη.
Μούλεγε «σ' αγαπώ» — κι ο λόγος της έφευγε μαζί με τα χελιδόνια τόπους και καιρούς σ' εκείνον που θάρθη.
Με περίμενεν ώρες κι' είχεν αγωνία για κείνον που αργεί.
Οι δυο μας περπατούσαμε στο φεγγάρι — κι' οι ήσκιοι μας ήταν τρεις . ..
Ω μελλούμενε, ω μοιραίε — ξεκίνησες! Δε θα χάσης ποτέ το δρόμο. Ακούω τα βήματά σου απάνω στα πεθαμένα βήματά μου. Είσαι στην πόρτα, καλώς ναρθής.
Φεύγω — μα τούτο το τραγούδι μιαν ημέρα και συ θα το πης.
ΔΕΗΣΙ
Είμαστε μεις που είχαμε τόσο αγαπηθή ως εχτές; Ή μην ήταν τούτο παραμύθι παληό, ζεσταμένο σε χίλιες αγροτικές φωτιές, νυσταγμένο από μύρια μάτια κοριτσιών, που μας το διηγήθηκε κάποιος κι' άξαφνα — αποκοιμήθη ;
Ποιος θα πιστέψη που χτες χωρίσαμε για πάντα.
Εχτές χωρίσαμε για πάντα — ά! τι ωραίο σήμερα! Σαλεύω στον αέρα σαν το φύλλο της λεύκας. Μπορώ κι' είμαι ένας διαβάτης ... Είδα ένα ωραίο τοπείο. Αχ! τι ησυχία! τι ησυχία!
Κι' όμως — τι θάνατος .. .
Αλήθεια θα είνε δυνατό να ζήσω κι' αύριο έτσι πεθαμένος ;
Βελόνες της υποψίας, μαχαίρια της λύπης, φίδια της ζήλειας — η καρδιά μου που είχε την τρέλλα να γιατρευτή, τώρα φωνάζει και ζητεί της πληγές σας. Ω, ξαναρθήτε!
Παρίσι, 1909.
ΑΔΕΡΦΕΣ
Άκουσε μια ιστορία που είνε μικρή και μοιάζει με της μεγάλες.
Στο Κένσιγκτον Παρκ, φουντωμένο κι' ανθισμένο, καθώς καθόμουν μονάχος μιλώντας μ' ένα δέντρο για το λάθος της ύπαρξής μου, πέρασαν δυο γρηές αδερφές.
Ήταν κι' οι δυο γεροντοκόρες, μα πολύ γρηές, γιαγιάδες των ανεκπλήρωτων πόθων, από κείνες της αγαπημένες αδερφές που απελπίζονται μαζί, γερνάνε μαζί και φοβούνται μήπως ο Χάρος αφήση τη μια μοναχή — γι' αυτό κρατιούνται απ' το χέρι.
Πίσω από ποια βουνά Θε μου! νάχουν κρυφτή οι δυο νέοι που ονειρεύτηκαν οι δυο γρηές αδερφές στο πλευρό των; Πίσω από ποιά βουνά; Άλογο που δεν κουράζεται και δε διψάει ποτέ θα τους πηγαίνει μακρυά. Πάντα θ' αλαργεύουν — δε θα πλησιάσουν ποτέ — μήτε τη νύχτα πλέον του Άι — Γιάννη — πάντα θ' αλαργεύουν πέρα σ' άλλα βουνά και πάλι σ' άλλα βουνά. ..
Κρατημένες απ' το χέρι η δυο αδερφές πήγαιναν κάτω απ' τα δένδρα.
Φορούσαν δυο καπέλλα φορτωμένα με μια φριχτήν άνοιξη από πανί που έρριχνεν άνθη και καρπούς στα γηρατειά των. Τα ίδια καπέλλα, τα ίδια λουλούδια, ούτε ένα λιγώτερο — τόσο ήταν αγαπημένες. Η ίδιες ρυτίδες — τόσο ήταν αγαπημένες! Κι' άξαφνα η μια στάθηκεν, άπλωσε στο χέρι της το καπέλλο της άλλης και με μεγάλη προσοχή, με μεγαλείτερη στοργή της διώρθωσεν.....αλήθεια πως να το διηγηθώ; — της διώρθωσε τη θέση κάποιου άνθους που είχε γύρει, σαν να διώρθωνε το μεγάλο λάθος της ύπαρξής των!
Η άλλη είπεν «ευχαριστώ» — ξαναπιάστηκαν απ' το χέρι και περπατούσαν πάλι σιωπηλές και σβυσμένες.
Αυτή ναι η ιστορία.
Λονδίνο, 1909.
ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ
Στην πλάκα του τάφου του Verlaine, γυμνή και μαύρη, απ' τη δόξα, στην πλάκα του τάφου του αφήκα ένα μικρό τριαντάφυλλο.
Ήταν η πόλη σταχτιά, οι λεύκες του Παρισιού γυμνές, η ψυχή μου βαρειά.
Άνεμοι της νύχτας! Όταν θα χορέψετε απόψε στο κοιμητήρι των Batignolles — μη μου σβύσετε, παρακαλώ σας, την απαλή φλόγα της θυσίας, το τριαντάφυλλο, που το άναψα — στης ανησυχίες του!
Παρίσι, 1909.
ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ
Μητέρα των θεών, μητέρα της Ιστορίας! Ειμαρμένη! Στα βάθη της Ανατολής υψώνεσαι πελώριο βουνό με μορφή γυναίκας.
Η κόρη σου η Δημιουργία, όταν καθρεφτίζεται στην αγωνία της επιστήμης και στης Τέχνης την έκσταση, καίγεται απ' τον πόθο να μάθη ποια είσαι συ που την έκαμες τόσο ωραία.
Το πνεύμα ζητεί το σκοπό της χειρονομίας σου, όταν τίναζες στο χάος τους κόσμους και τους νόμους των.
Γιατί την ιστορία την πήγες από κείνο το δρόμο ; Γιατί την ψυχή μου την περίμενες σ' εκείνη τη στροφή εκείνη τη νύχτα ; Το άστρο γιατί το γκρέμισες στο διάστημα ; Το λαό που πήγαινε γιατί τον σταμάτησες ; Πώς ξέρεις το δρόμο της καταστροφής ; Πώς βρίσκεις το μονοπάτι της σωτηρίας;
Ω πέτρινη διάνοια, βουνό που στέκεις στα βάθη της Ανατολής, ω άγνοια!
Γιατί; Γιατί; Γιατί;
Η φωνή μου χτυπώντας στα κρύα στήθη της, χωρίς ν' ακουστή, ξαναγύρισε καθώς πήγε κι' η Ειμαρμένη μου απάντησε·
— Γιατί,; Γιατί; Γιατί;
ΨΑΛΜΟΙ
Κύριε, στην κατοικία μου βροντά ο κεραυνός σου. Δοξασμένο τ' όνομά σου στον αιώνα!
Κύριε, πόσο θεία εγνώρισες το μέρος που έπρεπε να χτυπηθώ! Μόνο φωτιά σταλμένη από σένα μπορούσε να βρη το βαθύτερο της αγάπης μου και να το κάμη στάχτη.
Ο κεραυνός σου μου σπάραξε τον κήπο της στοργής μου. Ο κεραυνός σου μου βύθισε τη βρύση των δακρύων. Ακούω τη βροντή του μέσα στο χάος της ψυχής μου. Ευδόκησες να λάμπω από το φως του πόνου!
Κύριε, μου έλειπεν ως τώρα το δείγμα της μεγάλης σου καλωσύνης — η καταστροφή. Ναι, είχα κάποτε χαμογελάσει — κάποτε είχα ελπίσει — κάποτε βρήκα τη ζωή ωραία. Είν' αλήθεια. Είχα κάμει όλες αυτές της αμαρτίες! Αλλά συ ευδόκησες, να με ξυπνήσης.
Στον πόνο που με βύθισες είνε αδύνατο πλέον ν' ακούσω τίποτ' άλλο απ' της άρπες των λογισμών που σε δοξάζουν κι' απ' το ποτάμι της αιωνιότητας που τρέχει στα πόδια σου.
Το κυπαρίσσι της ζωής μου σαλεύει την κορφή του προς τους ουρανούς. Βράδυ και πρωί περιμένει πως θα καταδεχτής να το κάψης, το μαύρο κυπαρίσσι που το ξέχασαν οι κεραυνοί σου, Κύριε!
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΥ
Περπατώντας περήφανα τη λύπη των άσπρων του μαλλιών στην Αθήνα ο παληός Αθηναίος αφίνει να στάξη το λίγο αίμα της καρδιάς του στης παληές συνοικίες όπου έζησε μια φορά. Είνε γελαστές και τώρα σαν και τότε απ' τον ίδιον ήλιο. Του προσώπου του οι χαράδρες διηγούνται τους κεραυνούς του Καιρού που εβρόντηξαν με θυμό απάνω στης τρέλλας του της κορυφές ω Θεέ! και ρήμαξαν το παρεκκλήσι, της στοργής του. Εκείνος κρατώντας ορθό το κεφάλι συλλογιέται.
— Ξέρω που τ' ολόρθο κυπαρίσσι μιας αυλής της Αθήνας καίγεται από δύσεις αιώνων κι' από εσπερινούς απλών ψυχών! Ξέρω που βράχοι χρυσοί μ' ένα μαύρο κατσίκι στα ύψη κατεβαίνουν σε χαρούμενες θάλασσες. Η ψυχή μου κρατεί το αρχαίο ερείπιο συλλογισμένο μέσα στην ιερή σιωπή της νύχτας. Στην ψυχή μου λαλούν τα τζιτζίκια της Αθήνας. Στην ψυχή μου λιγά ένα πεύκο Αττικό. Ξέρω που το ρόδινο χαίρε του ήλιου στον Υμηττό αργεί να σβύση το βράδυ. Σαν την καμπύλη των γύρω βουνών είν' η γνώσι μου ήσυχη. Τι έχω να φοβηθώ ; Ο θάνατος αν έρθη αγριωπός να πάρη ένα παληό Αθηναίο, κινδυνεύει να τον δεχτώ καθώς τη γλυκειά βροχή και τον αλαφρόν αγέρα που ρίχνει τα φύλλα.
ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ
Είμαι το δέντρο που ακολουθεί τη γραμμή της προσευχής όταν ανεβαίνει από ήσυχη ψυχή.
Είμαι η λόγχη που κοκκίνησε στο αίμα της δύσης και φρουρεί το Αόρατο απ' την άρνηση και την ειρωνεία.
Είμαι στης γιορτές του τοπείου το μαύρο ράσο που δεν τέλειωσεν ακόμα τη δοκιμασία του.
Είμαι το καμπαναρειό στο ναό του πόνου και για της ψυχές που έχουν σκοπό σημαίνει τους όρθρους και τους εσπερινούς η σιωπή μου.
ΤΑ ΘΕΙΑ ΔΩΡΑ
Σε κείνον που πόνεσε πρέπουν μακρυνές κορφές στο γέρμα του ηλιού.
Σε 'κείνον που πόνεσε πρέπει το διαμάντι του αποσπερίτη κρεμάμενο το βράδυ απάνου από χιονισμένο βουνό.
Σε κείνον που πόνεσε πρέπει το χρυσάφι των Αττικών βράχων πίσω από αυστηρό κυπαρίσσι.
Σε κείνον που πόνεσε πρέπει το γαλανό σκοτάδι της βιολέττας στο χέρι του ξανθού Γεννάρη της Αθήνας.
Σε κείνον που πόνεσε πρέπουν τα μύρα του δάσους των πεύκων μετά τη βροχή.
ΔΥΣΗ
Ακόμα λίγο — τελευταίοι στοχασμοί του ήλιου . . . Μη φεύγετε, χρώματα, χρώματα!
Η στέγες σας χάνουν, απ' τον κάμπο φτερουγίσατε — η γαλανή βραδυνή σκιά σας ακολουθεί... Σταθήτε λίγο ψηλά. Ας ιδούμε λίγο ακόμα την ψυχή μας ιστορημένη απάνω στα χιόνια των βουνών από σας — χρώματα!
Είστε σεις η ιστορία των κρυφών μας και των ανείπωτων καϋμών. Σε σας διαβάζομε το εσωτερικό μας παραμύθι — εσείς μας δίνετε τη γιγάντια ζωγραφιά της ψυχής μας — στο άπειρο, τελευταία χρώματα του ήλιου!...
Τελευταία σύννεφα που ανάψατε! Τίνος είστε οι λογισμοί — τίνος η χαρά κι' η λύπη ; Ποιος ονειρεύεται σ' εκείνο το βουνό; Ποιος λυπάται σ' εκείνη την πεδιάδα ;
Ορατόρια που σβύσατε απάνω στην άρπα των ορθών κυπαρισσιών — και τώρα μόλις θυμούνται την τελευταία συγχορδία σας οι μακρυνές ράχες.. . Λαμπάδες αναμμένες απ' την αγωνία του απείρου στο Υπερούσιο — χρώματα που είστε σαν ν' αγγίξαμε το χέρι αυτών που λείπουν —
ω! δεν πρόφτασα να σας κυττάξω — κι' είστε πια ενθύμηση.
ΤΕΛΟΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
Δρ. Αισχύλου, Προμηθεύς δεσμώτης, μετάφ. Γ. Καλοσγούρου 5. — Αλφιέρη Β., Σαούλ, τραγωδία, μετάφ. Γ. Καλοσγούρου 7.50 Βουτυρά Δ., Ζωή αρρωστεμένη κι' άλλα διηγήματα . . . 6. — Γαβριηλίδου Βλάση, Ταξείδια ............. 7.50 » » Αι Γυναίκες........... 5. — Γκαίτε, Φάουστ, μετάφρασις Κ. Χατζοπούλου ...... 8.50 Γκέιγερσταμ Γ., Παλιά γράμματα, μετάφρ. I. Ε. Χρυσάφη 6. — Γρανίτσα Στ., Του βουνού και του λόγγου ....... 7.50 Θεοτόκη Κ., Η τιμή και το χρήμα .......... 7.50 » Οι σκλάβοι στα δεσμά τους ........ 12. — Καζαντζάκη Γαλάτειας, Τη νύχτα τ' Άη Γιάννη .... 6. — Καμπούρογλου Δημ., Περασμένα χρόνια ........ 2.50 Καμπύση Γιάννη, Μυστικό του γάμου. — Η φάρσα της ζωής 6. — Λόγγου, Δάφνης και Χλόη, μετάφρ. Ηλ. Βουτιερίδου . . 5. — Μαλάμου Δίπλα Κλεαρέτης, Στο διάβα μου, ποιήματα . . 6. — Μαρία (Βασίλισσα της Ρουμανίας), Μινόλα ....... 5. — Μεριμέ Πρ., Κολόμβα μετάφρασις Ν. Γ. Πολίτου .... 7.50 Morèas J. (I. Παπαδιαμαντόπουλος). Οι Στροφές .... 6. — Μπεντιέ Ιωσ., Τριστάνος και Ιζόλδη, μετάφρ. Ν. Βεντήρη 8.50 Νικοντέμι Δαρ., Η Δασκαλίτσα, μετάφρ. Ειρήνης Δενδρινού 3.50 Νιρβάνα Παύλου, Εκλεκταί Σελίδες .......... 8.50 Ντε Αμίτσης, Το πατρικό σπίτι — Φούριος μετ. Γερ. Σπαταλά 5. — Ντοστογιέβσκη Θ., Ο Παίκτης, μυθιστόρ. μετάφρ. Φιλήντα 6. — Ξενοπούλου, Φοιτηταί, τρεις πράξεις μ' επίλογο .... 5. — » Λάουρα, (Το κορίτσι που σκοτώνει) μυθισ. . 12.50 Πουτσίνι Π., Ανατριχίλες. Διηγήματα, μετάφρ. Μ. Κόκκαλη 3.50 Ρύδβεργ Β., Ρωμαϊκοί θρύλοι, μετάφρασις Ι. Ε. Χρυσάφη 5. — Σκίπη Σωτήρη, Ανθολογία (1899 — 1919) . ....... 10. — Σλουμπερζέ Γ., Βυζαντινά Ιστορήματα, μετάφ. Ορ. Σχινά 6. — Σολωμού Δ., Τα Ιταλικά ποιήματα .......... 3.50 » Άπαντα, μετά προλόγου Κ. Παλαμά .... 25. — Στρίντμπεργ Αυγ., Ο Γάμος, μετάφρ. I. Ε. Χρυσάφη . . 10. — Ταγόρ Ρ., Λυρικά αφιερώματα, μετάφρ. Κ. Τρικογλίδη 5. — Τσένζορ, Η μονάκριβη, μετ. εκ του ρωσσικού I. Βεργωτή 5. — Τσέχωφ Α. Νύκτα στο νεκροταφείο ....... ...... 4.50 Φρανς Α., Ο Κραινκεμπίλης κλπ., μετάφρ. Α. Πρωτοπάτση 7.50 Φωσκόλου Μάρκου Αντωνίου, (1669). Ο Φορτουνάτος . . 15. — Χατζοπούλου Κ., Βραδινοί θρύλοι, Ποιήματα ...... 7.50 Ψυχάρη Γ., Σα λάμπει ο ήλιος ............ 10. — » Το ταξίδι μου.............. 10. — » Στον ίσκιο του πλατάνου . . ....... 10. —